Supreme Court dismisses appeal on labor claim where facts do not meet transport regulation requirements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Court of Appeals' judgment regarding a labor dispute over a truck driver's employment. The appellant argued that the lower court failed to apply specific transport regulations, but the Court found the appellant's claim for employment did not meet the statutory conditions for such laws. Consequently, the Court ruled that the lower court's decision was legally sound and rejected the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3 and 4 of PD 91/1988; Article 2(3) of Law 383/1976; Article 57/1989: Claims for employment in transport do not trigger these regulations if factual prerequisites are absent, rendering appeals based on their non-application inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1687 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1687/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη - Πρόδρομο Αναστασιάδη. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Ελευθεράκος Μεταφορική Αυτοκινήτων Ανώνυμη Εταιρεία" και με διακριτικό τίτλο "AUTO TRANSPORT", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πιττερό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1998/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6401/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-4-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 19-9-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το Μάϊο του έτους 1999 .....νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης, και .....αγόρασαν κατά ποσοστό συνιδιοκτησίας 50% καθένας το υπ' αριθ.
κυκλοφορίας ..... φορτηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Mercedes, με συρόμενο διώροφο ρυμουλκό με σκοπό την εμπορική εκμετάλλευση αυτού. Προς το σκοπό αυτό, δηλαδή τον πορισμό κέρδους από τη μίσθωση του αυτοκινήτου αυτού για μεταφορά εμπορευμάτων, συμφώνησαν οι ανωτέρω συνιδιοκτήτες με την αναιρεσίβλητη, η οποία είναι μεταφορική εταιρία και ασχολείται με τη μεταφορά εισαγόμενων στη χώρα ΙΧΕ αυτοκινήτων, να τους παραδίδει εμπορεύματα (αυτοκίνητα) προς μεταφορά, τα δε κέρδη από την εργασία αυτή να μοιράζονται ως εξής: 50% θα εισπράττει η πλευρά των συνιδιοκτητών του αυτοκινήτου και 50% η αναιρεσίβλητη.
Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής οι ανωτέρω συνιδιοκτήτες, οι οποίοι είχαν αναλάβει, σύμφωνα με τα παραπάνω, την κάλυψη της μεταφοράς ως προς το θέμα οδηγήσεως του εν λόγω αυτοκινήτου, αφού η αναιρεσίβλητη καμία τέτοια υποχρέωση δεν ανέλαβε, αναλαμβάνοντας μόνον την υπόδειξη και παράδοση εμπορευμάτων προς μεταφορά, ανέθεσαν στον αναιρεσείοντα, σύζυγο της από τους συνιδιοκτήτες .....
την οδήγηση του εν λόγω φορτηγού αυτοκινήτου. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο αναιρεσείων συνήψε με την αναιρεσίβλητη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ότι προσελήφθη ποτέ από αυτήν για την οδήγηση του προαναφερθέντος φορτηγού αυτοκινήτου. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου αυτού ο αναιρεσείων τελούσε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των αρμόδιων οργάνων της αναιρεσίβλητης, στις εντολές των οποίων θα έπρεπε να συμμορφώνεται δίχως ο ίδιος να έχει τη δυνατότητα να προσδιορίζει τον τόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, το είδος και έκτασή τους.
Δεν αποδείχθηκε επίσης ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους οποιαδήποτε αμοιβή αυτού. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την αντέφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 1998/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της ίδιας αποφάσεως, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, προφανώς καθόσον αφορούσε την αναιρεσίβλητη, ως προς την οποία με την εν λόγω απόφαση η από 23-7-2002 ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούνταν εν γένει αποδοχές από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του τελευταίου, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω φερόμενης ως τελεσθείσας αδικοπραξίας, είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, και στη συνέχεια, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την εν λόγω αγωγή, καθόσον απευθυνόταν κατά της αναιρεσίβλητης.
Ήδη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή παραβίασε, με το να μην τις εφαρμόσει, τις διατάξεις των άρθρων 3 και 4 του Π.Δ. 91/1988 περί προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της οδηγίας 84/64/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 19-12-1984 για τη χρησιμοποίηση μισθωμένων οχημάτων χωρίς οδηγό στις οδικές μεταφορές, όπως ισχύει μετά το Π.Δ. 209/1991, καθώς και τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 383/1976 και τις διατάξεις του Π.Δ. 57/1989 για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της οδηγίας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 74/561/ΕΟΚ της 12-11-1974 "περί προσβάσεως στο επάγγελμα του μεταφορέα εμπορευμάτων στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών μεταφορών".
Και αυτό γιατί, κατά το λόγο αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση: α) "κατά τον προσδιορισμό της έννομης σχέσης μισθώσεως φορτηγού δημοσίας χρήσεως που συνέδεε τους ιδιοκτήτες του εν λόγω φορτηγού με την αναιρεσίβλητη παρέβη... τις διατάξεις που απαγορεύουν να γίνεται μίσθωση φορτηγού με παράλληλη διάθεση του οδηγού, και επιβάλλουν να κινείται το μισθωμένο όχημα αποκλειστικά και μόνο με προσωπικό της μισθώτριας μεταφορικής επιχείρησης".
β) κρίνοντας "ότι δήθεν η μισθώτρια μεταφορική επιχείρηση είχε αναλάβει μόνον την υπόδειξη και παράδοση εμπορευμάτων προς μεταφορά... παραβίασε... τις διατάξεις που επιτρέπουν την πραγματοποίηση μεταφορικού έργου, με οχήματα όπως το επίδικο δημοσίας χρήσεως, μόνον σε μεταφορικές επιχειρήσεις (ατομικές ή εταιρικές) που διαθέτουν σχετική άδεια λειτουργίας".
Και γ) διέλαβε "στο αποδεικτικό της πόρισμα ότι έλαβε χώρα μίσθωση του επίμαχου φορτηγού δημοσίας χρήσεως από τους συνιδιοκτήτες προς την αναιρεσίβλητη μεταφορική επιχείρηση και ότι η τελευταία περιοριζόταν να υποδεικνύει απλώς τον παραλήπτη της μεταφοράς και να παραδίδει τα εμπορεύματα προς μεταφορά, ενώ οι εκμισθωτές είχαν αναλάβει και την κάλυψη της οδήγησης, δηλαδή είχαν διαθέσει προς τούτο... (τον αναιρεσείοντα) ως οδηγό, πράγμα που ρητώς απαγορεύεται...", ενώ "έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η μεταφορική επιχείρηση χρησιμοποιούσε, δυνάμει σύμβασης μισθώσεως, το εν λόγω όχημα για την πραγματοποίηση μεταφορικού έργου, για την εκτέλεση του οποίου...
προσέλαβε (τον αναιρεσείοντα) ως οδηγό...". Ακόμη, με το δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί η προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έχει νόμιμη βάση, ειδικότερα έχει αιτιολογίες αντιφατικές, ασαφείς και ανεπαρκείς "ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της έννομης σχέσης που συνέδεε τους συνιδιοκτήτες του επίμαχου οχήματος με την αναιρεσίβλητη μεταφορική επιχείρηση, καθώς ο προσδιορισμός της συνδέεται άμεσα με την απόδοση της ιδιότητας του εργοδότη στην αναιρεσίβλητη ή στους εκμισθωτές συνιδιοκτήτες, και επομένως με την επίλυση του ζητήματος της παροχής από τον αναιρεσείοντα εξαρτημένης ή μη εργασίας ως οδηγό του συγκεκριμένου οχήματος, συνδεόμενο με την αναιρεσίβλητη μεταφορική επιχείρηση ως εργοδότιδα".
Ενώ, "αν η προσβαλλόμενη είχε προβεί στον ορθό προσδιορισμό του περιεχομένου της έννομης σχέσης που συνέδεε τους συνιδιοκτήτες του φορτηγού με την αναιρεσίβλητη, ήτοι τη μίσθωση του επίμαχου οχήματος, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι... συνέδεε (τον αναιρεσείοντα) εργασιακή σχέση - και δη σχέση εξαρτημένης εργασίας - με την αναιρεσίβλητη και όχι με τους εκμισθωτές - συνιδιοκτήτες του φορτηγού".
Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, γιατί με αυτούς, στην πραγματικότητα, πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ανέλεγκτη περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου. Σε κάθε όμως περίπτωση, το Εφετείο, με το ως άνω σαφές αποδεικτικό του πόρισμα δεν παραβίασε, με το να μην τις εφαρμόσει, τις διατάξεις των άρθρων 3 και 4 του Π.Δ. 91/1988, ούτε εκείνες της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 383/1976 και του Π.Δ. 57/1989.
Και αυτό γιατί, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που, το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, με τις οποίες ρυθμίζονται θέματα, που δεν σχετίζονται με την ένδικη διαφορά, Επίσης, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του είναι πλήρεις και σαφείς, χωρίς αντιφάσεις και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων οι οποίες ήσαν εφαρμοστέες και πράγματι εφάρμοσε το Εφετείο, (άρθρα 648, 652 Α.Κ.
στον ν. 765/1943 που κυρώθηκε με την 324/30-4-1946 ΠΥΣ, σε συνδ. με άρθρο 38 Εισ.Ν.ΑΚ). Σημειώνεται ότι από τις πιο πάνω διατάξεις. με εκείνες του άρθρου 3 του Π.Δ. 91/1988, καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στο ελληνικό έδαφος, για τις εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, τα οχήματα που έχουν μισθώσεις οι επιχειρήσεις οι εγκατεστημένες στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
Με εκείνες του άρθρου 4 αυτόν καθορίζονται οι δυνατότητες που παρέχονται, υπό προϋποθέσεις, αναφορικά με τις δημόσιες οδικές εμπορευματικές μεταφορές, στις ελληνικές μεταφορικές επιχειρήσεις και στους μεμονωμένους αυτοκινητιστές αφενός και στις μη μεταφορικές επιχειρήσεις αφετέρου. Με εκείνη της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 383/1976 ορίζεται ότι οι εθνικές οδικές εμπορευματικές μεταφορές -διενεργούνται από τις συνιστώμενες, κατά τις διατάξεις αυτού, μεταφορικές επιχειρήσεις- και με εκείνες του Π.Δ. 57/1989 καθορίζονται οι προϋποθέσεις εισόδου στο επάγγελμα του οδικού μεταφορέα εμπορευμάτων.
Δηλαδή με όλες αυτές τις διατάξεις ρυθμίζονται θέματα, τα οποία δεν σχετίζονται με την ένδικη διαφορά, η οποία αφορούσε αξιώσεις από επικληθείσα παροχή εκ μέρους του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη εξαρτημένης εργασίας ως οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, ενώ, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.
Ενόψει αυτών, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ανωτέρω διατάξεων, καθώς και ο δεύτερος λόγος αυτής, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Απριλίου 2005 αίτηση του Ευσταθίου Καππή του Ανδρέα για αναίρεση της υπ' αριθ. 6401/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ