Legislator Case Law & Legislation
1687/2011 AI generated

1687/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1687/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι ούτε έχουν συμφωνήσει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια ως προς την παροχή της εργασίας ούτε μια τέτοια διάρκεια συνάγεται από το είδος ή το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκεια αυτής συνομολογείται μέχρι ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ενός μελλοντικού και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση κάποιου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του γεγονότος ή του χρονικού σημείου, η σύμβαση παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Legislator headnote

AI generated

1687/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως εκ τούτου, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος ή το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι το ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξεώς της, η οποία επέρχεται χωρίς να χρειάζεται ούτε καταγγελία ούτε καταβολή αποζημιώσεως.

Keywords

AI generated
fixed-term work recording of working time Sunday work authorization supplementary work unpaid work irregular working hours
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1687 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Έκτακτη υπάλληλος νομαρχιακής επιχείρησης. Παραδοχή ότι η ορισμένη διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας δικαιολογείτο από τη φύση της απασχόλησης, η οποία απέβλεπε στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένων προγραμμάτων και όχι στην κάλυψη παγίων αναγκών της υπηρεσίας του εργοδότη. Απορρίπτει την αίτηση

Αριθμός 1687/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 27η Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ρήγα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Νομαρχιακή Επιχείρηση Ανάπτυξης Νομού Αχαΐας - ΝΕΑ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Πάτρα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανασίου Καρέλα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 334/2004 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1324/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-5-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 6-5-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη, Ζήση Βασιλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντίδικου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι ούτε έχουν συμφωνήσει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια ως προς την παροχή της εργασίας ούτε μια τέτοια διάρκεια συνάγεται από το είδος ή το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκεια αυτής συνομολογείται μέχρι ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ενός μελλοντικού και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση κάποιου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του γεγονότος ή του χρονικού σημείου, η σύμβαση παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Ως εκ τούτου, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος ή το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι το ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξεώς της, η οποία επέρχεται χωρίς να χρειάζεται ούτε καταγγελία ούτε καταβολή αποζημιώσεως.

Εξ άλλου, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο κρίνει σχετικώς χωρίς να δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της όπως απαιτούν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες η σύμβαση καταρτίσθηκε (ΟλΑΠ 18/2006).

2. Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικά ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), συνάγεται ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από συγκεκριμένο λόγο, που μπορεί να ανάγεται ιδίως στις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης όπου παρέχεται η εργασία, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζόμενου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

3. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, το άρθρο 21 του οποίου ορίζει τα ακόλουθα: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ.1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ.1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.

Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ.2).

Στη συνέχεια, στις παραγράφους 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και, τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.

Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.1 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, όπως οι αμιγείς επιχειρήσεις των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων.

4. Εξ άλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των παγίων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ, ορίζουν τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ.3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ.7, που προβλέπει ότι "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, (...) γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".

Επίσης, στο ίδιο άρθρο 103 προστέθηκε παρ.8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ.3, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ.2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

5. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ.7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου είτε για την κάλυψη οργανικών θέσεων πέραν των προβλεπομένων είτε για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών.

Όπως δε προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες (βλ. Πρακτικά Συνεδριάσεως της Βουλής ΡΜΔ/21-3-2001, σελ. 731, 744, 754, 755 και ΡΜΕ/21-3-2001 σελ 768, 771, 772, 782) μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και, μάλιστα, όχι μόνο εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που, πράγματι, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

Γι' αυτό και πρόσθεσε την πιο πάνω διάταξη του εδ.γ' της παρ.8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία, πλέον, αδιακρίτως απαγορεύει και την από το νόμο, ακόμη, μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Έτσι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν συμβαίνει αυτό, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι, πλέον, αλυσιτελής. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, πρβλ.

ΟλΑΠ 7/2011 για το πριν από την αναθεώρηση του Συντάγματος χρονικό διάστημα).

6. Από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ.3 και ήδη 249 παρ.1 και 3 της ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της ΕΕ, συνάγεται ότι οι Οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ένωσης, στο οποίο απευθύνονται, καθ' όσον αφορούν στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Γι' αυτό απευθύνονται, κατ' ανάγκη, όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκομένου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος, που είναι αποδέκτης της Οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό εντός της τασσομένης προθεσμίας, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει.

Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απ' ευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της, όμως, εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει εθνικό δίκαιο και των αντίστοιχων κρατικών φορέων.

Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι, δηλαδή, κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 23/1998). Περαιτέρω, την 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν την 18-3-1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CΕΕΡ, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως την 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως την 10-7-2002, της οποίας η Ελλάδα έκαμε χρήση.

Στο προοίμιο της Οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν ότι οι συμβάσεις αορίστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, αλλά και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, υπό ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.

Ειδικότερα, η Οδηγία ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση, που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να αξιολογεί τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και, ειδικότερα, καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

Επίσης, τα κράτη μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη.

Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.

7. Ο εθνικός νομοθέτης έχει ήδη εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα π.δ. 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004).

Στο άρθρο 5 του π.δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: "1 .Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ' όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφ' όσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. (...) 4.

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004 η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφ' όσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Εν όψει, όμως, του ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, κατά τα προαναφερόμενα, από την 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την προβλεπόμενη προστασία από 10-7-2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, μέχρι την έναρξη ισχύος του διατάγματος.

Προστέθηκαν, λοιπόν, ως μεταβατικές, οι διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, που ορίζουν τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφ' όσον συντρέχουν, αθροιστικά, οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση (...)" (άρθρο 11 παρ. 1α).

Η με το π.δ. 164/2004 επιλογή από την ελληνική πολιτεία των ως άνω μέτρων για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 έγινε, αφού λήφθηκαν υπόψη οι ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι, μεταξύ άλλων, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, εξ ου και η θέσπιση των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προαναφέρθηκαν.

Επομένως, εφ' όσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Εν όψει, λοιπόν, αφ' ενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφ' ετέρου της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς τη ρηθείσα Οδηγία, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος αυτού (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 113/2009).

8. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι το εναγόμενο ΝΠΙΔ (ήδη αναιρεσίβλητο) συστήθηκε ως νομαρχιακή επιχείρηση με την 41/1997 απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου Αχαΐας, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 331/1996 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Κώδικα Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (π.δ. 30/1996).

Ότι η ενάγουσα στην ένδικη, από 22-6-2003 αγωγή (ήδη αναιρεσείουσα), ως απόφοιτος του ΙΕΚ Καλαβρύτων με την ειδικότητα "Επιμελητής - Ξεναγός Εθνικών Δρυμών και Χώρων Αναψυχής", πραγματοποίησε πρακτική άσκηση στο εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-1998 έως 31-12-1998 και μετά τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου χρόνου παρέμεινε ατύπως στην υπηρεσία του και μετά την 1-1-1999.

Ότι την 3-4-1999 και κατόπιν εισηγήσεως του τότε Διευθυντή του εναγομένου, η ενάγουσα υπέγραψε σύμβαση εκτέλεσης έργου - παροχής υπηρεσιών με αντικείμενο την υποστήριξη του εναγομένου στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προέκυπταν γι' αυτό από την Προγραμματική Σύμβαση με την οικεία Περιφέρεια για την "Τουριστική Προβολή της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας", η διάρκεια της οποίας ορίστηκε μέχρι την 31-12-2000.

Ότι, έκτοτε, η ενάγουσα συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο δυνάμει επαναλαμβανομένων συμβάσεων που συνήψε με αυτό και ειδικότερα α) την από 1-11-2000 σύμβαση με αντικείμενο την καταχώριση στοιχείων στη βάση δεδομένων για το έργο "ΔΙΚΤΥΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ", η διάρκεια της οποίας ορίστηκε μέχρι την 31-12-2000 και στη συνέχεια παρατάθηκε με νέα σύμβαση υπό τον τίτλο "ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ - ΠΑΡΑΤΑΣΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ" μέχρι την 31-3-2001, β) την από 3-4-2001 σύμβαση με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών στα πλαίσια του προγράμματος "ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ - ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΟΡΕΙΝΟΥ ΟΓΚΟΥ ΧΕΛΜΟΥ - ΒΟΥΡΑΪΚΟΥ", η διάρκεια της οποίας ορίστηκε μέχρι την 31-12-2001, γ) την από 1-1-2002 σύμβαση με αντικείμενο την οικονομική διαχείριση, τον έλεγχο των δαπανών και την πιστοποίηση των πληρωμών για το σύνολο του έργου του εναγομένου, τη σύνταξη και υποβολή των Τεχνικών Δελτίων για το επιχειρησιακό πρόγραμμα "ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ 2000 - 2006", τη γραμματειακή υποστήριξη των κατ' ιδίαν προγραμμάτων και την παροχή τεχνικής και συμβουλευτικής υποστήριξης προς το εναγόμενο για το συντονισμό των δράσεων και των ενεργειών του σε Τουριστικές Εκθέσεις, η διάρκεια της οποίας ορίστηκε μέχρι την 31-12-2002 και στη συνέχεια παρατάθηκε με την από 2-1-2003 νέα σύμβαση μέχρι την 31-3-2003.

Ότι έκτοτε το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, χωρίς να καταγγείλει νομίμως τη σύμβαση. Ότι καθ' όλη τη διάρκεια των ανωτέρω συμβάσεων, οι οποίες επιγράφονταν ως συμβάσεις μισθώσεως έργου, ήτοι από 1-1-1999 έως 31-3-2003, η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο απασχολούμενη καθημερινά έναντι αμοιβής στα γραφεία του, στην Πάτρα (αρχικά στην Πλατεία ...

αρ.7 και από το έτος 2002 στην οδό ... αρ.8), κατά πλήρες ωράριο εργασίας (από 08:00 έως 14:30 ώρα), χωρίς σ' αυτό να εμποδίζεται από την παροχή εργασίας στο κατάστημα της εταιρίας "CASA ΜΑΡΚΕΤ ΕΠΕ", διότι η εν λόγω εργασία της ενάγουσας παρεχόταν κατά τις απογευματινές ώρες. Ότι, παράλληλα προς τα ως άνω καθήκοντα, εκτελούσε χρέη γραμματέα του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, αλλά αυτό γινόταν περιστασιακά, όταν απουσίαζε (ιδίως λόγω εγκυμοσύνης) η υπεύθυνη γραμματέας Γ.

Σ.. Ότι κατά την ως άνω απασχόλησή της, που συνίστατο κατά κύριο λόγο στην οικονομική και διοικητική παρακολούθηση και στη γραμματειακή υποστήριξη των ως άνω προγραμμάτων, τα οποία εκτελούνταν από το εναγόμενο, η ενάγουσα τελούσε υπό τη νομική εξάρτηση αυτού, ως εργοδότη της, η οποία εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία της ενάγουσας, δίνοντας προς αυτήν οδηγίες, τις οποίες ήταν υποχρεωμένη να ακολουθεί ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο της απασχόλησής της.

Ότι, ως εκ τούτου και ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού των ειρημένων συμβάσεων ως συμβάσεων έργου, αλλά και της εκδόσεως τιμολογίων παροχής υπηρεσιών εκ μέρους της ενάγουσας για την είσπραξη της αμοιβής της, οι ως άνω συμβάσεις φέρουν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, στην παροχή της οποίας απέβλεπαν τα μέρη και όχι συμβάσεων έργου ή παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Ότι, περαιτέρω, ο καθορισμός για την καθεμιά από τις συμβάσεις αυτές συγκεκριμένου χρόνου διάρκειας, η οποία συνέπιπτε με τη χρονική διάρκεια του εκάστοτε εκτελουμένου προγράμματος για το οποίο προσλαμβανόταν η ενάγουσα και με την αποπεράτωση του οποίου συνδεόταν η λήξη της (αρχική ή κατά τη ρητή και έγγραφη παράταση στις ανωτέρω δύο περιπτώσεις), δικαιολογείτο από τη φύση, το είδος και το σκοπό της καθεμιάς και δεν γινόταν σκοπίμως προς καταστρατήγηση των προστατευτικών διατάξεων για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, διότι σε κάθε περίπτωση η εργασία της ενάγουσας απέβλεπε προεχόντως στην παρακολούθηση και γραμματειακή υποστήριξη συγκεκριμένου προγράμματος και όχι στην εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών της εν γένει υπηρεσίας του εναγομένου ΝΠΙΔ.

9. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι οι εν λόγω συμβάσεις φέρουν μεν το χαρακτήρα των συμβάσεων παροχής εξαρτημένης εργασίας και όχι έργου, αλλά συνιστούν νομίμως διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι μια ενιαία σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου. Στη συνέχεια, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν εφαρμόζεται ούτε το άρθρο 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, ούτε η 1999/70/ΑΚ/18-3-1999 Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε τα ως άνω π.δ.

που εισήγαγαν τις επιταγές της Οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά το μέρος που με αυτή η αναιρεσείουσα ζητούσε α) ν' αναγνωριστεί ότι οι προαναφερόμενες συμβάσεις αποτελούν μια ενιαία σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου και β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες της και να καταβάλει ως αποδοχές υπερημερίας τους νόμιμους μισθούς από 1-4-2003 μέχρι 31-12-2003.

Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 και 669 ΑΚ και τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 2112/1920 και της 1999/70/ΑΚ/18-3-1999 Οδηγίας, διότι οι ανωτέρω συμβάσεις ήσαν συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου για την κάλυψη περιοδικών και πρόσκαιρων αναγκών και ως τέτοιες είχαν καταρτισθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, βάσει των οποίων απαγορεύεται η μετατροπή τους σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου.

Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε στην απορριπτική των ως άνω αιτημάτων της ένδικης αγωγής διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεως σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και δεν δημιούργησε, ως προς την απόρριψη, έλλειψη νόμιμης βάσης. Επομένως, οι πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος, ένατος και δέκατος από τους λόγους της αιτήσεως (σύμφωνα με την αρίθμηση του εισηγητή), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

10. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Και, τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, μέρος β' και με τον τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι η αναιρεσείουσα μόνο παρεμπιπτόντως άσκησε καθήκοντα γραμματέα του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου, με συνέπεια να οδηγηθεί στην εσφαλμένη παραδοχή ότι αυτή δεν κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του.

Περαιτέρω, με τον πρώτο, μέρη α' και γ' από τους λόγους της αιτήσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τις εκεί αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα, καταστάσεις και φακέλους, ήτοι αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκόμισε με επίκληση η αναιρεσείουσα και από τα οποία αποδεικνυόταν ο ισχυρισμός της ότι κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου.

Και, τέλος, με τους δεύτερο και τέταρτο από τους λόγους της αιτήσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ίδιων εγγράφων και ενόρκων βεβαιώσεων με το να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα κάλυπτε περιοδικές και πρόσκαιρες ανάγκες της υπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου. Οι αιτιάσεις αυτές, εκτιμώμενες, λόγω των μεταξύ τους αντιφάσεων, ότι προβάλλονται επικουρικώς εκάστη σε σχέση προς τις λοιπές, είναι αβάσιμες, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εξήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο ήδη αναφέρθηκε (βλ.

παραπάνω, αρ.8), από τη συνεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων και κατέληξε στην κρίση ότι η αναιρεσείουσα κάλυπτε πρόσκαιρες και περιοδικές ανάγκες της υπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου, χωρίς αυτό να μεταβάλλεται από την παρεμπίπτουσα προσφορά γραμματειακής υποστήριξης στο διοικητικό συμβούλιο αυτού.

Κατά τα λοιπά, με τις αιτιάσεις αυτές πλήττονται απαραδέκτως οι αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΚΠολΔ 561 παρ.1). Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.10, 11 και 20 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-5-2007 αίτηση περί αναιρέσεως της 1324/ 2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 25η Οκτωβρίου 2011. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 22α Νοεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ