Legislator Case Law & Legislation
1688/2007 AI generated

1688/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1688/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Ιουνίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 494/2002 του ίδιου δικαστηρίου και 3936/2003 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1153/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε αυτή απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση μετά την από 27/10/2006 κλήση των αναιρεσειόντων.

Legislator headnote

AI generated

1688/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η άνω αρχή έχει εφαρμογή και όταν η παροχή γίνεται ενόψει της λύσεως της σύμβασης εργασίας του μισθωτού ή όταν αυτή γίνεται σε χρόνο μεταγενέστερο της λύσεως της συμβάσεως, αλλά με αναδρομική ενέργεια, για το χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργός, λόγω των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν από το μισθωτό μέχρι τη λύση αυτής.

Keywords

AI generated
opt-out clause cessation of benefits right to disconnect departure deadline voluntary withdrawal withdrawal of debt enforcement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1688 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1688/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων : Αναφέρονται 71 αναιρεσίβλητοι.Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Φουφόπουλο, πλην των 12ου, 22ου και 35ου οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK N.A." που εδρεύει στην Ν. Υόρκη των Η.Π.Α., είναι νόμιμα εγκατεστημένη και λειτουργεί και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα. Στην παρούσα δίκη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Ιουνίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 494/2002 του ίδιου δικαστηρίου και 3936/2003 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1153/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε αυτή απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση μετά την από 27/10/2006 κλήση των αναιρεσειόντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης ανέγνωσε την από 1/10/2004 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χλαμπουτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη και καθένας την καταδίκη του αντίδικου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν η κλήση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση 13937/28-3-2007 και 13935/27-7-2007 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών .......... καθώς και την 2802Γ/28-3-2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ............,ακριβές αντίγραφο της ένδικης κλήσης επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επίσπευση των υπολοίπων αναιρεσειόντων στους δωδέκατο, εικοστό δεύτερο και τριακοστό πέμπτο από αυτούς, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση. Επομένως, αυτή πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους.

Από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και από τα άρθρα 22 παρ.1 β του ισχύοντος Συντάγματος και 119 εδ. α της ιδρυτικής συνθήκης της ΕΟΚ, προκύπτει ότι στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης δεν επιτρέπεται η άνιση μεταχείριση από τον εργοδότη των μισθωτών της αυτής εκμεταλλεύσεως, που έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες υπό τις αυτές συνθήκες, εκτός αν δικαιολογείται εξαίρεση ή απόκλιση εξ αιτίας επαρκούς αντικειμενικού λόγου.

Βάσει της εν λόγω αρχής ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζομένους, που παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες και με τα αυτά προσόντα, τις μισθολογικές και άλλες υπηρεσιακές παροχές, είτε πρόκειται για παροχές που έχει αναλάβει συμβατικά έναντι ορισμένων εργαζομένων. Από την άνω συνταγματική ρύθμιση συνάγεται κανόνας δημοσίας τάξεως, με τον οποίο παρέχεται απευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωμα ν' αξιώσει από τον εργοδότη του οικειοθελείς παροχές, που αυτός καταβάλει σε άλλους μισθωτές, οι οποίοι, όπως προεκτέθηκε, ανήκουν στην αυτή κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπό τις αυτές συνθήκες υπηρεσίες, ανεξάρτητη από το χρόνο πρόσληψή τους.

Η άνω αρχή έχει εφαρμογή και όταν η παροχή γίνεται ενόψει της λύσεως της σύμβασης εργασίας του μισθωτού ή όταν αυτή γίνεται σε χρόνο μεταγενέστερο της λύσεως της συμβάσεως, αλλά με αναδρομική ενέργεια, για το χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργός, λόγω των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν από το μισθωτό μέχρι τη λύση αυτής.

Τέτοια περίπτωση μισθολογικής, εργοδοτικής παροχής συνιστά και η χορήγηση συνταξιοδοτικού επιδόματος σε εκτέλεση συνταξιοδοτικού προγράμματος εθελουσίας εξόδου μισθωτών μιας επιχειρήσεως.

Συνεπώς και επί της παροχής αυτής εφόσον έχει χαρακτήρα οικειοθελή, έχουν εφαρμογή η παραπάνω αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τ' ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εργάστηκαν στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ο καθένας κατά το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην αγωγή και όλοι τους σταμάτησαν να εργάζονται στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία κατά τα έτη που αναφέρουν στην αγωγή τους, δηλαδή κατά τα έτη από το 1984 μέχρι και το 1989 και πάντως όλοι τους πριν από το έτος 1990, μετά από λύση της συμβάσεως εργασίας τους που έγινε είτε συμβατικά με συμφωνία, είτε με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας τους από μέρους της εναγομένης, πάντως πριν συμπληρώσουν είκοσι (20) έτη υπηρεσίας στην εναγομένη.

Κατά το χρονικό διάστημα που οι ενάγοντες εργάζονταν στην εναγομένη, η τελευταία, με βάση συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, το οποίο ίσχυε από το έτσι 1969 και αναθεωρήθηκε κατά το έτος 1984 και οι όροι του οποίου γνωστοποιούνταν και ήταν γνωστοί στους εργαζομένους, χορηγούσε οικειοθελώς σε κάθε εργαζόμενό της, του οποίου η απασχόληση έληγε με οποιοδήποτε τρόπο είτε μετά τη συμπλήρωση ηλικίας εξήντα (60) ετών, είτε μετά την απόκτηση του δικαιώματος εισπράξεως πλήρους παροχής συντάξεως του ΙΚΑ, παροχή συνταξιοδοτικού επιδόματος, το κόστος της οποίας κάλυπτε εξ ολοκλήρου η ίδια και την οποία ονόμαζε "κανονική παροχή συνταξιοδοτήσεως" (βλ.

άρθρ. 3 του συνταξιοδοτικού προγράμματος της εναγομένης). Με βάση ρητό όρο του συνταξιοδοτικού αυτού προγράμματος της εναγομένης, εάν η υπηρεσία εργαζομένου που συμμετείχε στο πρόγραμμα τερματιζόταν για οποιοδήποτε λόγο, πλην θανάτου, πριν αυτός συμπληρώσει τους όρους του συνταξιοδοτικού προγράμματος για να δικαιούται οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες σ΄ αυτό παροχές και ο εργαζόμενος αυτός είχε συμπληρώσει είκοσι (20) έτη συνολικής υπηρεσίας, θεμελίωνε και αποκτούσε δικαίωμα να εισπράξει κατόπιν υποβολής αιτήσεως την ως άνω "κανονική παροχή συνταξιοδοτήσεως" από τη πρώτη ημέρα του επομένου μήνα που θα συμπλήρωνε ηλικία εξήντα (60) ετών ή από τότε που θα εκπλήρωνε τις προϋποθέσεις για πλήρη παροχή κανονικής συντάξεως γήρατος του ΙΚΑ, η οποία "κανονική παροχή συνταξιοδοτήσεως" θα υπολογιζόταν σύμφωνα με τις διατάξεις του συνταξιοδοτικού προγράμματος βάσει του μέσου όρου των αποδοχών του και των πλήρων και μερικών ετών της υπηρεσίας του μέχρι της ημερομηνίας της λήξεως της υπηρεσίας του (βλ.

άρθρο 5 παρ.2 του προσκομιζόμενου συνταξιοδοτικού προγράμματος της εναγομένης). Περαιτέρω, με ρητούς όρους του ως άνω συνταξιοδοτικού προγράμματος, οριζόταν ότι η εναγομένη δικαιούταν με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου να τροποποιεί ή να διακόπτει ολικά ή μερικά οιουσδήποτε όρους και διατάξεις του προγράμματος και να μετατρέπει, μειώνει, τροποποιεί ή καταργεί οιαδήποτε δι' αυτού παρεχόμενα δικαιώματα, με το μόνο περιορισμό ότι οι τροποποιήσεις, μεταβολές, περιορισμοί, μειώσεις και ακυρώσεις δεν θα συνεπάγονταν τη μείωση του τύπου του προγράμματος και των δικαιωμάτων των συμμετεχόντων εργαζομένων που θα απέρρεαν από υπηρεσία τους μέχρι της ημερομηνίας της τροποποιήσεως ή μεταβολής ή περιορισμού ή μειώσεως ή ακυρώσεως (βλ.

άρθρο 7 παρ. 2 του προσκομιζόμενου συνταξιοδοτικού προγράμματος της εναγομένης), ότι εάν η απασχόληση συμμετέχοντος εργαζομένου τερματιζόταν για οποιονδήποτε λόγο, πλην θανάτου, πριν αυτός εκπληρώσει τους όρους του συνταξιοδοτικού προγράμματος, δεν θα δικαιούταν να εισπράξει οποιαδήποτε παροχή (βλ.

άρθρ. 5 παρ. 1 του συνταξιοδοτικού προγράμματος της εναγομένης) και ότι το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα και οι διατάξεις του δεν μπορούν να ερμηνευθούν ότι θεσπίζουν οιανδήποτε μονιμότητα των υπαλλήλων της Τράπεζας ή ότι περιορίζουν καθοιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα της Τράπεζας να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του υπαλλήλου σύμφωνα με το νόμο ότι θεσπίζουν σε περίπτωση απολύσεως του υπαλλήλου οποιοδήποτε δικαίωμα ή έννομο συμφέρον συμμετοχής τούτου στο πρόγραμμα και στις παροχές αυτού πέραν των προβλεπομένων ρητά στο πρόγραμμα.

Μετά την λύση των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, η εναγομένη προέβη σε αναθεώρηση του προγράμματος συνταξιοδοτήσεως και συγκεκριμένα από 1ης Ιανουαρίου του έτους 1990 τροποποίησε το άρθρο 5 παρ. 2 του προγράμματος συνταξιοδοτήσεως και μείωσε από είκοσι (20) σε δέκα (10) έτη τον απαιτούμενο χρόνο συνολικής υπηρεσίας για τη θεμελίωση και απόκτηση δικαιώματος προς είσπραξη κατόπιν υποβολής αιτήσεως της ως άνω "κανονικής παροχής συνταξιοδοτήσεως", ορίζοντας από τότε ότι εάν η υπηρεσία εργαζομένου που συμμετείχε στο πρόγραμμα τερματιζόταν για οποιοδήποτε λόγο πλην θανάτου πριν αυτός συμπληρώσει τους όρους του συνταξιοδοτικού προγράμματος για να δικαιούται οποιοδήποτε από τις προβλεπόμενες σ' αυτό παροχές και ο εργαζόμενος αυτός είχε συμπληρώσει δέκα (10) έτη συνολικής υπηρεσίας, θεμελίωνε και αποκτούσε δικαίωμα να εισπράξει κατόπιν υποβολής αιτήσεως την ως άνω "κανονική παροχή συνταξιοδοτήσεως" από της πρώτης ημέρας του επόμενου μήνα που θα συμπλήρωνε ηλικία εξήντα (60) ετών ή από τότε που θα εκπλήρωνε τις προϋποθέσεις για πλήρη παροχή κανονικής συντάξεως γήρατος του ΙΚΑ.

Έτσι, αφού οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων λύθηκαν πριν από το έτος 1990 και αυτοί είχαν αποχωρήσει από την εργασία τους στην εναγομένη πριν από το έτος 1990, ίσχυσε και εφαρμόστηκε κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία ο όρος του συνταξιοδοτικού προγράμματος της εναγομένης που απαιτούσε για τη θεμελίωση δικαιώματος εισπράξεως κατόπιν υποβολής "κανονικής παροχής συνταξιοδοτήσεως" συνολική υπηρεσία δέκα (10) ετών και που έγινε με την τροποποίηση του συνταξιοδοτικού προγράμματος της εναγομένης κατά το έτος 1990, στην οποία δεν δόθηκε αναδρομική ισχύς, αφορούσε τους εργαζομένους τότε, κατά το έτος 1990, στην εναγομένη και όσους θα προσλαμβάνονταν μετά και όχι τους εργαζομένους που είχαν ήδη αποχωρήσει από την εργασία τους πριν από το έτος 1990, όπως ήταν οι ενάγοντες.

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν μπορούν να απαιτήσουν κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας να θεμελιώσουν και να αποκτήσουν και αυτοί δικαίωμα "κανονικής παροχής συνταξιοδοτήσεως" με τη συμπλήρωση δέκα (10) ετών συνολικής υπηρεσίας στην εναγομένη διότι απέκτησαν το δικαίωμα αυτό με τη συμπλήρωση δέκα (10) ετών συνολικής υπηρεσίας οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί τους ...................., ................, .......................

και ................, οι οποίοι συνέχισαν να εργάζονται στην εναγομένη και μετά το έτος 1990 και την τροποποίηση του συνταξιοδοτικού της προγράμματος, αφού όταν παραχωρήθηκε το δικαίωμα αυτό στους άνω συναδέλφους τους που συνέχισαν να εργάζονται στην εναγομένη και μετά το έτος 1990, οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων είχαν λυθεί και είχαν αποχωρήσει από την υπηρεσία τους στην εναγόμενη και δεν λειτουργούσε και δεν ήταν ενεργός η σύμβαση εργασίας τους με την εναγομένη τράπεζα κατά το χρόνο της παροχής του δικαιώματος εισπράξεως "κανονικής παροχής συνταξιοδοτήσεως" με συνολική υπηρεσία δέκα (10) ετών, η δε παροχή αυτή που έγινε προς τους εργαζομένους που συνέχισαν να εργάζονται και μετά το έτος 1990, δεν έγινε κατά τη λύση των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, ούτε ενόψει της λύσεως των συμβάσεών τους, ούτε η παροχή αυτή δόθηκε με αναδρομική ενέργεια στο χρόνο που οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων ήταν σε ενέργεια.

Η περίπτωση του εργαζόμενου ......................, ο οποίος απεχώρησε από την υπηρεσία όπως και οι ενάγοντες πριν από το έτος 1990 και την τροποποίηση του συνταξιοδοτικού προγράμματος της εναγομένης χωρίς να συμπληρώσει είκοσι έτη συνολικής υπηρεσίας και του αναγνωρίσθηκε από την εναγομένη δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως, τον οποίον εργαζόμενο αναφέρουν επίσης στην αγωγή τους οι ενάγοντες και επικαλούνται και ως προς αυτόν με την αγωγή τους την τήρηση της αρχής της ισότητας προκειμένου να αναγνωρισθεί και σ' αυτούς το δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως, αφορά περίπτωση παροχής πρόωρης μειωμένης συνταξιοδοτήσεως λόγω συμπληρώσεως ηλικίας πενήντα ετών και λύσεως της συμβάσεως εργασίας με καταγγελία από τον εργοδότη ή με συναίνεση του εργοδότη που προβλέπεται από άλλη διάταξη του συνταξιοδοτικού προγράμματος της εναγομένης και συγκεκριμένα από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 4 και όχι περίπτωση κεκτημένου δικαιώματος "παροχής κανονικής συνταξιοδοτήσεως" με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας ή των προϋποθέσεων παροχής συντάξεως γήρατος από το Ι ΚΑ και ως εκ τούτου και η περίπτωση αυτή της παροχής πρόωρης συνταξιοδοτήσεως στον συνάδελφο των εναγόντων .................

δεν μπορεί να επεκταθεί κατ΄ εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και στους ενάγοντες που απεχώρησαν με συναίνεση της εργοδότιδάς τους ή με καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους από μέρους τηςπριν όμως συμπληρώσουν την ηλικία των πενήντα ετών. Δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε πριν από τοέτος 1990 καταχρηστικά και άκυρα τις συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων, με σκοπό να καταστρατηγήσει τα δικαιώματά τους και να τους στερήσει το δικαίωμα να θεμελιώσουν κεκτημένο δικαίωμα παροχής κανονικής συνταξιοδοτήσεως όταν θα συμπλήρωναν ηλικία 60 ετών ή τις προϋποθέσεις παροχής συντάξεως γήρατος από το ΙΚΑ.

Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη εκβίασε και απείλησε τους αναιρεσείοντες για να υπογράψουν συμφωνητικά λύσεως των συμβάσεων εργασίας τους ή για να αποδεχθούν καταχρηστικές και άκυρες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους και να μην τις προσβάλουν δικαστικά. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες υπέγραψαν τα συμφωνητικά λύσεως των συμβάσεων εργασίας τους και αποδέχθηκαν τις καταγγελίες των συμβάσεων από μέρους της αναιρεσίβλητης, γνωρίζοντας ότι δεν είχαν συμπληρώσει είκοσι έτη υπηρεσίας και ότι δεν θα θεμελίωναν δικαίωμα παροχής κανονικής συνταξιοδοτήσεως με βάση το μέχρι τότε ισχύον συνταξιοδοτικό πρόγραμμα της αναιρεσίβλητης, διότι, βάσει προγράμματος που εφάρμοζε τότε η αναιρεσίβλητη για την αντικατάσταση του προσωπικού της, για τη λύση των συμβάσεων εργασίας τους εισέπρατταν πολλαπλάσια αποζημίωση που υπερέβαινε το πενταπλάσιο της νόμιμης αποζημίωσης.

Γιαυτό άλλωστε και δεν διαμαρτυρήθηκαν για τη λύση των συμβάσεων εργασίας τους πριν από τη θεμελίωση δικαιώματος παροχής κανονικής συνταξιοδοτήσεως και δεν προσέβαλαν τις καταγγελίες και τις συμφωνίες λύσης των συμβάσεων εργασίας τους ως καταχρηστικές και άκυρες μέσα στη τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ.1 του Ν. 3198/1955,αλλά ούτε και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής τους.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός ότι η αναιρεσίβλητη προέβη σε καταγγελίες και σε συμφωνημένες λύσεις των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων πριν συμπληρώσουν εικοσαετή υπηρεσία για να τους στερήσει τη θεμελίωση δικαιώματος παροχής κανονικής συνταξιοδοτήσεως μετά τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους, ενόψει της καταβολής από μέρους της αναιρεσίβλητης αποζημιώσεων λύσεως των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων που υπερέβαινε κατά πολύ το συνολικό ποσό που θα κατέβαλε η αναιρεσίβλητη για συνταξιοδοτήσεις στο απώτερο μέλλον και συγκεκριμένα όταν θα συμπλήρωναν οι αναιρεσείοντες το 60° έτος της ηλικίας τους, δεν αντέχει στη λογική, αφού δεν αποδεικνύεται ότι η αναιρεσίβλητη είχε προαποφασίσει πριν λύσει τις συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων να τροποποιήσει το συνταξιοδοτικό της πρόγραμμα και να μειώσει το συνολικό χρόνο υπηρεσίας που απαιτούσε αυτό για τη θεμελίωση δικαιώματος "παροχής κανονικής συνταξιοδοτήσεως" από είκοσι έτη σε δέκα έτη.

Αντίθετα αποδεικνύεται ότι η αναιρεσίβλητη, ενεργώντας καλόπιστα και στα πλαίσια προγράμματος αντικαταστάσεως του προσωπικού της, προέβη σε συμφωνίες λύσεως των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων και σε αποδεκτές από μέρους τους καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους, εν γνώσει των τελευταίων ότι δεν θα συμπλήρωναν εικοσαετία στην υπηρεσία και δεν θα θεμελίωναν δικαίωμα παροχής κανονικής συνταξιοδοτήσεως, γεγονός που αποδέχθηκαν οι αναιρεσείοντες διότι εισέπρατταν πολλαπλάσιες αποζημιώσεις από τις νόμιμες που δικαιούνταν και μάλιστα αποζημιώσεις που υπερεκάλυπταν τα ποσά που θα εισέπρατταν στο απώτερο μέλλον μετά τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους από την είσπραξη παροχών του προγράμματος παροχής συνταξιοδοτήσεως της αναιρεσίβλητης.

Μετά από αυτά το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή τους με αντικείμενο την καταβολή στους ενάγοντες της εν λόγω συνταξιοδοτικής παροχής με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης και λόγω της καταχρηστικότητας του συνταξιοδοτικού προγράμματος της αναιρεσίβλητης.

Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως ο πρώτος και ο τρίτος λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, 22 παρ. 2 του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημά της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.

Δεν συνιστούν πράγματα ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων όπως και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Ο λόγος αναιρέσεως του αριθμ. 8 του άρθρο 559 ΚΠολΔ δίδεται όταν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι όσον αφορά τις περιπτώσεις των συναδέλφων των εναγόντων η .............. και ............., ανεξάρτητα από το ότι δεν αποδείχθηκαν οι προϋποθέσεις και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες δικαιώθηκαν αυτές του δικαιώματος παροχής κανονικής συνταξιοδοτήσεως με τη συμπλήρωση του 60 ου έτους της ηλικίας τους για να κριθεί εάν παραβιάστηκε με την παραχώρηση σ' αυτές του ως άνω δικαιώματος και τη μη παραχώρησή του στους ενάγοντες η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η αγωγή είναι απορριπτέα ως προς αυτές πρωτίστως ως αόριστη, ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως και απαράδεκτη, αφού οι ενάγοντες δεν επικαλούνται και δεν αναφέρουν στην αγωγή τους προς σύγκριση για την εφαρμογή της αρχής της ισότητας και τις ως άνω συναδέλφους τους ..................

και ................., αλλ' ούτε και τις συγκεκριμένες συνθήκες της εργασίας τους η δε επίκληση και η αναφορά των ως άνω συναδέλφων τους προς σύγκριση με τους ενάγοντες για την εφαρμογή της αρχής της ισότητας για πρώτη φορά με τις προτάσεις των εναγόντων στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό, αποτελεί ανεπίτρεπτη και απαράδεκτη μεταβολή της ιστορική βάσης της αγωγής τους και γιαυτό η αγωγή τους κατά το αίτημά της προς εφαρμογή της αρχής της ισότητας ανάμεσα σ' αυτούς και τις ως άνω συναδέλφους τους δεν περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν στο νόμο και δεν στηρίζεται σε έγγραφη προδικασία (άρθρα 111 και 216 Κ.Πολ.Δ) και είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Με βάση τις παραδοχές αυτές είναι σαφές ότι το Εφετείο δεν παρείδε το σχετικό λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων, με τον οποίο αυτοί ζητούσαν ν' αναγνωρισθεί ότι με την παραχώρηση στους παραπάνω συναδέλφους των εναγόντων του επίδικου συνταξιοδοτικού επιδόματος και τη μη παραχώρησή τους σ' αυτούς, παραβιάσθηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης, αφού τον εν λόγω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε, όπως παραπάνω.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το ένα σκέλος του, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς τις συναδέλφους των αναιρεσειόντων ..............

και .........., αφού το δικόγραφό της είχε παραδεκτώς, κατ' άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ., διευκρινισθεί και συμπληρωθεί με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι αλυσιτελής και απορριπτέος, γιατί το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως προαναφέρθηκε, στηρίζεται και σε επάλληλη αιτιολογία, η οποία δεν πλήττεται, σύμφωνα με την οποία δεν αποδείχθηκαν οι προϋποθέσεις και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες δικαιώθηκαν οι πιο πάνω συνάδελφοι των αναιρεσειόντων.

Τέλος, η αίτηση για αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 972/25-3-2003 αίτηση των ........................... κλπ για αναίρεση της 3936/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες (πλην των απόντων) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ