Legislator Case Law & Legislation
1689/2007 AI generated

1689/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1689/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/12/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 449/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 314/2002 του Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 4687/2005 απόφαση του ίδιου Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10/1/2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 4/5/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αίτησης για αναίρεση της 314/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών όπως διορθώθηκε με την 4687/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1689/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρο 9 και 16 παρ. 3 του Ν.1876/1990), όχι μόνο την έκταση αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1689 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1689/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΙΔΟΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στη Ραφήνα Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χατζηκοκολάκη. Της αναιρεσίβλητης: .............., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, ο οποίος ανακάλεσε την από 23/5/2007 δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/12/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 449/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 314/2002 του Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 4687/2005 απόφαση του ίδιου Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10/1/2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 4/5/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αίτησης για αναίρεση της 314/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών όπως διορθώθηκε με την 4687/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρ. 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό μεν από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά το κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεώτερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.

Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρο 9 και 16 παρ. 3 του Ν.1876/1990), όχι μόνο την έκταση αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.

Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα από νεώτερες Σ.Σ.Ε ή Δ.Α.

Περαιτέρω, το νομοθετικό καθεστώς της 42/1981 απόφασης Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κ.λ.π. ιδρυμάτων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α.", η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις Υ.Α. 16170/1981 και 18749/1981 αντίστοιχα, μεταβλήθηκε με την από 22.12.1988 Ε.Σ.Σ.Ε.

η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική (Υ.Α. 17853/89) για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1.7.1988, σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτής. Με τη Ε.Σ.Σ.Ε. αυτή επεκτάθηκαν στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του Ν.Δ. 2593/1953, που είναι μέλη των σωματείων των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ, στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 όπως τροποποιήθηκε με το Ν.1810/1988.

Με το άρθρο 9 της παραπάνω Ε.Σ.Σ.Ε. ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ.ΑΠ 10/2002, 3/2003).

Εξάλλου από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του Κ.Πολ.Δικ. και εκείνων των άρθρων 106, 216 παρ. 1 και 559 αριθ. 9 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταταχθεί σε δίκη μέρος μόνο μιας απαιτήσεως, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασμένο (υπό τη θετική και αρνητική λειτουργία του) γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν είχε προβληθεί και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού.

Στην περίπτωση αυτή ο δικαιούχος μπορεί με μεταγενέστερη αγωγή να ζητήσει το υπόλοιπο της ίδιας απαίτησης χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο. Αν όμως με την προγενέστερη αγωγή η απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον και η απόφαση που εκδόθηκε έκρινε για το όλον της απαιτήσεως, τότε αποκλείεται με νέα αγωγή να ζητηθεί και άλλο μέρος της ίδιας απαίτησης, αφού κρίθηκε ότι η απαίτηση ήταν αυτή που επιδικάσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/2003).

Εν προκειμένω από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη, απασχολούμενη κατά το ένδικο διάστημα από 1-1-1996 μέχρι 3-6-1998 στο αναιρεσείον νοσοκομείο με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ένδικη αγωγή ζήτησε διαφορές αποδοχών για το από 1-1-1996 έως 3-6-1998 χρονικό διάστημα λόγω μη υπολογισμού του ημερομισθίου της και συνακόλουθα και της αμοιβής της για εργασία επί 8ώρο ημερησίως και μη χορηγήσεως της αμοιβής των δύο ωρών εργασίας του άρθρου 2 παρ.3 Ν.201/1975, με βάση τις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό από 2-4-1996 και 18-5-1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε..

Προηγουμένως η αναιρεσίβλητη είχε ασκήσει κατά του αναιρεσείοντος τις από 9-12-1989, 30-5-1994 και 26-9-1996 αγωγές της, επί των οποίων εκδόθηκαν οι 2592/1990, 1144/1995 και 1713/1997 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από τις οποίες η δεύτερη επικυρώθηκε με την 7456/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ενώ η πρώτη και τρίτη εξαφανίστηκαν με τις 8309/1992 και 1720/2001 αποφάσεις του ιδίου Εφετείου , κατά το μέρος που δέχθηκαν η πρώτη ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται και επιδόματα τριετιών και οικογενειακό, και η τρίτη ότι υπήρχε δεδικασμένο ως προς τον υπολογισμό του ημερομισθίου με βάση της 645 δραχμές.

Με τις ως άνω αποφάσεις έγινε δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται α) Τα 8/6 του κατωτάτου ημερομισθίου ασφαλείας κατά το άρθρο 28 παρ. 2 της Δ.Α. 42/1981 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς, β) Την πρόσθετη αμοιβή για δύο ώρες εργασίας ημερησίως, κατ' άρθρ. 2 παρ.3 ν.201/1975, γ) Τα επιδόματα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας και δ) Την προσαύξηση 15% ως καθαρίστρια νοσηλευτικού ιδρύματος, για τα επίδικα χρονικά διαστήματα από 1-1-1985 έως 31-5-1989, 1-6-1989 έως 30-6-1993 και από 1-7-1993 έως 31-12-1995.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε ότι από τις προαναφερόμενες αποφάσεις προκύπτει δεδικασμένο και για το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-6-1996 μέχρι 3-6-1998 και απέρριψε χωρίς ειδική αιτιολογία το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τους παραπάνω περί δεδικασμένο ορισμούς του νόμου, καθόσον το από τις μνημονευόμενες στην προσβαλλόμενη αποφάσεις παραγόμενο δεδικασμένο περιορίζεται στα κριθέντα ζητήματα για τις περιόδους στις οποίες οι αποφάσεις αυτές αναφέρονται και δεν εκτείνεται αυτό σε γεννώμενες αξιώσεις μετά τις περιόδους εκείνες, αφού οι νέες ένδικες αξιώσεις θεμελιώνονται σε νέες διατάξεις, δηλαδή σε εκείνες των από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, τις οποίες επικαλείται η αναιρεσίβλητη στην αγωγή της και οι οποίες μετέβαλαν το νομοθετικό καθεστώς που διέπει την ένδικη σύμβαση εργασίας.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ που παραδεκτά προτείνεται με το αναιρετήριο με λόγο εφέσεως στο δικαστήριο της ουσίας και γίνεται επίκληση της προβολής αυτής, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 314/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 468/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που ορίζεται στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ