1689/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/9/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 783/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7252/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/3/2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 2/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι δύο. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1689/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η σύμβαση εργασίας διαφέρει από τη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ως προς το κύριο στοιχείο της νομικής και προσωπικής εξάρτησης, το οποίο δεν υπάρχει στη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ενώ από τη σύμβαση έργου διαφέρει, γιατί σ' αυτή (σύμβαση έργου) τα μέρη αποβλέπουν στην επίτευξη συγκεκριμένου τελικού αποτελέσματος, ενώ στη σύμβαση εργασίας αποβλέπουν στην εργασία του μισθωτού καθ' εαυτή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1689 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1689/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Κων/νο Ρήγο.
Της αναιρεσίβλητης:Τραπεζικής Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαραντόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/9/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 783/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7252/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/3/2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 2/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι δύο. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος)δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.
Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης"(άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.). Ως "αιτιολογίες" όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει(άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν περιέχει μείζονα πρόταση, στην οποία να διαλαμβάνονται οι κανόνες δικαίου που εφαρμόστηκαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν εμπίπτει στον πιο πάνω ή σε άλλο αναιρετικό λόγο.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 και 681 ΑΚ και 6 του Ν. 765/43, που κυρώθηκε με την 324/46 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και ο εργοδότης καθορίζει κατά τρόπο δεσμευτικό, σύμφωνα με τους συμβατικούς ή νόμιμους όρους, τον τόπο, τρόπο και χρόνο της εργασίας που θα παρέχει ο μισθωτός, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί τις οδηγίες του εργοδότη.
Η σύμβαση εργασίας διαφέρει από τη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ως προς το κύριο στοιχείο της νομικής και προσωπικής εξάρτησης, το οποίο δεν υπάρχει στη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ενώ από τη σύμβαση έργου διαφέρει, γιατί σ' αυτή (σύμβαση έργου) τα μέρη αποβλέπουν στην επίτευξη συγκεκριμένου τελικού αποτελέσματος, ενώ στη σύμβαση εργασίας αποβλέπουν στην εργασία του μισθωτού καθ' εαυτή.
Εξάλλου, από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Περαιτέρω, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Σε εκτέλεση της 2375/16-6-1994 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, αυτή συνήψε με τον αναιρεσείοντα την από 16-6-1994 σύμβαση, με την οποία προέβη στο διορισμό του αναιρεσείοντος στη θέση του Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή, για το χρονικό διάστημα από 22-6-1994 μέχρι 22-6-1996, με καθήκοντα και αρμοδιότητες εκείνες που προβλέπονται από το καταστατικό της αναιρεσίβλητης, το οργανόγραμμά της, δηλαδή την κάλυψη της θέσης Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή Υποστήριξης και Εκσυγχρονισμού και αυτά που θα ανατεθούν με απόφαση του ΔΣ και του Προέδρου.
Ειδικότερα τα καθήκοντα αυτά ήταν: 1) Να εισηγείται εγγράφως στο Διοικητικό Συμβούλιο για οποιοδήποτε θέμα από εκείνα που περιλαμβάνονται στο αντικείμενο της διεύθυνσης διαχείρισης περιουσίας και προμηθειών και της διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και το οποίο δεν θα υπάγεται στην αρμοδιότητα της Επιτροπής Δαπανών και Αξιοποίησης Περιουσίας. 2) Να εκδίδει εγκυκλίους προς το προσωπικό της Τράπεζας, για θέματα των παραπάνω διευθύνσεων που υπάγονται στην αρμοδιότητά του. 3) Να συντονίζει τις αρμόδιες υπηρεσίες των Διευθύνσεων Τεχνικών Υπηρεσιών, Διαχείριση Περιουσίας και Προμηθειών και Εργασιών και Δικτύου για την απρόσκοπτη λειτουργία του κατασκευαστικού έργου της Τράπεζας.
Και 4) Να εγκρίνει προσωρινές προκαταβολές στους προμηθευτές μέχρι ποσού δραχμών 2000000 μετά από εισήγηση της αρμόδιας Διεύθυνσης. Έναντι των άνω υπηρεσιών του καθορίστηκαν και οι μηνιαίες ακαθάριστες απολαβές του και επί πλέον τα έξοδα παράστασης και κίνησης κάθε μηνός σε ετήσια βάση. Η ως άνω σύμβαση λειτούργησε μέχρι τη λήξη της και εν συνεχεία οι συμβαλλόμενοι προέβησαν σε ανανέωσή της για ένα έτος, ήτοι μέχρι 22-6-1997.
Από 23-6-1997 μέχρι 31-8-1997 ο αναιρεσείων προσέφερε τις υπηρεσίες του χωρίς σύμβαση, ενώ από 1-9-1997 εκτελούσε τα ίδια ως άνω καθήκοντα μετά τη σύναψη νέας σύμβασης που λειτούργησε μέχρι και 31-12-2000. Κατά τη συνεδρίαση της 21-12-2000 το ΔΣ της αναιρεσίβλητης αποφάσισε (2591/2000 απόφαση) τη μη ανανέωση της θητείας του αναιρεσείοντος ως αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή μετά την 31-12-2000 και τη συνέχιση της προσφοράς των υπηρεσιών από τη θέση του Συμβούλου της Διοίκησης για θέματα ακίνητης περιουσίας με τις ίδιες απολαβές που είχε μέχρι τότε.
Σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης, από 1-1-2001, ο αναιρεσείων προσέφερε τις υπηρεσίες του από τη νέα θέση του, αποδεχθείς έτσι σιωπηρά την πρόταση της αναιρεσίβλητης, ήτοι την ως άνω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της. Η απόφαση όμως αυτή ουδόλως αναφερόταν στο χρόνο διάρκειας της παροχής των υπηρεσιών του, ως προς το χρόνο δε αυτό δεν μπορούσε να δεσμευτεί, χωρίς απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, ο Πρόεδρός του και επομένως αυτός (ο Πρόεδρος του ΔΣ) δεν μπορούσε να συμφωνήσει προφορικά με τον αναιρεσείοντα ότι η θητεία του τελευταίου στη νέα του θέση θα διαρκέσει μέχρι 31-12-2002.
Πράγματι σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού της αναιρεσίβλητης, του οποίου είχε λάβει γνώση ο αναιρεσείων και ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 25 αρ.8 "το διοικητικό συμβούλιο με απόφασή του μπορεί να προσλαμβάνει ειδικούς συμβούλους με σύμβαση εργασίας ή έργου, με παράλληλο καθορισμό της αντιμισθίας ή του εργολαβικού ανταλλάγματος...".
Έτσι, εφόσον δεν συνεδρίασε το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης για να λάβει απόφαση για το χρόνο διάρκειας της θητείας του αναιρεσείοντος ως ειδικού συμβούλου, ο χρόνος αυτός θεωρείται αόριστης διάρκειας. Κατά την άσκηση των παραπάνω καθηκόντων του ο αναιρεσείων δεν υπέκειτο στον έλεγχο της αναιρεσίβλητης.
Έτσι δεν μπορεί να θεωρηθεί υπάλληλος αυτής, υπαγόμενος στον Οργανισμό του Προσωπικού της, στον οποίο Οργανισμό υπάγεται το συνδεόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας προσωπικό. Ο αναιρεσείων ως εκ της φύσεως των αρμοδιοτήτων του ήταν επιτελικό όργανο της αναιρεσίβλητης, υπόλογο έναντι του ΔΣ και της ΓΣ για την πορεία του νομικού προσώπου, γι' αυτό για τη λειτουργία της σύμβασής του έπρεπε να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης των ως άνω οργάνων.
Στις 28-6-2001 συνήλθε το ΔΣ της αναιρεσίβλητης και έλαβε την απόφαση να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης του αναιρεσείοντος, διότι όπως αναφέρεται στην απόφαση (2603/2001), η ανταπόκριση του αναιρεσείοντος στα καθήκοντά του δεν ήταν η αναμενόμενη και γιατί κλονίστηκε η εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του, όταν έγινε γνωστό ότι από το έτος 1999, ο αναιρεσείων είχε ιδρύσει εταιρία με αντικείμενο ανταγωνιστικό των συμφερόντων της αναιρεσίβλητης, ήτοι την εταιρεία.....
στην οποία συμμετείχε κατά ποσοστό 80% και της οποίας την ίδρυση απέκρυψε, έχοντας έτσι εξωτραπεζική εταιρική δραστηριότητα σε τομέα που άπτεται χρηματιστηριακών κινήσεων, στον οποίο δραστηριοποιείται η αναιρεσίβλητη, εκμεταλλευόμενος μάλιστα και το όνομα της τελευταίας, κυκλοφορούσε κάρτες της εταιρείας του, αναγράφοντας σ' αυτές το όνομά του και την ιδιότητά του ως αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή της Τράπεζας.
Στις 29-6-2001, η αναιρεσίβλητη κοινοποίησε στον αναιρεσείοντα την υπό ίδια ημερομηνία καταγγελία της σύμβασής του. Η καταγγελία αυτή, μετά τις παραπάνω διαπιστώσεις του ΔΣ της αναιρεσίβλητης, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική και να αποδοθεί σε λόγους εκδίκησης στο πρόσωπό του, επειδή διαφωνούσε σε υπηρεσιακά θέματα με το διευθυντή νομικών υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης .....
Τη λύση της συμβάσεώς του με την αναιρεσίβλητη την αποδέχθηκε και ο ίδιος, διότι θεωρούσε αδύνατη τη συνεργασία του με την Τράπεζα. Επομένως η καταγγελία της ένδικης σύμβασης δεν είναι άκυρη, αλλά έγκυρη και το αίτημα της αγωγής για πληρωμή μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε ότι το δώρο Πάσχα του αναιρεσείοντος για το έτος 2001 πρέπει να υπολογισθεί με βάση τις αποδοχές του ειδικού συμβούλου. Όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, αυτό δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων συνδεόταν με την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ότι υπαγόταν στις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας ως προς την καταγγελία της αορίστου χρόνου πιο πάνω συμβάσεως εργασίας, ότι η σύμβαση αυτή καταγγέλθηκε εγκύρως από την αναιρεσίβλητη και ότι ο αναιρεσείων λόγω της εγκυρότητας της καταγγελίας αυτής δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας.
Δέχθηκε δηλαδή η προσβαλλόμενη, όπως άλλωστε και δια του αναιρετηρίου υποστηρίζεται, ιδίως με τις παραδοχές και την κρίση της, κατά τους κανόνες του εργατικού δικαίου, της μη καταχρηστικότητας της γενομένης από την αναιρεσίβλητη καταγγελίας της συνδέουσας τους διαδίκους συμβάσεως, της επιδικάσεως στον αναιρεσείοντα των μη καταβληθέντων μισθών, κατά αναφερόμενο σε αυτή χρονικό διάστημα και της απορρίψεως, ως αβασίμου κατ' ουσίαν, του αιτήματος περί επιδικάσεως στον αναιρεσείοντα διαφοράς του δώρου του Πάσχα του έτους 2001, ως εκ του ότι τούτο ορθώς υπολογίσθηκε και καταβλήθηκε σε αυτόν, την ύπαρξη μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, επί της οποίας στήριξε, κατά το αναιρετήριο, αλλά και ως εκ της αγωγής του προκύπτει, τις ένδικες αξιώσεις του ο αναιρεσείων.
Με τον τρίτο της αναιρέσεως λόγο, υπό την επίκληση πλημμέλειας εκ των αρ.1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 651, 652 και 653 ΑΚ και του ν. 2112/1920, δι' αντιφασκουσών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και δη λόγω αντιφάσεως της αιτιολογίας αυτής περί υπάρξεως μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, οποία και κατά τον λόγο αυτόν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη και της ετέρας ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν υπάλληλος της αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι, αυτή δεν δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν εν γένει υπάλληλος της αναιρεσίβλητης, αλλά, ως εκ της εκτεθείσης ιδιότητάς του, δεν ήταν τοιούτος εκ των υπαγομένων στον Οργανισμό Προσωπικού της αντιδίκου του.
Πέραν όμως τούτων προβάλλεται και άνευ εννόμου συμφέροντος, αφού η προσβαλλομένη δέχθηκε οπωσδήποτε και έκρινε τις ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος με βάση υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, οποίαν και προέβαλε ο αναιρεσείων, ως συνδέουσα αυτόν μετά της αντιδίκου του και εστήριξε τις ένδικες αξιώσεις του.
Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1, 11 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα, που προσκόμισε με επίκληση ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα την, από 24-5-2001, επιστολή του αναιρεσείοντος στον Πρόεδρο της αναιρεσίβλητης , την, από 30-3-2001, βεβαίωση διακοπής στη ΔΟΥ .....
και την, από 3-4-2001 βεβαίωση διακοπής Εργασιών, με τα οποία αποδεικνύεται ότι δεν συστήθηκε νόμιμα από τον αναιρεσείοντα εταιρία ανταγωνιστική της αναιρεσίβλητης καθώς επίσης προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων του ν. 2190/1920 σχετικά με τη νόμιμη σύσταση ανώνυμης εταιρείας, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής, γιατί το ως εκ περισσού γενόμενο ως άνω δεκτό περί της αιτίας η οποία οδήγησε την αναιρεσίβλητη στην καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως και δη η σύσταση εκ μέρους του αναιρεσείοντος εταιρείας ανταγωνιστικής των συμφερόντων της δεν ασκεί έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού αρκεί για την στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης η κρίση της περί του ότι δεν υπήρξε καταχρηστική η αναιτιώδης καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως και δη από τον επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα λόγο, δηλαδή εξ εκδικήσεως, λόγω της διαφωνίας του με άλλα στελέχη της αντιδίκου.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ΄ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, για την οποία το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής του, ζήτησε ανάμεσα στα άλλα να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει σ' αυτόν 3600000 δραχμές, ως αποζημίωση για τη μη λήψη της κανονικής του αδείας, για το χρονικό διάστημα από 22-6-1994 μέχρι 31-12-2000. Το Εφετείο δεν έχει αποφανθεί για το αίτημα αυτό του αναιρεσείοντος. Επομένως, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα, νομική και ουσιαστική, του πιο πάνω αιτήματος, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 9 περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τη διάταξη αυτή, με τον οποίο προβάλλεται η πιο πάνω πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το παραπάνω κεφάλαιο (της αποζημίωσης για μη λήψη κανονικής αδείας), να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7252/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο (αποζημίωση για μη λήψη αδείας).
Παραπέμπει τη υπόθεση κατά το παραπάνω κεφάλαιο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ