1688/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2181/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1332/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/6/2010 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1688/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει τα εξής: Τμήμα της εναγόμενης και εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", και δη ο κατασκευαστικός κλάδος της μεταβιβάστηκε με απορρόφηση στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ-ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΡΓΩΝ".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1688 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1688/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ" ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης εταιρείας "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Ράπτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Α.Λ.Τ.Ε. Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 3) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Ράπτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2181/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1332/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/6/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 3/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και την παραδοχή των λοιπών λόγων της ένδικης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 5678Δ' 12-10-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., αντίγραφο της ένδικης αίτησης, με την κάτω από αυτή πράξη του Προέδρου του παρόντος Τμήματος, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 27-11-2011 και κατά την οποία αναβλήθηκε από το οικείο πινάκιο η εκδίκαση της υπόθεσης, αρχικά για την 14-2-2012 και, στη συνέχεια, για την παρούσα, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, με την επωνυμία "ΑΛΤΕ ΑΕ". Επομένως, εφόσον αυτή δεν παραστάθηκε κατά την, από τη σειρά του πινακίου, νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να συζητηθεί, όμως, η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ. Δικ.).
Κατά το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ. η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Π.Δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου", οι διατάξεις του οποίου κατά το άρθρο 2 αυτού, εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, "δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 75 παρ.1 και 2 του ν. 2190/1920, που προστέθηκε ως άνω με το άρθρο 12 του Π.Δ. 498/1987, από την καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρεία ή κατ' αυτής χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει τα εξής: Τμήμα της εναγόμενης και εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", και δη ο κατασκευαστικός κλάδος της μεταβιβάστηκε με απορρόφηση στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ-ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΡΓΩΝ".
Η μεταβίβαση αυτή εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. ΕΜ -28720/2007 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, η οποία και καταχωρήθηκε στις 10-12-2007 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών. Ακολούθως, η "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ",εκτός από τον κατασκευαστικό κλάδο συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΉ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η δε συγχώνευση αυτή εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ.Κ2-17791/2007 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, η οποία και καταχωρήθηκε στις 13-12-2007 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών.
Στη συνέχεια, η πρώτη από τις πιο πάνω εταιρείες που απορρόφησε τον κατασκευαστικό κλάδο της εναγομένης, μετονομάστηκε σε "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" και είναι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, ενώ η δεύτερη, με την οποία συγχωνεύτηκε η εναγομένη μετονομάστηκε σε "ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΑΕ" και είναι η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, ενόψει του ότι, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 4 του Π.Δ. 178/2002, η εναγομένη παλαιά "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", ως μεταβιβάσασα τον κατασκευαστικό κλάδο, ευθυνόταν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τη διάδοχο "ΜΕΤΟΧΙ ΑΕ" για τις μέχρι τη μεταβίβαση υποχρεώσεις της από τις συμβάσεις εργασίας, η ευθύνη αυτή από της συγχωνεύσεώς της με απορρόφηση από την "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ ΑΕ" μεταβιβάστηκε στη διάδοχό της τελευταία αυτή εταιρεία και ακολούθως στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων "ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΑΕ".
Κατά συνέπεια, εφόσον εδώ, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις που γεννήθηκαν πριν από το έτος 2007, που αποσχίστηκε ο κατασκευαστικός κλάδος, στον οποίο ανήκε ο ενάγων, η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων νομιμοποιείται παθητικά και ορθώς στρέφεται και εναντίον της η κρινόμενη αναίρεση, τα δε αντίθετα από αυτήν υποστηριζόμενα, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα (βλ.
και Α.Π. 318/2010).
Ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετική πλημμέλεια, ήτοι ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα, αν ο αναιρεσείων εργαζόταν μέσα στη σήραγγα ή εκτός αυτής, οπότε, στην πρώτη περίπτωση εδικαιούτο να λαμβάνει σχετικό, από το νόμο προβλεπόμενο επίδομα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του δέχεται ότι "ο ενάγων εργαζόταν εκτός του χώρου των σηράγγων" και, συνεπώς, δεν υπάρχει αμφιβολία περί του τι δέχθηκε, αφού το σχετικό πόρισμα του διατυπώνεται σαφώς και χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς να είναι αναγκαίο να αιτιολογήσει ειδικότερα την κρίση του αυτή.
Σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 19040/1981 Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, κατά τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων-Νέου Έτους, καταβάλλονται σε όλους τους μισθωτούς, που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, σε οποιονδήποτε εργοδότη, επιδόματα εορτών, άλλως "δώρα εορτών". Το επίδομα εορτών υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές που πραγματικά καταβάλλονται στους μισθωτούς (άρθρο 1 παρ. 3).
Σαν "καταβαλλόμενος μισθός", νοείται το σύνολο των αποδοχών του μισθωτού, στις οποίες περιλαμβάνονται α) ο συμβατικός ή ο νόμιμος μηνιαίος μισθός ή ημερομίσθιο και β) οποιαδήποτε άλλη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη, σαν αντάλλαγμα της παρεχόμενης από τον μισθωτό εργασίας, τακτικά, κάθε μήνα ή κατ' επανάληψη περιοδικά, σε ορισμένα διαστήματα του χρόνου.
Αποτελούν τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων και α) το επίδομα αδείας, β) η αμοιβή για εργασία την Κυριακή και σε εξαιρέσιμες εορτές ή σε νυχτερινές ώρες, εφόσον η απασχόληση είναι ταχτική και νόμιμη, γ) η αξία του χορηγούμενου γάλακτος, δ) το επίδομα ενοικίου κ.λ.π. Εξάλλου. Κατά το άρθρο 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, οι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι, από οποιονδήποτε εργοδότη, δικαιούνται κάθε έτος να επιδόματος αδείας, που είναι ίσο με το σύνολο των τακτικών αποδοχών, όπως αυτές ορίσθηκαν παραπάνω, με τον περιορισμό ότι το επίδομα αυτό δε μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός 15νθημέρου, γι' αυτούς που αμείβονται με μηνιαίο μισθό και των 13 εργασίμων ημερών, για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο ή κατά μονάδα εργασία ή με ποσοστά ή με άλλο τρόπο.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ., η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν, προκύπτει ότι τα στοιχεία τα ενστάσεως εξοφλήσεως, των οποίων πρέπει να γίνεται επίκληση, για το ορισμένο αυτής, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής.
Ισχυρισμός περί καταβολής όλων των απαιτήσεων του ενάγοντος, χωρίς να γίνεται ειδικότερη ανάλυση του ποσού που καταβλήθηκε για την κάθε μία αιτία, είναι αόριστος, έστω και αν αναφέρεται το συνολικό ποσόν, που καταβλήθηκε, εκτός εάν πρόκειται για μία μόνο απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία καταβολής, οπότε είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος, ως προς το αν η καταβολή ήταν πλήρης και έγινε απόσβεση του σχετικού χρέους.
Τούτο, όμως, δεν συμβαίνει, όταν ασκούνται με την αγωγή αξιώσεις από σύμβαση εργασίας και προσκομίζεται από τον εργοδότη έγγραφη απόδειξη του εργαζομένου περί καταβολής σ' αυτόν συνολικού ποσού, που καλύπτει κατά ένα μέρος ή εξ ολοκλήρου τις αγωγικές αξιώσεις, χωρίς να αναφέρει την κάθε αιτία και το επί μέρους ποσό, που καταβλήθηκε γι' αυτή, διότι στην εν λόγω περίπτωση δεν αποκλείεται να καταβλήθηκε το ποσόν αυτό, προς εξόφληση άλλων αξιώσεων του εργαζομένου, που δεν περιλήφθηκαν στην αγωγή.
Για το λόγο αυτό, εξάλλου, με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση της μισθοδοσίας, στην οποία θα απεικονίζονται αναλυτικά οι κάθε φύσεως αποδοχές του προσωπικού καθώς και οι επ' αυτών κρατήσεις.
Περαιτέρω, με τις ΥΑ 8900/1996 και 18310/1946 Υπουργικές αποφάσεις προβλέπεται η χορήγηση προσαυξήσεως 75% σε όσους απασχολούνται κατά τις Κυριακές και νόμω εξαιρετέες ημέρες επί των ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων. Οι Υπουργικές αυτές αποφάσεις ορίζουν, επίσης, ότι οι χορηγούμενες προσαυξήσεις για την εργασία κατά τις Κυριακές τις εξαιρετέες ημέρες και νύκτες δεν συμψηφίζονται με τυχόν καταβαλλόμενες μεγαλύτερες των νομίμων ορίων αποδοχές.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής ρυθμίσεως, απαγορεύεται μόνο ο καταλογισμός από τον εργοδότη των οφειλομένων προσαυξήσεων για την εργασία κατά τις Κυριακές και νύκτες στις μεγαλύτερες αποδοχές που λαμβάνει ο εργαζόμενος και όχι η συνομολόγηση μεταξύ εργοδότη και μισθωτού συμφωνίας, κατά την οποία θα καταλογίζεται από τον εργοδότη η προσαύξηση για την παρεχόμενη εργασία κατά τις Κυριακές, εξαιρετέες ημέρες και νύκτες στις μεγαλύτερες αποδοχές που λαμβάνει ο μισθωτός.
Η συμφωνία αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 ΑΚ εφόσον οι μεγαλύτερες αποδοχές καλύπτουν τις νόμιμες αποδοχές μετά των προσαυξήσεων για την παρασχεθείσα κατά τις Κυριακές και εξαιρετέες ημέρες και νύκτες εργασία (Ολ.ΑΠ 930/1990). Επίσης έγκυρη είναι και η ομοίου περιεχομένου συμφωνία εργοδότη και μισθωτού, η αφορώσα στην εξ 25% προσαύξηση λόγω υπερεργασίας.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε η περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου απ' αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα (μεταξύ άλλων) τα εξής: Ο ενάγων προσελήφθη από τις εναγόμενες στις 15-7-1998 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως χειριστής εκσκαπτικών μηχανημάτων, με τόπο εργασίας το όρος Καλλίδρομο Φθιώτιδας και με αποδοχές τις από το νόμο προβλεπόμενες.
Στην εν λόγω εργασία απασχολήθηκε μέχρι την 18-7-2002, οπότε και καταγγέλθηκε η σύμβαση του από την εργοδότιδα. Ότι ο ενάγων απησχολείτο το πολύ μέχρι δύο Σαββατοκύριακα κάθε μήνα, συνήθως επί οκτάωρο και η εναγομένη του κατέβαλλε τη νόμιμη αμοιβή του, όπως προκύπτει από τις σχετικές μισθοδοτικές καταστάσεις, μέχρι μεν τον Μάϊο 2001, ως "υπερωρία", καθόσον αφορά ειδικότερα την εργασία του τα Σαββατοκύριακα, στη συνέχεια δε ως "πριμ απόδοσης".
Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, καθόλο το χρονικό διάστημα, που προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, παρέσχε υπερεργασία και εργάσθηκε υπερωριακά, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη, για την οποία δικαιούται τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά.
Ότι, τελικά, η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα, ως συνολική αμοιβή του, για όλες τις αιτίες από την επίδικη εργασιακή σχέση, το ποσό των 90.262,26 ευρώ, ενώ αυτός εδικαιούτο το συνολικό ποσόν των 89.366,70 ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές, επειδή το συνολικό καταβληθέν ποσό ήταν ανώτερο του συνολικού δικαιουμένου ποσού, δέχθηκε, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης των ήδη αναιρεσιβλήτων, ότι εξοφλήθηκε και το δικαιούμενο ποσό για προσαύξηση εργασίας 75% κατά τις Κυριακές καθώς και για επίδομα ενοικίου και γάλακτος, απέρριψε δε ως αβάσιμη την αγωγική αυτή αξίωση του αναιρεσείοντος.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες αυτό ζήτημα της πληρωμής της προσαύξησης 75% των Κυριακών και ωρών εργασίας του, κατά μήνα, που δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν, καθώς και των λοιπών επιδομάτων. Ειδικότερα, δεν αναφέρει το ποσό που κατά μήνα καταβαλλόταν στον αναιρεσείοντα για προσαύξηση 75%, για την εργασία του που δέχθηκε ότι παρείχε κατά τις Κυριακές ούτε, έστω εκείνο που καταβλήθηκε συνολικώς για την ίδια αιτία, ώστε να κριθεί εάν επήλθε μερική ή ολική απόσβεση με καταβολή της αξίωσης αυτής (άρθρο 416 Α.Κ.) ούτε, επίσης, αναφέρονται τα κατ' ιδίαν χρηματικά ποσά, που καταβλήθηκαν, για τα ως άνω επιδόματα (γάλακτος και ενοικίου), καθώς και για τις αποδοχές αδείας και τέλος, δεν αναφέρεται εάν υπήρξε συμφωνία καταλογισμού της προσαύξησης αυτής στις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν επιτρέπεται ο μονομερής αυτός συμψηφισμός από τον εργοδότη, παρά μόνο με ρητή προηγούμενη συμφωνία μισθωτού και εργοδότη.
Ανεπαρκείς, επίσης, αιτιολογίες, περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά το ζήτημα του υπολογισμού του ύψους των καταβλητέων επιδομάτων εορτών και αδείας, καθόσον, από την αναφορά και μόνο, για τον προσδιορισμό τους, στον "νόμιμο μισθό", δεν προκύπτει με σαφήνεια, αν για τον υπολογισμό αυτόν έλαβε υπόψη του και τις ως άνω (τακτικές) παροχές, ήτοι του επιδόματος ενοικίου, το αντίτιμο της φιάλης γάλακτος, που εδικαιούτο κατά ημέρα, την αναλογία του επιδόματος αδείας και την προσαύξηση, για την εργασία του αναιρεσείοντος κατά τις Κυριακές καθώς και την αμοιβή της υπερεργασίας και ιδιόρρυθμης υπερωρίας.
Συνακόλουθα οι λόγοι αναιρέσεως, 4ος, 5β', από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ και ο 3ος, από τον αριθ.1, αληθώς, όμως, από τον αριθμό 19, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.
Σύμφωνα με τον Γ'11ο όρο της από 26-4-20 ΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών και βοηθών χειριστών εκσκαπτικών, ανυψωτικών κ.λπ. μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων όλης της χώρας", που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 21-5-2001 με την υπ' αριθμ. 11640/2002 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινων. Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β'790/26-6-2002), στους υπαγομένους στην παρούσα χειριστές και βοηθούς, που διαμένουν, λόγω της εργασίας τους, μακριά από τον τόπο της μόνιμης κατοικίας τους, εφόσον δεν διαθέτουν στον τόπο εργασίας τους δική τους ή, προκειμένου περί εγγάμων, δική τους ή της συζύγου τους κατοικία, παρέχεται από τους εργοδότες κατάλληλο διαμονής στον τόπο εργασίας τους. Εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν παρέχεται το παραπάνω κατάλυμα, χορηγείται επίδομα ενοικίου 220 ευρώ, ανεξάρτητα από το ποσό που καταβάλλει ο μισθωτός για ενοίκιο.. Διευκρινίζεται ότι, σε όσους εργαζομένους κατεβάλλετο ενοίκιο μέχρι την έκδοση της παρούσας, θα συνεχίσει να καταβάλλεται, αναπροσαρμοζόμενο στο ποσό των 220 ευρώ, ανεξάρτητα αν έχουν ή όχι τις παραπάνω προϋποθέσεις".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο αναιρεσείων ήταν μόνιμος κάτοικος ... και, συνεπώς, εδικαιούτο επιδόματος ενοικίου, το ύψος του οποίου, όμως, για το 2002, προσδιόρισε σε 190,76 ευρώ το μήνα, ενώ έπρεπε, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη της παρ. Γ'11 της από 26-4-2002, να ορισθεί στο ποσό των 220 ευρώ. Έτσι, επομένως, που έκρινε το Εφετείο, παρεβίασε την ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διάταξη της από 26-4-2002 ΣΣΕ και, συνεπώς, κατά παραδοχή του από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. 2ου λόγου, της ένδικης αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945 και 1 παρ. 2 Ν.Δ. 454/1966, κατά τη διάρκεια της αδείας, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει από τον εργοδότη τις συνήθεις αποδοχές του, που θα ελάμβανε εάν πραγματικά απησχολείτο στην επιχείρηση, κατά τον αντίστοιχο χρόνο της άδειάς του. Δικαιούται, επίσης, να λάβει, μαζί με την κανονική του άδεια και επίδομα άδειας, το οποίο, κατ' αρχή, είναι ίσο με τις αποδοχές άδειας, με τον περιορισμό, όμως, ότι δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου, για όσους αμείβονται με μηνιαίο μισθό και τα δέκα τρία ημερομίσθια για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο ή κατά μονάδα εργασίας ή με ποσοστά.
Σε περίπτωση, εξάλλου, που κάποιος εργοδότης αρνείται να χορηγήσει στον μισθωτό τη νόμιμη άδειά του, υποχρεούται, όταν λήξει το ημερολογιακό έτος, μέσα στο οποίο όφειλε να χορηγήσει την άδεια, να του καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών της άδειάς του, προσαυξημένες κατά 100% (άρθρο 3 Ν.Δ. 3755/1957). Δηλαδή, σε περίπτωση που δεν χορηγηθεί η δικαιούμενη άδεια στον μισθωτό, από υπαιτιότητα του εργοδότη, οφειλόμενη έστω και σε ελαφρά αμέλειά του, ο μισθωτός έχει τις ακόλουθες χρηματικές αξιώσεις κατά του εργοδότη να λάβει:
α) το μισθό του ή τα ημερομίσθια για τις ημέρες που εργάσθηκε, β) τις αποδοχές αδείας, τις οποίες θα ελάμβανε, εάν είχε χορηγηθεί η άδειά του, γ) το επίδομα αδείας και δ) αποζημίωση, ίση με τις αποδοχές αδείας. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε (μεταξύ άλλων) ότι δεν του χορηγήθηκε η προβλεπόμενη ετήσια άδεια καθ' όλα τα έτη εργασίας του, ζήτησε δε, εκ του λόγου αυτού τα κατά νόμο οφειλόμενα (μισθό άδειας, προσαυξημένο καθώς και διαφορά του καταβληθέντος επιδόματος άδειας).
Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά το αγωγικό αυτό αίτημα, το δε εφετείο, μολονότι ρητά, με τον ένατο λόγο της έφεσης ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων) παρεπονείτο, για την απόρριψη αυτή, δεν απάντησε επί του λόγου αυτού, τον οποίο άφησε, επομένως, αδίκαστο.
Συνεπώς η απόφαση είναι αναιρετέα και κατά τούτο, κατά παραδοχή του, αληθώς, εκ του άρθρου 559 αριθ. 9, 5α και 5β' αναιρετικού λόγου.
Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1332/2008 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών,
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, εκ δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ