Supreme Court quashes appealable judgment for lack of legal basis due to insufficient factual findings on service fee entitlement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the First Instance Court of Larissa's judgment regarding a dispute over service fees between a doctor and a medical center. The court found the lower court's reasoning insufficient because it failed to establish the specific facts proving the doctor's entitlement to the monthly fee, rendering the legal application impossible. Consequently, the case was remanded to the same court for a new trial with a different judge to address these procedural and substantive deficiencies.
Legislator headnote
AI generatedArticles 19 and 559 of the Code of Civil Procedure; A judgment is voidable if it lacks a legal basis due to insufficient factual findings that prevent the application of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1687 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1687/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Γ. Κ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κακαράντζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ANIMUS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ANIMUS A.E.", πρώην "ANIMUS ΚΕΝΤΡΟ ΑΠΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο 8ο χιλιόμετρο της οδού Λάρισας - Τρικάλων και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Παπακώστα, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2012 και 196/2017 του ίδιου δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο καθ' ύλην αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, 292/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και 425/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-5-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη της αντιδίκου της στην δικαστική της δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 8 Μαίου 2023 και με αριθμό κατάθεσης 29/9-5-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 425/6-9-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-από αμοιβές-διαφορών, επί α) της από 20-5-2019 και με αριθμό κατάθεσης 138/395/2019 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και β) της από 17-1-2020 και με αριθμό κατάθεσης 14/51/2020 έφεσης της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της με αριθμό 292/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που είχε εκδοθεί, κατόπιν των με αριθμούς 69/2012 και 196/2017 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, το οποίο με την τελευταία απόφασή του, αφού κηρύχθηκε αναρμόδιο, είχε παραπέμψει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ανωτέρω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας.
Με την άνω οριστική του απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, είχε δεχθεί εν μέρει κατ'ουσία την από 9-10-2009 και με αριθμό κατάθεσης 638/2009 αγωγή της ενάγουσας-ήδη αναιρεσείουσας ιατρού και είχε υποχρεώσει την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να της καταβάλει, δυνάμει της μεταξύ τους σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου που λύθηκε στις 14-7-2008 με καταγγελία εκ μέρους της (της ήδη αναιρεσείουσας) για σπουδαίο λόγο, το ποσό των 37.800 ευρώ, ως οφειλόμενες αμοιβές του χρονικού διαστήματος από Δεκέμβριο 2007 έως και Ιούλιο 2008, νομιμοτόκως, ενώ είχε απορρίψει την αγωγή α) ως αόριστη ως προς το αίτημα επιδίκασης εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής της βλάβης και β) ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τα λοιπά αιτήματά της, της καταβολής αποζημίωσης λόγω της πρόωρης λύσης της σύμβασης, ποσού 282.179,44 ευρώ, και της επικουρικά αιτούμενης κατάπτωσης της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας, ποσού 80.000 ευρώ.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά τις ανωτέρω αντίθετες εφέσεις, και αφού έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, ως προς τα απορριφθέντα και πρωτοδίκως προαναφερόμενα αιτήματά της, κατά ουσιαστική παραδοχή της δεύτερης έφεσης εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά τα λοιπά και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ως οφειλόμενες αποδοχές το, μικρότερο από το επιδικασθέν πρωτοδίκως, ποσό των 7.500 ευρώ, του χρονικού διαστήματος από Ιούνιο 2008 έως και 14-7-2008, νομιμοτόκως.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε, στις 9-5-2023, πριν την πάροδο δύο ετών από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης στις 6-9-2021 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1και 144 του ΚΠολΔ.
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθ. 669, 670 και 672 ΑΚ, που εφαρμόζονται αναλογικά και στην σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, προκύπτει ότι η σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, είτε ορισμένου είτε αορίστου χρόνου, μπορεί να καταγγελθεί για σπουδαίο λόγο οποτεδήποτε χωρίς την τήρηση προθεσμίας (άρθ. 672) (ΑΠ 346/2014). Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθ.672 εδ.
α ΑΚ "σπουδαίο λόγο" καταγγελίας αποτελούν εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, ακόμη και το μεμονωμένο εκείνο περιστατικό, τα οποία, ανεξάρτητα από τη προέλευσή τους και την ύπαρξη υπαιτιότητας, καθιστούν στην συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή από τον καταγγέλλοντα την συνέχιση της σύμβασης μέχρι την (συμφωνημένη ή υποχρεωτική κατά το νόμο) λήξη της, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου, την κρίση δηλ.
αν συντρέχουν τέτοια περιστατικά (η οποία ως αφορώσα αόριστη νομική έννοια υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο), συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης, ενώ τα περιστατικά αυτά που συνιστούν σπουδαίο λόγο μπορεί να είναι τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει, στην σφαίρα ποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη γεννήθηκαν (ΑΠ 225/2021, ΑΠ 520/2021).
Αν ο σπουδαίος λόγος, για τον οποίο έγινε η καταγγελία, συνίσταται ή οφείλεται σε αθέτηση της σύμβασης, εκείνος που την αθέτησε έχει υποχρέωση σε αποζημίωση (αρθ.673 ΑΚ) (ΑΠ 225/2021, ΑΠ 520/2021, ΑΠ 747/2015), η οποία συνίσταται στους μισθούς του χρονικού διαστήματος από την καταγγελία και μέχρι τη λήξη της σύμβασης (ΑΠ 747/2015).
Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2024, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018).
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους -αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση , στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Το κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992).
Ο αναιρετικός αυτός λόγος όμως δεν ιδρύεται όταν η ανεπάρκεια ή αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 1139/2022, ΑΠ 745/2019, ΑΠ 254/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ'άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 9-10-2009 (αριθμ.εκθ.καταθ.638/2009) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιατρός φυσικής αγωγής ισχυρίστηκε ότι με την από 21-3-2007, μεταξύ αυτής και της εναγομένης-ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, έγγραφη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών πενταετούς διάρκειας με ορισθείσα έναρξη την 1-11-2007, συμφωνήθηκε να παρέχει τις υπηρεσίες της στο υπό ίδρυση (κατά την υπογραφή της σύμβασης) κέντρο αποκατάστασης κι αποθεραπείας της αντισυμβαλλομένης της στην Τερψιθέα Λάρισας, ως ιατρός φυσικής ιατρικής κι αποκατάστασης και ως επιστημονική διευθύντρια του εν λόγω κέντρου, διαθέτοντάς της και την άδεια της επιστημονικής της διεύθυνσης, ως φυσιάτρου, που ήταν αναγκαία για τη λήψη της άδειας και για τη λειτουργία του κέντρου αυτού, αντί αμοιβής της, ποσού συνολικού 5.000 ευρώ μηνιαίως, αναπροσαρμοζόμενης κατά ποσοστό 4% ετησίως, εκ του οποίου 2.500 ευρώ αντιστοιχούσαν στην αξία της χρήσης της άδειάς της επιστημονικής διεύθυνσης του κέντρου, ως φυσιάτρου, και 2.500 ευρώ αντιστοιχούσαν στην παροχή των υπηρεσιών της ως ιατρού φυσικής ιατρικής και παρακολούθησης των εισαγωμένων στο υπό ίδρυση κέντρο αποκατάστασης και αποθεραπείας.
Ότι ενώ η ίδια άμεσα διέθεσε την απαιτούμενη, για την έκδοση της άδειας λειτουργίας του, άδεια επιστημονικής της διεύθυνσης και από την 1-11-2007 έθεσε στη διάθεση της εναγομένης και τις συμφωνημένες υπηρεσίες της, η τελευταία, κωλυσιεργώντας αδικαιολόγητα την έκδοση της άδειας λειτουργίας του κέντρου της, άρχισε να το λειτουργεί και να δέχεται τις υπηρεσίες της, πολύ μεταγενέστερα από τον άνω συμφωνημένο χρόνο, το πρώτον στις 5-5-2008, έναντι δε των οφειλομένων, από τον Νοέμβριο του 2007 και εντεύθεν, αμοιβών της, κατά παράβαση της συμβατικής υποχρέωσής της, της κατέβαλε μόνο αυτές του μηνός Νοεμβρίου, ποσού 5.000 ευρώ, αρνούμενη να της καταβάλει τις λοιπές.
Ότι και από την καθυστερημένη αυτή έναρξη της λειτουργίας του κέντρου, στις 5-5-2008, που παρείχε κανονικά τις υπηρεσίες της στην εναγομένη, η τελευταία παραβίασε τη σύμβασή τους, καθόσον αντίθετα με τα συμφωνηθέντα, δεν της παραχώρησε αυτοκίνητο, κινητό τηλέφωνο και υπολογιστή για τη σύνταξη των μελετών, της στερούσε την ελευθερία κινήσεων και πρωτοβουλίας στη λήψη αποφάσεων ακόμη και για τη νοσηλεία και αποθεραπεία των ασθενών, παρέβαινε τις ιατρικές συμβουλές της και αξίωνε να ενεργεί αντίθετα με τον επιστημονικό της ρόλο και το ιατρικό της καθήκον, για την εισαγωγή στο κέντρο ασθενών, που έχρηζαν πρωτίστως νοσοκομειακής περίθαλψης, και εισήγαγε σε αυτό ασθενείς χωρίς να τους παρέχει δυνατότητα διενέργειας απαιτούμενων ιατρικών εξετάσεων και παρακολούθησής τους από ειδικευμένους ιατρούς στο κέντρο, παρά τις περί του αντιθέτου συμβουλές της, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο τη ζωή και την υγεία τους, και με τον τρόπο αυτό υποβάθμιζε τον δικό της ρόλο ως ιατρού και επιστημονικής διευθύντριας του κέντρου, επιπρόσθετα δε, στις 29-5-2008 κατ'εντολή του Προέδρου της η εναγομένη κατασκεύασε, χωρίς τη συναίνεσή ή την έγκρισή της, άλλη σφραγίδα, από αυτή που η ίδια κατείχε, με τα στοιχεία της ως επιστημονικής διευθύντριας του κέντρου, η οποία τέθηκε εν αγνοία της, όπως και κατ'απομίμηση η υπογραφή της, σε εισαγωγές ασθενών, βεβαιώσεις που αφορούσαν συνεδρίες και συνταγογραφήσεις φαρμάκων τους, όπως και στην από 30-6-2008 υπεύθυνη δήλωση πιστοποίησης του από 30-6-2008 θανάτου, του μέχρι τότε ασθενούς του κέντρου, Γ.
Τ. Ότι για όλους τους ανωτέρω σπουδαίους λόγους, που συνιστούν παρατεταμένη υπαίτια αθέτηση της ένδικης σύμβασης από την εναγομένη, αλλά και ταυτόχρονα παράνομη εις βάρος της και μειωτική της προσωπικότητάς της ως ιατρού, συμπεριφορά, που της προκάλεσε επιπρόσθετα και ηθική βλάβη, η ίδια κατήγγειλε τη σύμβαση αυτή εγγράφως, στις 14-7-2007.
Κατόπιν τούτων η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να της καταβάλει α) οφειλόμενες αποδοχές της, λόγω της υπερημερίας της αντιδίκου της και δεδουλευμένες, κατά τις άνω διακρίσεις, του χρονικού διαστήματος από Δεκέμβριο του 2007 έως τη λύση της σύμβασης με την καταγγελία της, στις 14-7-2008, συνολικού ποσού, αφαιρουμένου του καταβληθέντος των 5.000 ευρώ (7 μήνες Χ 5.000 ευρώ + 2.800 για αποδοχές μηνός Ιουλίου 2008=) 37.800 ευρώ, και να αναγνωριστεί ότι τις οφείλει β) αποζημίωση κατ'άρθρο 673 ΑΚ, συνισταμένη στις συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές της από τις 15-7-2008 έως και τον Οκτώβριο του 2012 που συμπληρωνόταν η συμβατική πενταετής διάρκεια της ένδικης σύμβασης, συνολικού ποσού 282.179,44 ευρώ, όπως ειδικότερα προσδιορίζεται, άλλως, σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος αυτού, 80.000 ευρώ ως καταπίπτουσα ποινική ρήτρα, η οποία συμφωνήθηκε με την ένδικη σύμβαση στο ποσό των 20.000 ευρώ ετησίως για την περίπτωση πρόωρης λύσης της και γ) εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης ποσού 49.970 ευρώ (αφαιρουμένου του ποσού 30 ευρώ που επιφυλάσσεται να αξιώσει ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων), νομιμοτόκως.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 69/2012 μη οριστική απόφαση, που διέταξε τα εν αυτή, και ακολούθως η με αριθμό 197/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία, το δικαστήριο εκείνο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, και κατά την τακτική διαδικασία, αφού κηρύχθηκε καθ'ύλην αναρμόδιο, παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας.
Το τελευταίο, στη συνέχεια, με την υπ'αριθμ. 292/2018 οριστική του απόφαση, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, αφού έκρινε ότι η εναγομένη, κατά παράβαση της συμβατικής της υποχρέωσης, όφειλε στην ενάγουσα από τον Δεκέμβριο του 2007 μέχρι την καταγγελία της ένδικης σύμβασης από την τελευταία, στις 14-7-2008, τις συμφωνημένες μηνιαίες αμοιβές της, συνολικού ποσού 37.800 ευρώ, έκρινε αβάσιμα τα λοιπά αγωγικά αιτήματα και μετά ταύτα, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατ'ουσίαν και επιδίκασε το ποσό των 37.800 ευρώ, ως οφειλόμενες αμοιβές του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, νομιμοτόκως για το ποσό κάθε μηνιαίας αμοιβής, ποσού 5.000 ευρώ, από την δήλη ημέρα καταβολής της, την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα.
Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκαν από τα διάδικα μέρη αντίθετες εφέσεις, η από 20-5-2019 (αριθμ.καταθ.138/395/2019) της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και η από 17-1-2020 (αριθμ.καταθ.14/51/2020) της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και επ'αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθμό 425/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Ενώπιον του Εφετείου η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την ανωτέρω έφεσή της, επανέφερε τους αγωγικούς ισχυρισμούς και αιτήματά της που είχαν απορριφθεί πρωτοδίκως κατ'ουσία με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Η εκκαλούσα της από 20-5-2019 (αριθμ.εκθ.καταθ.138/2019) έφεσης, είναι ιατρός φυσικής ιατρικής και αποκατάστασης και με την παραπάνω ιδιότητά της σύναψε με το νόμιμο εκπρόσωπο της εφεσίβλητης της παραπάνω έφεσης στις 21-3-2007, σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών δυνάμει της οποίας θα παρείχε στην τελευταία (εφεσίβλητη) ενδονοσοκομειακές ιατρικές υπηρεσίες της παραπάνω ειδικότητας.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την από 21-3-2007 σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών η εκκαλούσα ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τις υπηρεσίες της για χρονικό διάστημα πέντε ετών στο κέντρο αποκατάστασης που βρίσκεται στην Τερψιθέα Λάρισας από την έναρξη της λειτουργίας το που ορίστηκε στις 1-11-2007 έναντι αμοιβής του ποσού των 1.250 ευρώ για το πρώτο έτος με αναπροσαρμογή κατά ποσοστό 4% για κάθε επόμενο έτος.
Επίσης συμφωνήθηκε ότι η παραπάνω εκκαλούσα θα έθετε στη διάθεση της εφεσίβλητης την άδεια επιστημονικής διεύθυνσης η οποία ήταν απαραίτητη για την λειτουργία της επιχείρησης της τελευταίας. Ακόμη αποδεικνύεται ότι οι διάδικοι συμφώνησαν δυνάμει του από 21-3-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού ότι οι καθαρές αποδοχές της εκκαλούσας θα ανέρχονταν στο ποσό των 5.000 ευρώ μηνιαίως για το πρώτο έτος της εργασίας και το παραπάνω ποσό θα αναπροσαρμόζονταν κατά ποσοστό 4% για κάθε επόμενο έτος.
Στην παραπάνω αμοιβή συμφωνήθηκε ότι συμπεριλαμβάνονταν α) η αξία της άδειας επιστημονικής διεύθυνσης της φυσιάτρου την οποία θα διέθετε η τελευταία για τις ανάγκες λήψης της άδειας για τη λειτουργία του κέντρου αποκατάστασης και η οποία κοστολογήθηκε στο ποσό των 2.500 ευρώ και β) η παροχή των υπηρεσιών της φυσιάτρου όπως αυτές εξειδικεύονταν στην προαναφερόμενη από 21-3-2007 σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών.
Επιπλέον συμφωνήθηκε ότι η φυσίατρος για το πρώτο έτος εργασίας θα εξέδιδε δελτίο παροχής υπηρεσιών για το ποσό των 1.250 ευρώ από το οποίο η εφεσίβλητη θα παρακρατούσε το ποσοστό 20% για φόρο εισοδήματος και θα κατέβαλε στη φυσίατρο το ποσό των 4.000 ευρώ χωρίς την έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι το κέντρο αποκατάστασης έλαβε την άδεια λειτουργίας του στις 30-4-2008 και όπως συνομολογείται από την εκκαλούσα φυσίατρο η τελευταία άρχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της στις 5-5-2008, όπως άλλωστε η ίδια συνομολογεί ισχυριζόμενη στην αγωγής της ότι βρίσκονταν από την 1-11-2007 σε εργασιακή ετοιμότητα. Όμως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη σε συνδυασμό με τη φύση της παροχής εργασίας της εκκαλούσας με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών (361 ΑΚ) στην οποία δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, η επικαλούμενη ετοιμότητα για εργασία δεν υπάγεται στις προαναφερόμενες στη μείζονα σκέψη περιπτώσεις δεδομένου ότι οι συμβαλλόμενοι στην από 21-3-2007 σύμβαση απέβλεψαν ως όρο της (της σύμβασης) την προηγούμενη έναρξη λειτουργίας της επιχείρησης της εφεσίβλητης εταιρείας.
Συνεπώς, η εκκαλούσα δικαιούνταν τη συμφωνημένη αμοιβή της μετά την έναρξη της λειτουργίας του κέντρου αποκατάστασης. Ακόμη αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα δεν προσήλθε στην εργασία της στις 26-6-2008 λόγω ασθενείας της καθόσον διαγνώσθηκε να πάσχει από έντονη μητρορραγία και άλγος υπογαστρίου και της συστήθηκε από τον θεράποντα ιατρό της ανάπαυση δύο ημερών (...) ενώ στις 26-6-2008 εξεταζόμενη στο ίδιο ως άνω Νοσοκομείο διαπιστώθηκε να πάσχει από ίλιγγο οπότε της συνεστήθη η αποχή από την εργασία της για χρονικό διάστημα έξι ημερών (...).
Η εφεσίβλητη εταιρεία με την από 27-6-2008 εξώδικη διαμαρτυρία της προς την εκκαλούσα η οποία επιδόθηκε στην εκκαλούσα αυθημερόν (...), αφενός διαμαρτύρονταν για τη συμπεριφορά της απέναντι στους συναδέλφους της και τους συνοδούς των ασθενών και αφετέρου διαμαρτύρονταν για την αδικαιολόγητη απουσία στις 26-6-2008.
Από τα προαναφερόμενο αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα είχε ενημερώσει για την αναρρωτική της άδεια οποιοδήποτε εκπρόσωπο της εφεσίβλητης και η τελευταία έλαβε γνώσει των παραπάνω αδειών στις 1-7-2008 κατόπιν κοινοποίησης της από 30-6-2008 εξώδικης δήλωσής της (...). Η εφεσίβλητη εταιρεία με την από 8-7-2008 εξώδικη δήλωσή της την καλούσε να επανέλθει στην εργασία της, πλην όμως η εκκαλούσα της επέδωσε στις 14-7-2008 την από 10-7-2008 εξώδικη δήλωσή της με την οποία της γνωστοποιούσε την περαιτέρω παράταση της αναρρωτικής της άδειας μέχρι την 11-7-2008 καταγγέλλοντας ταυτόχρονα την επίδικη σύμβαση λόγω της μη καταβολής της αμοιβής της.
Επίσης αποδεικνύεται ότι κατά τον χρόνο που η εκκαλούσα φυσίατρος ήταν σε αναρρωτική άδεια λόγω ιλιγγικής συνδρομής και συγκεκριμένα στις 7-7-2008, προέβη στην εξέταση ασθενούς στο ιατρείο που διατηρεί στη Λάρισα (οδός ...) όπως προκύπτει από την με αριθμό 36/7-7-2007 απόδειξη παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε. Από τα ανωτέρω αποδεικτικά αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα δικαιούται αμοιβή για την εργασία της κατά τους μήνες Μάιο του έτους 2008 έως την 14-7-2008 και συνεπώς η συνολική αμοιβή της εφεσίβλητης σύμφωνα με την μεταξύ τους σύμβαση ανέχονταν στο ποσό των 7.500 ευρώ, δεδομένου ότι η εκκαλούσα είχε ήδη εισπράξει το ποσό των 5.000 ευρώ που αντιστοιχούσε στην αμοιβή της για το μήνα Μάιο του έτους 2008.
Άλλωστε, η αμοιβή της που αφορούσε το μήνα Ιούνιο του έτους 2008 ήταν καταβλητέα την 1-7-2008 ήτοι κατά το χρόνο που η εκκαλούσα απουσίαζε από την εργασία της και δεν είχε τη δυνατότητα να εκδώσει την συμφωνημένη απόδειξη παροχής υπηρεσιών ύψους 1.250 ευρώ. Κατά ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της από 17-1-2020 αριθμ.εκθ.καταθ.14/2020 εφέσεως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτή η παραπάνω έφεση και να υποχρεωθεί η εκκαλούσα της παραπάνω έφεσης να καταβάλει στην εφεσίβλητο το ποσό των 7.500 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 15-7-2020.
Περαιτέρω, από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και ιδίως από την από 30-6-2008 εξώδικη δήλωση της εκκαλούσας φυσιάτρου αποδεικνύεται ότι η τελευταία είχε θέσει στη διάθεση της εφεσιβλήτου εταιρείας την σφραγίδα που είχε εκδοθεί εν γνώσει της από την τελευταία προκειμένου να διευκολύνεται η εισαγωγή των ασθενών στο κέντρο αποκατάστασης όταν η τελευταία απουσίαζε.
Άλλωστε, από τα έγγραφα που προσκομίζονται και ιδίως από τις ποινικές δικογραφίες που σχηματίστηκαν μετά από μηνύσεις των διαδίκων, δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε παρατυπία στην χρήση της παραπάνω σφραγίδας που θα έθετε σε κίνδυνο την υγεία των ασθενών που εισάγονταν στο κέντρο αποκατάστασης ή σε βλάβη των ασφαλιστικών ταμείων.
Συνεπώς ο ισχυρισμός της εκκαλούσας φυσιάτρου περί μείωσης της επαγγελματικής της υπόληψης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού κονδυλίου της αγωγής περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τους εκπροσώπους της εταιρείας. Ακόμη απορριπτέο είναι και το κονδύλιο περί αποζημίωσης λόγω πρόωρης καταγγελίας της σύμβασης, καθόσον όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη η προκείμενη σύμβαση δεν ήταν σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου αλλά ήταν σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών στην οποία δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα δεν αποδείχθηκε ουδεμία υπαιτιότητα της εφεσίβλητης εταιρείας στην καταγγελία της σύμβασης ώστε δυνάμει του σχετικού όρου να υποχρεούται η τελευταία να καταβάλει στην εκκαλούσα φυσίατρο την ποινική ρήτρα του ποσού των 20.000 ευρώ ανά έτος μέχρι τη λήξη της σύμβασης.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεν μέρει δεκτή η αγωγή και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 7.500 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 15-7-2020...]". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμους κατ'ουσία τους λόγους της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με τους οποίους αυτή παραπονείτο για την απόρριψη με την εκκαλουμένη απόφαση της αγωγής της ως προς τα αιτήματα επιδίκασης α) αποζημίωσης του άρθρου 673 ΑΚ λόγω πρόωρης λύσης της ένδικης σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου για τους επικαλούμενους σπουδαίους λόγους, συνιστάμενους σε αθέτησή της εκ μέρους της αντιδίκου της και β) χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής της βλάβης λόγω παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς της, αλλά και από την εις βάρος της τελεσθείσα αδικοπραξία (αρθ.57, 59, 914, 932 ΑΚ) και γ) ως προς το, επικουρικό του υπό το στοιχείο α', αίτημα της κατάπτωσης της συμφωνημένης, για την περίπτωση υπαίτιας πρόωρης λύσης της ένδικης σύμβασης, ποινικής ρήτρας (αρθ.404, 405 ΑΚ).
Ειδικότερα το Εφετείο, από τους διαλαμβανόμενους στην αγωγή σπουδαίους λόγους της ένδικης καταγγελίας που συνιστούν και αθέτηση της σύμβασης από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, αφού έλαβε υπόψη μόνο αυτόν της οφειλής ληξιπρόθεσμων αμοιβών, τον έκρινε αβάσιμο κατ'ουσία, λόγω έλλειψης υπαιτιότητας της άνω υπόχρεης στην καταβολή τους, αλλά και της μη εφαρμογής των διατάξεων του εργατικού δικαίου.
Περαιτέρω, από τους ιστορούμενους λόγους πρόκλησης ηθικής βλάβης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, αφού έλαβε υπόψη μόνο αυτόν της μείωσης της επαγγελματικής της υπόληψης ως φυσιάτρου από την παράτυπη χρήση της δικής της σφραγίδας, δυναμένη να επιφέρει κίνδυνο της υγείας των εισαγομένων στο κέντρο της αντιδίκου της ασθενών, τον έκρινε ουσιαστικά αβάσιμο.
Μετά ταύτα απέρριψε κατ'ουσία τους σχετικούς, με τα προαναφερόμενα αγωγικά αιτήματα, λόγους έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, τα οποία έκρινε ουσιαστικά αβάσιμα, επικυρώνοντας κατά το μέρος αυτό την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει όμοια. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα προταθέντα από την ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα και δη τους αγωγικούς πραγματικούς ισχυρισμούς της α) για καταγγελία εκ μέρους της της ένδικης σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου για τους επικαλούμενους σπουδαίους λόγους-εκτός από την οφειλή αμοιβών- (και) της δια των οργάνων της αντισυμβαλλομένης της και κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών της, μη συμμόρφωσή της προς τις υποδείξεις της ως ιατρού κι επιστημονικής διευθύντριας του κέντρου της για την σωστή φροντίδα και περίθαλψη προς εξασφάλιση της υγείας των εισερχόμενων ασθενών, της κατασκευής και χρήσης εν αγνοία της και χωρίς τη συναίνεση ή έγκρισή της δεύτερης σφραγίδας με τα στοιχεία της και την πλαστογράφηση των υπογραφών της, επί εγγράφων που αφορούσαν συνταγογράφηση φαρμάκων, ιατρικά πιστοποιητικά, εισαγωγές ασθενών και τη βεβαίωση θανάτου ενός τούτων, και τέλος τη μη χορήγηση αυτοκινήτου για τις μετακινήσεις της, κινητού τηλεφώνου και υπολογιστή για τη σύνταξη μελετών β) για πρόκληση σε αυτή ηθικής βλάβης-εκτός από την μείωση της επαγγελματικής της φήμης με την παράτυπη χρήση της σφραγίδα της- με την αξίωση παράβασης του καθήκοντός της ως ιατρού, την, κατά παράβαση των συμβουλών και υποδείξεων της, ως ιατρού και επιστημονικής διευθύντριας του κέντρου, εισαγωγή ασθενών σε αυτό, που έχρηζαν πρωτίστως νοσηλείας, και χωρίς να τους παρέχονται οι απαιτούμενες ιατρικές εξετάσεις και ιατρική περίθαλψη, με κίνδυνο της υγείας τους, και με την τέλεση σε βάρος της του ποινικού αδικήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση, με την κατασκευή εν αγνοία της δεύτερης σφραγίδας με τα στοιχεία της και θέσης αυτής και της κατ'απομίμηση υπογραφής της σε έγγραφα που αφορούσαν συνταγογραφήσεις φαρμάκων, εισαγωγή και περίθαλψη ασθενών και τη βεβαίωση θανάτου ενός τούτων.
Οι πραγματικοί αυτοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, είναι ουσιώδεις, καθόσον πληρούν, αντίστοιχα, το πραγματικό των διατάξεων α) των άρθρων 672 και 673 ΑΚ, που είναι εφαρμοστέες στην ένδικη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε, και στηρίζουν το πρώτο αγωγικό αίτημα, της επιδίκασης, κατά τη διάταξη του άρθρου 673 ΑΚ, αποζημίωσης, και στην περίπτωση απόρριψής του, και το επικουρικό αίτημα της κατάπτωσης της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας (αρθ.404, 405 ΑΚ) και β) των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ στις οποίες θεμελιώνεται η ένδικη αξίωση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης.
Μη λαμβάνοντας υπόψη το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του τους ανωτέρω προταθέντες ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας, που πληρούν το πραγματικό των προαναφερόμενων διατάξεων και στηρίζουν και αυτοί τα κύρια αγωγικά αιτήματα, της αποζημίωσης ποσού 202.579,44 ευρώ και της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ποσού 49.970 ευρώ, αλλά και το επικουρικό αγωγικό αίτημα, της κατάπτωσης ποινικής ρήτρας, ποσού 80.000 ευρώ, τα οποία έκρινε αβάσιμα κατ'ουσία ερευνώντας μόνο μέρος των επιδίκων αγωγικών ισχυρισμών της και μετά ταύτα απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο πρώτος και ο τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγοι αναίρεσης, αληθώς από τους αριθμούς 1 και 8 (και όχι από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως κατά περιεχόμενο εκτιμώνται, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι. Περαιτέρω, αναφορικά με το αγωγικό αίτημα της επιδίκασης οφειλομένων ληξιπρόθεσμων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από Δεκέμβριο του 2007 έως και 14-7-2008, υπερημερίας μέχρι και τον Απρίλιο του 2008 (άρθρο 656 ΑΚ) και δεδουλευμένων έκτοτε (αρθ.655 ΑΚ), συνολικού ποσού 37.800 ευρώ, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, έκρινε ότι η ένδικη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου είχε συμφωνημένο χρόνο έναρξης στις 5-5-2008, και ότι έκτοτε και μέχρι τη λύση της με την καταγγελία της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας, στις 14-7-2008, οι οφειλόμενες σε αυτή συμφωνημένες αμοιβές, για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες της, αφαιρουμένης της αμοιβής της του μηνός Μαίου, ποσού 5.000 ευρώ, που της καταβλήθηκε, ανέρχονται στο συνολικό ποσό 7.500 ευρώ, το οποίο οφείλει να της καταβάλει η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, νομιμοτόκως από την επομένη της όχλησής της με την ένδικη καταγγελία, δηλαδή από τις 15-7-2008.
Μετά ταύτα το Εφετείο, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της συνεκδικαζόμενης έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, με αριθμό 292/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε κριθεί ως συμφωνημένος χρόνος έναρξης της ένδικης σύμβασης η 1-11-2007 και είχε επιδικαστεί στην αντίδικό της ως ληξιπρόθεσμες οφειλόμενες αμοιβές, το αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 37.800 ευρώ, νομιμοτόκως για το ποσό κάθε μηνιαίας αμοιβής, από την δήλη ημέρα καταβολής της, την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα.
Ακολούθως, δικάζοντας το Εφετείο επί της αγωγής κατά το μέρος τούτο τη δέχθηκε εν μέρει και επιδίκασε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ως δεδουλευμένες αμοιβές για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες της κατά τη διάρκεια της σύμβασης, το ποσό των 7.500 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 15-7-2008. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 655, 656 ΑΚ, που εφαρμόζονται αναλογικά και στην ένδικη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου, διαλαμβάνοντας αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών για το ουσιώδες ζήτημα της έναρξης της σύμβασης και της υποχρέωσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης για καταβολή στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα των συμφωνημένων αμοιβών της κατά τη διάρκεια της σύμβασης, είτε σε περίπτωση αποδοχής των προσφερόμενων υπηρεσιών της (αρθ.655 ΑΚ), είτε σε περίπτωση μη αποδοχής τούτων (αρθ.656 ΑΚ), και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, για το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα- το οποίο σημειωτέον συνέχεται και με τις εκ των άρθρων 672, 673 ΑΚ και 404, 405 ΑΚ, κύριες και επικουρικές, αντίστοιχα, αγωγικές αξιώσεις, καθόσον αφορά στην, κατ'αυτές παραβιασθείσα συμβατική υποχρέωση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης για καταβολή ληξιπρόθεσμων συμφωνημένων αμοιβών- το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του:
α) ενώ δέχεται ότι με την ένδικη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων με το από 21-3-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε η έναρξή της και η παροχή υπηρεσιών της ενάγουσας-αναιρεσείουσας ως ιατρού φυσικής ιατρικής στο κέντρο που διατηρούσε η εναγομένη-αναιρεσίβλητη στην Τερψιθέα Λάρισας, με την έναρξη της λειτουργίας του κέντρου αυτού που ορίστηκε συγκεκριμένα, την 1-11-2007, ακολούθως, αντιφατικά δέχεται ότι μεταξύ των συμβαλλομένων μερών με το ίδιο ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε η έναρξη της ένδικης σύμβασης στις 5-5-2008 όταν άρχισε να λειτουργεί το ανωτέρω κέντρο αποκατάστασης και να παρέχει πραγματικά τις υπηρεσίες της η ενάγουσα-αναιρεσείουσα, δικαιούμενη μόνο έκτοτε τη συμφωνημένη μηνιαία αμοιβή της ποσού 5.000 ευρώ και β) ενώ δέχεται ότι με το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφωνήθηκε επίσης να θέσει η ενάγουσα-αναιρεσείουσα στη διάθεση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης την άδεια επιστημονικής διεύθυνσης που κατείχε και ήταν αναγκαία για τη λήψη της άδειας λειτουργίας του κέντρου αποκατάστασης, και ότι από τη συνολική συμφωνημένη αμοιβή της των 5.000 ευρώ μηναίως, ποσό 2.500 ευρώ αντιστοιχούσε στην αξία χρήσης της άδειά της αυτής, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι η συμφωνημένη έναρξη της ένδικης έγγραφης σύμβασης ως προς όλους τους όρους της, δηλαδή και ως προς τον ανωτέρω, ήταν στις 5-5-2008 όταν άρχισε να λειτουργεί το κέντρο με την έκδοση της απαιτούμενης προς τούτο άδειας λειτουργίας- δηλαδή ενώ η ενάγουσα-αναιρεσείουσα είχε ήδη εκπληρώσει την άνω συμβατική της υποχρέωση-και ότι έκτοτε μόνο (από τις 5-5-2008 και εντεύθεν) η τελευταία δικαιούται (και) την ανωτέρω διακριτή αμοιβή της των 2.500 ευρώ μηνιαίως για τη χρήση της άδειας επιστημονικής διεύθυνσης του κέντρου, και μάλιστα με ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν προσδιορίζει το χρόνο που είχε θέση στη διάθεση της αντισυμβαλλομένη της την εν λόγω άδειά της για να εκδοθεί η άδεια λειτουργίας του κέντρου, και συνιστά το γενεσιουργό λόγο οφειλής της άνω διακριτής αμοιβής της, ποσού 2.500 ευρώ μηνιαίως.
'Ετσι το Εφετείο με τις αντιφατικές και ανεπαρκείς, ως άνω αιτιολογίες του, για το προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού δεν προκύπτουν από αυτή τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθισταμένου έτσι ανέφικτου του ελέγχου της ορθότητας ή μη της εφαρμογής τους. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναίρεσης, όπως κατά περιεχόμενο εκτιμάται, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στα πλαίσια του δεύτερου λόγου αναίρεσης αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, που εντοπίζεται μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος πρότασης αυτής, είναι απαράδεκτες, καθόσον δεν ιδρύουν τον εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε.
Κατόπιν τούτων, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, λόγω δε της αναιρετικής τους εμβέλειας παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης και συγκεκριμένα, του δεύτερου, κατά το πρώτο σκέλος του, και του τρίτου, κατά το πρώτο σκέλος του, από τους αριθμούς 11γ και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και επειδή υπάρχει περαιτέρω στάδιο προς έρευνα πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 425/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, διαδικασίας περιουσιακών-από αμοιβές-διαφορών.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ