Legislator Case Law & Legislation
1688/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to contradictory reasoning regarding standing in labor dispute.

Case Number 1688/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant bank's appeal against a first-instance judgment in a labor dispute. The court found the additional arguments inadmissible because they contradicted the main appeal request regarding the appellant's standing as a successor to the deceased debtor. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal request containing contradictory arguments regarding the appellant's standing is inadmissible and must be rejected.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal contradictory reasoning labor dispute standing of successor Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 569 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 70 of the Code of Civil Procedure
Article 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1688 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1688/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα .

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ο. Τ., χήρας Η. Τ., κατοίκου ..., 2)Α. Τ. του Η., κατοίκου ..., 3)Π. Τ. του Η., κατοίκου ..., και 4)Ζ. Τ. του Η., κατοίκου .... Οι 1η, 2η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ζωή Τσουκαλά και η 4η παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2746/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4762/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 15/12/2017 αίτησή της και τους από 3/4/2018 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αυτοπροσώπως παρασταθείσα 4η αναιρεσίβλητη ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την υπό κρίση από 15ης Δεκεμβρίου 2017 αίτηση και το από 3ης Απριλίου 2018 δικόγραφο προσθέτων λόγων διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 4762/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά της τραπεζικής εταιρίας υπό την επωνυμία "...." την από 1ης Σεπτεμβρίου 2013 αγωγή, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμόν 4762/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της εν λόγω αποφάσεως η αναιρεσείουσα ως οιονεί καθολική διάδοχος της εναγομένης τραπεζικής εταιρίας άσκησε την από 27ης Ιανουαρίου 2016 έφεση, απορριφθείσα κατ' ουσίαν με την προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά της οποίας η αναιρεσείουσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και τους προσθέτους λόγους. Η εν λόγω αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι έχουν ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564, 566 και 569 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθούν οι λόγοι αναιρέσεως ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο αυτών.

Επειδή, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία δικαιούται να ζητήσει ο έχων άμεσο έννομο συμφέρον, κατά δε την διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, ο έχων έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί δικαστικώς η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη εννόμου σχέσεως δύναται να εγείρει σχετικώς αγωγή. Υφίσταται δε έννομο συμφέρον κατά την έννοια των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων και εάν από την συμπεριφορά του εναγομένου ή τρίτου δημιουργείται αντικειμενικώς ως προς την ύπαρξη ή μη ύπαρξη ωρισμένης εννόμου σχέσεως αβεβαιότης βλάπτουσα τα συμφέροντα του ενάγοντος, προς αποτροπή της οποίας πρόσφορο μέσον αποτελεί η έκδοση αναγνωριστικής αποφάσεως.

Τόσον το έννομο συμφέρον όσον και η νομιμοποίηση των διαδίκων ως εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης ως προς συγκεκριμένη έννομη σχέση αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις της παροχής δικαστικής προστασίας και επομένως η κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή μη των εν λόγω προϋποθέσεων ελέγχεται αναιρετικώς μέσω των λόγων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τους οποίους αναίρεση επιτρέπεται, κατά τον πρώτο, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, κατά δε τον δεύτερο, εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, και όχι μέσω του λόγου του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ο οποίος αφορά ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαίωμα και απαράδεκτα του δικονομικού δικαίου και, αναφορικώς προς την νομιμοποίηση, τυγχάνει εφαρμογής, εάν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία τα οποία συμφώνως προς τον νόμο δικαιολογούν την άσκηση της αγωγής κατά του εναγομένου, οπότε κατ' άρθρα 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Εξ άλλου, εάν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται επί περισσοτέρων ισοδυνάμων επαλλήλων αιτιολογιών, οι οποίες όμως δεν πλήττονται όλες με ειδικό λόγο αναιρέσεως, η αναίρεση είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, αφού, και εάν γίνουν δεκτοί οι ασκηθέντες λόγοι αναιρέσεως, το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν θα θιγεί, αφού θα στηρίζεται αυτοτελώς επί εκάστης των λοιπών, μη προσβληθεισών, αιτιολογιών.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Ο Η. Τ. του Π. (...) απεβίωσε στις 14-06-2012, καταλείποντας κατά το χρόνο θανάτου του μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς του και μοναδικούς κληρονόμους του την πρώτη ενάγουσα σύζυγό του και τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των εναγόντων, που είναι τέκνα του.

Ο ανωτέρω Η. Τ. (...) είχε προσληφθεί στις 04-03-1972 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου δικαίου, ως υπάλληλος του κλάδου Δ.Ε., από την αποκεντρωμένη δημόσια τότε υπηρεσία του ..., το οποίο (...) μετατράπηκε σε ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία" (...). Ο (...) Η. Τ. μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Τ.Ε.", με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (...). Στις 31-12-2006 (...) απολύθηκε αυτοδικαίως από την υπηρεσία του, επειδή συμπλήρωσε 35 χρόνια πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας και το 60ό έτος της ηλικίας του και κατόπιν αυτού συνταξιοδοτήθηκε (...). Περαιτέρω, ο Η. Τ., ως εκ της ανωτέρω υπαλληλικής του ιδιότητας και της εργασιακής του σχέσης με το "...", ήταν δικαιούχος του "…." και έχοντας υπαχθεί στο πρόγραμμα αυτό, είχε συνάψει με το ...

δανειακές συμβάσεις στεγαστικών δανείων, που ήταν ενταγμένα όλα στο πρόγραμμα "….". (...) Μέχρι και το χρόνο του θανάτου του (14-06-2012), ο Η. Τ. κατέβαλλε συνεχώς, ανελλιπώς και πλήρως τις οφειλόμενες από αυτόν δόσεις των ανωτέρω δανείων του και έτσι μέχρι και τον Ιούνιο του 2006 όλες οι οφειλόμενες έως τότε δόσεις των δανείων αυτών είχαν αποπληρωθεί.

Μετά όμως το θάνατό του παρέμειναν τα άληκτα και ανεξόφλητα ποσά των ανωτέρω δανείων, συνολικού ύψους 117.855,11 ευρώ (...). Περαιτέρω, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της υπηρεσίας του στην αποκεντρωμένη δημόσια υπηρεσία του ... και ακολούθως στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία "... Α.Τ.Ε.", ήταν μέλος της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων ...".

Στις 14-07-2005 υπογράφηκε μεταξύ της άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας "... Α.Τ.Ε." και του προαναφερομένου "Συλλόγου Εργαζομένων ..." το με ίδια ημεροχρονολογία (14-07-2005) "Πρακτικό Συμφωνίας" στο άρθρο 3 του οποίου ρητά συμφωνήθηκε ότι: "Το ... αναλαμβάνει από 1-1-2006 και μέχρι την εξόφληση όλων των δόσεων, την ασφαλιστική κάλυψη των στεγαστικών δανείων που έχουν ληφθεί από το προσωπικό του και είναι δικαιούχοι του ….

για την περίπτωση θανάτου ή ανικανότητας του δικαιούχου υπαλλήλου και εφόσον αυτός συνταξιοδοτηθεί ως υπάλληλος του .... Μέχρι τότε θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η μελέτη για το κόστος της ασφαλιστικής κάλυψης αυτής". Επειδή όμως δεν κατέστη δυνατόν η διοίκηση του ... να ολοκληρώσει εγκαίρως τη διαδικασία για την ασφάλιση των δανείων και συνακόλουθα να υλοποιήσει την ανωτέρω ρητή συμβατική της δέσμευση για την ασφαλιστική κάλυψη των στεγαστικών δανείων των υπαλλήλων του και δικαιούχων του …., επήλθε νέα συμφωνία περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 2005 μεταξύ των δύο μερών (...), με την οποία συμφωνία το ...

ανέλαβε την υποχρέωση και δεσμεύτηκε μέχρι την υλοποίηση της υποχρέωσής του για την ασφάλιση των δανείων, να αναλάβει το ίδιο την κάλυψη των στεγαστικών δανείων με άφεση του χρέους των άληκτων και ανεξόφλητων ποσών των εν λόγω στεγαστικών δανείων, των κατά την 01-01-2006 υπαλλήλων του, που ήταν δικαιούχοι του …., στην περίπτωση θανάτου ή ανικανότητάς τους για εργασία, τόσο των εν ενεργεία υπάλληλων του, όσο και αυτών που θα αποχωρούσαν λόγω συνταξιοδότησης. (...) Τις προϋποθέσεις εφαρμογής της ανωτέρω έγκυρης και ισχυρής συμφωνίας πληρούσε και ο σύζυγος και πατέρας των εναγόντων (...), με συνέπεια κατά το θάνατό του στις 14-06-2012, οπότε πληρώθηκε η σχετική αναβλητική αίρεση, να επέλθει άφεση και απόσβεση των άληκτων και ανεξόφλητων χρεών του από τις προαναφερόμενες δανειακές συμβάσεις (...) μη υφισταμένης έκτοτε της ως άνω οφειλής του, συνολικού ποσού 117.845,11 ευρώ, η οποία συνακόλουθα δεν βαρύνει τους ενάγοντες - κληρονόμους του, και την οποία (οφειλή) ως αποσβεσθείσα ήδη κατά το χρόνο θανάτου του ανωτέρω συζύγου και πατέρα των εναγόντων δεν μπορεί να αναζητήσει και να αξιώσει, η μετέπειτα συσταθείσα (18-01-2013) αρχική εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "Νέο ...

Ελλάδος Α.Τ.Ε.", στην οποία μεταβιβάστηκαν οι έννομες σχέσεις της "..." που πηγάζουν ή σχετίζονται με τις δανειακές συμβάσεις, υπαχθείσες στο πρόγραμμα "…", (...) ούτε και η εκκαλούσα και μετέπειτα καθολική διάδοχος αυτής, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα ...". (...) Στην εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Νέο ...

Ελλάδος Α.Τ.Ε." μεταβιβάστηκαν οι έννομες σχέσεις της "..." που πηγάζουν ή σχετίζονται με δανειακές ή άλλου είδους πιστοδοτικές συμβάσεις υπαχθείσες στο πρόγραμμα "….", που έχει καταρτίσει η "...", ενώ αντίθετα δεν μεταβιβάστηκαν οι έννομες σχέσεις της "..." με τρίτους που πηγάζουν ή σχετίζονται με συμβάσεις εργασίας που έχει καταρτίσει η "...".

Επομένως, εφόσον οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων, σύμφωνα με όλα τα προεκτιθέμενα, πηγάζουν και σχετίζονται με τις προαναφερόμενες δανειακές συμβάσεις του συζύγου και πατέρα τους, οι οποίες υπάγονταν στο πρόγραμμα "…", για τις οποίες η εναγομένη - εκκαλούσα αξιώνει (αβάσιμα σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα) την αποπληρωμή τους, η τελευταία νομιμοποιείται παθητικά στην παρούσα δίκη.

Ειδικότερα, με την ένδικη αγωγή των εναγόντων δεν άγεται προς κρίση καθεαυτή η σύμβαση εργασίας και οι με στενή έννοια εργασιακές αξιώσεις του άνω συζύγου και πατέρα τους Η. Τ., αλλά οι με αφορμή τη σύμβαση αυτή και την άνω υπαλληλική ιδιότητα και σχέση του Η. Τ., καταρτισθείσες ανωτέρω δανειακές συμβάσεις, που υπάγονται, όπως δεν αμφισβητεί η εναγομένη - εκκαλούσα, στο πρόγραμμα "…", οπότε σύμφωνα και με τις αμέσως προαναφερόμενες διατάξεις, νομιμοποιείται παθητικά η εναγομένη - εκκαλούσα στην παρούσα δίκη.

Εξάλλου, τα αναφερόμενα από την εκκαλούσα στο δικόγραφο της υπό κρίση έφεσής της ότι "έχει υπεισέλθει ως καθολική διάδοχος του πιστωτικού ιδρύματος "... Ελλάδος Α.Τ.Ε." στις αξιώσεις από τις δανειακές συμβάσεις του Η. Τ.", στις οποίες ακριβώς αφορά η παρούσα δίκη, σαφώς εμπεριέχει παραδοχή και αποδοχή της παθητικής της νομιμοποίησης στη δίκη αυτή και ως εκ τούτου αναιρείται από την ίδια ο ανωτέρω ισχυρισμός της περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης".

Βάσει των παραδοχών αυτών το Μονομελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε την ένσταση, την οποία είχε προβάλει πρωτοδίκως και δια λόγου εφέσεως είχε επαναφέρει ενώπιον του Εφετείου η αναιρεσείουσα, ότι δεν ενομιμοποιείτο παθητικώς ως εναγομένη στην αγωγή των αναιρεσιβλήτων διώκουσα να αναγνωρισθεί ότι είχε αποσβεσθεί το χρέος από τις δανειακές συμβάσεις, τις οποίες είχε συνάψει ο δικαιοπάροχος αυτών Η.

Τ. ως δικαιούχος του "…". Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της υπό κρίση αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.14 ΚπολΔ, αιτιάται το Εφετείο ως προς την μη απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς της ισχυριζόμενη "α) ότι οι συμβάσεις εργασίας δεν μεταβιβάσθηκαν στο "Νέο ...

ΑΤΕ", αλλ' ούτε και οι αξιώσεις του προσωπικού του από την εργασιακή σχέση που είχαν με το "... Ελλάδος ΑΤΕ" (...), ότι οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας που ίσχυαν και δέσμευαν το "... Ελλάδος ΑΤΕ" δεν δεσμεύουν και δεν εφαρμόζονται στο "Νέο ... ΑΤΕ" και ότι επομένως η αγωγή έπρεπε να έχει απορριφθεί β)ότι "το γεγονός της μεταφοράς των επίδικων δανείων στην αναιρεσείουσα Τράπεζά δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή σε σχέση με την ερμηνεία και εφαρμογή της υπ'αρ.2124/β.95/18-1-2013 απόφασης Υπ.Οικονομικών (ΦΕΚ 74 Β'/2013 και στο παράρτημα 1) και ότι τα εν λόγω δάνεια ουδέποτε περιήλθαν στην αναιρεσείουσα Τράπεζά, δεδομένου ότι έχουν αποσβεστεί κατά το χρόνο του θανάτου (14.6.2012) του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, πριν δηλαδή τη σύσταση της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Τράπεζας ανώνυμης εταιρίας "Νέο ...

ΑΤΕ" (...), σε κάθε περίπτωση στο βαθμό που η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι το από 14-7-2005 "Πρακτικό Συμφωνίας", η συμπληρωματική του Δεκεμβρίου του 2005 συμφωνία, και ο όρος 9 εδάφια β και γ της από 17 Μαΐου 2007 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας δεσμεύουν τη ... ΑΕ, ως καθολική διάδοχο της ανώνυμης εταιρίας "Νέο ...

ΑΤΕ", και οτι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου της παραγράφου 2 εδάφ α) του Παραρτήματος 1 της υπ' αριθμ. 2124/β.95/18 Ιανουάριου 2013 απόφασης του Υπουργού των Οικονομικών, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό 74Β/2013 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, και συνακόλουθα συντρέχει λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά άρθρο 559 παρ. 1 του ΚΠολΔικ, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών σε θέμα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε ότι αφορά δηλαδή το ζήτημα ποιος είναι ο υπόχρεος της άφεσης και της απόσβεσης των άληκτων και ανεξόφλητων ποσών δανείων της ανώνυμης εταιρίας "...

ΑΤΕ". Πιο συγκεκριμένα, ενώ κατά την αναιρεσιβαλλομένη, την ως άνω αξίωση για την άφεση χρέους των δανείων τους, οι εργαζόμενοι ή τρίτοι δικαιούχοι, σε περίπτωση θανάτου αυτών, την είχαν κατά του εργοδότη, η συγκεκριμένη αγωγή των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, συζύγου και τέκνων του Η. Τ., σύμφωνα με την ίδια απόφαση, στρέφεται κατά της Τράπεζας ως πιστώτριας και όχι κατά της εργοδότριας ανώνυμης εταιρίας "...

ΑΤΕ υπό ειδική εκκαθάριση" αν και με την υπ' αριθμ. 2124/β.95/18 Ιανουάριου 2013 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών, οι δυο ως άνω ιδιότητες διαμοιράστηκαν, καθόσον η μεν πρώτη παρέμεινε στο τεθέν υπό εκκαθάριση "..." και μετονομασθέν "... ΑΤΕ υπό ειδική εκκαθάριση", ενώ η δεύτερη περιήλθε στην δικαιοπάροχό μας "Νέο ...

ΑΤΕ". Οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι και εκ του αριθμού 14, ως εσφαλμένως συμφώνως προς τα ανωτέρω επικαλείται η αναιρεσείουσα, είναι απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς, καθ' όσον, ενώ η διάταξη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως περί απορρίψεως της ενστάσεως της αναιρεσειούσης ως μη νομιμοποιουμένης παθητικώς στηρίζεται ισοδυνάμως επί των αιτιολογιών, αφ' ενός ότι στην αναιρεσείουσα ως καθολική διάδοχο της εταιρίας "Νέο ...

ΑΤΕ" έχουν περιέλθει οι έννομες σχέσεις της εταιρίας "..." οι πηγάζουσες από πιστοδοτικές συμβάσεις υπαχθείσες στο πρόγραμμα "….", στο οποίο υπήγοντο και οι δανειακές συμβάσεις του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, και αφ' ετέρου ότι η αναιρεσείουσα αξιώνει από αυτούς την αποπληρωμή των υπολειπομένων δόσεων των δανείων, η οποία αιτιολογία θεμελιώνει αυτοτελώς κατά τα ανωτέρω το έννομο συμφέρον των αναιρεσιβλήτων προς άσκηση της ως άνω αγωγής λόγω της προκαλουμένης αβεβαιότητος ως προς το ζήτημα της οφειλής ή μη του χρέους, εν τούτοις, δια των εν λόγω λόγων αναιρέσεως, όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα περικοπή του αναιρετηρίου, πλήττεται μόνον η πρώτη των προαναφερομένων αιτιολογιών και όχι και η αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα αξιώνει την αποπληρωμή των δανείων, παρ' ότι η εν λόγω αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς, ως προανεφέρθη, το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως προς την απόρριψη της ενστάσεως της αναιρεσειούσης περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως.

Συνεπώς, συμφώνως προς τα ανωτέρω, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν. Eπειδή, η προσήκουσα διαδικασία δεν συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και επομένως η εισαγωγή της αγωγής στο δικαστήριο της ουσίας προς εκδίκαση κατ' εσφαλμένη διαδικασία δεν καθιστά την αγωγή απαράδεκτη.

Συνεπώς ο τρίτος και τελευταίος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια του οποίου προσάπτεται η πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο το Μονομελές Εφετείο δεν εκήρυξε το απαράδεκτο της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, η οποία εισήχθη προς εκδίκαση κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, παρ' ότι ως μη έχουσα αντικείμενο εργατική διαφορά έπρεπε να εισαχθεί κατά την τακτική διαδικασία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή, ωρισμένο και ευσύνοπτο τους λόγους αναιρέσεως, ώστε να προκύπτουν σαφώς οι νομικές πλημμέλειες οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση, συνεπώς, λόγοι αναιρέσεως αντιφάσκοντες μεταξύ τους είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Εν προκειμένω, με τους προσθέτους λόγους προσάπτονται οι εξής πλημμέλειες: Mε τον πρώτο λόγο, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Μονομελές Εφετείο παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι, αν και εμμέσως εδέχθη ότι οι δηλώσεις των μερών σχετικώς με την επίμαχη συμφωνία εμφανίζουν κενά, δεν προσέφυγε στις εν λόγω διατάξεις προς πλήρωση των κενών, στις οποίες εάν προσέφευγε, θα εδέχετο ότι η απόσβεση του χρέους του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων δεν θα επήρχετο αυτοδικαίως αλλά μόνον κατόπιν σχετικής αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας "...", και ότι, αφού δεν ελήφθη σχετική απόφαση, δεν έχει αποσβεσθεί το εν λόγω χρέος.

Με τον δεύτερο λόγο, ωσαύτως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Μονομελές Εφετείο παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 202, 203, 317, 361, 411, 412, 413, 454 ΑΚ και της Υ.Α. 2124/Β.95/18-1-2013, τις οποίες, εάν ερμήνευε αληθώς και προέβαινε σε ορθή υπαγωγή των αντιστοίχων πραγματικών περιστατικών, θα κατέληγε στην αυτή ως άνω παραδοχή.

Με τον τρίτο δε και τελευταίο λόγο, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Μονομελές Εφετείο εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως με αντιφατική αιτιολογία ως προς το ζήτημα εάν στην αναιρεσείουσα μετεβιβάσθησαν οι υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων εκ των δανειακών συμβάσεων. Οι ως άνω όμως λόγοι είναι απαράδεκτοι ως αντιφάσκοντες με τον ανωτέρω πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τον αναφερόμενο στην απόρριψη του λόγου της εφέσεως περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσειούσης, καθ' ο μέρος θεμελιούται στον ισχυρισμό ότι "Το γεγονός της μεταφοράς των επίδικων δανείων στην Τράπεζά μας δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή σε σχέση με την ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων.

Άλλωστε, τα εν λόγω δάνεια ουδέποτε περιήλθαν στην Τράπεζά μας, δεδομένου ότι έχουν αποσβεστεί κατά το χρόνο του θανάτου (14.6.2012) του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, πριν δηλαδή τη σύσταση της δικαιοπαρόχου της Τράπεζάς μας ανώνυμης εταιρίας "Νέο ... ΑΤΕ"". Και αυτό διότι, με τον εν λόγω λόγο ψέγεται το Εφετείο, διότι δεν εδέχθη ότι τα δάνεια είχαν αποσβεσθεί κατά τον χρόνο του θανάτου του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και ουδέποτε είχαν περιέλθει στην αναιρεσείουσα και απέρριψε τον λόγο εφέσεως περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσειούσης, ενώ με τους προσθέτους λόγους, διότι εδέχθη ακριβώς τούτο και απέρριψε και τους λοιπούς λόγους της εφέσεως.

Συνεπώς, οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν. Κατ' ακολουθίαν η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτών, ως ορίζεται στο διατακτικό. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ασκών το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως Εφετείου υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 450 ευρώ και ότι εν περιπτώσει ολικής ή μερικής νίκης του αναιρεσείοντος ο Άρειος Πάγος με την απόφασή του διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα, η υποχρέωση όμως καταθέσεως παραβόλου δεν ισχύει επί υποθέσεων εργατικών διαφορών, οπότε, εάν παρά την έλλειψη σχετικής υποχρεώσεως κατατεθεί παράβολο, ο Άρειος Πάγος, βάσει των εν λόγω διατάξεων αναλόγως εφαρμοζομένων, διατάσσει την επιστροφή τούτου στον καταθέσαντα ασχέτως της ευδοκιμήσεως ή μη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεως του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, έχει κατατεθεί το αναφερόμενο παράβολο, χωρίς όμως να υφίσταται σχετική υποχρέωση, αφού η αναίρεση αφορά εργατική διαφορά.

Συνεπώς, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του εν λόγω παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15ης Δεκεμβρίου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 4762/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. Και

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ