Supreme Court allows appeal against debt restructuring ruling due to procedural error in income verification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a First Instance Court decision regarding debt restructuring under Law 3869/2010. The appellant bank argued the court erred by accepting the debtor's income declaration without verifying undisclosed significant income sources. The court found this constituted a procedural error under Article 560 of the Code of Civil Procedure, necessitating the annulment of the lower court's ruling and remittal for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. 1 of Law 3869/2010; Art. 560 para. 6 of the Code of Civil Procedure: A procedural error in verifying the applicant's income declaration, where significant undisclosed income sources are not explained, constitutes grounds for annulment of the restructuring decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1687 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1687/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Η., κατοίκου ..., 2) Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (ΕΦΚΑ) και ήδη "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (e-ΕΦΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωνσταντίνου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, το 2ο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις και το 3ο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ανδρέα Κουτσόλαμπρο και Αλέξανδρο Μπεντερμάχερ - Γερούση με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και οι οποίοι στις ως άνω από 19-5-2022 δηλώσεις καθώς και με τις καταττεθείσες προτάσεις τους δήλωσαν την ως άνω μεταβολή του αναιρεσιβλήτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2015 αίτηση της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 360/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3838/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-5-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 5-5-2021 (ειδ. αρ. κατ.191/2021) αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά της αναιρεσίβλητης-αιτούσας τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών της σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3869/2010 και των αναιρεσίβλητων-καθ'ων η αίτηση αναγκαίων ομοδίκων της αναιρεσείουσας και προσβάλλει την υπ' αρ. 3838/2020 απόφαση του, ως εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της υποπαρ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14.8. 2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της υποπαρ.
Α4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για την ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Εξ άλλου, με την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι "Για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου, συνοδευόμενη από τα έγγραφα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Η αίτηση του οφειλέτη πρέπει να αναφέρει:
α) την περιουσιακή κατάσταση του ιδίου και της συζύγου του και τα πάσης φύσεως εισοδήματά τους, β) τους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους, αναλυόμενες σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 4 και 4α του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, γ) τυχόν μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων του επί ακινήτων, στις οποίες ο οφειλέτης προέβη την τελευταία τριετία πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, δ) τυχόν αίτημα για διαγραφή των χρεών του κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5ο του παρόντος νόμου ή σχέδιο για την διευθέτηση των οφειλών του, που λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τα συμφέροντα των πιστωτών, την περιουσία, τα εισοδήματα και τις δαπάνες διαβίωσης του ιδίου και της οικογενείας του και την προστασία της κύριας κατοικίας του σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του παρόντος νόμου".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής εισοδήματα του οφειλέτη που πρέπει να αναφέρονται στην αίτηση είναι τα αναμενόμενα εισοδήματα τόσον του αιτούντος οφειλέτη, όσον και της συζύγου του, κατά τον χρόνο καταθέσεως της αιτήσεως. Σύμφωνα δε με την διάταξη της παρ. 2 εδάφ. β' του ως άνω άρθρου 4 του νόμου 3869/2010, που δεν έχει θιγεί, κατά το σημείο τούτο, από τα άρθρα 12 παρ. 1 του ν. 4161/ 2013 και 1 παρ. 4 της υποπαρ.
Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση, για την οποία ισχύει η παράγραφος 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του ν. 2479/1997, για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στην περιπτώσεις α' και β' της προηγούμενης παραγράφου που αφορούν, μεταξύ άλλων, τόσο την κατάσταση της περιουσίας του, όσο και τα εισοδήματα από κάθε πηγή του ιδίου και της συζύγου του.
Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδάφ. α' και β' του ίδιου νόμου, ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, τόσο κατά την διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αιτήσεως της παραγράφου 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών.
Η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών, εφόσον έγινε από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει ως συνέπεια, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από την ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί και μέχρι 2 έτη μετά την επέλευσή της, ενώ νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά την πάροδο 2 ετών από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αιτήσεως ή την τελεσιδικία της αποφάσεως για την έκπτωση.
Την παράβαση αυτή μπορεί να επικαλεστεί οποιοσδήποτε πιστωτής μέσα σε ένα έτος από τη στιγμή που πληροφορήθηκε τη διάσταση της πραγματικής καταστάσεως του οφειλέτη σε σχέση με εκείνη που δηλώθηκε. Μολονότι ο νόμος κάνει λόγο για "αίτηση" του πιστωτή, είναι δεδομένο ότι, αν βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση του άρθρου 4, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί κατ' ένσταση μέχρι την περάτωση της συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 745 Κ.Πολ.Δικ.).
Ειδικότερα, παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει αν ο οφειλέτης, από δόλο ή βαριά αμέλεια, αποκρύπτει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται ή περιουσιακά στοιχεία, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να πετύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του, εκτός βέβαια αν η παράλειψη αυτή είναι εντελώς ασήμαντη και επουσιώδης, όπως θα εκτεθεί παρακάτω.
Ως δόλος νοείται η εκ μέρους του δράστη πρόβλεψη και αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος ορισμένης συμπεριφοράς, την οποία αυτός επιχειρεί, αν και γνωρίζει τα περιστατικά που την καθιστούν παράνομη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση με δόλο ενεργεί ο οφειλέτης, όταν, εν γνώσει του, υποβάλει ψευδή δήλωση, που δεν ανταποκρίνεται δηλαδή στην αλήθεια, χωρίς να χρειάζεται κάποιο πρόσθετο στοιχείο, ενώ ως βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η απόκλιση από το μέτρο συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη.
Η κρίση για το χαρακτήρα της αμέλειας ως βαριάς είναι θέμα αξιολογήσεως των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο. Για να επέλθουν σε βάρος του οφειλέτη οι οριζόμενες στο νόμο πιο πάνω δυσμενείς κυρώσεις δεν απαιτείται με την συμπεριφορά αυτή του οφειλέτη να έχει μειωθεί (βλαβεί) η ικανοποίηση των πιστωτών.
Αρκεί ότι οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του οφειλέτη είναι πρόσφορες να μειώσουν (ζημιώσουν) την ικανοποίηση των πιστωτών. Όταν, όμως, οι παραβάσεις του οφειλέτη είναι εντελώς επουσιώδεις, δεν δικαιολογείται η προβλεπόμενη στο νόμο παραπάνω αντιμετώπιση. Επίσης, δεν χρειάζεται να αναφέρονται στην αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου τα ποσά που είχαν εισπραχθεί κατά το παρελθόν στο βαθμό που αυτά, κατά την υποβολή της αιτήσεως, έχουν πλέον αναλωθεί προς κάλυψη αναγκών του οφειλέτη ή για εξόφληση οφειλών του, αφού έχουν πάψει να αποτελούν περιουσία του.
Ο οφειλέτης, πάντως, πρέπει να αναφέρει και τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, κατά την δική του υποκειμενική εκτίμηση, μπορεί να είναι και χωρίς αξία ή και χωρίς πιθανότητα ρευστοποιήσεως ή εισπράξεως, καθώς ο μόνος αρμόδιος να ενημερωθεί γι' αυτά και να τα αξιολογήσει είναι ο δικαστής. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο αυτόν αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος περιήλθε, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία εκπληρώσεως των οφειλών του.
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ένας ανειλικρινής σε κρίσιμα ζητήματα οφειλέτης (περιουσιακή κατάσταση - εισοδήματα) δεν κρίνεται άξιος να τύχει της ευνοϊκής μεταχειρήσεως του νόμου (ΑΠ 120/2021, ΑΠ 1206/2018). Επίσης, κατά την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Έτσι, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π. 1416/2012, Α.Π. 1208/2011, Α.Π. 44/ 2003, Α.Π. 1702/2001).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/ 1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (Α.Π. 681/2014).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 271/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττομένη 3838/2020 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του ν. 3869/2010, 741 επ. Κ.Πολ.Δικ.), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αιτούσα γεννήθηκε το έτος 1974 και είναι διαζευγμένη.
Κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης ήταν 41 ετών και είναι ήδη 46 ετών. Ασκεί το επάγγελμα της συμβολαιογράφου. Έχει δικαίωμα πλήρους κυριότητας 1) επί των ακολούθων οριζοντίων ιδιοκτησιών: α) ενός οροφοδιαμερίσματος υπό στοιχείο Β' επιφανείας 110,87 τ.μ., του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου, με την ανήκουσα σε αυτό αποκλειστική χρήση θέση στάθμευσης υπό στοιχείο Θ,Σ,2 του ισογείου ορόφου, επιφανείας 10,50 τ.μ., πολυκατοικίας κειμένης επί της οδού ...
στον …, έτους κατασκευής 2006, αντικειμενικής αξίας 99.551,34 ευρώ, β) μιάς αποθήκης,..του υπογείου, αντικειμενικής αξίας 357,75 ευρώ, 2) του με αριθμό κυκλ. ...οχήματος, ...αξίας 1.500 ευρώ και μη ικανού να συμβάλει ουσιωδώς στην ικανοποίηση των απαιτήσεων των καθ'ων και συνεπώς μη προσφόρου προς ρευστοποίηση. Τα ανωτέρω ακίνητα απέκτησε η αιτούσα νεόδμητα, μαζί με τον τότε σύζυγό της, Ι.
Π., κατ'ισομοιρίαν, δυνάμει του υπ' αρ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ενώπιον του συμ/φου Πειραιώς Ανδρέα Χρονόπουλου, νομίμως μεταγραφέντος. Το ακίνητο αυτό χρησίμευσε για κύρια κατοικία τους. Προκειμένου να καλύψουν το τίμημα της αγοραπωλησίας, συνήψαν, ως συνοφειλέτες, με το δικαιοπάροχο της 1ης των καθ'ών, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος, τις από 17-7-2006 και με αριθμούς ...
και ... συμβάσεις στεγαστικού δανείου, ποσών 132.500 ευρώ και 97.500 ευρώ αντίστοιχα, διαρκείας αμφοτέρων 35 ετών, με συνολική καταβλητέα μηνιαία δόση 850 ευρώ. Στη συνέχεια, δύο μόλις μήνες μετά, η έγγαμη συμβίωση της αιτούσας με το σύζυγο της διεκόπη οριστικά και παρέμεινε μόνη στη χρήση του ακινήτου ως κυρίας κατοικίας της, αναλαμβάνοντας και την καταβολή της συνολικής δόσης των δανείων.
Στα πλαίσια της τυπικής λύσης του γάμου τους, που έλαβε χώρα τοέτος2008, ο σύζυγος της αιτούσας μετεβίβασε τυπικώς προς αυτή το ποσοστό συγκυριότητάς του επί των άνω ακινήτων, δυνάμει του υπ'αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Φωτεινής Σαρρή νομίμως μεταγραφέντος.
Το ανωτέρω ΙΧΕ όχημα απέκτησε η αιτούσα μεταχειρισμένο το έτος 2010, το κυκλοφορεί και το συντηρεί. Οι οφειλές της αιτούσας κατά το χρόνο υποβολής της ένδικης αίτησης, που είχαν αναληφθεί σε χρόνο προγενέστερο του ενός έτους από την υποβολή της, ήταν: Α) προς την πρώτη καθ'ής: 1) ποσό 131.665,24 ευρώ (κεφάλαιο 121.307,81 και τόκοι 10.357,43) από την πρώτη ως άνω σύμβαση, 2) ποσό 96.885,94 ευρώ (κεφάλαιο 89.264,27 και τόκοι 7.621,67) από τη δεύτερη ως σύμβαση, 3) ποσό 38.444,26 ευρώ (κεφάλαιο 24.992,93 ευρώ, τόκοι 13.399,33 ευρώ και έξοδα 52 ευρώ) από τη με αριθμό ...
σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ποσού 27.500 ευρώ, με διάρκεια αποπληρωμής 10 ετών, την οποία είχε συνάψει η αιτούσα με την καθ'ής στις 5-3-2010, προκειμένου να ρυθμίσει οφειλές της προς την άνω καθ'ής, συνολικού ποσού (5.859,26 + 21.116,42=) 26.975,68 ευρώ, που προέρχονταν από χρήση πιστωτικής κάρτας και από καταναλωτικό δάνειο ποσού 20.000 ευρώ, που είχε λάβει το έτος 2006, ήτοι συνολικά για όλες τις άνω συμβάσεις, οφειλή ποσού (131.665,24 + 96.885,94 + 38.444,26=) 266.995,44 ευρώ, Β) Προς το δεύτερο καθ'ού: 1) ποσό 13.660,47 ευρώ, από φόρο εισοδήματος φορολογικού έτους 2009, 2) ποσό 2.138,45 ευρώ, από περαίωση φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2009, 3) ποσό 704,02 ευρώ, από φόρο εισοδήματος φορολογικού έτους 2010, 4) ποσό 1.514,45 ευρώ από εισφορές και τέλος επιτηδεύματος φορολογικού έτους 5) ποσό 719,48 ευρώ από χρεωστικές δηλώσεις φορολογικού έτους 6) ποσό 979,82 ευρώ από χρεωστικές δηλώσεις φορολογικού έτους 2011, 7) ποσό 1.901,93 ευρώ από φόρο εισοδήματος φορολογικού έτους 2011, 8) 698,86 ευρώ από χρεωστικές δηλώσεις φορολογικού έτους 2012, 9) ποσό 622,87 ευρώ από χρεωστικές δηλώσεις φορολογικού έτους 2011, 10) ποσό 201,17 ευρώ από ΕΕΤΗΔΕ έτους 2012, 11) ποσό 299,88 ευρώ από χρεωστικές δηλώσεις φορολογικού έτους 2013, 12) ποσό 7.164,49 ευρώ από φόρο εισοδήματος φορολογικού έτους 2013, 13) ποσό 217,03 ευρώ από χρεωστικές δηλώσεις φορολογικού έτους 2013, 14) ποσό 306,33 ευρώ από ΕΝΦΙΑ έτους 2014 και 15) ποσό 378,30 ευρώ από ΕΝΦΙΑ έτους 2014, ήτοι συνολική οφειλή από τις άνω αιτίες ποσού 31.507,55 ευρώ και Γ) Προς το τρίτο καθ'ού : 1) ποσό 15.772,38 ευρώ για μη καταβληθείσες εισφορές από το έτος 2007 μέχρι και το έτος 2014 (Κλάδος Προνοίας 10.125,12 ευρώ και κλάδος υγείας 5.597,26 ευρώ) και 2) ποσό 6.418,54 ευρώ για μη καταβληθείσες εισφορές TAN για τα έτη 2011-2014, ήτοι συνολικά ποσό 22.190,92 ευρώ.
Δηλαδή οι οφειλές της αιτούσας κατά το χρόνο υποβολής της ένδικης αίτησης, που απέρρεαν χρεών τα οποία είχε αναλάβει ένα έτος πριν από αυτή, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των (266.995,44 + 31,507,55 + 22.190,92 =) 320.699,91 ευρώ. Οι μηνιαίες ενήμερες δόσεις για την αποπληρωμή των άνω οφειλών ήταν : Α) για τις οφειλές προς την 1η καθ'ής, ποσού 1.150,60 ευρώ, Β) Για τις οφειλές προς το 2° καθ'ού, ποσό 323,54 ευρώ και Γ) Για τις οφειλές προς το 3° καθ'ού, ποσό (157,22 + 64,19 =) 221,41 ευρώ.
Από αυτές, η αιτούσα εξυπηρετούσε την οφειλή προς το 2ο καθ'ού (323,54 ευρώ) και μέρος της οφειλής προς το 3° καθ'ού (157,22 ευρώ). Επιπλέον, ανάλωνε ποσό 1.250 ευρώ μηνιαίως για την κάλυψη των αναγκών προσωπικής και επαγγελματικής διαβίωσης, γεγονός που και η ίδια παραθέτει στην ένδικη αίτηση.
Συνεπώς το ποσό που είχε διαθέσιμο κάθε μήνα για τις άνω αιτίες ήταν (323,54 + 157,22 + 1.250=) 1.730,76 ευρώ. Παρά ταύτα, τα δηλωθέντα μέσα μηνιαία καθαρά εισοδήματα της αιτούσας για το έτος αυτό (2015, της υποβολής της ένδικης αίτησης) ήταν 301,34 ευρώ, χωρίς να αποδεικνύεται ότι η διαφορά που προκύπτει (1.730,76 μείον 301,34 =)1.429,42 ευρώ, που ήταν σχεδόν πενταπλάσια των δηλωθέντων εισοδημάτων της, καλύφθηκε με άλλο τρόπο πλην των εισοδημάτων της.
Από το γεγονός αυτό, προκύπτει εναργώς ότι η αιτούσα έχει και άλλη πηγή εισοδημάτων και μάλιστα σημαντικού ύψους. Σημειωτέον επί της παραδοχής αυτής, ότι κατά το χρόνο συζήτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (έτος 2018), δήλωνε στο ακροατήριο ότι το μηνιαίο καθαρό εισόδημά της είναι της τάξης των 400-500 ευρώ, ενώ το μέσο καθαρό δηλωθέν εισόδημά της για το έτη που μεσολάβησαν ήταν :
το έτος 2016 ποσό 263,16 ευρώ, το έτος 2017 ποσό 208,34 ευρώ, το έτος 2018 (συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) ποσό 300,64 ευρώ και το έτος 2019 ποσό 666,94 ευρώ, ενώ το πραγματικό ποσό που ανάλωνε μηνιαίως ήταν το ίδιο ως άνω ποσό των 1.250 ευρώ για τις προσωπικές και επαγγελματικές ανάγκες της και ποσό 85 ευρώ στα πλαίσια της προσωρινής διαταγής περί αναστολής των καταδιωκτικών μέτρων εναντίον της, που της χορηγήθηκε επί τη βάσει της ένδικης αίτησης, ήτοι συνολικό ποσό 1.335 ευρώ μηνιαίως κατ'ελάχιστον, που καταδεικνύει ότι συνεχίζει να έχει εισοδήματα και από άλλη πηγή που δεν αποκαλύπτει...Περαιτέρω, απορριπτέα ως αβάσιμη κατ'ουσίαν είναι και η ένσταση περί ανειλικρινούς δηλώσεως της περιουσιακής (εισοδηματικής) κατάστασης της αιτούσας, που πρότεινε το 3ο καθ'ου, διότι οι οικονομικές δυνατότητές της προέκυψαν από τις δηλώσεις και τους ισχυρισμούς της ίδιας, τόσο στα δικόγραφα που κατέθεσε όσο και στο ακροατήριο".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την από 14-11-2018 έφεση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης-αιτούσας κατά της πρωτόδικης 360/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, που είχε κρίνει διαφορετικά, την οποία και εξαφάνισε και, στην συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Κρίνοντας όμως έτσι το εν λόγω Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της ειλικρίνειας της δηλώσεως της αιτούσης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1, 4 και 10 παρ. 1 του ν. 3869/2010, που προπαρατέθηκαν, τις οποίες, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές, στην προσβαλλομένη απόφαση ενώ αναφέρεται αφενός, ότι τα δηλωθέντα μέσα μηνιαία καθαρά εισοδήματα της αιτούσας κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης (2015), προέκυπταν από τις δηλώσεις και τους ισχυρισμούς της και ανέρχονταν κατά μέσο σε 301,34 ευρώ, πλην όμως αφετέρου, γίνεται δεκτό ότι η αιτούσα κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο ανάλωνε μηνιαίως συνολικό ποσό 1.335 ευρώ κατ'ελάχιστον και, επομένως, πάντα σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αιτούσα είχε και άλλη πηγή εισοδημάτων και μάλιστα σημαντικού ύψους, τα οποία (εισοδήματα) συνεχίζει να έχει και κατά τα επόμενα έτη (2016, 2017, 2018), αλλά δεν αποκαλύπτει (την πηγή τους), χωρίς να διευκρινίζεται εάν η αιτούσα παρέλειψε την αναφορά των ανωτέρω εισοδημάτων από ελαφριά αμέλεια και ποία ήταν τα πραγματικά εισοδήματα αυτής κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως.
Ας σημειωθεί ότι εν προκειμένω συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεως από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ.2 ΚπολΔ, ήτοι εφαρμογής της περιπτώσεως γ'του ίδιου ως άνω άρθρου, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και επομένως, παραδεκτά προβάλλεται από την αναιρεσείουσα τράπεζα (η μη προταθείσα από την ίδια ένσταση περί ανειλικρινούς δηλώσεως, αλλά μόνον από το 3ο εφεσίβλητο ΕΦΚΑ), ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 560 αρ. 6 (αντίστοιχο 559 αρ. 19) του ΚΠολΔ .
Κατά συνέπειαν, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, ενώ παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου από το άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., λόγου, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός στο σύνολο της πληττομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του, και να αναιρεθεί η απόφαση αυτή. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δικ.). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 636/2017, ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3838/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Και Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ