Legislator Case Law & Legislation
1689/2008 AI generated

1689/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1689/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1689/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ..... και της υπ' αριθμ. ..... επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή, με την οποία ορίσθηκε ο πλειστηριασμός για την 31-7-1996. Επί της ανακοπής του αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 269/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας.

Keywords

AI generated
serious defect in foreign proceedings asylum application of Ethiopian lack of standing standing to appeal compliance with Dublin regulation European legal status
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1689 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1689/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΛΑΣΣΙΡΜΑ ΕΛΛΑΣ Ανώνυμη Τουριστική, Τεχνική ναυτιλιακή Εταιρία", η οποία εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσια δικηγόρο της Αριστέα Σινανιώτη.

Των αναιρεσιβλήτων: Ψ1, Ψ2.Εταιρίας με την επωνυμία "SHEFFIELD PETROLEUM (U.K) LIMITED" που εδρεύει στο Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου και εκπροσωπείται νόμιμα, Ψ3, Ψ4, Ψ5, Ψ6 και Ψ7. Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Κρεμμύδα, η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Σταμούλη, ο τρίτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μοσχονά, οι 4η και 5ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αντιγόνη Μαυρομμάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και οι 5ος και 6ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μάζη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-1996 ανακοπή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 270/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 591/2000 του Εφετείου Πατρών. Επί της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 918/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου. Την αναψηλάφηση της 591/2000 απόφασης του Εφετείου Πατρών ζήτησε ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος και εκδόθηκε η 662/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 6-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τετάρτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της και δεν αποτελεί δεδικασμένο επί οιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε υπό την έννοια ότι αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασία (έφεση, αγωγή).

Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική κατά το διατακτικό της δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους (Ολ ΑΠ27/2007). Επί αγωγής που στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις, οι οποίες είναι αμοιβαίως επικουρικές, η αναίρεση της απόφασης για λόγο που αφορά μόνο μία από τις βάσεις αυτές, εκτείνεται και στις διατάξεις αυτής για τις λοιπές βάσεις, οι κατά των οποίων λόγοι αναιρέσεως είναι μάταιο να εξετασθούν (ΑΠ 1608/1991).

Το ίδιο ισχύει και επί της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αφού οι λόγοι αυτής και όταν στρέφονται κατά της αυτής πράξεως εκτελέσεως, συνιστούν περισσότερες βάσεις (κεφάλαια) του αιτήματός της, οι οποίες ως εκ της κοινότητας του σκοπού και του αντικειμένου τους είναι αμοιβαίως επικουρικές. Επίσης, όταν μεταξύ των περισσοτέρων κεφαλαίων της απόφασης που αναιρέθηκε, υπάρχει συνάφεια, διότι αυτά αναγκαίως συνέχονται, ή όταν από την ερμηνεία της αναιρετικής απόφασης, σε συνδυασμό με το αναιρετήριο, προκύπτει αμφιβολία ως προς την έκταση της αναιρέσεως, οι συνέπειες της αναιρέσεως εκτείνονται και σε εκείνα τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν με σαφή και ρητή διάταξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δικάζοντας την από 15-7-2000 αίτηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου για αναψηλάφηση της 591/2000 απόφασης του Εφετείου Πατρών, που απέρριψε έφεσή του επί διαφοράς ακυρώσεως πλειστηριασμού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: Ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ψ1 με την από 30-7-1996 ανακοπή του κατά της εταιρείας με την επωνυμία "Shefield Retroleum (U.K) Limited" προσέβαλε την επισπευδόμενη σε βάρος τριών ακινήτων του αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει της υπ' αριθμ. .....

έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ..... και της υπ' αριθμ. ..... επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή, με την οποία ορίσθηκε ο πλειστηριασμός για την 31-7-1996. Επί της ανακοπής του αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 269/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας.

η οποία την απέρριψε. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 22-6-1999 έφεση, με την οποία παραπονείτο για την απόρριψη των τριών πρώτων λόγων της ανακοπής του οι οποίοι συνίσταντο στο ότι: α) ενώ είναι μόνιμος κάτοικος ... Ελβετίας σε γνωστή διεύθυνση, δεν του επιδόθηκε πραγματικά η προαναφερθείσα περίληψη κατασχετήριας έκθεσης όπως προβλέπει η διμερής σύμβαση Ελλάδας - Ελβετίας, αλλά επιδόθηκε μόνο στον αρμόδιο Εισαγγελέα και έτσι είναι άκυρη η επισπευδόμενη σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση, β)ενώ ίσχυε η υπ' αριθ. 204/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας που διέταξε την αναστολή της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως, δόθηκε εντολή προς τον δικαστικό επιμελητή για έκδοση της ανωτέρω περίληψης κατασχετήριας έκθεσης και γ)στην εν λόγω περίληψη κατασχετήριας έκθεσης αναφέρεται μικρότερη αξία και τιμή πρώτης προσφοράς για ένα από τα ακίνητα και όχι η διπλάσια που είχε οριστεί με δικαστική απόφαση, με αποτέλεσμα να υφίσταται ο ανακόπτων βλάβη από τον κίνδυνο πλειστηριασμού του ακινήτου σε μικρότερη τιμή από την καθορισθείσα.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 590/2000 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών η οποία την απέρριψε. Παράλληλα ο πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας την από 10-10-1996 ανακοπή με την οποία προσέβαλε τον διενεργηθέντα την 31-7-1996 πλειστηριασμό των ακινήτων του και την γενόμενη κατακύρωση και μεταξύ των προβαλλόμενων λόγων ανακοπής περιλαμβάνονταν και οι τρεις προαναφερθέντες λόγοι.

Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 270/1999 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία την απέρριψε. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 22-6-1999 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 591/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών με την οποία απορρίφθηκαν οι τρεις προαναφερθέντες λόγοι της από 10-10-1996 ανακοπής του (που αποτελούσαν και περιεχόμενο των σχετικών λόγων της εφέσεώς του), με την αιτιολογία ότι επειδή είχαν προταθεί και στην προηγούμενη έφεση και απορρίφθηκαν με την προεκδοθείσα υπ' αριθ. 590/2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, καλύπτονται από το δεδικασμένο που απορρέει από αυτήν.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι με την 917/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 590/2000 απόφασή του (Εφετείου Πατρών) και ότι αφού η κρίση της 591/2000 απόφασης περί απορρίψεως των προαναφερθέντων λόγων της ανακοπής, στηρίχθηκε στην απορριπτική κρίση της αναιρεθείσας 590/2000 απόφασης και το εξ αυτής απορρέον δεδικασμένο, είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος της αναψηλάφισης.

Κατά παραδοχή δε αυτού εξαφάνισε την 591/2000 απόφασή του και ακολούθως εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης μέσα στα όρια που καθορίζονται από την αναψηλάφηση, δίκασε εκ νέου την έφεση κατά της 270/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, μόνο κατά τους προαναφερθέντες τρεις λόγους (αφού μόνο η απόρριψη αυτών στηρίχθηκε στην αναιρεθείσα 590/2000 απόφασή του) και κατ' αποδοχή αυτής εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την ανακοπή του πρώτου αναιρεσιβλήτου και απήγγειλε την ακυρότητα του πλειστηριασμού.

Έτσι που έκρινε το Εφετείου δεν υπέπεσε στις από άρθρο 559 αριθμ. 8, 16 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά τις οποίες: α) δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν με το να εξετάσει και τους δύο πρώτους λόγους της εφέσεως, κεφάλαια ως προς τα οποία δεν είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο Εφετείο στα όρια της αναψηλαφήσεως, διότι η αναιρετική 917/2002 απόφαση είχε αναιρέσει εν μέρει, δηλαδή μόνον ως προς τον τρίτο λόγο της ανακοπής, την 590/2000 απόφαση, επιστηρικτική της 591/2000 απόφασης του Εφετείου Πατρών, β)παρέλειψε παρά το νόμο να δεχθεί δεδικασμένο από την 590/2000 απόφασή του και γ) παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο των ως άνω πρώτου και δεύτερου λόγων της εφέσεως.

Και τούτο διότι, πράγματι η 590/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών αναιρέθηκε στο σύνολό της με την 917/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, αφού η αναίρεση αυτής για λόγο που αφορά τον τρίτο λόγο της ανακοπής και εφέσεως επεκτείνεται κατά τα προεκτιθέμενα και στα αμοιβαίως συνεχόμενα κεφάλαια αυτής που αφορούν τους λοιπούς (πρώτο και δεύτερο) λόγους της ανακοπής (και της εφέσεως), οι οποίοι ως εκ της κοινότητας του σκοπού και του αντικειμένου τους, αποτελούν αμοιβαίως επικουρικές βάσεις του αιτήματός της.

Τούτο προκύπτει και από το όλο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, στην οποία δεν περιέχεται διάταξη που να περιορίζει την αναίρεση σε ορισμένο κεφάλαιο, αλλά αντίθετα περιέχει ρητή και σαφή διάταξη περί αναιρέσεως της 590/2000 αποφάσεως. Εφόσον, συνεπώς, η ως άνω 590/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών, επιστηρικτική της 591/2000 απόφασης του Εφετείου, αναιρέθηκε στο σύνολό της από την 917/2002 του Αρείου Πάγου, ορθά το δικαστήριο που δίκασε την αίτηση αναψηλαφίσεως, μετά την εξαφάνιση της 591/2000 απόφασης, έκρινε ότι έπρεπε να ερευνηθεί η έφεση κατά της 270/1999 πρωτοβάθμιας απόφασης κατά τους τρεις πρώτους λόγους της, ως προς τους οποίους είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο εφετείο στα όρια της αναψηλαφίσεως και δεν υπέπεσε στις ως άνω αποδιδόμενες πλημμέλειες.

Συνεπώς ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως καθ' όλα τα μέρη του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 15 της από 15-11-1965 Συμβάσεως της Χάγης, που κυρώθηκε με το ν. 1334/1983 και υπερισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος του άρθρου 134 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αναβάλει την έκδοση αποφάσεως, αν δεν παρίσταται στην ορισμένη δικάσιμο ο διάδικος που διαμένει στην αλλοδαπή, μέχρι να διαπιστωθεί ότι το αντίστοιχο εισαγωγικό της δίκης ή άλλο ισοδύναμο προς αυτό έγγραφο επιδόθηκε πραγματικά ή κοινοποιήθηκε σ' αυτόν, όπως προβλέπει η ως άνω διεθνής σύμβαση, εγκαίρως, ώστε να μπορέσει να υπερασπισθεί τον εαυτό του.

Στην περίπτωση αυτή δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 134 ΚΠολΔ, με την οποία προβλέπεται επίδοση στον εισαγγελέα του αρμοδίου δικαστηρίου, για τους διαμένοντες στην αλλοδαπή διαδίκους, όταν δηλαδή τα επιδοτέα έγγραφα είναι δικόγραφα εισαγωγικά δίκης, όπως είναι η αγωγή, τα ένδικα μέσα και οι ανακοπές, ή ισοδύναμα προς αυτά έγγραφα (ΑΠ 163/2002).

Τέτοια δε "ισοδύναμα έγγραφα", αποτελούν η επιταγή προς εκτέλεση που είναι εισαγωγικό έγγραφο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, όχι όμως και τα επόμενα των πράξεων αυτών έγγραφα της εκτελέσεως, όπως είναι η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης (πρώην "πρόγραμμα πλειστηριασμού"), η οποία κατά το άρθρο 933 παρ. 3 ΚΠολΔ είναι επιδοτέα (με ποινή ακυρότητας) προς τον οφειλέτη (και προς άλλα πρόσωπα), εντός είκοσι ημερών από την ημέρα της κατασχέσεως.

Περαιτέρω, κατά την από 30-3-1934 Σύμβαση "περί διακανονισμού της αμοιβαίας δικαστικής αρωγής επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων μεταξύ της Ελλάδος και της Ελβετίας", που κυρώθηκε με τον ΑΝ 729/1937: "Επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, η επίδοσις εγγράφων προερχομένων εκ των αρχών του ενός των συμβαλλομένων Κρατών και προοριζομένων δια πρόσωπα διαμένοντα επί του εδάφους του ετέρου Κράτους θα ενεργείται δι' αιτήσεως του διπλωματικού ή προξενικού αντιπροσώπου του αιτούντος Κράτους απευθυνομένης προς την αρχήν, ήτις θέλει υποδειχθεί υπό του προς ό η αίτησις Κράτους...

Η αρχή προς ήν απευθύνεται η αίτησις θα αποστέλλει προς τον διπλωματικόν ή προξενικόν αντιπρόσωπον το έγγραφον, δι' ου αποδεικνύεται η επίδοσις ή εν ώ δηλούται το παρακωλύσαν ταύτην γεγονός" (άρθρο 1 εδαφ. α και γ). "Η απόδειξις της επιδόσεως θα γίνεται είτε δι' αποδείξεως παραλαβής χρονολογουμένης και υπογραφομένης υπό του προς ον απευθύνεται το έγγραφον είτε δια βεβαιώσεως της αρχής του προς ό η αίτησις Κράτους, εν ή θα βεβαιούται το γεγονός, ο τύπος και ο χρόνος της επιδόσεως" (άρθρο 3).

Από το συνδυασμό των ανωτέρω ρυθμίσεων προς την γενική νομική αρχή της λογικής ενότητας της έννομης τάξης (εθνικής και διεθνούς) και υπό το φως των προφανών νομοθετικών σκοπιμοτήτων των διατάξεων περί πραγματικής και πλασματικής επιδόσεως εγγράφων, συνάγεται ότι κατά την έννοια της μεταξύ Ελλάδος και Ελβετίας συμβάσεως, ως "έγγραφα" για την επίδοση των οποίων δεν αρκεί η πλασματική τοιαύτη δια του εισαγγελέως αλλά απαιτείται πραγματική παράδοση αυτών στον παραλήπτη τους κατά την διαγραφόμενη στη Σύμβαση διαδικασία, νοούνται (όπως και υπό τις ρυθμίσεις της Σύμβασης της Χάγης) μόνον τα εισαγωγικά της δίκης δικόγραφα και τα ισοδύναμα προς αυτά έγγραφα, όχι δε και τα ακολουθούντα την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έγγραφα της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, όπως είναι και η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης.

Αντίθετη ερμηνεία θα οδηγούσε σε νομικά και λογικά άτοπα, αφού θα απέδιδε στον Νομοθέτη τη βούληση να υπερπροστατεύσει την μία εκ των δύο (νομικώς ισοτίμων και εχουσών αντιτιθέμενα συμφέροντα) πλευρών εις βάρος της άλλης και δη τον οφειλέτη σε βάρος του δανειστού του. Ειδικότερα, η αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε ουσιαστικώς με νομοθετική κατάργηση του δικαιώματος του δανειστή να ζητήσει έννομη προστασία με τη μορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά προσώπου (οφειλέτου του) που διαμένει στην Ελβετία, αφού είναι δεδομένο της κοινής πείρας, ότι η επίδοση εγγράφου με την προβλεπόμενη από τη Σύμβαση διαδικασία είναι απολύτως αδύνατο να συντελεσθεί μέσα στη σύντομη προθεσμία των είκοσι ημερών του άρθρου 999 παρ. 3 ΚΠολΔ.

Τούτο δε μάλιστα, χωρίς να υπηρετείται αντίστοιχο αξιόλογο συμφέρον του (καλόπιστου) οφειλέτου, αφού ο τελευταίος, μετά την προς αυτόν επίδοση της "επιταγής προς εκτέλεση", δύναται, επιδεικνύοντας στοιχειώδη επιμέλεια, να αποφύγει οποιονδήποτε αιφνιδιασμό του δανειστού του, ορίζοντας νομίμως αντίκλητο στον τόπο της εκτελέσεως και γνωστοποιώντας αυτόν στον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή του.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δικάζοντας μετά από αναψηλάφηση της 591/2000 απόφασής του, επί της από 10-10-1996 ανακοπής του πρώτου αναιρεσιβλήτου για ακύρωση της επισπευδομένης εις βάρος τριών ακινήτων του αναγκαστικής εκτέλεσης (για ένα εκ των οποίων αναδείχθηκε υπερθεματιστής η αναιρεσείουσα εταιρεία), δέχθηκε τα ακόλουθα:

Με επίσπευση της πρώτης από τους καθών η ανακοπή εταιρείας με την επωνυμία "Sheffield Retroleum Limited" και σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 1818/1995 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατασχέθηκαν με την υπ' αριθ. ..... έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ... .τρία ακίνητα της κυριότητας του ανακόπτοντος (και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου), που βρίσκονται στο ..., ορίστηκε δε με την υπ' αριθ. .....

περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή η 15-5-1996 ως ημέρα πλειστηριασμού, κατά την οποία όμως δεν έλαβε χώρα πλειστηριασμός, γιατί ανεστάλη με την 204/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Ακολούθως, σε εκτέλεση εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου της επισπεύδουσας, ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής κατάρτισε την υπ' αριθμ. .....

επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης και όρισε πλειστηριασμό των ακινήτων την 31-7-1996 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Άννας Γεωργακοπούλου-Κεκάτου ως υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού. Η επαναληπτική αυτή περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, επιδόθηκε στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κεφαλληνίας την 17-7-1996 για τον κάτοικο ...

οφειλέτη-καθού η εκτέλεση (πρώτο αναιρεσίβλητο), κατ' εφαρμογή του άρθρου 134 παρ. 1 του ΚΠολΔ και ακολούθως διαβιβάστηκε αρμοδίως προκειμένου να επιδοθεί και πραγματικά στον εν λόγω οφειλέτη, πλην όμως κατά την ορισθείσα ημέρα πλειστηριασμού (31-7-1996) τα σχετικά έγγραφα δεν είχαν ακόμη διαβιβαστεί στο εξωτερικό αλλά βρίσκονταν στην Ελλάδα και τελικά δεν επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο η ως άνω επαναληπτική περίληψη.

Παρά ταύτα την 31-7-1996 έλαβε χώρα ο πλειστηριασμός των προαναφερθέντων ακινήτων του, δυνάμει της υπ' αριθ. ..... εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως της ανωτέρω συμβολαιογράφου. Στη συνέχεια έκρινε το Εφετείο ότι η υπ' αριθμ. ..... επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, έπρεπε να επιδοθεί πραγματικά στον αναιρεσίβλητο οφειλέτη εντός 20 ημερών από την κατάρτισή της (δηλαδή μέχρι 28-7-1996) και ότι δεν αρκούσε η πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα, αφού η διάταξη του άρθρου 134 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτοπίζεται από τις ρυθμίσεις της διμερούς συμβάσεως μεταξύ της Ελλάδος και της Ελβετίας.

Με τις σκέψεις δε αυτές, δέχθηκε την έφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα, δέχθηκε την ανακοπή και απήγγειλε την ακυρότητα του πλειστηριασμού. Κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο τούτο γνώμη, έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή το άρθρο 999 ΚΠολΔ και υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης της ακυρότητας του πλειστηριασμού των ακινήτων και γι' αυτό ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται πράγματι οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 14 ΚΠολΔ αιτιάσεις είναι βάσιμος.

Κατά τη γνώμη δύο μελών του Δικαστηρίου και δη του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα και της Αρεοπαγίτου Ρένας Ασημακοπούλου, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι σύμφωνα με το άρθρο 25 της διεθνούς αυτής Συμβάσεως "η σύμβαση αυτή δεν παρεκκλίνει από τις συμβάσεις των οποίων τα συμβαλλόμενα μέρη είναι ή θα είναι μέρη και που περιέχουν διατάξεις πάνω σε θέματα που ρυθμίζονται από τη σύμβαση αυτή".

Δηλαδή, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, σε θέματα ρυθμιζόμενα, τόσο από την προαναφερθείσα σύμβαση της Χάγης, όσο και από άλλες διεθνείς συμβάσεις, επικρατεί η ρύθμιση των τελευταίων αυτών συμβάσεων ως προς τα μέρη που είναι συμβαλλόμενα και στις συμβάσεις αυτές και στη σύμβαση της Χάγης (ΑΠ 298/1997). Εξάλλου από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1 εδαφ.

α και γ'και 3 της διμερούς μεταξύ Ελλάδος και Ελβετίας συμβάσεως περί διακανονισμού της αμοιβαίας δικαστικής αρωγής επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, σαφώς προκύπτει ότι α) οι διατάξεις αυτές αφορούν την επίδοση όχι μόνο των εισαγωγικών της δίκης δικογράφων αλλά και κάθε άλλου εγγράφου για το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 134 παρ. 1 ΚΠολΔ ότι επιδίδεται στον Εισαγγελέα, β) η επίδοση πρέπει να αποδεικνύεται είτε με απόδειξη παραλαβής χρονολογούμενη και υπογραφόμενη από τον παραλήπτη, είτε με βεβαίωση της αρχής του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση στην οποία θα βεβαιώνεται το γεγονός της επιδόσεως και ο τόπος και χρόνος αυτής, και γ) με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται η αρχή της πραγματικής περιελεύσεως του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη, η οποία αποδεικνύεται κατά τον μνημονευθέντα τρόπο και επομένως κάθε άλλη αντίθετη ρύθμιση δεν ισχύει (ΑΠ 827/2003, ΑΠ 1015/2002, ΑΠ 298/1997).

Έτσι το άρθρο 134 ΚΠολΔ εκτοπίζεται από τις ρυθμίσεις της ανωτέρω διμερούς μεταξύ Ελλάδος και Ελβετίας συμβάσεως, με συνέπεια η επίδοση εγγράφου, αφορώντος αστική ή εμπορική υπόθεση, σε πρόσωπο που διαμένει ή έχει την έδρα του στην Ελβετία, να μην συντελείται με μόνη την κατά τα άρθρα 134 και 136 παρ. 1 ΚΠολΔ επίδοση στον αρμόδιο Εισαγγελέα αλλά να απαιτείται προς τούτο πραγματική επίδοση του εγγράφου στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται.

Δηλαδή, για το υποστατό της επίδοσης απαιτείται πραγματική περιέλευση του εγγράφου στον παραλήπτη. Τούτο δε, όχι μόνο δεν είναι αντίθετο αλλά συμπορεύεται και προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του όπως ο νόμος ορίζει".

Και ναι μεν το εν λόγω δικαίωμα δεν είναι απόλυτο και υπόκειται σε περιορισμούς, πλην όμως οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν α)να εμποδίζουν την ανοικτή πρόσβαση σε ένα άτομο κατά τρόπο ή σε βαθμό, ώστε το δικαίωμα του αυτό να θίγεται στην ίδια την ουσία του και β)να περιστείλουν την προσφυγή στα δικαστήρια σε τέτοιο βαθμό ώστε το δικαίωμα αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα.

Τέλος από το άρθρο 999 παρ. 3 εδαφ. α'και 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επίδοση στον οφειλέτη της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης μέσα σε 20 ημέρες από την κατάσχεση, περιλαμβάνεται μεταξύ των διατυπώσεων που ορίζονται στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 999 ΚΠολΔ, την τήρηση των οποίων ο νόμος επιβάλλει με ποινή ακυρότητας του πλειστηριασμού, ανεξάρτητα από την επέλευση ή όχι βλάβης του καθ' ου η εκτέλεση, γιατί την παράλειψη τους θεωρεί ο νόμος ως βασικό και ουσιώδες ελάττωμα της διεξαγωγής του πλειστηριασμού, που συνδέεται με την υπόστασή του (ΑΠ 2068/1984, ΑΠ 1072/1993).

Συνεπώς, η παράλειψη της διατύπωσης αυτής, δηλαδή της επίδοσης στον οφειλέτη της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, συνεπάγεται την ακυρότητα του πλειστηριασμού που επακολουθεί και χωρίς τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, αφού η τήρηση της διατάξεως, που επιβάλλει την επίδοση αυτή, απαιτείται ρητά από το νόμο με τη ποινή της ακυρότητας (άρθρο 159 αριθ. 1 ΚΠολΔ). Με βάση τα προεκτεθέντα, αφού η απόφαση επί των προβαλλομένων με τον ως άνω δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 14 ΚΠολΔ αιτιάσεων, λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, το δικαστήριο αυτό είναι υποχρεωμένο να παραπέμψει την εκδίκαση της υπόθεσης στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (άρθρο 563 παρ. 2 εδαφ.β ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει την εκδίκαση του κατά το σκεπτικό λόγου της από 15 Μαρτίου 2006 αιτήσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΣΣΙΡΜΑ ΕΛΛΑΣ Ανώνυμη Τουριστική, Τεχνική Ναυτιλιακή Εταιρεία" κατά της υπ' αριθμ. 662/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ