Legislator Case Law & Legislation
1688/2008 AI generated

Appeal remitted to plenary court due to violation of res judicata regarding prior final decisions on the same subject matter.

Case Number 1688/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court remitted the appeal to the Plenary Court because the lower court violated the principle of res judicata by accepting claims already decided in previous final judgments. The appellants argued that the new trial should be barred due to the identity of parties, subject matter, and legal cause in earlier cases. The court ruled that since the lower court's decision contradicted established final rulings, it must be set aside and the case returned for re-examination by the full court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321 and 324 of the Code of Civil Procedure; res judicata exists between the same parties regarding the same right, object, and cause when decided by a final judgment, barring contradictory acceptance of identical claims.

Keywords

AI generated
res judicata final judgment appeal remittal same parties same subject matter legal cause contradictory decision

Cited Legislation

AI generated
Article 559 No. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 321 and 324 of the Code of Civil Procedure
Articles 579 No. 1, 580 No. 3 and 581 No. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 563 No. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1608/1991
AP 827/2003
AP 1015/2002
AP 298/1997
AP 2068/1984
AP 1072/1993
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1688 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1688/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2.Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αντιγόνη Μαυρομμάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Κρεμμύδα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-1996 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 270/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 591/2000 του Εφετείου Πατρών. Επί της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 918/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου. Την αναψηλάφηση της 591/2000 απόφασης του Εφετείου Πατρών ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος και εκδόθηκε η 662/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-1-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 13-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Κατά δε τα άρθρα 321 και 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία.

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της και δεν αποτελεί δεδικασμένο, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην προ αυτής κατάσταση. Επί αγωγής που στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις, οι οποίες είναι αμοιβαίως επικουρικές, η αναίρεση της απόφασης για λόγο που αφορά μόνο μία από τις βάσεις αυτές, εκτείνεται και στις διατάξεις αυτής για τις λοιπές βάσεις οι κατά των οποίων λόγοι αναιρέσεως είναι μάταιο να εξετασθούν (ΑΠ 1608/1991).

Τούτο ισχύει και επί της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αφού οι λόγοι αυτής και όταν στρέφονται κατά της αυτής πράξεως εκτελέσεως, συνιστούν περισσότερες βάσεις (κεφάλαια) του αιτήματός της, οι οποίες, ως εκ της κοινότητας του σκοπού και του αντικειμένου τους, είναι αμοιβαίως επικουρικές. Επίσης, όταν μεταξύ των περισσοτέρων κεφαλαίων της απόφασης που αναιρέθηκε, υπάρχει συνάφεια, διότι αυτά αναγκαίως συνέχονται, ή όταν από την ερμηνεία της αναιρετικής απόφασης, σε συνδυασμό με το αναιρετήριο, προκύπτει αμφιβολία ως προς την έκταση της αναιρέσεως, οι συνέπειες της αναιρέσεως εκτείνονται και σε εκείνα τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν με σαφή και ρητή διάταξη.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δικάζοντας την από 15-7-2002 αίτηση του αναιρεσιβλήτου για αναψηλάφηση της υπ' αριθ. 591/2000 απόφασης του Εφετείου Πατρών, που απέρριψε έφεσή του επί διαφοράς ακυρώσεως πλειστηριασμού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος με την από 30.7.1996 ανακοπή του κατά της εταιρείας με την επωνυμία "Sheffield Petroleum (U.K) Limited" (υπέρ της οποίας παρενέβησαν προσθέτως οι ήδη αναιρεσείοντες), προσέβαλε την επισπευδομένη, σε βάρος τριών ακινήτων του, αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει της υπ' αριθ. .....

έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ..... και της υπ' αριθ. ..... επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή, με την οποία ορίστηκε ο πλειστηριασμός για την 31-7-1996. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 269/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία την απέρριψε.

Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 22-6-1999 έφεση, με την οποία παραπονείτο για την απόρριψη των τριών πρώτων λόγων της ανακοπής του, οι οποίοι συνίσταντο: α) στο ότι, ενώ είναι μόνιμος κάτοικος Λωζάνης Ελβετίας σε γνωστή διεύθυνση, δεν του επιδόθηκε πραγματικά η προαναφερθείσα περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, όπως προβλέπει η διμερής σύμβαση Ελλάδας - Ελβετίας, αλλά επιδόθηκε μόνο στον αρμόδιο Εισαγγελέα, με συνέπεια την ακυρότητα της επισπευδόμενης σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης, β) στο ότι, ενώ ίσχυε η υπ' αριθ. 204/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας που διέταξε την αναστολή της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως, δόθηκε εντολή προς τον δικαστικό επιμελητή για έκδοση της ανωτέρω περίληψης κατασχετήριας έκθεσης και γ) στο ότι στην εν λόγω περίληψη κατασχετήριας έκθεσης αναφέρεται μικρότερη αξία και τιμή πρώτης προσφοράς για ένα από τα ακίνητα και όχι η διπλάσια που είχε οριστεί με δικαστική απόφαση, με αποτέλεσμα να υφίσταται ο ανακόπτων βλάβη από τον κίνδυνο πλειστηριασμού του ακινήτου του σε μικρότερη τιμή από την καθορισθείσα.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 590/2000 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία την απέρριψε. Παράλληλα ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας την από 10-10-1996 ανακοπή, με την οποία προσέβαλε τον διενεργηθέντα την 31-7-1996 πλειστηριασμό των ακινήτων του και την γενόμενη κατακύρωση, μεταξύ δε των προβαλλόμενων λόγων ανακοπής περιλαμβάνονταν και οι προαναφερθέντες τρεις λόγοι.

Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 270/1999 απόφαση, του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η οποία την απέρριψε. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 22-6-1999 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 591/2000 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκαν οι τρεις προαναφερθέντες λόγοι της από 10.10.1996 ανακοπής του, (που αποτελούσαν και περιεχόμενο των σχετικών λόγων της εφέσεως του) με την αιτιολογία ότι επειδή είχαν προταθεί και στην προηγούμενη έφεση και απορρίφθηκαν με την προεκδοθείσα 590/2000 απόφασή του καλύπτονται από το δεδικασμένο που απορρέει από αυτήν.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι με την 917/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 590/2000 απόφαση του και ότι αφού η κρίση της 591/2000 απόφασης περί απορρίψεως των προαναφερθέντων λόγων της ανακοπής, στηρίχθηκε στην απορριπτική κρίση της αναιρεθείσας 590/2000 απόφασης και το εξ αυτής απορρέον δεδικασμένο, είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος της αναψηλάφισης.

Κατά παραδοχή δε τούτου, εξαφάνισε την 591/2000 απόφαση του και ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης μέσα στα όρια που καθορίζονταν από την αναψηλάφιση, δίκασε εκ νέου την έφεση κατά της 270/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, μόνο κατά τους προαναφερθέντες τρεις λόγους (αφού μόνο η απόρριψη αυτών, στηρίχθηκε στην αναιρεθείσα 590/2000απόφαση του) και κατ' αποδοχή αυτής (έφεσης) εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την ανακοπή του αναιρεσίβλητου και απήγγειλε την ακυρότητα του πλειστηριασμού.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον δεν παρέλειψε παρά το νόμο να δεχθεί δεδικασμένο από την 590/2000 απόφασή του, ως προς τους πρώτο και δεύτερο λόγους της ανακοπής. Τούτο δε διότι πράγματι η 590/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών αναιρέθηκε στο σύνολό της, αφού η αναίρεση αυτής για λόγο που αφορά τον τρίτο λόγο της ανακοπής και εφέσεως επεκτείνεται, κατά τα προεκτιθέμενα, και στα αμοιβαίως συνεχόμενα κεφάλαια αυτής, που αφορούν τους λοιπούς (πρώτο και δεύτερο) λόγους της ανακοπής, οι οποίοι (λόγοι) ως εκ της κοινότητας του σκοπού και του αντικειμένου τους, αποτελούν αμοιβαίως επικουρικές βάσεις του αιτήματός της.

Τούτο προκύπτει και από το όλο περιεχόμενο της 917/2002 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η οποία περιέχει ρητή και σαφή διάταξη περί αναιρέσεως της 590/2000 αποφάσεως, χωρίς να περιορίζει αυτή σε ορισμένο κεφάλαιο της αναιρούμενης απόφασης. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 15 της από 15-11-1965 Συμβάσεως της Χάγης που κυρώθηκε με τον Ν. 1334/1983 και υπερισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, του άρθρου 134 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αναβάλει την έκδοση αποφάσεως, αν δεν παρίσταται στην ορισμένη δικάσιμο ο διάδικος που διαμένει στην αλλοδαπή, μέχρι να διαπιστωθεί, ότι το αντίστοιχο εισαγωγικό της δίκης ή άλλο ισοδύναμο προς αυτό έγγραφο επιδόθηκε πραγματικά σ' αυτόν εγκαίρως, ώστε να μπορεί να υπερασπισθεί τον εαυτό του.

Στην περίπτωση αυτή δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 134 Κ.Πολ.Δ, με την οποία προβλέπεται επίδοση στον εισαγγελέα του αρμοδίου δικαστηρίου για τους διαμένοντες στην αλλοδαπή διαδίκους, όταν δηλαδή τα επιδοτέα έγγραφα είναι δικόγραφα εισαγωγικά δίκης, όπως είναι η αγωγή, τα ένδικα μέσακαι οι ανακοπές, ή ισοδύναμα προς αυτά έγγραφα (βλ.

ΑΠ 163/2002). Τέτοια δε "ισοδύναμα έγγραφα" αποτελούν η επιταγή προς εκτέλεση, που είναι εισαγωγικό έγγραφο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως όχι όμως και τα επόμενα της πράξεως αυτών έγγραφα της εκτελέσεως όπως είναι η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης (πρώην "πρόγραμμα πλειστηριασμού), η οποία, κατά το άρθρο 999 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ είναι επιδοτέα (με ποινή ακυρότητας) προς τον οφειλέτη (και προς άλλα πρόσωπα) εντός είκοσι ημερών από την ημέρα της κατάσχεσης.

Περαιτέρω, κατά την από 30-3-1934 Σύμβαση "περί διακανονισμού της αμοιβαίας δικαστικής αγωγής επί αστικών και εμπορικών υυποθέσεων μεταξύ της Ελλάδος και της Ελβετίας", που κυρώθηκε με τον ΑΝ 729/1937: " Επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, η επίδοσις εγγράφων προερχόμενων εκ των αρχών του ενός των συμβαλλομένων Κρατών και προοριζομένων δια πρόσωπα διαμένοντα επί του εδάφους του ετέρου Κράτους θα ενεργήται, δι' αιτήσεως του διπλωματικού ή προξενικού αντιπροσώπου του αιτούντος Κράτους απευθυνόμενης προς την αρχήν, ήτις θέλει υποδειχθή υπό του προς ό η αίτησις Κράτους....

Η αρχή προς ην απευθύνεται η αίτησις θα αποστελλή προς τον διπλωματικόν ή προξενικόν αντιπρόσωπον το έγγραφον, δι' ου αποδεικνύεται η επίδοσις ή εν ω δηλούται το παρακωλύσαν ταύτην γεγονός". (άρθρο 1 εδ. α και γ) "Η απόδειξίς της επιδόσεως θα γίνεται είτε δι' αποδείξεως παραλαβής χρονολογούμενης και υπογραφομένης υπό τα προς ον απευθύνεται το έγγραφον είτε δια βεβαιώσεως της αρχής του προς ό η αίτησις Κράτους, εν ή θα βεβαιούται το γεγονός, ο τύπος και ο χρόνος της επιδόσεως". (άρθρο 3).

Από το συνδυασμό των ανωτέρω ρυθμίσεων προς την γενική νομική αρχή της λογικής ενότητας της έννομης τάξης (εθνικής και διεθνούς) και υπό το φως των προφανών νομοθετικών σκοπιμοτήτων των διατάξεων περί πραγματικής και πλασματικής επιδόσεως εγγράφων, συνάγεται ότι κατά την έννοια της μεταξύ Ελλάδος και Ελβετίας Συμβάσεως, ως "έγγραφα"για την επίδοση των οποίων δεν αρκεί η πλασματική τοιαύτη δια του εισαγγελέως αλλά απαιτείται πραγματική παράδοση αυτών στον παραλήπτη τους κατά την διαγραφόμενη στη Σύμβαση διαδικασία, νοούνται (όπως και υπό τις ρυθμίσεις της Συμβάσεως της Χάγης) μόνον τα εισαγωγικά δίκης δικόγραφα και τα ισοδύναμα προς αυτά έγγραφα, όχι δε και τα ακολουθούντα την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έγγραφα της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, όπως είναι και η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης.

Αντίθετη ερμηνεία θα οδηγούσε σε νομικά και λογικά άτοπα, αφού θα απέδιδε στον Νομοθέτη τη βούληση να υπερπροστατεύει την μία εκ των δύο (νομικών ισοτίμων και εχουσών αντιτιθέμενα συμφέροντα) πλευρών εις βάρος της άλλης, και δη τον οφειλέτη εις βάρος του δανειστού του. Ειδικότερα, η αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε ουσιαστικώς με νομοθετική κατάργηση του δικαιώματος του δανειστού να ζητήσει έννομη προστασία με τη μορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά προσώπου (οφειλέτη του) που διαμένει στην Ελβετία, αφού είναι δεδομένο της κοινής πείρας ότι η επίδοση εγγράφου με την προβλεπόμενη από την Σύμβαση διαδικασία είναι απολύτως αδύνατο να συντελεσθεί μέσα στην σύντομη προθεσμία των είκοσι ημερών του άρθρου 999 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.

Τούτο δε μάλιστα χωρίς να υπηρετείται αντίστοιχο εύλογο συμφέρον του (καλόπιστο) οφειλέτου, αφού ο τελευταίος, μετά την προς αυτόν επίδοση της "επιταγής προς εκτέλεση", δύναται, επιδεικνύοντας στοιχειώδη επιμέλεια, να αποφύγει, οποιοδήποτε αιφνιδιασμό του δανειστού του, ορίζοντας νομίμως αντίκλητο στον τόπο της εκτελέσεως και γνωστοποιώντας αυτόν στον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή του.(2) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας μετά την αναψηλάφηση της 591/2000 απόφασής του, επί της από 10.10.1996 ανακοπής του αναιρεσιβλήτου για ακύρωση της επισπευδόμενης εις βάρος τριών ακινήτων του αναγκαστικής εκτέλεσης (για ένα εκ των οποίων ανεδείχθησαν υπερθεματιστές οι προσθέτως υπέρ της καθής η ανακοπή παρεμβάντες ήδη αναιρεσείοντες δέχθηκε τα ακόλουθα:

Με επίσπευση της πρώτης από τους καθών η ανακοπή εταιρίας με την επωνυμία " Shefieid Petroleum Limited" και σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 1818/1995 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατασχέθηκαν με την υπ' αριθ. ..... έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας .....

τρία ακίνητα της κυριότητας του ανακόπτοντος που βρίσκονται στο ..... . Ορίστηκε δε με την υπ' αριθ. ..... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή η 15-5-1996 ως ημέρα πλειστηριασμού, κατά την οποία όμως δεν έλαβε χώρα πλειστηριασμός γιατί ανεστάλη με την 203/1996 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας.

Ακολούθως, σε εκτέλεση εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου της επισπεύδουσας, ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής κατάρτισε την υπ' αριθ. ..... επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης και όρισε πλειστηριασμό των ακινήτων την 31-7-1996 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Άννας Γεωργακοπούλου - Κεκάτου ως υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού.

Η επαναληπτική αυτή περίληψη κατασχετήρια έκθεσης επιδόθηκε στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κεφαλληνίας την 17-7-1996 για τον κάτοικο Λωζάνης Ελβετίας οφειλέτη καθού η εκτέλεση - αναιρεσίβλητο κατ' εφαρμογή του άρθρου 134 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ και ακολούθως διαβιβάστηκε αρμοδίως προκειμένου να επιδοθεί και πραγματικά στον εν λόγω οφειλέτη.

Πλην όμως κατά την ορισθείσα ημέρα πλειστηριασμού (31-7-1996) τα σχετικά έγγραφα δεν είχαν ακόμη διαβιβαστεί στο εξωτερικό για επίδοση, αλλά βρίσκονταν στην Ελλάδα και τελικά δεν επιδόθηκε στον ανακόπτοντα η ως άνω επαναληπτική περίληψη. Παρά ταύτα, την 31.7.1996 έλαβε χώρα ο πλειστηριασμός των προαναφερθέντων ακινήτων του αναιρεσιβλήτου δυνάμει της υπ' αριθ. .....

εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως της ανωτέρω συμβολαιογράφου. Στη συνέχεια έκρινε το Εφετείο ότι η υπ' αριθ. ..... επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης έπρεπε να επιδοθεί πραγματικά στον αναιρεσίβλητο οφειλέτη εντός 20 ημερών από την κατάρτιση της (δηλαδή μέχρι 28-7-1996) και ότι δεν αρκούσε η πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα αφού η διάταξη του άρθρου 134 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ εκτοπίζεται από τις ρυθμίσεις της διμερούς συμβάσεως μεταξύ της Ελλάδας και της Ελβετίας.

Με τις σκέψεις δε αυτές δέχθηκε την έφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε κρίνει τα αντίθετα, δέχθηκε την ανακοπή και απήγγηλε την ακυρότητα του πλειστηριασμού. Κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο τούτο γνώμη, έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή το άρθρο 999 Κ.Πολ.Δ και υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης της ακυρότητας του πλειστηριασμού των ακινήτων και γι' αυτό οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος αυτών με τον οποίο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1, 14 και 19 Κ.Πολ.Δ προβάλλονται πράγματι οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ αιτιάσεις, είναι βάσιμοι.

Κατά τη γνώμη δύο μελών του Δικαστηρίου και δη του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα και της Αρεοπαγίτου Ρένας Ασημακοπούλου οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τούτο δε διότι σύμφωνα με το άρθρο 25 της διεθνούς αυτής Συμβάσεως "η σύμβαση αυτή δεν παρεκκλίνει από τις συμβάσεις των οποίων τα συμβαλλόμενα μέρη είναι, ή θα είναι μέρη και που περιέχουν διατάξεις πάνω σε θέματα που ρυθμίζονται από τη σύμβαση αυτή".

Δηλαδή, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, σε θέματα ρυθμιζόμενα, τόσο από την προαναφερθείσα σύμβαση της Χάγης, όσο και από άλλες διεθνείς συμβάσεις, επικρατεί η ρύθμιση των τελευταίων αυτών συμβάσεων ως προς τα μέρη που είναι συμβαλλόμενα και στις συμβάσεις αυτές και στη σύμβαση της Χάγης (ΑΠ 298/1997). Εξάλλου από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1 εδ.

α' και γ' και 3 της διμερούς μεταξύ Ελλάδος και Ελβετίας συμβάσεως περί διακανονισμού της αμοιβαίας δικαστικής αρωγής επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, σαφώς προκύπτει ότι α) ότι οι διατάξεις αυτές αφορούν την επίδοση όχι μόνο εισαγωγικών της δίκης δικογράφων, αλλά και κάθε άλλου εγγράφου, για το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 134 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι επιδίδεται στον Εισαγγελέα β) η επίδοση πρέπει να αποδεικνύεται, είτε με απόδειξη παραλαβής χρονολογούμενη και υπογραφόμενη από τον παραλήπτη, είτε με βεβαίωση της αρχής του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση στην οποία θα βεβαιώνεται το γεγονός της επιδόσεως και ο τόπος και ο χρόνος αυτής και γ) με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται η αρχή της πραγματικής περιελεύσεως του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη, η οποία αποδεικνύεται κατά τον μνημονευθέντα τρόπο και επομένως κάθε άλλη αντίθετη ρύθμιση δεν ισχύει (ΑΠ 827/2003, ΑΠ 1015/2002, ΑΠ 298/1997).

Έτσι, το άρθρο 134 ΚΠολΔ εκτοπίζεται από τις ρυθμίσεις της ανωτέρω διμερούς μεταξύ Ελλάδος και Ελβετίας συμβάσεως, με συνέπεια η επίδοση εγγράφου, αφορώντος αστική ή εμπορική υπόθεση, σε πρόσωπο που διαμένει ή έχει την έδρα του στην Ελβετία, να μη συντελείται με μόνη την κατά τα άρθρα 134 και 136 παρ. 1 ΚΠολΔ επίδοση στον αρμόδιο Εισαγγελέα, αλλά να απαιτείται προς τούτο πραγματική επίδοση του εγγράφου στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται.

Δηλαδή, για το υποστατό της επίδοσης απαιτείται πραγματική περιέλευση του εγγράφου στον παραλήπτη. Τούτο δε, όχι μόνο δεν είναι αντίθετο, αλλά συμπορεύεται και προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του όπως ο νόμος ορίζει".

Και ναι μεν το εν λόγω δικαίωμα δεν είναι απόλυτο και υπόκειται σε περιορισμούς, πλην όμως οι περιορισμοί αυτοί α) δεν μπορούν να εμποδίζουν την ανοικτή πρόσβαση σε ένα άτομο κατά τρόπο, ώστε το δικαίωμά του αυτό να θίγεται στην ίδια την ουσία του και β) να περιστείλουν την προσφυγή στα δικαστήρια σε τέτοιο βαθμό ώστε το δικαίωμα αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα.

Τέλος από το άρθρο 999 παρ. 3 εδ. α και 4 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η επίδοση στο οφειλέτη της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης μέσα σε 20 ημέρες από την κατάσχεση, περιλαμβάνεται μεταξύ των διατυπώσεων που ορίζονται στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 999 ΚΠολΔ, την τήρηση των οποίων ο νόμος επιβάλλει με ποινή ακυρότητας του πλειστηριασμού, ανεξάρτητα από την επέλευση ή όχι βλάβης του καθ' ού η εκτέλεση, γιατί την παράλειψή τους θεωρεί ο νόμος ως βασικό και ουσιώδες ελάττωμα της διεξαγωγής του πλειστηριασμού, που συνδέεται με την υπόστασή του (ΑΠ 2068/1984, ΑΠ 1072/1993).

Συνεπώς, η παράλειψη της διατύπωσης αυτής, δηλαδή της επίδοσης στον οφειλέτη της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, συνεπάγεται την ακυρότητα του πλειστηριασμού που επακολουθεί και χωρίς τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, αφού η τήρηση της διατάξεως, που επιβάλλει την επίδοση αυτή, απαιτείται ρητά από το νόμο με τη ποινή της ακυρότητας (άρθρο 159 αριθ. 1 ΚΠολΔ). Με βάση τα προεκτεθέντα, αφού η απόφαση επί των προβαλλόμενων με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης ως άνω (από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ) αιτιάσεων λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, το δικαστήριο αυτό είναι υποχρεωμένο να παραπέμψει την εκδίκαση της υπόθεσης στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (άρθρο 563 παρ. 2 εδ. β του Κ.πολ.Δ) επιφυλάσσεται δε ως προς την έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει την εκδίκαση των κατά το σκεπτικό λόγων της από 9-1-2006 αιτήσεως αναιρέσεως των 1) Χ1 και 2) Χ2 κατά της υπ. αριθ. 662/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών, στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ