Legislator Case Law & Legislation
1686/2024 AI generated

Supreme Court annuls labor contract validity judgment due to failure to submit mandatory health certificate at employment start.

Case Number 1686/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the specific portion of the Court of First Instance judgment regarding the validity of the employment contract. The court found that the employer failed to submit the mandatory health certificate required by Article 5(2)(b)(aa) of Presidential Decree 246/2006 at the time of employment. Consequently, the contract was deemed invalid from the beginning, and the case was remitted for further proceedings on related claims.

Legislator headnote

AI generated

Art. 5(2)(b)(aa) of Presidential Decree 246/2006; An employment contract is void ab initio if the mandatory health certificate required by law is not submitted at the time of employment, and subsequent legislative changes do not cure this initial defect.

Keywords

AI generated
Labor Contract Validity Health Certificate Requirement Presidential Decree 246/2006 Void Ab Initio Employment Law Contractual Capacity Remittal for Trial

Cited Legislation

AI generated
Art. 5(2)(b)(aa) of Presidential Decree 246/2006
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191(2) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1686 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1686/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 2.Η. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 3.Σ. Μ. του Η., κατοίκου ..., και 4.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ.Τ.Ε.Λ. Ν. ΖΑΚΥΝΘΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην πόλη της Ζακύνθου και εκπροσωπείται νόμιμα. Όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Κώτσιο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αμαλία Κουτσοκέρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2021 μη οριστική, 51/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 414/2022 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-...023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 2 Μαΐου 2023 και με αριθμό κατάθεσης 29/2-...023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 414/15-9-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών- διαφορών, επί της από 9-2-2022 και με αριθμό κατάθεσης 6/10-2-2022 έφεσης των εναγομένων και ήδη τριών πρώτων των αναιρεσειόντων, της τέταρτης τούτων (ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Ν.ΖΑΚΥΝΘΟΥ ΑΕ"), θεωρουμένης με την άνω απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κληθεί ενώπιόν του και απουσίαζε, επίσης ως εκκαλούσας, εκπροσωπουμένης από τους παρισταμένους λοιπούς εκκαλούντες, λόγω της μεταξύ τους αναγκαστικής ομοδικίας ως προς το κύρος της επίδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που τους συνδέει με τον ενάγοντα-εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο.

Με την εκκαλουμένη με την έφεση αυτή με αριθμό 51/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, η οποία είχε εκδοθεί, μετά την με αριθμό 29/2021 μη οριστική απόφασή του, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, είχε δεχθεί εν μέρει κατ'ουσία την από 16-3-2021 με αριθμό κατάθεσης 37/2021 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, οδηγού λεωφορείου δημόσιας χρήσης, συγκυριότητας των εναγομένων εργοδοτών του και ήδη τριών πρώτων των αναιρεσειόντων, ενταγμένου στη δύναμη της τέταρτης τούτων, "ΚΤΕΛ Ζακύνθου ΑΕ".

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά την ανωτέρω έφεση καθό μέρος στρεφόταν κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, και ακολούθως έκρινε α) μία και ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τις μεταξύ των διαδίκων διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, και έγκυρη αυτή κατά ένα μέρος, κριθείσας αβάσιμης κατά τούτο της προβληθείσας ένστασης ακυρότητάς της, β) άκυρη την από ...-2021 καταγγελίας της εκ μέρους των εναγομένων-ήδη αναιρεσειόντων εργοδοτών και γ) βάσιμες τις κύριες αξιώσεις του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου για αποδοχή των προσφερόμενων υπηρεσιών του και καταβολή αποδοχών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από ...-2021 έως ...2021, ποσού 12.884,90 ευρώ, ως και την αξίωση καταβολής οφειλομένων επιδομάτων εορτών, αδείας και αποζημίωση αδείας, των ετών 2017-2021 μέχρι την καταγγελία, συνολικού ποσού 6.108,74 ευρώ και μετά ταύτα απέρριψε κατ'ουσία την έφεση κατά της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει όμοια.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε, στις 2-...023, πριν την πάροδο δύο ετών από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης στις 15-9-2022 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1και 144 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με το π.δ/μα 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των ΚΤΕΛ Α.Ε. και των ΚΤΕΛ του ν. 2963/2001" (ΦΕΚ Α' 261/29.11.2006), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2963/2001 "Οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων επιβατικών μεταφορών, με λεωφορεία, τεχνικός έλεγχος οχημάτων και ασφάλεια χερσαίων μεταφορών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 268/23.11.2001)-του οποίου η ισχύς άρχισε από 01.01.2007 (άρθρο 39 αυτού) και με το άρθρο 33 παρ.3 (στοιχ.3) του ν.4663/2020 (ΦΕΚ Α'30/12-2-2020) προβλέφθηκε η κατάργησή του τρεις μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού-ορίστηκε:

α) στα άρθρα 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1 ότι ο Κανονισμός αυτός εφαρμόζεται σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των ΚΤΕΛ Α.Ε. και ΚΤΕΛ, στους οδηγούς των λεωφορείων που είναι μισθωμένα ή ενταγμένα σε ΚΤΕΛ Α.Ε. ή ΚΤΕΛ και καθορίζει τα προσόντα προσλήψεως και τους λόγους απολύσεως, την υπηρεσιακή σταδιοδρομία και την υπηρεσιακή κατάσταση αυτού μέχρι τη λύση της εργασιακής σχέσης, β) στο άρθρο 4 παρ. 1 ότι οι οδηγοί των μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων προσλαμβάνονται και απολύονται από τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων αυτών και γ) στο άρθρο 5 ότι για την πρόσληψη οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να έχουν τα γενικά και ειδικά ανάλογα με την περίπτωση προσόντα που περιγράφονται στο π.δ/μα και ότι, ειδικά για τους οδηγούς και όλο το προσωπικό κίνησης, οι προσλαμβανόμενοι πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις υγείας για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν.

Ειδικότερα κατά την παρ.2 περ.β' στοιχ. αα' του άρθρου αυτού το προσωπικό κίνησης πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις υγείας για τη θέση που προορίζεται, προσκομίζοντας κατά την πρόσληψή του το κατά περίπτωση αναγκαίο ιατρικό πιστοποιητικό, το οποίο θα πρέπει να έχει εκδοθεί το πολύ έξι (6) μήνες πριν από την υποβολή του.

Αργότερα, με το άρθρο 50 του ν. 4199/2013, προστέθηκε στην περ. β` (αα) εδάφιο β`, στο οποίο ορίζεται ότι "το ιατρικό πιστοποιητικό προσκομίζεται κατά την πρόσληψη ή και μεταγενέστερα κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, το αργότερο πάντως εντός είκοσι (20) ημερών από τότε που το ΚΤΕΛ ή ΚΤΕΛ ΑΕ ή οι εταιρίες του άρθρου 29 του ν. 588/1977, εγγράφως και με απόδειξη παραλαβής, κάλεσαν τον εργαζόμενο να εκπληρώσει τη σχετική υποχρέωση".

Τέλος, με το άρθρο 38 παρ.1 του ν. 4530/2018 προστέθηκε εδάφιο σύμφωνα με το οποίο "η προϋπόθεση της προηγούμενης κλήτευσης του εργαζόμενου από τον εργοδότη για την υποβολή πιστοποιητικού υγείας ισχύει ανεξάρτητα από το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης εργασίας". Περαιτέρω, με το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2963/2001, (με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 παρ. 1, 6 και 10 του οποίου αναμορφώθηκε το νομικό καθεστώς των ΚΤΕΛ με τη μετατροπή τους σε ανώνυμες εταιρείες), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, και μετά την αντικατάσταση του ανωτέρω άρθρου με την παρ.21 του άρθρου 106 του ν.4199/2013 και με την παρ.3 του άρθρου 33 του ν.4663/2020 [μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 32 παρ.2α του ν.4974/2022 (ΦΕΚ Α'185/29-9-2022)], ορίζεται ότι οι οδηγοί αστικών και υπεραστικών λεωφορείων δημόσιας χρήσης, που προσλαμβάνονται από τα ΚΤΕΛ με σχέση εξαρτημένης εργασίας, πρέπει κατ' ελάχιστον να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων και τις προϋποθέσεις υγείας, για την κατοχή της προβλεπόμενης άδειας οδήγησης.

Από τις ρυθμίσεις αυτές συνάγεται ότι, ως αναγκαίο προσόν για την πρόσληψη ενός προσώπου ως οδηγού σε ΚΤΕΛ ή σε μισθωμένο λεωφορείο ενταγμένο σε ΚΤΕΛ, αξιώνεται η καταλληλότητα αυτού για την εργασία που προορίζεται από άποψη υγείας, η οποία πιστοποιείται κατά τα ανωτέρω (ΑΠ 1348/2021, ΑΠ 1043/2018). Η καταλληλότητα αποδεικνύεται με το να προσκομίσει σχετικό πιστοποιητικό κατά την πρόσληψή του ή και μεταγενέστερα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας.

Όταν δε ο εργαζόμενος, που έχει παραλείψει την υποβολή του πιστοποιητικού υγείας, κληθεί από την εργοδότρια εταιρία εγγράφως και με απόδειξη παραλαβής της πρόσκλησης να το προσκομίσει, τότε υποχρεούται το αργότερο εντός είκοσι ημερών από την κλήτευση να εκπληρώσει την ως άνω υποχρέωση, άσχετα προς το χρόνο κατά τον οποίο είχε καταρτισθεί η σύμβαση.

Με την τελευταία ρύθμιση (άρθρο 50 του ν. 4199/2013) εισάγεται προθεσμία εντός της οποίας, το αργότερο, ο εργαζόμενος οφείλει να εκπληρώσει την υποχρέωσή του όταν κληθεί από την εργοδότρια επιχείρηση, ώστε να τακτοποιηθεί εντός αυτής η εκκρεμότητα από τη μη υποβολή του πιστοποιητικού. Η διάταξη, όμως, δεν έχει την έννοια της σιωπηρής τροποποίησης του Κανονισμού, με απαλλαγή του μισθωτού από την υποχρέωση προσκόμισης του σχετικού πιστοποιητικού, αν δεν κλητευθεί, καθόσον μια τέτοια ερμηνεία θα κατέληγε σε έμμεση κατάργηση της σχετικής υποχρέωσης του προσωπικού κίνησης των ΚΤΕΛ, που έχει θεσπιστεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Οι διατάξεις αυτές είναι δημόσιας τάξης, με την έννοια ότι η εφαρμογή τους δεν επιτρέπεται να αποκλεισθεί με την ιδιωτική βούληση (ΑΚ 3). Εάν δεν προσκομισθεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη ή κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης υπαλλήλου ΚΤΕΛ, που συγκαταλέγεται στο προσωπικό κίνησης, η σύμβαση εργασίας, ως αντικείμενη στις πιο πάνω διατάξεις, είναι άκυρη και κατά τις διατάξεις των άρθρων ΑΚ 174, 180, θεωρείται σαν να μην έγινε (ΑΠ 1452/2018, ΑΠ 1470/2018, ΑΠ 524/2015, ΑΠ 939/2011).

Όταν δε η σύμβαση εργασίας είναι εξ αρχής ή καταστεί μεταγενέστερα άκυρη, ο εργοδότης που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού δεν περιέρχεται σε υπερημερία και, κατά συνέπεια, δεν οφείλει αποδοχές υπερημερίας (ΑΠ 1368/2021, ΑΠ 1043/2018, ΑΠ 1336/2018, ΑΠ 1452/2018), ούτε υποχρεούται στη συνέχιση της σχέσης εργασίας, αφού αυτή, μη αναγνωριζομένη από το νόμο, δεν μπορεί να εξακολουθήσει χωρίς τη θέλησή του (ΑΠ 1452/2018, ΑΠ 911/2015), οφείλει όμως τα μέχρι την καταγγελία της επιδόματα εορτών και αδείας (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 285/2022, ΑΠ 598/2019) και τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης του ν.3198/1995 (ΟλΑΠ 192/1962, ΑΠ 524/2015, ΑΠ 1667/2010).

Εξάλλου, με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).

Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 56/2022, ΑΠ 399/2021, ΑΠ 598/2019). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι, σε ποσοστά 66,6% εξ αδιαιρέτου ο πρώτος, 16,67% εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος και 16,67% εξ αδιαιρέτου ο τρίτος (κοινωνία συνιδιοκτητών), ενός λεωφορείου δημοσίας χρήσεως (με αρ.

κυκλοφορίας ...), ενταγμένου στη δύναμη της "ΚΤΕΛ Ζακύνθου Α.Ε". Ο ενάγων προσελήφθη από τους εναγόμενους (ως κοινωνία συνιδιοκτητών λεωφορείου) ως οδηγός λεωφορείου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης για πενθήμερη εργασία (ήτοι 40 ώρες εβδομαδιαίως και 8 ώρες ημερησίως) και συγκεκριμένα εργάστηκε αδιαλείπτως κατά το χρονικό διάστημα από ...-2017 έως ...-2021, δυνάμει των κατωτέρω συνεχόμενων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου:

η πρώτη σύμβαση είχε διάρκεια από ...-2017 έως 31- ...018, η δεύτερη από 1-6-2018 έως 30-9-2018, η τρίτη από 1-10-2018 έως ...2018, η τέταρτη από ...019 έως την ...-2019, η πέμπτη από ...-έως ...2019, η έκτη από ...020 έως ...-2020, η έβδομη από ...-2020 έως 31- 10-2020, η όγδοη από 1-1...020 έως 30-1...020, η ένατη από 1- 12-2020 έως ...2020 και η δέκατη από ...021 έως ...-2021. Καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα ο ενάγων προσέφερε πραγματικώς και προσηκόντως τις υπηρεσίες του, με εξαίρεση τα διαστήματα κατά τα οποία η σύμβαση του τέθηκε σε αναστολή από τους εναγόμενους, κατ' εφαρμογή των έκτακτων νομοθετικών μέτρων για την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης της πανδημίας του κορονοϊού και συγκεκριμένα από ...-2020 έως ...-2020 και από ...-2020 έως ...-2021.

Ο αναγραφόμενος στις συμβάσεις εργασίας μικτός μισθός του ανερχόταν στο ποσό των 746,67 € και επί πλέον για όλο το ως άνω χρονικό διάστημα ο ενάγων ελάμβανε το ποσό των 250 € μηνιαίως ως έκτακτη αποδοχή (αναγραφόταν ως "έξτρα αποδοχές" στις καταστάσεις μισθοδοσίας) και ούτως δεν συνυπολογιζόταν από τους εναγομένους-εργοδότες για τον προσδιορισμό των επιδομάτων εορτών και αδείας που δικαιούταν.

Το πρόσθετο αυτό ποσόν δεν αποτελούσε οικειοθελή μη συμβατική παροχή για την ανάκληση της οποίας επιφυλάχθηκαν οι ενάγοντες, αντιθέτως το κατέβαλλαν στον ενάγοντα σταθερά ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του, το οποίο, ως εκ τούτου, δεν χορηγείτο μόνον σε έκτακτες περιπτώσεις ούτε συνδέεται με ειδικές συνθήκες.

Συνεπώς η παροχή αυτή έχει το χαρακτήρα τακτικής αποδοχής και ούτως οι συνολικές μικτές μηνιαίες τακτικές αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονται στο ποσό των 996,67 €. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης και με πρόφαση τα (λόγω αυτής) οικονομικά προβλήματα, ο πρώτος εναγόμενος, ως διαχειριστής της ως άνω κοινωνίας των συνιδιοκτητών του λεωφορείου, πρότεινε στον ενάγοντα τη μετατροπή της σύμβασής του από πλήρους σε μερικής απασχόλησης, ήτοι τη δυσμενή για αυτόν τροποποίηση των συμβατικών όρων, την οποία ο τελευταίος δεν αποδέχθηκε και για το λόγο αυτό οι εναγόμενοι αποφάσισαν να μην ανανεώσουν τη σύμβαση εργασίας του μετά την ...-2021, ήτοι μετά την τελευταία ημέρα που αυτή τελούσε σε αναστολή και αυτός προσέφυγε στις ...-2021 στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας - τμήμα Ζακύνθου (βλ.

το με αρ. ... Δελτίο Εργατικής Διαφοράς). Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι οι ανάγκες που κάλυπτε ο ενάγων ως οδηγός λεωφορείου είναι πάγιες και διαρκείς και όχι έκτακτες ή παροδικές, αφού από τη συχνότητα και τη σταθερότητα της ανανέωσης των συνεχόμενων συμβάσεών του, αλλά και από τη συνολική διάρκειά τους, προκύπτει ότι πρόκειται για σταθερές, μόνιμες, τακτικές και προβλέψιμες ανάγκες που συνδέονται με την ομαλή και κανονική λειτουργία της επιχείρησης (εκμετάλλευση Δ.Χ λεωφορείου) και η εργασία του ενάγοντος ήταν πλήρως ενταγμένη στην εκπλήρωση του σκοπού της.

Η ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας του ενάγοντος με τους εναγόμενους δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος ή το σκοπό της εργασίας που παρείχε, ούτε από τις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης των εναγόμενων ούτε και από κάποιον άλλο αντικειμενικό λόγο που ανάγεται στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, όπως είναι η προσωρινή αναπλήρωση προσωπικού (οδηγού) ή η εκτέλεση σωρευμένης ή παροδικού χαρακτήρα εργασίας.

Αξιοσημείωτο είναι ότι στις προαναφερόμενες δέκα συμβάσεις εργασίας του ενάγοντος δεν αναφέρεται η ύπαρξη κάποιου ειδικού λόγου για τη σύναψη σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, αντίθετα αποδεικνύεται ότι η ορισμένη χρονική διάρκεια των επίδικων συνεχόμενων συμβάσεων εργασίας του ενάγοντος έγινε με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων της σχετικής εργατικής νομοθεσίας (του ν. 2112/1920), με συνέπεια να καθίσταται άκυρος ο όρος των ως άνω συμβάσεων ως προς το χρονικό περιορισμό της διάρκειας τους και το σύνολο των διαδοχικών συμβάσεων του ενάγοντος με τους εναγόμενους να συνιστά μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Ωστόσο, οι επίδικες συμβάσεις εργασίας που καταρτίστηκαν υπό την ισχύ του π.δ. 246/2006 (που καταργήθηκε στις 12.5.2020), τυγχάνουν άκυρες, διότι αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν είχε προσκομίσει το απαιτούμενο κατ' άρθρο 5 στοιχ. 2, περ. β' (αα) του π.δ αυτού, πιστοποιητικό υγείας που να βεβαιώνει την καταλληλότητά του για τη θέση του οδηγού η προσκομιδή του οποίου αποτελούσε νόμιμη προϋπόθεση για την κατάρτιση έγκυρης σύμβασης εργασίας μεταξύ του οδηγού και της ΚΤΕΛ ή της ΚΤΕΛ Α.Ε (ως τριμερής ενοχική σχέση, με κύριους εργοδότες τους εναγόμενους για την πρόσληψη και καταβολή της αμοιβής του οδηγού- ενάγοντος και περαιτέρω εργοδότη του την "ΚΤΕΛ Ζακύνθου Α.Ε", βλ.

γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ με αρ. 191/2006), η δε ακυρότητα της σύμβασης δεν θεραπεύεται εξ αιτίας της μη κλήτευσης του προς τούτο από αυτήν και συνεπώς οι έξι πρώτες ως άνω συμβάσεις ορισμένου χρόνου είναι άκυρες. Τούτο όμως δεν ισχύει για το χρονικό διάστημα που έπεται της κατάργησης του ως άνω π.δ. (από 13.5.2020 και εφεξής), οπότε η προϋπόθεση προσκόμισης πιστοποιητικού υγείας από το προσωπικό της ΚΤΕΛ Α.Ε έπαυσε να ισχύει και μόνη εκ του νόμου σχετική ελάχιστη προϋπόθεση για τους οδηγούς αστικών και υπεραστικών λεωφορείων δημόσιας χρήσης, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, είναι να πληρούν τις προϋποθέσεις υγείας για την κατοχή της προβλεπόμενης άδειας οδήγησης, η συνδρομή των οποίων στο πρόσωπο του ενάγοντα δεν αμφισβητείται.

Εξ άλλου, η πρόβλεψη της υποχρέωσης προσκόμισης πιστοποιητικού υγείας εκ μέρους του προσωπικού κίνησης από το άρθρο 5§ 2 περ. β στοιχ. αα του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας της "ΚΤΕΛ Ζακύνθου Α.Ε", ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ' αρ. ....2020 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της, υποβλήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ στις 25.8.2020 (και κατατέθηκε στις 28.8.2020 στη Δ/νση Μεταφορών και Επικοινωνιών της Π.Ε Ζακύνθου, καθώς και στο τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Ζακύνθου), δεν έχει κανονιστική, αλλά απλώς συμβατική ισχύ, δεν προκύπτει όμως ότι έχει τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία ελέγχου και έγκρισής του (κατά το ν.δ 3789/1957) από το ως άνω διοικητικό όργανο ως προς τη νομιμότητά του και τη σκοπιμότητά του (και η ανάρτηση του κατόπιν σε σημεία των εργασιακών χώρων που είναι εμφανή και προσιτά για τους εργαζόμενους, οι οποίοι θα πρέπει να συμπράξουν για την αποδοχή των όρων του), σύμφωνα με τα αναφερόμενα πιο πάνω στη μείζονα σκέψη.

Επομένως, οι τέσσερις ως άνω τελευταίες συνεχόμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας (από ...-2020 έως ...0-2020, από 1-1...020 έως 30-1...020, από 1-12-2020 έως ...2020 και από ...021 έως ...-2021) εγκύρως καταρτίστηκαν μεταξύ των μερών και έχουν τον χαρακτήρα μίας ενιαίας έγκυρης σύμβασης αορίστου χρόνου και ο ενάγων, που κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες ως οδηγός λεωφορείου (απασχολούμενος υπό τις εντολές και οδηγίες της ΚΤΕΛ Α.Ε), συνδέονταν πράγματι με τους εναγόμενους συνιδιοκτήτες του λεωφορείου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (κατά το άρθρο 8 ν. 2112/2020) και όχι με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου.

Περαιτέρω, η από ...-2021 δήλωση βούλησης των εναγομένων περί μη ανανέωσης της σύμβασής του έχει χαρακτήρα καταγγελίας της ως άνω σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, για την οποία δεν χρειαζόταν τήρηση εγγράφου τύπου και καταβολή αποζημίωσης, αφού η σύμβαση αυτή είχε διάρκεια μικρότερη των 12 μηνών, είναι όμως άκυρη, αφ' ενός μεν διότι οφείλεται αποκλειστικά στη μη αποδοχή από τον μισθωτό της εργοδοτικής πρότασης για μερική απασχόληση (κατά τα ανωτέρω) και αφ' ετέρου διότι έγινε κατά παράβαση της ρήτρας διατήρησης θέσεων εργασίας του άρθρου 2 του Κεφ. Β' της Υ.Α οικ. 3208/108 (ΦΕΚ Β 234/25.1.2021) και του άρθρου 68 ν. 4756/2020, καθ' όσον η σύμβαση του ενάγοντος είχε τεθεί σε αναστολή στο πλαίσιο των μέτρων αντιμετώπισης της υγειονομικής κρίσης του κορονοϊού, η δε αναστολή έληξε στις 31.1.2021, παραμονή της καταγγελίας.

Συνεπώς, αφού οι εναγόμενοι - εργοδότες, αρνήθηκαν να αποδεχθούν τις υπηρεσίες του ενάγοντος, περιήλθαν σε υπερημερία, με αποτέλεσμα να οφείλουν σε αυτόν τους μισθούς υπερημερίας, καθώς και τις λοιπές παροχές (επιδόματα εορτών, άδειας και αποδοχές άδειας), νομιμοτόκως από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό. Ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα για αποδοχές υπερημερίας, από ...-2021 έως ...2021, το συνολικό ποσό των (996,67 € X 11 μήνες = 10.963,37 € μισθοί υπερημερίας + 385 € αναλογία επιδόματος Πάσχα + 1.038,20 € δώρο Χριστουγέννων + 498,33 € επίδομα αδείας=) 12.884,90 €, με τη μνεία ότι, κατά τα ανωτέρω, ο υπολογισμός των επιδομάτων εορτών και αδείας του ενάγοντος, πρέπει να γίνει με βάση τις πραγματικές μηνιαίες τακτικές αποδοχές, ποσού 996,67 €. Τούτο ισχύει τόσο για το χρονικό διάστημα από ...018 έως ...-2020, κατά το οποίο η επίδικη σύμβαση εργασίας ήταν άκυρη, όσο και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, από ...-2020 έως ...-2021, οπότε υπήρχε έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι τα παραπάνω επιδόματα οφείλονται ευθέως εκ του νόμου και υπολογίζονται με βάση τους πράγματι καταβαλλομένους μισθούς ή ημερομίσθια, έστω και αν η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη (.....).

Συνεπώς, πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα, ως διαφορά μεταξύ των καταβληθέντων και των οφειλόμενων επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2018-2020, τα κάτωθι ποσά: α) για επίδομα Πάσχα 2018, το ποσό των 130 € (519 οφειλόμενα - 389 καταβληθέντα), β) για επίδομα αδείας 2018 το ποσό των 124,99 € (498,33 οφειλόμενα - 373,34 καταβληθέντα), γ) για επίδομα Χριστουγέννων 2018 το ποσό των 260,23 € (1038 οφειλόμενα - 777,77 καταβληθέντα), δ) για επίδομα Πάσχα 2019, το ποσό των 130 € (519 οφειλόμενα - 389 καταβληθέντα), ε) για επίδομα αδείας 2019 το ποσό των 124,99 € (498,33 οφειλόμενα - 373,34 καταβληθέντα), στ) για επίδομα Χριστουγέννων 2019 το ποσό των 260,23 € (1.038 οφειλόμενα - 777,77 καταβληθέντα), ζ) για επίδομα Πάσχα 2020, κατ' αναλογία και αφαιρουμένου του διαστήματος που η σύμβασή του τέθηκε σε αναστολή (από ...-2020 έως ...-2020), το ποσό των 91,14 € (363,36 οφειλόμενα - 272,22 καταβληθέντα), η) για επίδομα αδείας 2020, το ποσό των 124,99 € (498,33 οφειλόμενα - 373,34 καταβληθέντα) και θ) για επίδομα Χριστουγέννων 2020 κατ' αναλογία και αφαιρουμένου του διαστήματος που η σύμβασή του τέθηκε σε αναστολή (από ...-2020 έως ...-2020 και από ...-2020 έως ... 2020) το ποσό των 141,45 € (563,53 οφειλόμενα - 422,08 καταβληθέντα), όμως θα επιδικαστεί το έλασσον αιτηθέν ποσό των 137,91 €, και συνολικά το ποσό των 1.384,48 €.

Επί πλέον, αποδείχθηκε ότι καθ' όλη τη χρονική διάρκεια της απασχόλησής του (από 27.11.2017 έως 31.1.2021), ο ενάγων ουδέποτε έλαβε άδεια αναψυχής και τούτο αποδίδεται σε πταίσμα των εναγομένων -εργοδοτών που του την αρνούνταν κατηγορηματικά, παρά τις οχλήσεις του και ούτως ο ενάγων δικαιούται ως αποδοχές αδείας έναν μηνιαίο μισθό (996,67 €) ανά πλήρες ημερολογιακό έτος εργασίας, πλην όμως θα του επιδικαστεί το μικρότερο αιτούμενο ποσό των 4.724,26 € ως αποδοχές μη ληφθείσας άδειας και αστική ποινή (προσαύξηση 100% στις αποδοχές αδείας) υπαίτιας μη χορήγησής της (άρθρα 2 και 3§1 και 5 Α.Ν. 539/1945 ως ισχύει...).

Όλα τα ανωτέρω ποσά (συνολικά 18.993,64 €) οφείλονται νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, ήτοι για τους μισθούς υπερημερίας από το τέλος του αντίστοιχου μήνα, για τα δώρα Πάσχα από 30 Απριλίου του αντίστοιχου έτους και για τα δώρα Χριστουγέννων και τα επιδόματα, καθώς και για την αποζημίωση αδείας από 31 Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους (....), ενώ οι εναγόμενοι ενέχονται έναντι του ενάγοντος διαιρετά, δεδομένου ότι δεν προέκυψε συμφωνία των μερών για ενοχή εις ολόκληρον (άρθρο 480 ΑΚ).

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε με την εκκαλούμενη απόφαση ομοίως, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ούτως οι ως άνω λόγοι έφεσης κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε έγκυρη εν μέρει την ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κριθείσας αβάσιμης αντίστοιχα της ένστασης ακυρότητάς της, που είχαν προτείνει πρωτοδίκως και επανέφεραν με λόγο έφεσης οι εναγόμενοι-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες, περαιτέρω έκρινε άκυρη την από ...-2021 καταγγελία της εκ μέρους των εναγομένων-εκκαλούντων και βάσιμα τα κύρια αγωγικά αιτήματα, περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της, αποδοχής των υπηρεσιών του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και επιδίκασης σε αυτόν αποδοχών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από ...-2021 έως ...2021, συνολικού ποσού (μετά των επιδομάτων εορτών και αδείας του διαστήματος αυτού) 12.884,90 ευρώ, [όπως και της επιδίκασης, οφειλομένων εκ του νόμου, προ της καταγγελίας, επιδομάτων εορτών και αδείας, του διαστήματος από ...-2018 έως ...-2020 ποσού (18.993,64-12.884,90=) 6.108,74 ευρώ, που δεν ενδιαφέρουν τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο].

Ακολούθως το Εφετείο, απέρριψε κατ'ουσία την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια και είχε δεχθεί την αγωγή κατά το μέρος αυτό ως ουσιαστικά βάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το κύρος της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που αμφισβητήθηκε, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 180 ΑΚ και 5 παρ.2 περ.β' στοιχ.

αα' του πδ 246/2006, όπως η τελευταία ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της αρχικής πρόσληψης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ως οδηγού λεωφορείου συγκυριότητας των εναγομένων εργοδοτών του και ήδη τριών πρώτων των αναιρεσειόντων, ενταγμένου στη δύναμη της τέταρτης τούτων, "ΚΤΕΛ Ζακύνθου ΑΕ", ενόψει του ότι στην απόφασή του δεν υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άνω διατάξεων.

Και τούτο καθόσον σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούν την, κατ' εφαρμογή τους, παραδοχή της έφεσης των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων, και την, μετά από εξαφάνιση της εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης, κατά παραδοχή της ένστασής τους περί ακυρότητας της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απόρριψη κατ'ουσίαν των κυρίων αιτημάτων της αγωγής του αντιδίκου τους, της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας τους και των συνδεόμενων με την επικαλούμενη υπερημερία τους αξιώσεών του.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι: α) οι μεταξύ του ενάγοντος- αναιρεσίβλητου και των εναγομένων-τριών πρώτων των αναιρεσειόντων, δέκα διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκαν εντός του χρονικού διαστήματος από ...-2017 έως ...-2021, συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων προσλήφθηκε από τους εναγομένους ως οδηγός λεωφορείου δημοσίας χρήσης συνιδιοκτησίας τους ενταγμένου στη δύναμη της τέταρτης αναιρεσείουσας "ΚΤΕΛ Ζακύνθου ΑΕ" και παρείχε τις υπηρεσίες του αυτές συνεχώς από της προσλήψεώς του, στις ...-2017, έως την ...-2021, που καταγγέλθηκε η σύμβαση αυτή εκ μέρους των εναγομένων εργοδοτών του, β) ο ενάγων κατά την πρόσληψή του, αλλά και κατά τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης εργασίας, η οποία καταρτίστηκε υπό την ισχύ του πδ 246/2006, δεν είχε προσκομίσει το προβλεπόμενο από το άρθρο 5 στοιχ. 2, περ.

β' (αα) του π.δ αυτού και απαιτούμενο για το κύρος της σύμβασης εργασίας του, πιστοποιητικό υγείας που να βεβαιώνει την καταλληλότητά του για τη θέση του οδηγού λεωφορείου ενταγμένου στη δύναμη της ΚΤΕΛ ΑΕ, με συνέπεια την ακυρότητα αυτής μέχρι τις 12-...020, οπότε καταργήθηκε το άνω π.δ. , γ) λόγω της μεταγενέστερης κατάργησης και της μη ισχύος του ανωτέρω π.δ κατά το χρόνο κατάρτισης των τεσσάρων τελευταίων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι έγκυρη από την ...-2020 και εντεύθεν, έως το χρόνο καταγγελίας της, την ...-2021, από τους εναγομένους-εργοδότες.

Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι η μη προσκομιδή του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 περ.β'(αα) του πδ 246/2006 πιστοποιητικού υγείας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου οδηγού λεωφορείου δημόσιας χρήσεως λεωφορείου ενταγμένου στη δύναμη της ΚΤΕΛ ΑΕ Ζακύνθου, κατά την έναρξη της απασχόλησής του στις ...-2017 και κατά τη διάρκεια της ένδικης, μίας και ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία καταρτίστηκε στις ...-2017 υπό την ισχύ του ανωτέρω π.δ, την καθιστά άκυρη, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε.

Η μεταγενέστερη, της κατάρτισής της και της έναρξης της απασχόλησης του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου οδηγού, κατάργηση του ως άνω π.διατ/ματος, που προέβλεπε την προσκομιδή εκ μέρους του του εν λόγω πιστοποιητικού υγείας ως προϋπόθεση του κύρους της ένδικης σύμβασης, ουδεμία επιρροή ασκεί στην ακυρότητά της, δεν την θεραπεύει, ούτε συνιστά νόμιμο δικαιολογητικό λόγο διαχωρισμού της σε δύο μέρη, το ένα άκυρο μέχρι την κατάργηση του π.δ, και το άλλο έγκυρο από τότε και μέχρι την καταγγελία της.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το κύριο σκέλος του, όπως κατά περιεχόμενο εκτιμάται, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για ευθεία παραβίαση των άνω διατάξεων, είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτων, κατά παραδοχή του λόγου αυτού και δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η συνδέουσα τους διαδίκους ένδικη σύμβαση είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο διάγνωσης του αμφισβητούμενου κύρους της σύμβασης αυτής, και ως προς τα συνεχόμενα με αυτό κύρια κεφάλαια ή κονδύλια που προαναφέρθηκαν, ενώ λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του ανωτέρω λόγου, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3), καθόσον υπάρχει στάδιο προς έρευνα για την εκκαθάριση των εκ του νόμου ενδίκων χρηματικών αξιώσεων [επιδόματα εορτών και αδείας μέχρι την καταγγελία και (επικουρικά αιτούμενη) νόμιμη αποζημίωση απόλυσης]. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού, νόμιμου αιτήματός τους (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 414/15-9-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών), κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ