Legislator Case Law & Legislation
1687/2025 AI generated

Supreme Court suspends appeal hearing pending Full Bench ruling on unjust enrichment and mitigation of damages.

Case Number 1687/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court suspended the appeal hearing regarding a dispute over milk supply contracts and unjust enrichment. The parties argued over whether the plaintiff should receive additional compensation for costs saved by the defendant due to the defendant's wrongful conduct. The court deferred the decision to the Full Bench to ensure uniformity and prevent contradictory rulings on the critical legal issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904 § 1 and 938 of the Civil Code; The court must suspend proceedings when a critical legal issue regarding unjust enrichment or mitigation of damages is referred to the Full Bench to ensure uniformity and avoid contradictory decisions.

Keywords

AI generated
unjust enrichment mitigation of damages suspension of proceedings Full Bench referral uniformity of jurisprudence appellate suspension contractual dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 904 § 1 of the Civil Code
Article 938 of the Civil Code
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 249 of the Code of Civil Procedure
Article 336 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 564 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 569 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 432/2025 of the A3 Section of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1687 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1687/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Τ. και ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στο Λουτρό Ελασσόνας, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δάφνη Κουτσούκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΓΕ Ελλάδας Βιομηχανία Γάλακτος Μονοπρόσωπη Α.Ε." (πρώην ΦΑΓΕ Βιομηχανία Επεξεργασίας Γάλακτος Ανώνυμη Εταιρεία), που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Λινάρδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02-11-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10944/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 4120/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 01-11-2023 αίτησή της και τους από 17-02-2025 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 1-11-2023 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Τ. και ΣΙΑ Ο.Ε." για την αναίρεση της υπ'αριθ. 4120/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δημοσιεύθηκε την 1-9-2023, ενώ η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 2-11-2023 μαζί με το νόμιμο παράβολο των 450 ευρώ (άρθ. 495, 552, 553, 556,558, 564 § 3 ΚΠολΔ).

Επομένως είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσείουσα με το από 17-2-2025 δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του δικαστηρίου τούτου αυθημερόν και επέδωσε νομότυπα στην αναιρεσίβλητη στις 20-2-2025 (άρθ. 569 § 2 ΚΠολΔ), άσκησε πρόσθετους λόγους αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης απόφασης.

Οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω μαζί με την αίτηση αναίρεσης ως έχοντες παρακολουθηματικό χαρακτήρα έναντι αυτής. Από τις διατάξεις των άρθρων 904 § 1 εδ. α' Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, και 938 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σε αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί, προκύπτει ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ.

Α.Κ. Για να τύχουν εφαρμογής οι προπαρατεθείσες διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής, πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή κατ' άρθρο 937 Α.Κ. και να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 755/2021, ΑΠ 359/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 1702/2024). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η συνεκδίκαση μπορεί να διαταχθεί και όταν η συνεκδικαστέα διαφορά έχει εγγραφεί στο πινάκιο άλλης δικασίμου και δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση επ'αυτής. Στην περίπτωση αυτή η πρώτη δίκη αναβάλλεται προκειμένου να συνεκδικαστεί με τη δεύτερη. Η εν λόγω αναβολή διατάσσεται όχι μόνο με σχετική επισημείωση στο πινάκιο, αλλά και μετά τη συζήτηση της πρώτης διαφοράς στο ακροατήριο, με απόφαση του δικαστηρίου (ΑΠ 102/2021, ΑΠ 383/2009, ΑΠ 2089/2007, ΑΠ 1407/2000).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθ. 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί.

Από τη διατύπωση και τον σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπιστεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη, εφόσον, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, στο οποίο γίνεται ενδεικτική μνεία διατάξεων του γενικού μέρους του ΚΠολΔ που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του προαναφερόμενου σκοπού.

Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το αναιρετικό τμήμα, έχει ήδη παραπεμφθεί και εκκρεμεί στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 563 § 2 ΚΠολΔ και το άρθρο 27 § 2 του νόμου 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών κ.λπ." ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας (ΑΠ 947/2024, ΑΠ 1203/2023, ΑΠ 1085/2021, ΑΠ 391/2021, ΑΠ 347/2021, ΑΠ 452/2020, ΑΠ 1125/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 1-11-2023 αίτηση αναιρέσεως της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Τ. και ΣΙΑ Ο.Ε" και τους από 17-2-2025 πρόσθετους λόγους αυτής προσβάλλεται η υπ'αριθ. 4120/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παράλληλα, με την από 27-10-2023 αντίθετη αίτηση αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΑΓΕ Ελλάδας Βιομηχανία Γάλακτος Μονοπρόσωπη Α.Ε" και τους από 3-1-2025 πρόσθετους λόγους αυτής, στρεφόμενη κατά της ως άνω αναιρεσείουσας, προσβάλλεται η ίδια ως άνω τελεσίδικη απόφαση.

Η δεύτερη αίτηση αναίρεσης συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 10-2-2025 στο Α2 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθ. πινακ. 27 και εκδόθηκε η υπ'αριθ. 1018 /2025 μη οριστική απόφασή του με την οποία , κατ'εφαρμογή του άρθ. 249 ΚΠολΔ, αναβλήθηκε η συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για την υπόθεση, που έχει παραπεμφθεί σε αυτή με την 432/2025 απόφαση του Α3 Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα.

Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 2-11-2020 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανέφερε ότι διατηρεί γαλακτοπαραγωγική μονάδα και ότι συνήψε με την εναγόμενη-αναιρεσείουσα εταιρία τυποποίησης και εμπορίας γάλακτος συμφωνία αποκλειστικής πώλησης σε αυτήν των ποσοτήτων γάλακτος παραγωγής της, ότι ο προσδιορισμός του τιμήματος είχε ανατεθεί στην εναγόμενη και έπρεπε να γίνεται με δίκαιη κρίση βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, όμως η εναγόμενη προέβη με άλλες ομοειδείς με αυτήν επιχειρήσεις σε απαγορευμένες συμφωνίες, που είχαν ως αντικείμενο την παρακώλυση του ανταγωνισμού μέσω του καθορισμού χαμηλών τιμών αγοράς του γάλακτος από τους προμηθευτές, και σε εφαρμογή των συμφωνιών αυτών κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάιο 2004 έως τον Αύγουστο 2007 προσδιόριζε το τίμημα του γάλακτος, που αγόραζε από την ενάγουσα, στη χαμηλή τιμή των 0,362 ευρώ ανά κιλό κατά μέσο όρο, ενώ έπρεπε κατά δίκαιη κρίση να το προσδιορίζει σε 0,45, άλλως 0,40 ευρώ ανά κιλό.

Ζήτησε δε, όπως παραδεκτώς μετέτρεψε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει 185.888,05, άλλως 79.927,60 ευρώ, ως αποζημίωση για την παράνομη και υπαίτια πράξη της, συνιστάμενη σε παράβαση των διατάξεων που απαγορεύουν τις συμφωνίες και την εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ επιχειρήσεων που έχουν ως αποτέλεσμα την παρακώλυση του ανταγωνισμού, άλλως λόγω καταχρηστικής εκμετάλλευσης της δεσπόζουσας θέσης της μέσω εξαναγκασμού για τον καθορισμό των τιμών αγοράς, άλλως λόγω καταχρηστικής εκμετάλλευσης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης μεταξύ των διαδίκων, άλλως επειδή με την ανωτέρω συμπεριφορά της ζημίωσε με πρόθεση την ενάγουσα κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, άλλως επικουρικώς, σε περίπτωση κατά την οποία ήθελε κριθεί ότι η αξίωση της ενάγουσας από αδικοπραξία υπέπεσε σε παραγραφή, λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού της της εναγόμενης.

Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και αναγνωρίστηκε ότι η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα 79.927,60 ευρώ νομιμοτόκως.

Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη άσκησε την απο 28-11-2022 έφεση και η ενάγουσα την απο 20-12-2022 αντέφεση, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και απορρίφθηκαν με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθ. 4120/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα εταιρεία, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα εκτεινόμενο από τον Μάιο του έτους 2004 έως 31-8-2007, διατηρούσε μονάδες εκτροφής 100 περίπου γαλακτοπαραγωγικών αγελάδων στην περιοχή Λουτρό Ελασσόνας.

Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία και ήδη εκκαλούσα - αντεφεσίβλητη, κατά τον ίδιο χρόνο, δραστηριοποιείτο επιχειρηματικά στον τομέα της παραγωγής και διαθέσεως στην ελληνική αγορά φρέσκου παστεριωμένου γάλακτος και εν γένει γαλακτοκομικών και τυροκομικών προϊόντων. Δυνάμει μερικότερων διαδοχικών ατύπων ατομικών συμβάσεων πώλησης άλλως αποκλειστικής προμήθειας γάλακτος, αορίστου χρόνου, οι οποίες καταρτίσθηκαν μεταξύ της ενάγουσας εταιρείας και της ανωτέρω εναγόμενης εταιρείας, η ενάγουσα ως γαλακτοπαραγωγός ανέλαβε την ενοχική υποχρέωση να πωλεί και να παραδίδει αποκλειστικά στην εναγομένη, το παραγόμενο στη μονάδα εκτροφής της αγελαδινό γάλα.

Ειδικότερα η ενάγουσα παραγωγός γάλακτος, προς εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων που είχε αναλάβει έναντι της εναγομένης εκκαλούσας- αντεφεσίβλητης, συνέλεγε και διατηρούσε το παραγόμενο από τις αγελάδες της γάλα σε παγολεκάνες, τις οποίες της προμήθευε η εναγομένη εταιρεία, η δε τελευταία, παραλάμβανε τις παραδιδόμενες από αυτήν (ενάγουσα) ποσότητες γάλακτος, με δικό της όχημα, καθημερινά, αφού προηγούμενα υπάλληλοι αυτής ελάμβαναν δείγμα του πωληθέντος γάλακτος.

Κατά την παραλαβή εκάστης ποσότητας γάλακτος, ο οδηγός του οχήματος της εναγομένης, ενεργών ως βοηθός εκπληρώσεως εξέδιδε δελτίο αποστολής και στο τέλος κάθε μήνα η ενάγουσα εξέδιδε το αντίστοιχο τιμολόγιο πώλησης για τη συνολική ποσότητα του πωληθέντος γάλακτος για την οποία και εξεδίδετο το αντίστοιχο τιμολόγιο πωλήσεως, το οποίο η εναγομένη εξοφλούσε αμέσως.

Η τιμή πωλήσεως ( το τίμημα) των παραδιδομένων ποσοτήτων γάλακτος από την ενάγουσα στην εναγομένη, δεν καθορίσθηκε επαρκώς και εξ αρχής από τους συμβαλλομένους (fixed price), αλλά ο προσδιορισμός αυτής ανατέθηκε στην εναγομένη εκκαλούσα - αντεφεσίβλητη εταιρεία, η οποία οφείλε να προσδιορίσει την τελική τιμή της αγοράς του πωλούμενου γάλακτος από την ενάγουσα λαμβάνοντας ως δεδομένη μια βασική τιμή, η οποία ήταν διαφορετική ανά περιοχή, με συνεκτίμηση των κάτωθι παραγόντων:

α) της ποιότητας του γάλακτος, β) της παραδιδόμενης ποσότητας, γ) της αποστάσεως της μονάδας από τον σταθμό συγκεντρώσεως γάλακτος, δ) του μεγέθους της κτηνοτροφικής μονάδας, ε) των προοπτικών αναπτύξεως της μονάδας και στ) της εποχικότητος. Καθ' όσον αφορά στον καθορισμό της ποιότητας του γάλακτος, κρίσιμα στοιχεία αποτελούσαν η περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες και λίπη, η μικροβιολογική κατάσταση και τα περιεχόμενα στο γάλα σωματικά κύτταρα.

Για την παρακολούθηση των ανωτέρω στοιχείων, η εναγομένη εκκαλούσα - αντεφεσίβλητη προέβαινε σε τακτικές δειγματοληψίες από τις μονάδες των συνεργαζομένων κτηνοτροφών, μεταξύ αυτών και της ενάγουσας και βάσει των αποτελεσμάτων αυτών, χωρούσε ο καθορισμός της τελικής τιμής. Ειδικότερα, η εναγόμενη ήδη προ της ενάρξεως της συνεργασίας της με την ενάγουσα και δη ήδη από το έτος 1997, τηρούσε συγκεκριμένη σύνθετη διαδικασία, την οποία κατονόμαζε ως "Διαδικασία Αξιολογήσεως Προμηθευτών Διασφαλίσεως Ποιότητας" και η οποία, όπως η ίδια εκθέτει, είχε ενταχθεί στο σύστημα διασφαλίσεως ποιότητας (ISO).

Κατά τη διαδικασία αυτή, η εφαρμογή της οποίας ήταν γνωστή στην ενάγουσα παραγωγό, η τελική τιμή πωλήσεως του παραγόμενου γάλακτος αποτελούσε συνάρτηση της βασικής τιμής και της περιεκτικότητας του γάλακτος σε λίπος, αντιβιοτικά και νερό, πλέον του αναλογούντος "πριμ ποσότητας", το οποίο διαφοροποιείτο αναλόγως της παραδιδομένης από τον παραγωγό ποσότητας, πλέον του αναλογούντος "πριμ ποιότητας", το οποίο με τη σειρά του διαμορφώνετο αναλόγως με την περιεκτικότητα σε Ο.Μ.Χ. (Ολική Μικροβιακή Χλωρίδα), Σ.Κ. (Σωματικά Κύτταρα) και αντιβιοτικά, σε συνάρτηση και με το Σ.Π. (Σημείο Πήξεως).

Ειδικότερα, όπως αναφέρει η εναγομένη στη σελίδα 27 και 28 των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου επαναφέροντας τους αντίστοιχους ισχυρισμούς που είχε προτείνει και πρωτοδίκως: α) στην "Ποιότητα ΑΑ" κατέτασσε το γάλα, το οποίο πληρούσε τις εξής προδιαγραφές: Ο.Μ.Χ. <50.000, Σ.Κ. <200.000, μηδενικά αντιβιοτικά και νερό, β) στην "Ποιότητα Α" κατέτασσε το γάλα, το οποίο πληρούσε τις εξής προδιαγραφές:

Ο.Μ.Χ. <100.000, Σ.Κ. <400.000, μηδενικά αντιβιοτικά και νερό, γ) στην "Ποιότητα Β " κατέτασσε το γάλα, το οποίο πληρούσε τις εξής προδιαγραφές : Ο.Μ.Χ. > 100.000, Σ.Κ. > 400.000, μηδενικά αντιβιοτικά και νερό, και δ) στην "Ποιότητα Γ" κατέτασσε τις λοιπές ποσότητες γάλακτος. Το "πριμ ποιότητος" διαμορφώνετο ως εξής: α) για την κατηγορία ΑΑ, + 20 Δραχμές/κιλό, β) για την κατηγορία Α, + 10 Δραχμές/κιλό, γ) για την κατηγορία Β, + 5 Δραχμές/κιλό και δ ) για την κατηγορία Γ, μηδενικό πριμ.

Το "πριμ ποσότητας " διαμορφώνετο ως εξής: α) για ποσότητα έως 1.500 κιλά, μηδέν, β) για ποσότητα από 1.501 έως 3.000 κιλά, μηδέν, γ) για ποσότητα από 3.001 κιλά έως 6.000 κιλά, μηδέν, δ) για ποσότητα 6.001 έως 12.000 κιλά, 2 Δραχμές/κιλό, ε) για ποσότητα 12.001 έως 24.000 κιλά, 4 Δραχμές/κιλό, στ) για ποσότητα 24.001 έως 36.000 κιλά, 6 Δραχμές/κιλό, ζ) για ποσότητα από 36.001 έως 60.000 κιλά, 9 Δραχμές/κιλό, η) για ποσότητα 60.001 έως 100.000 κιλά, 12 Δραχμές/κιλό και θ) για ποσότητα άνω των 100.000 κιλών, 15 Δραχμές/κιλό.

Περαιτέρω, προβλέποντο οι εξής ποινές: α) "Ποινή Αντιβιοτικών": ανεξαρτήτως συνθέσεως ή άλλων χαρακτηριστικών, όταν το γάλα κατατάσσετο στην κατηγορία (Γ). Εάν εντοπίζετο δεύτερη φορά με αντιβίωση, χωρούσε αφαίρεση 5 Δραχμών/κιλό για τη συγκεκριμένη ποσότητα, εάν εντοπίζετο τρίτη φορά με αντιβίωση, χωρούσε αφαίρεση 5 Δραχμών/κιλό για ολόκληρο την ποσότητα του μηνάς, ενώ εάν εντοπίζετο αντιβίωση για τέταρτη φορά εντός τριών μηνών, χωρούσε διακοπή συνεργασίας με το συγκεκριμένο παραγωγό και β) "Ποινή Νερού":

ποσότητα νερού = <4,5%, ανεξαρτήτως συνθέσεως ή άλλων χαρακτηριστικών, όταν το γάλα κατατάσσετο στην κατηγορία (Γ). Εάν εντοπίζετο δεύτερη φορά με νερό, χωρούσε αφαίρεση 2 Δραχμών/κιλό για τη συγκεκριμένη ποσότητα, εάν εντοπίζετο τρίτη φορά με νερό, χωρούσε αφαίρεση 2 Δραχμών/κιλό για ολόκληρη την ποσότητα του μηνάς, ενώ εάν εντοπίζετο νερό για τέταρτη φορά εντός δύο μηνών, χωρούσε διακοπή συνεργασίας με το συγκεκριμένο παραγωγό.

Καθ' όσον αφορά στο λίπος, αυτό υπολογίζετο αναλόγως της λιποπεριεκτικότητος ως εξής: α) < 3,5 = -1 Δραχμή/0,1%- λίπος, β) 3,5 - 3,7 = 0 Δραχμές και γ) > 3,7 = + 1 Δραχμή/0,1% λίπος. Τέλος η Βασική Τιμή του πωλούμενού γάλακτος υπολογίζετο βάσει του τύπου: X Δραχμές/κιλό και η (τελική) Τιμή βάσει του τύπου: Βασική Τιμή + Λίπος + Πριμ Ποσότητας + Πριμ Ποιότητας - Ποινή Αντιβιοτικών + - Ποινή Νερού.

Το σύστημα αυτό για τον καθορισμό του τιμήματος του πωλούμενου γάλακτος εφάρμοσε η εναγομένη και στην περίπτωση της ενάγουσας όπως η ίδια εκθέτει στις προτάσεις της. Τα εν λόγω κριτήρια για τον καθορισμό της τιμής του πωλούμενου γάλακτος (της Βασικής Τιμής λαμβανομένης υπόψη της λιποπεριεκτικότητος, της ποιότητας, της ποσότητας και των ποινών αντιβιοτικών ή νερού) είναι μεν αντικειμενικά, πλην όμως δεν καθιστούν την παροχή (το οφειλόμενο τίμημα) της αγοράστριας εναγομένης ορισμένη, ούτε η ανεύρεση αυτής ήταν ένας απλός μαθηματικός υπολογισμός, όπως υπολαμβάνει η εναγομένη με τον τέταρτο λόγο της ένδικης εφέσεώς της, διότι αυτά (κριτήρια), αποτελούσαν παραμέτρους καθορισμού της τελικής τιμής, η οποία τελική τιμή δεν ηδύνατο να είναι γνωστή εξ αρχής, αλλά ούτε και εκ των προτέρων προσδιορίσιμη από την ενάγουσα - παραγωγό, που γνώριζε μεν, πλην όμως εξ αντικειμένου δεν ήταν σε θέση να ελέγχει τους όρους ορθής εφαρμογής της προπεριγραφομένης διαδικασίας ελέγχου με δικά της μέσα για κάθε παραδιδομένη από αυτήν ποσότητα γάλακτος.

Ακριβώς δε για τον λόγο αυτό, ο προσδιορισμός της παροχής της εναγομένης (ήτοι του τιμήματος) ανατέθηκε εκ των πραγμάτων σε αυτή, και δεν ήταν εξ αρχής προσδιορισμένη και γνωστή, παρά τα αντίθετα επιχειρήματα του τέταρτου λόγου έφεσης. Μάλιστα ακόμη και η βασική τιμή του γάλακτος δεν ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας των διαδίκων, αλλά και αυτή (βασική τιμή) επί της οποίας υπολογίζονταν τα ανωτέρω ποσοστά, είχε αφεθεί στην δίκαιη κρίση της εναγομένης εκκαλούσας.

Τούτο αποδεικνύεται από την μαρτυρική κατάθεση της Α. Κ., συζύγου του διαχειριστή της ομορρύθμου ενάγουσας εταιρείας, η οποία στην υπ αριθμόν ....2021 ένορκη βεβαίωσή της κατέθεσε σχετικά "...Δεν συμφωνήθηκε κάποια σταθερή τιμή ανά κιλό, αλλά αφέθηκε στη ΦΑΓΕ να προσδιορίσει την τιμή, λαμβάνοντας υπόψη κάποια κριτήρια, όπως μεταξύ άλλων ήταν η ποιότητα και η ποσότητα γάλακτος και οι συνθήκες ανταγωνισμού, όπως η ζήτηση του γάλακτος και οι ανάγκες κάλυψης των καταναλωτών".

Συναφής κατά περιεχόμενο είναι και η μαρτυρία του μάρτυρα Α. Σ., η οποία περιλαμβάνεται στην υπ' αριθμόν ...-2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κοζάνης κατά την σαφή κατάθεση του οποίου "...Ήρθε ο Διευθυντής ( νοείται της εναγομένης) στο χωριό, είδε τις εγκαταστάσεις και συμφώνησε να αγοράσει γάλα η ΦΑΓΕ .

Την τιμή αγοράς επιφυλάχθηκε να ορίσει η ΦΑΓΕ με το πρώτο τιμολόγιο που εκδόθηκε 10 ημέρες μετά τη λήξη του μήνα". Κατόπιν τούτων αποδεικνύεται ότι ο προσδιορισμός της τελικής τιμής αγοράς του γάλακτος αφέθηκε στην εναγόμενη εκκαλούσα- αντεφεσίβλητη, όχι όμως στην απόλυτη κρίση της, όπως καταδεικνύει η ύπαρξη των ανωτέρω παραμέτρων καθορισμού της, τα οποία γνωστοποιούνταν στους συνεργαζομένους παραγωγούς, άρα και στην ενάγουσα - παραγωγό.

Κατά συνέπεια, η εναγόμενη όφειλε να προβεί σε καθορισμό της τιμής αγοράς των παραδιδομένων ποσοτήτων γάλακτος "κατά δικαία κρίση" (κατ' άρθρο 371 ΑΚ), λαμβάνουσα προσθέτως υπόψη, πέραν των ως άνω παραμέτρων, το σκοπό της συμβάσεως, ο οποίος συνίστατο στην αποκομιδή εύλογου κέρδους δι' έκαστο συμβαλλόμενο μέρος, δεδομένου ότι επρόκειτο για σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας (σχετικά ΑΠ 403/2016 ΤΝΠ Νόμος).

Ο υποστηρίζων τα αντίθετα τέταρτος λόγος εφέσεως περί του ότι υπήρχε εκ των προτέρων γνωστό συμφωνηθέν τίμημα (361 ΑΚ) πώλησης και αγοράς γάλακτος μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης και δεν είχε ανατεθεί ο προσδιορισμός της τελικής τιμής γάλακτος μονομερώς στην εναγομένη , δεν παρίσταται βάσιμος και ως εκ τούτου τυγχάνει απορριπτέος κατά το μέρος αυτό.

Περαιτέρω, απεδείχθη ότι καθόλη τη διάρκεια συνεργασίας των διαδίκων που ενδιαφέρει εν προκειμένω (χρονικό διάστημα από Μάιο του 2004 έως Αύγουστο 2007), η εναγόμενη αγόραζε από την ενάγουσα - γαλακτοπαραγωγό το αγελαδινό γάλα κατά μέσο όρο με τιμή 0,3636 ευρώ ανά κιλό. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την κατάσταση του ΕΛΓΟ Δ. ( πρώην ΕΛΟΓ), που προσαρτάται στην αγωγή, όπου οι τιμές που καταγράφονται σε αυτήν δεν αμφισβητήθηκαν ειδικώς από την εναγόμενη (261ΚΠολΔ) αλλά και από τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα τιμολόγια πώλησης, η τιμή που αγόραζε η εναγομένη από την ενάγουσα εταιρεία το παραγόμενο από την μονάδα της γάλα κυμαινόταν στα ακόλουθα ποσά :

κατά το έτος 2004 η τιμή κυμαινόταν ανά κιλό μεταξύ 0,3633 λεπτά ευρώ έως 0,3726 λεπτά ευρώ, το έτος 2005 μεταξύ 0,351 λεπτά ευρώ έως 0,3757 λεπτά ευρώ, το έτος 2006 μεταξύ 0,339 λεπτά ευρώ έως 0,36 λεπτά ευρώ, ενώ κατά το έτος 2007 και μέχρι και τον Απρίλιο του 2007 η τιμή ανερχόταν σε 0,36 λεπτά ευρώ και μόνο μετά τον Μάιο του 2007 άρχισε να αυξάνεται σε 0,37 λεπτά ευρώ, σε 0,385 λεπτά ευρώ τον Ιούνιο του 2007, σε 0,395 λεπτά ευρώ τον Ιούλιο του 2007 και σε 0,415 λεπτά ευρώ τον Αύγουστο του 2007.

Από τη συγκριτική επισκόπηση της μέση τιμής πωλήσεως γάλακτος, την οποία όριζε κατά τα ανωτέρω η εναγόμενη, προκύπτει ότι αυτή ( τιμή πώλησης) με την πάροδο των ετών αντί να αυξάνεται όπως είναι λογικό και αναμενόμενο σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες της αγοράς, αφού με την πάροδο των ετών συνήθως αναβιβάζεται το κόστος παραγωγής των προϊόντων, αυτή ( η τιμή πώλησης) δεν εμφάνιζε αύξηση, αλλά αντιθέτως μάλιστα εμφάνισε πτώση κατά το έτος 2006 και τις αρχές του 2007 σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη (2004 και 2005), δίχως να προκύπτει ότι υπήρχαν αποκλίσεις στην ποιότητα και τη σύνθεση του παραχθέντος γάλακτος που να δικαιολογούν μείωση της τιμής , ενώ από τα μέσα του έτους 2007, οπότε και αποκαλύφθηκε η απαγορευμένη σύμπραξη γαλακτοβιομηχανιών (" καρτέλ γάλακτος") στην οποία συμπεριλαμβάνετο και η εναγομένη κατά τα ειδικότερα κατωτέρω αναφερόμενα , η τιμή αγοράς γάλακτος άρχισε να παρουσιάζει ανοδικές τάσεις.

Ειδικότερα από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, προέκυψε ότι η εναγόμενη, ήδη από το έτος 2004, συμμετείχε σε οριζόντια συμφωνία με άλλες γαλακτοβιομηχανίες με σκοπό τον κοινό καθορισμό των τιμών αγοράς του γάλακτος από τους γαλακτοπαραγωγούς και την κατανομή μεταξύ τους των περιοχών εφοδιασμού αγελαδινού γάλακτος ανά την Ελλάδα, έτσι ώστε, αφενός να συμπιέσουν στο κατώτατο δυνατό επίπεδο την τιμή παραγωγού, που δεν αντιστοιχούσε σε αυτά που θα διαμορφώνονταν αν λειτουργούσαν οι κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού, αφετέρου να καταστήσουν αδύνατη τη μετακίνηση από τη μία γαλακτοβιομηχανία στην άλλη των κτηνοτροφών που επιθυμούσαν να αναζητήσουν καλύτερες τιμές.

Συγκεκριμένα από τον Ιούνιο του 2005 διαβιβάστηκαν στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού [Γ.Δ.Α.] δελτία τύπου σχετικά με διαμαρτυρίες αγελαδοτρόφων, καταναλωτών, καθώς και πλήθος κοινοβουλευτικών ερωτήσεων σχετικά με πιθανές στρεβλώσεις στην αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων (διαμόρφωση τιμών από τον παραγωγό μέχρι τον καταναλωτή).

Κατόπιν τούτου η Γ.Δ.Α. ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2006 διαδικασία αυτεπάγγελτης έρευνας σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνταν στην παραγωγή και εμπορία γαλακτοκομικών προϊόντων, με στόχο τη διερεύνηση τυχόν παραβάσεων των άρθρων 1 και 2 του ν. 703/1977 και 101 και 102 ΣΛΕΕ (πρώην 81 και 82 της ΣυνθΕΚ) στους τομείς της παραγωγής νωπού γάλακτος και της χονδρικής και λιανικής πώλησης γαλακτοκομικών προϊόντων με πρώτη ύλη το αγελαδινό γάλα, μετά το τέλος της οποίας συνέταξε την υπ' αρ. 8218/15.12.2006 εισήγηση.

Με βάση αυτή και τα στοιχεία που προέκυψαν από την ανωτέρω έρευνα, καθώς και την ενώπιον της ακροαματική διαδικασία, η Επιτροπή Ανταγωνισμού εξέδωσε την υπ' αριθ. 369/V/2007 απόφαση της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού που δημοσιεύτηκε στο Τεύχος Β' του ΦΕΚ 177/6.2.2008 και επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 1682/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, αφενός η ύπαρξη οριζόντιας συμφωνίας που έλαβε χώρα το έτος 2004, μεταξύ της εναγομένης εταιρείας " ΦΑΓΕ" και των γαλακτοβιομηχανιών " VIVARTIA ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΪΌΝΤΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΣΤΙΑΣΗΣ", "ΓΑΛΑΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΛΑΡΙΣΗΣ Α.Ε.

ΟΛΥΜΠΟΣ ", "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ - ΜΕΒΓΑΛ Α.Ε." και "ΝΕΣΤΛΕ ΕΛΛΑΣ Α.Ε." περί συγκράτησης και μείωσης των τιμών αγοράς του νωπού γάλακτος από τους παραγωγούς - κτηνοτρόφους και αποφυγής - περιορισμού των μετακινήσεων των παραγωγών μεταξύ των γαλακτοβιομηχανιών, κατά παράβαση των άρθρων 1 ν. 703/1977 και 101 ΣΛΕΕ (πρώην 81 ΣυνθΕΚ) και αφετέρου ο καθορισμός, ήδη από το 2001, από τον Σ.Ε.Β.ΓΑ.Π. (Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων) με απόφαση του δεσμευτική για τα μέλη του - μεταξύ των οποίων και η εναγομένη κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του Καταστατικού του, ανώτατων και κατώτατων τιμών αγοράς του αγελαδινού γάλακτος, με την ανταλλαγή τιμοκαταλόγων μεταξύ ανταγωνιστριών επιχειρήσεων.

Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι εκπρόσωποι των ανωτέρω ειδικώς μνημονευομένων εταιρειών και δη οι διευθυντές ζώνης γάλακτος των εν λόγω εταιρειών, οι οποίες, κατά την επίδικη περίοδο απορροφούσαν ποσοστό 56,98% έως 70,49% της, συνολικά στην Ελλάδα, παραγόμενης ποσότητας αγελαδινού γάλακτος, σε συνάντηση την 31-5-2004 στο ξενοδοχείο ΔΙΒΑΝΗ στην Λάρισα, αποφάσισαν μεταξύ άλλων:

α) την αποφυγή μετακίνησης των παραγωγών γάλακτος ανάμεσα στις γαλακτοβιομηχανίες, και (β) την προσπάθεια συγκράτησης των τιμών στην Ελλάδα και αντιστροφής των ανοδικών τάσεων της τιμής του αγελαδινού γάλακτος ενόψει της επιδότησης της ποσόστωσης των παραγωγών που άρχιζε το έτος 2004 και θα εξακολουθούσε μέχρι τουλάχιστον το έτος 2013 και της αναμενόμενης μείωσης των τιμών σε όλες τις χώρες της ΕΕ, προκειμένου να μην περιοριστεί η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού γάλακτος.

Παράλληλα, στην ίδια απόφαση (υπ' αριθ. 240 σκέψη της ως άνω αποφάσεως της Επιτροπής Ανταγωνισμού) έγινε δεκτό ότι τα μέλη του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (Σ.Ε.Β.ΓΑ.Π.), εντός του έτους 2001, συζήτησαν και συναποφάσισαν κατώτατες και ανώτατες τιμές περί αγελαδινού γάλακτος. Επιπλέον δε, με την ίδια ως άνω απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, (σκέψη 206) διαπιστώθηκε ότι ακόμη και πριν από τη συνάντηση την 31-5-2004 στη Λάρισα των διευθυντών γάλακτος των εταιρειών ΔΕΛΤΑ, ΦΑΓΕ, ΟΛΥΜΠΟΣ, ΜΕΒΓΑΛ και ΝΕΣΤΛΕ, αποτελούσε συνήθη πρακτική η συνάντηση μεταξύ των μεγάλων γαλακτοβιομηχανιών, με θέμα την τιμή αγοράς του γάλακτος και την αποφυγή ανταγωνισμού μεταξύ τους, ο οποίος (ανταγωνισμός) οδηγούσε σε αύξηση της τιμής.

Μάλιστα, κατά τη σκέψη 208 της ίδιας απόφασης, συζητήσεις με θέμα την τιμή αγοράς και αποφάσεις για το θέμα αυτό λαμβάνονταν και στα πλαίσια του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (ΣΕΒΓΑΠ). Για τη συμμετοχή της εναγομένης στην ως άνω συμφωνία - σύμπραξη επιβλήθηκε σε αυτήν από την Επιτροπή Ανταγωνισμού πρόστιμο ύψους 9.130.320 ευρώ, το οποίο κατόπιν άσκησης εκ μέρους της προσφυγής κατά της εν λόγω απόφασης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, μειώθηκε με την υπ' αριθμ. 1616/2009 απόφαση του στο ποσό των 6.086.880 ευρώ , η δε απόφαση αυτή του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών επικυρώθηκε και από το ΣτΕ με την υπ' αριθ. 2365/2013 απόφασή του.

Και είναι μεν αληθές ότι με την εν λόγω απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού (σκέψη 230), κρίθηκε ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα, εάν και σε ποιο βαθμό υλοποιήθηκε η ανωτέρω συμφωνία της Λάρισας σχετικά με τη συγκράτηση - μείωση των τιμών αγοράς γάλακτος από τις εμπλεκόμενες γαλακτοβιομηχανίες, δεδομένου ότι, πάντα κατά το σκεπτικό της απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού, οι όποιες μαρτυρικές καταθέσεις εδόθησαν ενώπιον της ήταν τελείως αποσπασματικές και δεν παρείχαν πλήρη απόδειξη για το εάν η όποια συγκράτηση ή μείωση της τιμής του νωπού γάλακτος, οφείλονταν αποκλειστικά ή σε κάποιο βαθμό στη συμφωνία της Λάρισας και όχι σε (ή και σε) άλλα γεγονότα, όπως η εποχικότητα και η αύξηση της ποσόστωσης του αγελαδινού γάλακτος, το Δικαστήριο όμως τούτο σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην οικεία υπό στοιχεία III νομική σκέψη δεν δεσμεύεται από την κρίση αυτή παρότι το σκεπτικό της ως άνω απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού επικυρώθηκε κατόπιν ασκήσεως προσφυγής με την υπ' αριθμόν 1616/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και ακολούθως κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως με την υπ' αριθμόν 2365/2013 απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας, αναδυομένου μετά ταύτα δεδικασμένου κατά την ισχύσασα στον ένδικο χρόνο διάταξη του άρθρου 18 του Ν 703/1997.

Ειδικότερα το παρόν πολιτικό δικαστήριο επιλαμβανόμενο επί αγωγής αποζημιώσεως που επιστηρίζεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις δύναται στα πλαίσια του παρεμπίπτοντος ελέγχου του να ερευνήσει και να διακριβώσει αν επήλθε αλλοίωση της αγοράς από την αναμφίβολη παράνομη εναρμονισμένη πρακτική της εναγομένης εκκαλούσας μετά των λοιπών αναφερομένων εταιρειών που συνιστά αθέμιτη καρτελική σύμπραξη κατά παράβαση του άρθρου 81 ΣυνθΕΟΚ και άρθρου 1 Ν 703/1977 που ίσχυαν τον ένδικο χρόνο, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η κρίση της Επιτροπής Ανταγωνισμού επικυρώθηκε από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών αλλά και από το επιληφθέν ακολούθως Συμβούλιο της Επικράτειας.

Εξάλλου, δεν υπάρχει ούτε ταυτότητα διαδίκων μεταξύ της προαναφερόμενης διοικητικής δίκης και της παρούσας αστικής δίκης, καθόσον στη δίκη ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου και του Συμβουλίου της Επικράτειας δεν ήταν διάδικος η εδώ ενάγουσα, απαραίτητη προϋπόθεσης παραγωγής δεδικασμένου εκ της εν λόγω απόφασης κατά το άρθρο 197 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, πέραν του γεγονότος ότι αντικείμενο της δίκης εκείνης επί της οποίας εξεδόθη η ανωτέρω απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ήταν ο έλεγχος της αποφάσεως της Επιτροπής Ανταγωνισμού με την οποία έγινε δεκτό ότι η εναγόμενη παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 703/1977 και του άρθρου 81 της ΣυνΕΚ και, εκ του λόγου τούτου, της επιβλήθηκε πρόστιμο.

Συναφώς με τα ανωτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, τόσο υπό την ισχύ του άρθρου 16 του Καν. 1/2003, όσο και ακολούθως, κατά το άρθρο 9 παρ.1 της Οδηγίας 2014/104 (ήδη άρθρο 9 του Ν. 4929/2018 ο οποίος κατά τις μεταβατικές του διατάξεις δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω) αποφάσεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού, δεν δημιουργούν αρνητική δέσμευση, υπό την έννοια ότι η διαπίστωση από την Αρχή Ανταγωνισμού ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να στοιχειοθετούν παράβαση, δεν δεσμεύουν το πολιτικό Δικαστήριο στα πλαίσια αγωγής αποζημιώσεως (...), εκτός εάν σαφώς και ρητώς διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού (...), περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Θα πρέπει εξάλλου ειδικώς να τονισθεί ότι η ανωτέρω Επιτροπή Ανταγωνισμού στο σκεπτικό της ( βλ την επίμαχη υπ' αριθμόν 230 παράγραφο του σκεπτικού της) δεν έκρινε κατά τρόπο κατηγορηματικό ότι δεν υλοποιήθηκε η ανωτέρω απόφαση αθέμιτης καρτελικής σύμπραξης των παραπάνω γαλακτοβιομηχανιών. Αντιθέτως έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε εάν υλοποιήθηκε η "απόφαση της Λάρισας" λόγω των αποσπασματικών μαρτυρικών καταθέσεων, με αποτέλεσμα ως προς το σκέλος αυτό να μην παράγεται πράγματι δεσμευτικότητα από την απόφαση αυτή, στα πλαίσια της παρούσας δίκης.

Κατόπιν των ανωτέρω απορριπτέος τυγχάνει και ο τέταρτος λόγος της έφεσης κατά το μέρος που η εναγόμενη - εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η κρίση αυτή της Επιτροπής Ανταγωνισμού παράγει δεδικασμένο δεσμεύον το παρόν Δικαστήριο. Από το σύνολο δε των αποδεικτικών μέσων προέκυψε ότι μετά τη συμφωνία της Λάρισας και μέχρι την αποκάλυψη αυτής οι ως άνω γαλακτοβιομηχανίες που συμμετείχαν ως αποδείχθηκε σε αυτήν, κατόπιν ανταλλαγής ευαίσθητων εμπορικών πληροφοριών περί των τιμών , των αναγκών εκάστης περί των ποσοτήτων γάλακτος και τις εισκομισθείσες ποσότητες, κατάφεραν να κρατήσουν σταθερές τις τιμές μεταξύ τους και μάλιστα να προβούν ακόμη και σε μείωση αυτών περί το τέλος 2005 και 2006 , ενώ περιόρισαν στο ελάχιστο τη δυνατότητα μετακίνησης των δυσαρεστημένων παραγωγών.

Έτσι η μέση τιμή παραγωγού της εναγομένης ανερχόταν κατά το έτος 2004 σε 0,3636€/κιλο και το έτος 2005 σε 0,3619€/κιλό, της ΝΕΣΤΛΕ κατά το έτος 2004 σε 0,3456€/κιλό και το έτος 2005 σε 0,3450€/κιλό, της Όλυμπος κατά το έτος 2004 σε 0,3799€/κιλό και κατά το έτος 2005 σε 0,3688€/κιλό και της ΔΕΛΤΑ κατά το έτος 2004 σε 0,3654 €/κιλό και κατά το έτος 2005 σε 0,3529 €/κιλό.

Αντίστοιχα την ίδια περίοδο εταιρείες που δεν συμμετείχαν στην ως άνω συμφωνία της Λάρισας προσέφεραν τιμή μεγαλύτερη από αυτή των ως άνω εταιρειών και δη της εναγομένης γεγονός που δεικνύει ότι η διαπιστωθείσα αθέμιτη σύμπραξη της εναγομένης μετά των λοιπών γαλακτοβιομηχανιών επηρέασε πράγματι την αγορά γάλακτος.

Συγκεκριμένα η εταιρεία υπό την επωνυμία "ΔΩΔΩΝΗ ΑΕ ", η οποία δεν μετείχε στην ανωτέρω "συνάντηση της Λάρισας", ήδη από τον μήνα Απρίλιο 2001, αγόραζε από τους γαλακτοπαραγωγούς της το αγελαδινό γάλα αντί του ποσού των 0,3932 λεπτών του ευρώ το κιλό, την οποία ακολούθως μείωσε σε 0,39 λεπτά του ευρώ το κιλό τον Ιανουάριο 2002, τιμή που διατήρησε σταθερά σε 0,39 λεπτά του ευρώ το κιλό έως τον μήνα Οκτώβριο 2004, οπότε την αύξησε στο ποσό των 0,41 λεπτών του ευρώ το κιλό και τη διατήρησε σταθερή στο ίδιο ύψος των 0,41 λεπτών του ευρώ έως τον μήνα Μάρτιο 2006.

Όμοια και η εταιρεία υπό την επωνυμία "ΦΡΗΣΛΑΝΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ", η οποία προέκυψε ότι τον μήνα Ιούνιο 2004 αγόραζε νωπό γάλα με μέση τιμή αρχικά σταθερά ίση με 0,41 λεπτά του ευρώ το κιλό ανά μήνα, έως και τον μήνα Οκτώβριο του ιδίου έτους, έκτοτε δε έως τον μήνα Μάρτιο 2006, αγόραζε με σταθερή μηνιαία τιμή άνω των 0,39 λεπτών του ευρώ το κιλό, με χαμηλότερη τιμή αυτή των 0,3932 λεπτών του ευρώ τον μήνα Νοέμβριο 2004, ενώ τον μήνα Δεκέμβριο του 2004 με τιμή αυτή των 0.3993 λεπτών του ευρώ.

Παράλληλα, ως προαναφέρθηκε και κατά τα ως άνω αποδειχθέντα, η μέση τιμή αγοράς γάλακτος από την εναγομένη, συνέχιζε να είναι σε χαμηλά επίπεδα, φθάνοντας μάλιστα αναφορικά με την ενάγουσα τον Μάιο του 2006 μόλις στο ποσό των 0.33 λεπτών του ευρώ , το δε διάστημα Ιουνίου 2006 - Σεπτεμβρίου 2006 στο ποσό των 0,339 λεπτών του ευρώ ανά κιλό πωλούμενου γάλακτος, ενώ η εναγόμενη που δεν αρνείται τις ως άνω τιμές πώλησης και αγοράς του γάλακτος, δεν παραθέτει με ποια στοιχεία καθορίσθηκε από την ίδια η τιμή του πωλούμένος γάλακτος της ενάγουσας σε αυτά τα χαμηλά επίπεδα, ούτε βεβαίως αναφέρει ότι η ενάγουσα της παρείχε γάλα κατώτερης ποιότητας, ή ότι η τιμή μειώθηκε κατόπιν "ποινής αντιβιοτικών" ή "ποινής νερού".

Παράλληλα, το αγελαδινό φρέσκο, πλήρες λιπαρών, γάλα της εναγομένης, επωλείτο από τα οικεία καταστήματα ανά λίτρο (το οποίο αντιστοιχεί σε 1,0285 κιλά), τον μήνα Σεπτέμβριο 2004 κατά το ποσό των ευρώ 1,17, τον μήνα Φεβρουάριο 2005 κατά το ποσό των ευρώ 1,22, τον μήνα Σεπτέμβριο 2005 κατά το ποσό των 1,24 ευρώ και τον μήνα Φεβρουάριο 2006 κατά το ποσό των 1,22 ευρώ.

Εξάλλου, κατά τη διάρκεια συνεργασίας των διαδίκων αποδεικνύεται ότι το κόστος των ζωοτροφών, σταδιακά κατ' έτος αυξάνετο. Έτσι ενδεικτικά αναφέρεται ότι στην περιοχή της Κοζάνης, η τιμή του καλαμποκιού κατά το έτος 2002 ανερχόταν στο ποσό των 0,175€/κιλό , ενώ στο τέλος του 2007 στο ποσό των 0,42 €/κιλό. Καταθέτοντας σχετικά η μάρτυρας της ενάγουσας ανέφερε μεταξύ άλλων "Γνωρίζω ότι από το 2001 μέχρι το 2007 υπήρξε αύξηση του πληθωρισμού τουλάχιστον κατά 20 με 30% αν κρίνω από την αύξηση της τιμής των ζωοτροφών, αφού μόνο το καλαμπόκι είχε συνολική αύξηση ακόμα και 70% ανάλογα με τις χρονιές".

Πλην όμως παρά το ότι αυξανόταν το κόστος παραγωγής του γάλακτος, η τιμή πώλησης του προς την εναγόμενη εκκαλούσα παρέμενε σταθερά εν γένει χαμηλή και προς το έτος 2006 σταδιακώς μειούμενη, γεγονός που δεν δικαιολογείται ευλόγως κατά τους κανόνες της αγοράς. Με βάση λοιπόν τα παραπάνω και κατόπιν συναξιολόγησης του συνόλου του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη δεν καθόρισε την τιμή του αγελαδινού γάλακτος που αγόραζε από τους παραγωγούς γάλακτος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ενάγουσα εταιρεία , με " δίκαιη κρίση" ενόψει και του σκοπού της επίδικης σύμβασης, ο οποίος συνίστατο, στην αποκομιδή κέρδους, δι' έκαστο συμβαλλόμενο μέρος, λαμβάνοντας υπόψη μόνο τα ανωτέρω εκτιθέμενα αντικειμενικά κριτήρια, καθώς κατά τα ανωτέρω αντικείμενο της εν λόγω οριζόντιας συμφωνίας υπήρξε αφενός ο καθορισμός από κοινού μειωμένων τιμών αγοράς γάλακτος από τους γαλακτοπαραγωγούς αφετέρου η κατανομή των περιοχών μεταξύ των γαλακτοβιομηχανιών, κατά τρόπο που να αποτρέπει τη μετακίνηση των γαλακτοπαραγωγών από τη μία βιομηχανία στην άλλη, αφού καμία βιομηχανία δεν δεχόταν πλέον συνεργασία με γαλακτοπαραγωγό που έφευγε από άλλη εταιρία και ανήκε σε άλλη περιοχή, από αυτήν που της είχε ανατεθεί με τη συμφωνία.

Από την ανάπτυξη των ανωτέρω καθίσταται εμφανές ότι η συμπεριφορά που επέδειξε η εναγόμενη ( μετέχοντας στη "Συμφωνία της Λάρισας") συνιστά απαγορευμένη εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ αυτόνομων ανεξάρτητων επιχειρήσεων, η οποία ηδύνατο να επηρεάσει αλλά και πράγματι επηρέασε, άλλως νόθευσε το εγχώριο εμπόριο γάλακτος εντός της εσωτερικής αγοράς περιορίζοντας την ελευθερία των γαλακτοπαραγωγών και εν προκειμένω και της ενάγουσας εταιρείας ως προς την διαπραγμάτευση των τιμών του πωλούμενου γάλακτος, η οποία αναφορικά με την παρούσα ενάγουσα παρέμεινε καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας της με την εναγόμενη ιδιαιτέρως χαμηλή και αναντίστοιχη της εύλογης και υπό συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού ορισθείσας τιμής.

Η ως άνω συμπεριφορά είναι παράνομη αφού συντελέσθηκε κατά παράβαση του άρθρου 81 ΣυνθΕΟΚ ( ισχύοντος κατά τον ένδικο χρόνο) ήδη άρθρου 101 ΣΛΕΕ και άρθρου 1 του ισχύοντος κατά το ένδικο χρόνο Ν. 703/1977 ήδη άρθρου 1 του Ν 3959/2011 περί απαγόρευσης επί ποινή ακυρότητας κάθε πράξης ή συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένης πρακτικής.

Επομένως η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης ως πράξη παράνομη αλλά και υπαίτια συνιστά αστική αδικοπραξία κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 914, 919, 281 288 ΑΚ, σε περίπτωση δε που από την αδικοπραξία αυτή επήλθε περιουσιακή ζημία τότε η εναγομένη έχει υποχρέωση ανόρθωσης της ζημίας αυτής δια της καταβολής ισάξιας αποζημίωσης.

Σημειώνεται ότι το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί σε αντίθετη κρίση από το με αριθμό 460/2014 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απεφάνθη όπως μη γίνει κατηγορία κατά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης για τις αναφερόμενες σε αυτό αξιόποινες πράξεις , δεδομένου ότι δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο αυτού, δίχως παράλληλα να παραβιάζεται το τεκμήριο της αθωότητας των εκεί κατηγορουμένων ( ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 7/22 ΤΝΠ Νόμος).

Ωστόσο εφόσον η αδικοπρακτική συμπεριφορά τελέσθηκε μεταξύ των ετών 2004 έως 2007 έχει παραγραφεί κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής κατ' άρθρο 937 ΑΚ, διότι από τότε που η ενάγουσα έλαβε γνώση τόσο της ζημίας της, όσο και του υπόχρεου προς αποζημίωση, τούτου τοποθετημένου χρονικώς το έτος 2007 οπότε και εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 369/V/ 2007 απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που διέγνωσε την παράνομη σύμπραξη της εναγομένης με άλλες εταιρείες ως προς τον καθορισμό της τιμής του γάλακτος, έως και την άσκηση τη αγωγής που έλαβε χώρα το έτος 2020 (βλ την υπ' αριθμόν ...-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ε.

Ε.) παρήλθε χρόνος πλέον της πενταετίας. Συνακόλουθα όπως ήδη εκτέθηκε ενεργοποιείται το άρθρο 938 ΑΚ που ορίζει ότι όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί.

Έτσι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ.

ΑΚ. για την απόδοση στον ζημιωθέντα κάθε ωφέλειας που αποκόμισε από την αδικοπραξία εκείνος που αδικοπράγησε, είτε η ωφέλεια αυτή συνίσταται σε θετική αύξηση, είτε σε μη ελάττωση της περιουσίας του αδικοπραγήσαντος. Επομένως συνιστά ερευνητέον ζήτημα το εάν η εναγόμενη εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της, η οποία όμως έχει παραγραφεί, αποκόμισε ωφέλεια η οποία συνίσταται, αν υπάρχει βεβαίως, στη διάφορά της τιμής του γάλακτος που η ίδια καθόρισε και έκρινε ως "εύλογη" ( λαμβάνοντας υπόψη της "την απόφαση της Λάρισας") και της τιμής του γάλακτος που θα έπρεπε από την ίδια να καθορισθεί υπό συνθήκες ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού.

Τουτέστιν αυτό που θα διερευνηθεί υπό του δικαστηρίου είναι αν τιμή του πωλούμενού γάλακτος, ο προσδιορισμός της οποίας ανατέθηκε στην εναγόμενη έγινε κατά την εύλογη και δίκαιη κρίση της, όπως αυτή διαμορφώνεται υπό συνθήκες γνήσιου ανταγωνισμού, ή αν τιμή του πωλούμενού γάλακτος, δεν έγινε κατά δίκαιη κρίση αλλά ήταν μικρότερη αυτής που θα καθοριζόταν σε υγιείς συνθήκες αγοράς, οπότε η διαφορά αυτή συνιστά και την ωφέλεια που αποκόμισε η εναγόμενη από την αδικοπραξία και είναι αποδοτέα κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Πράγματι στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, κρίνεται ότι η τιμή αγοράς του αγελαδινού γάλακτος σε σχέση με την ενάγουσα, δεν καθορίσθηκε κατ' εύλογο κρίση (άρθρο 371 ΑΚ) από την εναγόμενη. Λαμβανομένων δε υπόψη όλων των, κατά το νόμο, στοιχείων και κυρίως α) της σχέσης μεταξύ τιμής αγοράς και της τελικής τιμής στον καταναλωτή του νωπού παστεριωμένου γάλακτος, όταν η τελευταία δε αυξάνονταν συνεχώς, β) της προσφερομένης, κατά τον ίδιο χρόνο, από τις μη μετέχουσες στη λεγομένη "Συμφωνία της Λάρισας" γαλακτοβιομηχανίες τιμής αγελαδινού γάλακτος, γ) της αύξησης του πληθωρισμού, με την επισημείωση ότι από το έτος 2000 έως το έτος 2007 ο πληθωρισμός αυξήθηκε κατά 25%, δ) του συνεχώς αυξανόμενου κόστους των ζωοτροφών, όπως αυτό εκτέθηκε ανωτέρω, ε) της ποιότητας του παραγομένου από τη μονάδα της ενάγουσας γάλακτος, η οποία κρίνεται ότι δεν υπολείπεται της μέσης συνήθους ποιότητας του πωλούμενου γάλακτος, εφόσον δεν γίνεται ειδικώς λόγος υπό της εναγομένης περί κακής ποιότητας αυτού ή περί αποκλίσεων αυτού από τη συνήθη ποιότητα, στ) του σκοπού της σύμβασης, ο οποίος συνίστατο στην αποκομιδή κέρδους δι' έκαστο συμβαλλόμενο μέρος και όχι μόνο για την αγοράστρια εναγόμενη γαλακτοβιομηχανία, ζ) της ίδιας της συμπεριφοράς της εναγομένης πριν και μετά την απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, από τη σύγκριση της οποίας αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη αύξησε μετά την άνοιξη του 2007 την τιμή αγοράς από τιμή 0,37 ευρώ έως 0,415 ευρώ το κιλό, η δίκαιη τιμή της ένδικης παροχής, ήτοι του τιμήματος αγοράς του κιλού του γάλακτος, υπό της εναγομένης, πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 0,40 λεπτά του ευρώ το κιλό, όπως εκθέτει η ενάγουσα κατά την επικουρική χρηματική βάση της αγωγής της και όχι σε 0,45 λεπτά του ευρώ όπως εκθέτει η ενάγουσα κατά την κύρια χρηματική βάση της αγωγής του και αιτείται με την υπό κρίση αντέφεσή της να μεταρρυθμιστεί αντίστοιχα η εκκαλουμένη.

Η ενάγουσα - αντεκκαλούσα ισχυρίζεται εν συντομία ότι ενόψει του ήταν από τις μεγαλύτερες μονάδες γαλακτοπαραγωγής της εναγομένης και επικαλούμενη την ανταγωνιστική τιμή της ΔΕΛΤΑ που για κάθε μικροπαραγωγό που πωλούσε σε αυτήν ακόμη και κάτω από 1000 κιλά μηνιαίως η μέση τιμή αγοράς γάλακτος κρίθηκε με την υπ' αριθμ.

ΕφΑθ 1944/2020 ότι έπρεπε να καθοριστεί κατ' εύλογη κρίση στο ποσό των 0,40 €/κιλό , θα έπρεπε με βάση την αρχή της αναλογικότητας και της ισότητας να καθοριστεί στην περίπτωση της η ως άνω τιμή στο ποσό των 0,45€/κιλό καθώς ως μεγαλύτερη μονάδα η παραγωγής της είναι μεγαλύτερη. Πέραν όμως του γεγονότος ότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την ως άνω απόφαση, όπου εισφέρθηκαν άλλα αποδεικτικά στοιχεία και κυρίως αφορά άλλους διαδίκους και δη άλλη γαλακτοβιομηχανία, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ενάγουσα αν και επικαλείται και προσκομίζει την υπ' αριθμ. .../2020 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Χ.

Δ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Θήβας Φ. Κ. που δόθηκε στα πλαίσια αγωγής της γαλακτοπαραγωγικής μονάδας με την επωνυμία " Ε. Μ. ΟΕ" κατά της Δέλτα, δεν προσκομίζει και την σχετική επ'αυτής εκδοθείσα απόφαση από την οποία να προκύπτει η καθορισθείσα κατ' εύλογη κρίση μέση τιμή αγοράς, ενόψει του ότι η ως άνω εταιρεία ήταν μεγάλη κτηνοτροφική μονάδα και δη διέθετε 300 αγελάδες σύμφωνα με την ως άνω κατάθεση, ήτοι ήταν μεγαλύτερη την ενάγουσας- αντεκκαλούσας, οπότε θα μπορούσε να εκτιμηθεί ανάλογα η ανταγωνιστή τιμή της ως άνω γαλακτοβιομηχανίας με βάση την παραγόμενη ποσότητα και το μέγεθος της γαλακτοπαραγωγικής μονάδας και η αντίστοιχη καθορισθείσα κατ' εύλογη κρίση μέση τιμή αγοράς και να αξιολογηθούν έτσι όλα τα δεδομένα.

Περαιτέρω δεν εισφέρονται άλλα επιπλέον στοιχεία περί διαφοροποίησης της τιμής γάλακτος από την εναγομένη ανάλογα με αντίστοιχες με την ενάγουσα γαλακτοπαραγωγικές μονάδες. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι για τον, κατά τη δίκαιη κρίση, προσδιορισμό του ύψους της εν λόγω τιμής, δεν δύναται να ληφθούν υπόψη τα συγκριτικά στοιχεία άλλων χωρών που προσκομίζονται από τους διαδίκους, δεδομένου ότι δεν απεδείχθη ότι οι συνθήκες αγοράς των εν λόγω χωρών και ιδίως το κόστος αγοράς ζώων και ζωοτροφής (σημαντικός παράγων προσδιορισμού της δαπάνης και της τιμής παραγωγού) ταυτίζονται με τις υφιστάμενες στην Ελλάδα ή είναι ενδεχομένως χαμηλότερη.

Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία αφού δέχθηκε ότι ο προσδιορισμός της παροχής και δη του τιμήματος αγοράς του πωληθέντος στην εναγόμενη γάλακτος είχε αφεθεί κατά τη συμφωνία των μερών στην δίκαιη κρίση αυτής (εναγομένης) και περαιτέρω ότι η τελευταία (εναγομένη) παρανόμως και υπαιτίως φερόμενη καθόρισε αυτήν την τιμή κατά μη δίκαιη κρίση και ακολούθως εκτίμησε βάσει των προσκομιζόμενων στοιχείων την τιμή αγοράς στο ως άνω ποσό των 0,40 €/κιλό, δεν έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου ή την εκτίμηση των αποδείξεων και οι περί αντιθέτου σχετικοί ισχυρισμοί της εναγομένης που περιέχονται στον τρίτο και τέταρτο λόγο της έφεσης ως και ο μοναδικός λόγος της αντέφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατόπιν των ανωτέρω και αφού ο προσδιορισμός της δίκαιης τιμής του πωληθέντος γάλακτος στο ποσό των 0,40 λεπτών του ευρώ το κιλό, που παριστά την τιμή του πωλούμενου γάλακτος που θα είχε καθορισθεί εάν δεν είχε εμφιλοχωρήσει η αδικοπραξία της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας (μεθοδευμένη συγκράτηση των τιμών μετά από καρτελική σύμπραξη), έλαβε χώρα κατ' ορθή εφαρμογή των παραμέτρων που είχαν καθορισθεί συμβατικώς μεταξύ των μερών υπό του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ή διαφορά μεταξύ της τιμής των 0,40 λεπτών του ευρώ που είναι η δίκαιη τιμή Και αυτής που πράγματι πωλήθηκε το γάλα τη ενάγουσας εταιρίας που ανερχόταν κατά το επίδικο διάστημα κατά μέσο όρο στο ποσό των 0,3636 €/κιλό , συνιστά την περιουσιακή ζημία της ενάγουσας, υφίσταται δε αιτιώδης συνάφειας μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας πράξης της εναγόμενης ( αίτιο) και της προκύπτουσας εκ της αδικοπραξίας ωφέλειας (αιτιατό), απορριπτομένου όθεν του τρίτου λόγου εφέσεως και κατά το μέρος αυτού.

Επομένως η ενάγουσα που κατά το ένδικο χρονικό διάστημα πώλησε 2.119.209 κιλά γάλα, όπως η ίδια εκθέτει και δεν αμφισβητήθηκε από την εναγόμενη (261 ΚΠολΔ), θα έπρεπε να λάβει ως τίμημα πώλησης το ποσό των ( 2.119.209 κιλά γάλα X 0,40 λεπτά του ευρώ) 847.683,60 ευρώ. Αντί αυτού όμως η ενάγουσα εταιρεία έλαβε καθαρά το ποσό των 767.756 ευρώ όπως προκύπτει από την επίσημη κατάσταση ΕΛΓΟ Δ.

Επομένως η προκύπτουσα διαφορά της τιμής αγοράς του γάλακτος που κατέβαλε η εναγόμενη ( 767.756 ευρώ) και αυτής που όφειλε κατά δίκαιη κρίση να καταβάλει αν δεν εμφιλοχωρούσε η αδικοπραξία (847.683,60 ευρώ) συνιστά την αποδοτέα εκ τη παραγεγραμμένης αδικοπραξίας της ωφέλεια που πρέπει να αποδοθεί στην ενάγουσα ίση με το ποσό των (847.683,60 ευρώ - 767.756 ευρώ) 79.927,60 ευρώ...".

Μετά ταύτα το Εφετείο , συμπληρώνοντας τις εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση και την αντέφεση. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της από 27-10-2023 αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα/εναγόμενη εταιρία "ΦΑΓΕ Ελλάδας Βιομηχανία Γάλακτος Μον. Α.Ε" απέδωσε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 281, 513 επ., 371, 904, 914 και 938 ΑΚ, δεχόμενο ότι η επικουρική βάση της αγωγής περί αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι ορισμένη, νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, και ότι υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός της εναγόμενης από την ωφέλεια, που αυτή αποκόμισε εξαιτίας της μη ελάττωσης της περιουσίας της κατά το επιπλέον χρηματικό ποσό, που θα έπρεπε να δαπανήσει για την αγορά από την ενάγουσα των αναφερόμενων στην αγωγή ποσοτήτων γάλακτος, αν το τίμημα είχε καθοριστεί με δίκαιη κρίση, και δεδομένου ότι στην αγωγή δεν αναφέρεται, ούτε προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν η ενάγουσα άσκησε προηγουμένως το διαπλαστικό δικαίωμά της από το άρθρο 371 εδ.

β' ΑΚ για δικαστικό καθορισμό της αντιπαροχής με δίκαιη κρίση, και αν η εναγόμενη αποκόμισε κέρδος από τη μεταπώληση του γάλακτος. Για την εκφορά κρίσης επί των ανωτέρω λόγων απαιτείται προηγουμένως η επίλυση του νομικού ζητήματος αν στην ωφέλεια, που οφείλει κατ' άρθρο 938 ΑΚ να αποδώσει όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία, όταν η απαίτηση από αδικοπραξία έχει παραγραφεί, περιλαμβάνεται, ή όχι, τόσο η θετική αύξηση, όσο και η μη ελάττωση της περιουσίας του αδικοπραγήσαντος λόγω της εξοικονόμησης της δαπάνης, στην οποία αυτός θα προέβαινε αν δεν τελούσε την αδικοπραξία, και εν προκειμένω, αν στην αποδοτέα στην ενάγουσα ωφέλεια περιλαμβάνεται ή όχι το χρηματικό ποσό, που η εναγόμενη έπρεπε να καταβάλει ως επιπλέον τίμημα για την αγορά από αυτήν των αναφερόμενων στην αγωγή ποσοτήτων γάλακτος, αν το τίμημα είχε οριστεί κατά δίκαιη κρίση, και εξοικονόμησε λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της.

Το ζήτημα αυτό έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 432/2025 απόφαση του Α3 Τμήματος του Αρείου Πάγου, γεγονός γνωστό στο Δικαστήριο από προηγούμενη δικαστική του ενέργεια κατ' άρθρο 336 § 2 ΚΠολΔ. Το Τμήμα τούτο (Α2) δικάζοντας την από 27-10-2023 αίτηση αναίρεσης δημοσίευσε την υπ'αριθ. 1018 /2025 μη οριστική απόφασή του με την οποία , κατ'εφαρμογή του άρθ. 249 ΚΠολΔ, ανέβαλε τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για την υπόθεση, που έχει παραπεμφθεί σε αυτή με την 432/2025 απόφαση του Α3 Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής τόσον της διατάξεως του άρθ. 246 ΚΠολΔ προκειμένου να συνεκδικαστούν αμφότερες οι ως άνω αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως, αφού στρέφονται κατά της ίδιας εφετειακής αποφάσεως και έχουν τους ίδιους διαδίκους, όσον και αυτής του άρθρ. 249 ΚΠολΔ, αφού το προς επίλυση παραπεμφθέν στην Ολομέλεια του ΑΠ νομικό ζήτημα είναι κρίσιμο για τη θεμελίωση των αξιώσεων της ενάγουσας κατά της εναγομένης και δεν νοείται η έκδοση αντίθετων , στη βάση τους, αποφάσεων επι της ιδίας υποθέσεως.

Πρέπει, συνεπώς, να αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης από 1-11-2023 αίτησης της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Τ. και ΣΙΑ Ο.Ε." και των από 17-2-2025 πρόσθετων λόγων αυτής, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για το προαναφερόμενο ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, αλλά και να συνεκδικαστεί αυτή κατ'ουσίαν με την αντίθετη από 27-10-2023 αίτηση αναίρεσης της εταιρίας με την επωνυμία "ΦΑΓΕ Ελλάδας Βιομηχανία Γάλακτος Μον.

Α.Ε" και τους από 3-1-2025 πρόσθετους αυτής λόγους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναβάλλει τη συζήτηση της από 1-11-2023 αίτησης της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Τ. και ΣΙΑ Ο.Ε." και των από 17-2-2025 πρόσθετων λόγων αυτής μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για την υπόθεση, που έχει παραπεμφθεί σε αυτή με την 432/2025 απόφαση του Α3 Τμήματος του Αρείου Πάγου και προκειμένου να συνεκδικαστεί αυτή με την από 27-10-2023 αντίθετη αίτηση αναιρέσεως της εταιρίας "ΦΑΓΕ Ελλάδας Βιομηχανία Γάλακτος Μον. Ε.Π.Ε." και των από 3-1-2025 πρόσθετων λόγων αυτής, επι της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 1018/2025 μη οριστική (αναβλητική) απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Οκτωβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ