Legislator Case Law & Legislation
1688/2006 AI generated

Supreme Court dismisses two appeal grounds but refers a third to Plenary Court on prescription start date.

Case Number 1688/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the first two appeal grounds regarding the transfer of airline employees to the civil aviation service, finding them baseless. However, it referred the third ground concerning the start date of the limitation period for periodic salary claims to the Plenary Court due to its general interest. The court determined that the specific interpretation of whether limitation begins at the year's end or the payment date requires a broader ruling applicable to all public servants.

Legislator headnote

AI generated

Art. 90 para. 3 and Art. 91 of Law 2362/1995; The court must refer a question of general interest regarding the commencement of the limitation period for periodic claims against the state to the Plenary Court for a unified interpretation.

Keywords

AI generated
limitation period public servants periodic payments Plenary Court referral general interest state liability prescription start date

Cited Legislation

AI generated
Art. 90 para. 3 of Law 2362/1995
Art. 91 of Law 2362/1995
Art. 2 of Law 2338/1995
Art. 20 para. 5 of Law 2515/1997
Art. 2 para. 2 of Law 2338/1995
Art. 1 of Law 2470/1997
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 563 para. 2b of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1688 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1688/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αφροδίτη Κουτούκη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Του αναιρεσίβλητου:....., ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Σωτήριο Κατσαμπάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2521/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 806/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/3/2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 17/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι δύο.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για το παραδεκτό της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προσκομίζεται η 789/2004 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που αναφέρεται και στους τρεις λόγους αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 2298/1995, όπως η παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν αντίστοιχα με τα άρθρα 28 παρ.3 του ν.2579/1998 (η παρ.1) και 42 του ν.2721/1999 (η παρ.2).

Με το άρθρο 2 του Ν. 2338/1995, με τον οποίο κυρώθηκε η σύμβαση για την ανάπτυξη του νέου διεθνούς αεροδρομίου Αθήνας στα Σπάτα και την ίδρυση της εταιρίας "Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών Α.Ε." ορίσθηκε ότι από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της συμβάσεως αναπτύξεως του αεροδρομίου, που κυρώνεται με τον παρόντα νόμο, λύεται και τίθεται σε εκκαθάριση η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Αερολιμήν Αθηνών Α.Ε.", (Α.Α.

ΑΕ) που ιδρύθηκε με το Ν. 811/1978 παρ. 1 και ότι το προσωπικό της εταιρίας αυτής μεταφέρεται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Μεταφορών και Επικοινωνιών στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α.) με την ίδια σχέση εργασίας, τις ίδιες αποδοχές και τα κάθε είδους γενικά ή ειδικά επιδόματα, σε προσωποπαγείς θέσεις ίδιας ή παρεμφερούς ειδικότητας, που συνιστώνται με την πράξη της μεταφοράς και καταργούνται με την με οποιονδήποτε τρόπο αποχώρηση του προσωπικού, που μεταφέρθηκε.

Η διαδικασία της μεταφοράς και οι ειδικότητες, με τις οποίες θα γίνει η μεταφορά, καθώς και κάθε συναφής λεπτομέρεια ρυθμίζεται με κοινές αποφάσεις των ιδίων υπουργών ( παρ. 2). Κατ' εξουσιοδότηση της ως άνω διατάξεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. Δ9/Β/20344/5640/23-5-1996 (ΦΕΚ Β΄3911/27-5-1996) κοινή απόφαση των ανωτέρω Υπουργών, σύμφωνα με την οποία το προσωπικό της Α.Ε. "Αερολιμήν Αθηνών" μεταφέρεται στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας με την αυτή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, τις ίδιες αποδοχές και τα κάθε είδους γενικά και ειδικά επιδόματα σε προσωποπαγείς θέσεις της ίδιας ή παρεμφερούς ειδικότητας.

Οι θέσεις αυτές, που συνιστώνται αυτοδικαίως με την απόφαση της μεταφοράς και καταργούνται με την καθ' οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση του μεταφερθέντος προσωπικού, αντιστοιχούν στις κατηγορίες και τις ειδικότητες, που προβλέπονται στον Οργανισμό της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, με βάση τα προσόντα των Υπαλλήλων, όπως αυτά προκύπτουν από το προσωπικά τους μητρώα, τα οποία θα περιέλθουν στη Υ.Π.Α. (Διεύθυνση Δ9), μαζί με τις σχετικές βεβαιώσεις αποδοχών.

Σε περίπτωση, κατά την οποία στον Οργανισμό της ΥΠΑ δεν προβλέπεται ειδικότητα αντίστοιχη με τα τυπικά τους προσόντα, η μεταφορά γίνεται σε παρεμφερή ειδικότητα. Ο χρόνος υπηρεσίας των μεταφερομένων υπαλλήλων λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στη νέα τους υπηρεσία (παρ. 3β').

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει κατ' αρχήν ότι στην περίπτωση μεταφοράς του προσωπικού της εταιρίας "Αερολιμήν Αθηνών Α.Ε." στην Υ.Π.Α. εχώρησε εκ του νόμου μεταβολή του προσώπου του εργοδότη του μεταφερόμενου προσωπικού και η αυτόματη και υποχρεωτική μεταβίβαση σε αυτόν από 30-6-1996 (ημερομηνία μεταφοράς) στο σύνολό τους αμεταβλήτων των εργασιακών σχέσεων των μεταφερομένων υπαλλήλων, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της μεταφοράς τους (30-6-1996).

Η εν λόγω μεταβίβαση αφορά όλους τους όρους εργασίας, τα δικαιώματα που είχαν αποκτήσει οι μεταφερόμενοι ανεξαρτήτως προελεύσεώς τους (νόμος ΕΣΣΕ, Δ.Α., Κανονισμός) και το καθεστώς επιδομάτων και μισθού, όπως το τελευταίο (μισθολογικό καθεστώς) είχε διαμορφωθεί στην "Αερολιμήν Αθηνών Α.Ε." στις 30-6-1996 στα πλαίσια του Κανονισμού Μισθολογίου του προσωπικού αυτής, που εγκρίθηκε με την, κατά εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.2 του νόμου 811/1978 "περί συστάσεως εταιρίας υπό την επωνυμία "ΑΕΡΟΛΙΜΗΝ ΑΘΗΝΩΝ (Α.Α) Α.Ε." εκδοθείσα υπ' αριθ.

ΔΕΜ/Γ/34/27-1-1981 απόφαση του Υπουργού Συγκοινωνιών (ΦΕΚ 76, Β'). Το άρθρο τούτο ρυθμίζει το είδος της νέας σχέσεως εργασίας των διαδίκων και το ύψος των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου που ίσχυε κατά το χρόνο μεταφοράς του στο νέο εργοδότη, το δε μισθολογικό καθεστώς που διέπει τον τελευταίο εκ του νόμου αποτελεί πλέον και ατομικό όρο συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου, αφού ορίσθηκε από το νόμο (άρθρο 2 παρ.2 ν. 2338/1995).

Η ρύθμιση δε αυτή κατισχύει ως ευμενέστερη για τον εργαζόμενο, σύμφωνα με τη βασική αρχή του εργατικού δικαίου ότι οι ιεραρχικά υποδεέστερες πηγές ρύθμισης της εργασιακής σχέσης επικρατούν μόνο αν είναι ευνοϊκότερες κατά αποτέλεσμα για τον εργαζόμενο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1,2 3παρ.1, 4 παρ.1, 5 παρ.1, 7 παρ.1, 17 παρ.1, 22 παρ.1, 24, 31 α, η και 33 του Ν. 2470/21-3-1997 (ΦΕΚ 40, Α) "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", προκύπτει :1) ότι στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι:

α) του Δημοσίου, β) της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών ... κλπ. και γ) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως (ΟΤΑ) και λοιπών ν.π.δ.δ. (άρθρο 1 παρ.1), 2 ότι το ανωτέρω προσωπικό εξελίσσεται ανεξάρτητα από το βαθμό που κάθε φορά έχει, σε μισθολογικά κλιμάκια (μ.κ.) και ότι σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο αντιστοιχεί ο ίδιος βασικός μισθός, οι υπάλληλοι δε που έχουν το ίδιο μ.κ.

δικαιούνται το βασικό μισθό που αντιστοιχεί σ'αυτό, ανεξάρτητα από τον κλάδο στον οποίο ανήκει η θέση τους (άρθρο 2), 3) ότι τα μισθολογικά κλιμάκια των υπαλλήλων όλων των κατηγοριών (ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ, ΥΕ) ορίζονται σε 36 και οι υπάλληλοι της κάθε κατηγορίας εξελίσσονται σε 18 μ.κ. (της ΥΕ με εισαγωγικό το 36ο μ.κ. και καταληκτικό το 19ο της ΔΕ με εισαγωγικό το 29ο και καταληκτικό το 12ο της ΤΕ με εισαγωγικό το 21ο και καταληκτικό το 4ο και της ΠΕ με εισαγωγικό το 18ο και καταληκτικό το 1ο μ.κ.-άρθρο 3 παρ.1), 4) ότι ο διοριζόμενος εισέρχεται στην υπηρεσία με το εισαγωγικό μ.κ.

του κλάδου στο οποίο ανήκει η θέση που διορίζεται (άρθρο 4 παρ.1), 5) ότι για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των κλάδων, από κατώτερο σε ανώτερο μ.κ., απαιτείται ένα έτος από το εισαγωγικό κλιμάκιο στο αμέσως ανώτερο και για την απονομή όλων των επομένων μ.κ. υπηρεσία δύο ετών σε κάθε μ.κ. (άρθρο 5 παρ.1), 6) ότι οι τακτικές αποδοχές του κάθε μ.κ.

αποτελούνται από το βασικό μισθό και τα τακτικά επιδόματα και ότι ο μηνιαίος βασικός μισθός του μ.κ. 36 ορίζεται σε 110.000 δραχμές από 1-1-1997 ...κλπ (άρθρο 7 παρ.1), 7) ότι ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μ.κ. του άρθρου 3 ... κλπ. λαμβάνεται υπόψη : α) η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, σε ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, β) ...

γ) ... κλπ (άρθρο 17 παρ.1), 8_ ότι η κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στα μ.κ. του άρθρου 3, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, γίνεται με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 17 ... κλπ. (άρθρο 22 παρ.1), 9) ότι με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, οι διατάξεις του νόμου αυτού μπορεί να επεκτείνονται, εν όλων ή εν μέρει, και σε προσωπικό του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ που δεν υπάγεται στις διατάξεις του νόμου τούτου, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου, ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ ...

κλπ (άρθρ 24) και 10) ότι από 1-1-1997 καταργείται ο Ν.1505/1984 και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν (άρθρα 31 α, η και 33). Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. 20264-39/3480/0022/1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Άμυνας, Εξωτερικών, Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Γεωργίας, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υγείας και Πρόνοιας, Δικαιοσύνης, Πολιτισμού, Εμπορικής Ναυτιλίας, Δημόσιας Τάξης, Μακεδονίας- Θράκης, Αιγαίου, Μεταφορών και Επικοινωνιών, Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης "Επέκταση των διατάξεων του Ν. 2470/1997 στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.

και ΟΤΑ" (ΦΕΚ 462/6-6-1997, τ. β΄), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 " Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", οι διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10,11,12,13,14,17,18,19,20,22,23,24,25 και 26, 27 παρ. 2, 28, 29, 31 και 33 του Ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40/21-3-1997, τ. Α΄) επεκτείνονται και έχουν ανάλογη εφαρμογή στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου που υπηρετεί στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ (παρ. 1).

Η κατάταξη στα μισθολογικά κλιμάκια του Ν. 2470/1997 θα γίνει με βάση τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται κατά την αρχική πρόσληψη των υπαλλήλων αυτών ή εκείνα που απαιτήθηκαν για τυχόν ένταξή τους σε άλλη ειδικότητα και όχι με άλλα αυξημένα προσόντα που απέκτησαν κατά την περίοδο της εργασίας τους (παρ. 2).

Οι υπηρεσίες που προσφέρθηκαν σε τομείς εκτός του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ (δηλαδή οι υπηρεσίες του ιδιωτικού τομέα) δεν αναγνωρίζονται για τη μισθολογική εξέλιξη (Μ.Κ. και χρονοεπίδομα) των παραπάνω υπαλλήλων (παρ. 3). Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και το επίδομα αδείας, καθώς και η ωριαία αμοιβή για υπερωριακή εργασία, θα υπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 18 αντίστοιχα (παρ. 4).

Από τις διατάξεις τις ανωτέρω αποφάσεως, που κατά την παρ. 5 αυτής ισχύει από 1-1-1997, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, ιδία δε τις διατάξεις των άρθρων 2 (μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων), 3 (μισθολογικά κλιμάκια), 4 (μισθολογικά κλιμάκια εισόδου στην υπηρεσία), 5 (χρόνος μισθολογικής εξέλιξης), 6 (τρόπος μισθολογικής εξέλιξης), 7 (τακτικές αποδοχές μ.κ.), 8 (τακτικά επιδόματα), 9 ( επίδομα εορτών και αδείας), 10 (διατηρούμενα επιδόματα πέραν των ανωτέρω επιδομάτων και παροχών, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος, κατά την έναρξη ισχύος με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά ή χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος), 17 (υπηρεσία για μισθολογική εξέλιξη), 18 (υπερωριακή εργασία), 29 (διασφάλιση αποδοχών - σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού (2470/1997) προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μικρότερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά την έναρξη της ισχύος του, η τυχόν διαφορά διατηρείται ως προσωπική μέχρι την κάλυψή της από οποιαδήποτε αύξηση των νέων αποδοχών) και 31 περίπτ.

η΄ (από την έναρξη της ισχύος του παρόντος καταργείται κάθε άλλη γενικής ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν) προκύπτει ότι, από 1-1-1997, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 24 του Ν.2470/1997, η μισθολογική εξέλιξη των συνδεομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ, κλπ.

διέπεται από το μισθολογικό καθεστώς του ν.2470/1997, από το εν λόγω δε καθεστώς διέπεται και η μισθολογική εξέλιξη του προσωπικού που μεταφέρθηκε από την πρώην εταιρεία "Αερολιμήν Αθηνών ΑΕ" στην ΥΠΑ με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 2338/1995 από του ως άνω χρόνου σύμφωνα με την πιο πάνω κοινή Υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε εντός της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 24 του ν.24770/1997, λόγω αντιστοιχίας των πιο πάνω μισθολογίων.

Εξάλλου, στο άρθρο 20 του ν. 2515/1997 "Άσκηση επαγγέλματος Λογιστή Φοροτεχνικού, λειτουργία Σώματος Ορκωτών εκτιμητών (Σ.Ο.Ε.) και άλλες διατάξεις", που δημοσιεύθηκε στις 25-7-1997, ορίζεται ότι: "Οι μεταταγέντες ή μετατασσόμενοι με βάση την καταργούμενη με την παρ. 1 διάταξη, καθώς και με βάση τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2414/1996, του ν. 2436/1996 και του άρθρου 13 του ν. 2367/1995, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 του ν. 2446/1996, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας, ανάλογα με τα τυπικά προσόντα και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας στο οικείο νομικό πρόσωπο.

Τυχόν επιπλέον τακτικές αποδοχές διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται με οποιαδήποτε αύξηση των αποδοχών ή απολαβών από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται μέχρι πλήρους εξισώσεώς τους με τις αποδοχές της νέας θέσης. Ως τακτικές αποδοχές για εφαρμογή της διάταξης αυτής θεωρούνται ο βασικός μισθός, το χρονοεπίδομα (τριετίες, πολυετίες) και η Α.Τ.Α." και στην παρ. 5 ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις της παρ. 3 ισχύουν και για όλους τους υπαλλήλους που μεταφέρονται ή μετατάσσονται, ως και αυτούς που έχουν μεταφερθεί ή μεταταγεί στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και μισθοδοτούνται με τις αποδοχές της θέσης από την οποία προέρχονται".

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 5 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180/9-9-1999) ορίσθηκε ότι "οι μετατασσόμενοι (σε θέση νομαρχιακής αυτοδιοίκησης) διατηρούν σε κάθε περίπτωση ως προσωπική διαφορά τα τυχόν επιδόματα που ελάμβαναν κατά τη μετάταξή τους από την υπηρεσία στην οποία ανήκουν οργανικά ή άλλες επιπλέον τακτικές αποδοχές", ενώ με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 9 του ν. 2768/1999 (ΦΕΚ 273/8-12-1999) ορίσθηκε ότι "η διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 22 του ν. 2738/1999 έχει εφαρμογή από την έναρξη της ισχύος της και για το προσωπικό της πρώην εταιρείας "Αερολιμήν Αθηνών ΑΕ" που μεταφέρθηκε στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α.)με τη διάταξη του άρθρου δευτέρου του ν. 2338/1995 με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29 του ν. 2470/1997".- Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι, στις 15-10-1980, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθη ο αναιρεσίβλητος, ως διπλωματούχος αρχιτέκτονας μηχανικός, από την εταιρεία "Αερολιμήν Αθηνών ΑΕ", στην οποία και προσέφερε τις υπηρεσίες του μέχρι την κατά την 30-6-1996 επελθούσα λύση αυτής, κατ' επιταγή της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 2338/1995, ότι με βάση την Δ9/Β/35015/9768/6-9-96 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών ο αναιρεσίβλητος τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της ΥΠΑ, ότι ο αναιρεσίβλητος και μετά την μεταφορά του στην ΥΠΑ δικαιούται τις αποδοχές και τα επιδόματα που ελάμβανε κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο της μεταφοράς (30-6-1996), όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί με βάση είτε τις διατάξεις του Κανονισμού Μισθολογίου της εταιρείας "Αερολιμήν Αθηνών ΑΕ",είτε τις τυχόν εφαρμοζόμενες Κλαδικές Συλλογικές Συμβάσεις.

Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου επιδικάσθηκαν στον αναιρεσίβλητο για διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-1997 μέχρι 31-12-1999 τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά (για το χρονικό διάστημα από 1-7-1996 μέχρι 31-12-1996 το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου έχουν υποπέσει σε παραγραφή).

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τους άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνες, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, οι αποδοχές του αναιρεσιβλήτου ρυθμίζονται μεν από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 κλπ, υπό την προϋπόθεση όμως σε κάθε περίπτωση της διατηρήσεως του ύψους των αποδοχών του κατά το χρόνο της αναγκαστικής μετατάξεως του (30-6-1996) και της μη μειώσεως αυτών, έως την εξίσωσή τους με τις προβλεπόμενες από τους άνω νόμους, η δε ρύθμιση αυτή ως αποτελέσασα, κατά το νόμον, όρον της ατομικής του συμβάσεως εργασίας υπερισχύει κάθε άλλης δυσμενεστέρας με αυτόν διάταξης και συνεπώς υπερισχύει και της επιφερούσης μείωση των αποδοχών του ως άνω διάταξης του άρθρου 20 του ν. 2515/1997.

Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίου προβάλλεται η παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 5 του ν. 2515/1997, 2 παρ. 2 του ν. 2338/1995, 1 επ. του ν. 2470/1997 και της κ.υ.α. 2026439/3480/0022/1997, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Με το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού" ορίζεται ότι: "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της" και με το άρθρο 91 ότι "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η επιδίωξη αυτής.

Προκειμένου όμως περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα τελωνεία η παραγραφή αρχίζει από της βεβαιώσεως αυτών". Το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι, οι αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 μέχρι 22-12-1997 , δεν έχουν υποκύψει σε παραγραφή, γιατί από το τέλος του έτους κατά το οποίο ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους μέχρι την άσκηση της αγωγής (22-12-1999) δεν είχε παρέλθει διετία.

Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, προβάλλεται η αιτίαση της δια της κρίσεως αυτής παραβιάσεως των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 του ν.δ. 2362/1996, καθόσον κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος, η παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων του αντιδίκου άρχισε, όχι από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν, αλλά από της γενέσεως κάθε μιας περιοδικής από αυτές παροχής και δη από το τέλος κάθε μήνα από του οποίου ήταν καταβλητέες.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως και το δι' αυτού αγόμενο προς κρίση ζήτημα, του εάν δηλαδή η παραγραφή των άνω αξιώσεων αρχίζει από του χρόνου γενέσεως της κάθε μιας περιοδικής από αυτές, ή από του τέλους του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες, ως όριζαν οι αντίστοιχες διατάξεις του προϊσχύσαντος ν.δ. 321/1969, των οποίων μη επιτυχή γραμματική αναδιατύπωση συνιστούν οι παραπάνω, δημιουργεί τοιούτον (ζήτημα) γενικοτέρου ενδιαφέροντος, αφού αφορά την παραγραφή των αξιώσεων του συνόλου των ρηθεισών κατηγοριών υπαλλήλων του Δημοσίου από τις άνω αιτίες.

Πρέπει επομένως ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2β΄ Κ.Πολ.Δ. στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως. Και

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος του.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ