Legislator Case Law & Legislation
1686/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that appellate rejection of appeal due to plaintiff's default is substantive and appealable.

Case Number 1686/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's rejection of the appeal due to the plaintiff's default. The appellants argued the lower court failed to examine specific facts regarding the defendant's counterclaim, but the court found these facts were already admitted as valid in the original proceedings. Consequently, the court held that the rejection of the appeal was a substantive ruling that could be challenged via appeal, yet the appellants' specific arguments were unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553 para. 1 C.Pol.D.; Art. 524 para. 3 C.Pol.D.: The rejection of an appeal due to the appellant's default is a substantive ruling that cannot be rejected merely in form, and the appellant may challenge this decision via appeal.

Keywords

AI generated
appellate procedure default judgment substantive ruling appeal admissibility legal costs civil procedure Greek law

Cited Legislation

AI generated
Art. 553 para. 1 C.Pol.D.
Art. 524 para. 3 C.Pol.D.
Art. 559 no. 8 C.Pol.D.
Art. 367 para. 2 Penal Code
Art. 495 para. 3 C.Pol.D.
Arts. 176, 183, 189 C.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1686 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1686/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: 1) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Π.-Ε. Ε. Π. Ε." με τον διακριτικό τίτλο "Π. L..T..D..", που εδρεύει στον Δ. Π. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Γ. Κ. του Α., κατοίκου ομοίως ως άνω. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξία Πάντη.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Β. του Κ., κατοίκου Αθηνών. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κανιάρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2830/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2979/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση αμφοτέρων των αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-12-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά μεν το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, κατά δε το άρθρο 524 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το άρθρο 28 του Ν.4842/2021, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 364/2018, ΑΠ 467/2016, ΑΠ 322/2015).

Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναίρεσης, ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτά (Ολ.ΑΠ 16/1990, ΑΠ 958/2022,ΑΠ 2/2022,ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 641/2017, ΑΠ 322/2015).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται πλέον σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος άσκησής της (ΑΠ 819/2017, ΑΠ 268/2016).

Η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής μπορεί να γίνει και με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΟλΑΠ 5/2001, ΟλΑΠ 9/1996, ΑΠ 2121/2017). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 2979/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν, λόγω της ερημοδικίας τους, την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 2830/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν σε προσβολή από δημοσιεύματα (άρθ.681 Δ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο), με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 1-6-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των αναιρεσειόντων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 5.000 ευρώ νομιμοτόκως, είναι παραδεκτή, εφόσον κατά την άσκηση αυτής (αίτησης αναίρεσης) η ως άνω προσβαλλόμενη ερήμην απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη, αφού επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες στις 29-11-2019 (βλ.

τις εκθέσεις επιδόσεως …/29-11-2019 και …/29-11-2019 του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Δ. Π.), χωρίς, όπως ομολογείται, να ασκηθεί κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την επίδοσή της (άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ,το οποίο εφαρμόζεται μετά το Ν.4335/2015 και στις ειδικές διαδικασίες κατ'άρθρο 591 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν το Ν.4842/2021).

Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της παραπάνω τελεσίδικης πλέον προσβαλλομένης απόφασης (άρθ. 553 παρ. 1 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το μέρος, όμως, που η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της, ενσωματωθείσας στην προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου, 2830/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι απαράδεκτη.

2. Κατά την αρχική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 3 του ν.δ. 1544/1942 "Η ορθή έννοια του άρθρου 2 του νόμου ΓΠΟΗ είναι ότι είς το δι' αυτού επιβαλλόμενον τέλος δέν υπόκεινται αί απλώς αναγνωριστικαί αγωγαί ώς και αί περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεις και αι περί ακυρώσεως πλειστηριασμού", ενώ κατά την παράγραφο 4 του ίδιου ως άνω άρθρου "Τα εν τοις προηγουμένοις εδαφίοις 1, 2 και 3 του άρθρου τούτου οριζόμενα εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών δικών".

Με το άρθρο 70 παρ. 3 του ν. 3994/2011, η πιο πάνω παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942 αντικαταστάθηκε ως εξής: "Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 δεν υπόκεινται οι αγωγές περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεως, καθώς και περί ακυρώσεως πλειστηριασμού", καθιερουμένης έτσι της υποχρεώσεως καταβολής ενσήμου και ως προς τις αναγνωριστικές αγωγές.

Εξάλλου, με την παράγραφο 14 του άρθρου 72 του ως άνω ν. 3994/2011 ορίστηκε ότι: "Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942 εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου", σύμφωνα δε με το άρθρο 77 παρ. 1 του νόμου αυτού, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 25.07.2011 (ΦΕΚ Α` 165/25.07.2011 ), "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται ειδικότερα στις επιμέρους διατάξεις".

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 4055/2012, η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942, που αντικαταστάθηκε με το άρθρου 70 του ν. 3994/2011, αντικαθίσταται ως εξής: "Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές που αφορούν τις διαφορές των άρθρων 663, 677, 681Α` και 681Β`, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού", ενώ με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 4055/2012 ορίστηκε ότι: "Η διάταξη της παραγράφου 14 του άρθρου 72 του ν. 3994/2011 δεν εφαρμόζεται στις αγωγές, που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές, πριν την έναρξη ισχύος του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος αυτού".

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011, δηλαδή μετά την 25.07.2011, οι αναγνωριστικές αγωγές, που δικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου. β) Με το άρθρο 72 παρ. 14 του ν. 3994/2011, εισήχθη εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 7 παρ. 4 του ν.δ/τος 1544/1942, δηλαδή, από τον κανόνα ότι η διάταξη της παρ. 3 του εν λόγω άρθρου, που προβλέπει ποιες αγωγές υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, εφαρμόζεται και επί εκκρεμών δικών.

Ειδικότερα, ορίστηκε ότι, η εν λόγω διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ./τος 1544/1942, όπως τροποποιήθηκε, κατά τα ανωτέρω, σύμφωνα με την οποία υπόκεινται πλέον σε δικαστικό ένσημο και οι αναγνωριστικές αγωγές, θα εφαρμόζεται μόνο στις (αναγνωριστικές) αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011, δηλαδή μετά την 25.07.2011, και συνεπώς η ρύθμιση αυτή καταλάμβανε και εκείνες τις καταψηφιστικές αγωγές, που είχαν ασκηθεί πριν την 25.07.2011, αλλά μετατρέπονταν μετά την ημερομηνία αυτή σε αναγνωριστικές.

Συνεπώς, ο νομοθέτης επέλεξε να μην υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου μόνον όσες αναγνωριστικές αγωγές είχαν ήδη ασκηθεί, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 3994/2011, δηλαδή όσες αναγνωριστικές αγωγές είχαν ασκηθεί μέχρι την 25.07.2011 (και επίσης όσες αγωγές είχαν ασκηθεί μεν ως καταψηφιστικές αλλά είχαν μετατραπεί μέχρι τότε σε αναγνωριστικές).

γ) Με τη διάταξη, όμως, του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. 4055/2012, ορίστηκε ότι η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 14 του ν. 3994/2011, που θεσπίζει, κατά τα ανωτέρω, την υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές που ασκήθηκαν μετά την ισχύ του ν.3994/2011 (25.07.2021), συνακόλουθα δε και στις ασκηθείσες ήδη καταψηφιστικές που μετατρέπονταν μετά την 25.07.2011 σε αναγνωριστικές, δεν εφαρμόζεται σε όσες αγωγές είχαν ασκηθεί, ως καταψηφιστικές, πριν την έναρξη ισχύος αυτού (ν. 3994/2011), αλλά "μετατράπηκαν" σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου.

Επομένως, οι ως άνω αναφερόμενες αγωγές, δηλαδή όσες ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011 και περιορίστηκαν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος αυτού, δεν υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, αφού ως προς αυτές δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη της παρ. 14 του άρθρου 72 του ν.3994/2011 η ρύθμιση της οποίας καταλάμβανε, όπως αναφέρθηκε, και τις εν λόγω αγωγές, ως εξομοιούμενες με τις μετά την ισχύ του νόμου (25-7-2011) ασκούμενες αναγνωριστικές αγωγές.

Η θέσπιση των εν λόγω διατάξεων (72 παρ.14 ν.3994/2011 και 21 παρ.2 ν. 4055/2012 ) αποβλέπει, ακριβώς λόγω της ισχύος της παρ.4 του άνω άρθρου 7 νδ/τος 1544/1942 που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες, αφενός μεν στην αποφυγή αιφνιδιασμού των πολιτών από την υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου αναδρομικώς για αναγνωριστικές αγωγές που είχαν εγερθεί υπό το προγενέστερο καθεστώς, περιορίζοντας ρητά την υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου με το άρθρο 72 παρ. 14 ν.3994/2011 στις ασκούμενες μετά την ισχύ του αγωγές, αφετέρου με το άρθρο 21 παρ.2 του ν.4055/2012 προλαμβάνει τη στέρηση της δικονομικής δυνατότητας μετατροπής σε αναγνωριστικές αγωγών που είχαν ασκηθεί ως καταψηφιστικές υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς αλλά εκδικάζονται υπό την ισχύ του ν.3994/2011, ώστε να μην επιβαρυνθούν αυτές με την επιβολή (ως αναγνωριστικές πλέον) δικαστικού ενσήμου (ΑΠ 65/2022, ΑΠ 2037/2017).

Περαιτέρω, κατά την έννοια δηλαδή του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, νοείται εκείνος ο οποίος περιέχει αφηρημένους κανόνες εξ αντικειμένου δικαίου από τους οποίους επέρχονται έννομες συνέπειες αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις.

Τέτοιο, όμως, κανόνα δεν περιέχει η διάταξη του άρθρου 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικού ενσήμου", όπως συμπληρώθηκε με τα άρθρα 7 παραγρ. 2 του ΝΔ 1544/42 και 11 του ΝΔ 4189/61, γιατί εντάσσεται, ως εκ του περιεχομένου της, στο πλαίσιο των δικονομικών και όχι των ουσιαστικού δικαίου, υπό την προαναφερθείσα έννοια, διατάξεων, εφόσον καθορίζει τις προϋποθέσεις δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο δικονομικού δικαίου (ΑΠ 65/2022,ΑΠ 2031/2017, ΑΠ 491/2015, ΑΠ 1077/2014, ΑΠ 181/2013, ΑΠ 1320/2010, αντίθ.

ΑΠ 538/2019, ΑΠ 315/2010, που έκριναν ότι αυτή αποτελεί ουσιαστικού δικαίου διάταξη). Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 2 του ΝΔ 1544/1942, σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου κατά τα άρθρα 2 και 3 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζητήσεώς της, αλλά ο ενάγων λογίζεται, κατά νόμιμο πλάσμα, ως μη εμφανιζόμενος και δικάζεται ερήμην (ΑΠ 5/2020), η δε αγωγή του απορρίπτεται κατ' ουσίαν λόγω της πλασματικής αυτής ερημοδικίας.

Η απόρριψη, όμως, αυτή έχει την έννοια ότι αναφέρεται σε κήρυξη ακυρότητας λόγω μη προσήκουσας παράστασης του ενάγοντος, όπως αυτή επιβάλλεται από την ανωτέρω δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 επί αγωγής υποκείμενης σε τέλος δικαστικού ενσήμου, η οποία ακυρότητα, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, συνεπάγεται ακολούθως και την πλασματική ερημοδικία αυτού και την απόρριψη της αγωγής, ανεξαρτήτως μάλιστα εάν ο ενάγων θεωρήθηκε ως κατ' αντιμωλία δικαζόμενος, αφού τελικώς η αγωγή απορρίπτεται λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου.

Επομένως, σε περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος μολονότι είχε υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου δεν δικάσθηκε ερήμην αλλά κατ' αντιμωλίαν, ιδρύεται ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως της παρά νόμο μη κήρυξης ακυρότητας. Τέλος, όταν προβάλλεται αιτίαση και εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα όλα τα αναγκαία περιστατικά, ο Άρειος Πάγος, εκτιμώντας το δικόγραφο, υπάγει αυτεπαγγέλτως αυτά στον προσήκοντα λόγο αναίρεσης, έστω και αν από τον αναιρεσείοντα δεν γίνεται ή γίνεται εσφαλμένα επίκληση της σχετικής διάταξης από το άρθρο 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1252/2017, ΑΠ 301/2013, ΑΠ 648/2009).

3.Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθ.561 παρ.2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 1-6-2011 και με αριθμό κατάθεσης …/1-6-2011 αγωγή προσβολής από δημοσιεύματα στον τύπο, στην οποία περιλαμβάνονταν και καταψηφιστικό αίτημα καταβολής του ποσού των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη.

Με τις από 21-3-2013 έγγραφες προτάσεις του και σχετική δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της αγωγής στις 21/3/2013, μετέτρεψε το αγωγικό καταψηφιστικό του αίτημα καθ' ολοκληρίαν σε έντοκο αναγνωριστικό. Κατόπιν αυτού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, εφόσον η ένδικη αγωγή ασκήθηκε ως καταψηφιστική πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011 (25-7-2011) και περιορίστηκε σε αναγνωριστική μετά την έναρξη ισχύος αυτού και μετά την τεθείσα διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. 4055/2012, ο ενάγων δεν είχε υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου.

Επομένως, το Εφετείο που, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, θεώρησε ως δικονομικώς προσήκουσα την παράσταση του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου, δεχόμενο ότι αυτός δεν είχε υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και άρα η παράστασή του ήταν νόμιμη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (και όχι από τον αρ.1 όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων) πλημμέλεια της παρά τον νόμο κήρυξης ακυρότητας και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

4.Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού, που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Προστατεύεται έτσι, με τα παραπάνω άρθρα, η προσωπικότητα και, κατ' επέκταση, η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009). Αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.

Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές, συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου.

Είναι δε τιμή η εκτίμηση, που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία, που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση, που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του, για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.

Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου, κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας, στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά, κατά την έννοια των άρθρ. 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και, γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται, ειδικότερα, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξ αιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 1007/2010, ΑΠ 356/2010).

Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά, ασφαλώς, ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας (ΑΠ 167/2000), οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρ. 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρ. 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία, έτσι, μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς, κατά την έννοια των άρθρ. 361-363 ΠΚ, που μπορεί να περιέχονται και σε δημοσίευμα εφημερίδας, αφού η κατοχυρωμένη με το άρθρ. 14 παρ. 1, 2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκησή της (άρθρ. 25 παρ. 3 του Συντάγματος).

Όριο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν, ακριβώς, τα άρθρα 361-363 ΠΚ και, επομένως, με πρόσχημα την ελευθεροτυπία, δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας με δημοσιεύματα εξυβριστικά ή δυσφημιστικά για το άτομο. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου, με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος, με οποιονδήποτε τρόπο, ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.

Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης, που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος, που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει, επίσης, την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και, συνεπώς, όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή, που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ' αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του (ΑΠ 1662/2005), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρ. 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρ. 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 292/2020,ΑΠ 848/2019, ΑΠ 521/2018,ΑΠ 179/2011, AΠ 333/2010, ΑΠ 1030/2009).

Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής, που γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρ. 367 παρ. 1 γ' ΠΚ), το οποίο ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και κοινωνική αποστολή του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα, που συνδέονται με τη λειτουργία του, όπως προπάντων είναι οι δημοσιογράφοι, αλλά και γενικότερα όσοι κάνουν χρήση του τύπου για τη δημοσίευση ειδήσεων και σχολίων, σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο.

Έτσι, είναι επιτρεπτά για τα πρόσωπα αυτά δημοσιεύματα προς ενημέρωση του κοινού, ακόμη και αν περιέχουν οξεία κριτική και δυσμενείς σε βάρος τους χαρακτηρισμούς (ΑΠ 1662/2005 ). Κατ' εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό της άρσης του αδίκου της απλής δυσφήμησης δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρ. 367 ΠΚ, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει όταν ο τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την προστασία δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, αλλά εν γνώσει του επιλέχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου, δηλαδή όταν υπάρχει υπέρβαση του αντικειμενικά αναγκαίου μέτρου, για την προστασία του δικαιώματος ή του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του (ΑΠ 488/2010 , ΑΠ 1897/2006 , ΑΠ 167/2000).

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του, από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται, τελικώς, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του, από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 1533/2022, ΑΠ 605/2021, AΠ 474/2020, ΑΠ 560/2020, ΑΠ 292/2020).

Περαιτέρω κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του Ν. 1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 2243/1994, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση, για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη, που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρ. 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρ. 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρ. 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχουν στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος, στον εκδότη ή στο διευθυντή σύνταξης του εντύπου.

Η παραπάνω διάταξη είναι σαφές ότι αναφέρεται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, ο οποίος υποχρεούται, έτσι, σε περίπτωση δυσφημιστικού δημοσιεύματος σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος και σε χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του, έστω και αν η γνώση ή η υπαίτια άγνοια συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν αυτός είναι άγνωστος, στον εκδότη ή στο διευθυντή σύνταξης του εντύπου, η ευθύνη των οποίων, εφόσον βέβαια δεν ταυτίζονται ως πρόσωπα με τον ιδιοκτήτη του εντύπου, ρυθμίζεται από τις κοινές διατάξεις (ΑΠ 292/2020,ΑΠ 271/2012 , ΑΠ 387/2005).Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ.

αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπ' όψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή τούτου (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι απεδείχθη ή δεν απεδείχθη είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί απεδείχθη ή δεν απεδείχθη (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 15/2018,ΑΠ 1987/2007). 5.

Στην προκείμενη περίπτωση, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 2830/2013 οριστική απόφασή του, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 2979/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο δεύτερος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσείων), είναι διευθυντής και εκδότης της εβδομαδιαίας εφημερίδας "Τ.

Π. της Κ.", η οποία εκδίδεται στην Αθήνα και κυκλοφορεί πανελλήνια, ενώ η πρώτη εναγόμενη (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), είναι ιδιοκτήτρια αυτής. Οι συγκεκριμένες ιδιότητες, τις οποίες αποδίδει ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), στους εναγόμενους, δεν αμφισβητήθηκαν ειδικά από αυτούς στις προτάσεις τους και, συνεπώς, ως προς αυτές το Δικαστήριο συνάγει ομολογία τους...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είναι δημοσιογράφος εγγεγραμμένος ως τακτικό μέλος στην Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών... Στις … δημοσιεύθηκε στο έντυπο αλλά και στο ηλεκτρονικό φύλλο της εφημερίδας "Τ. Π. της Κ." το ακόλουθο σχόλιο που αφορούσε τον ενάγοντα: "Σε φυλάκιση έξι μηνών καταδικάσθηκε ο δημοσιογράφος (όπως αυτοαποκαλείται) Θ.

Β., για συκοφαντική δυσφήμιση του δικηγόρου Σ. Β.. Γ.. Ήταν η κατάληξη επεισοδίου που έγινε στην πρωτόδικη δίκη της 17Ν". Από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι ο ενάγων ασκεί το επάγγελμα του δημοσιογράφου για αρκετά χρόνια τυγχάνει δε τακτικό μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι σε βάρος του ενάγοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης και πρωτοδίκως του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι μηνών.

Ως προς το γεγονός αυτό το Δικαστήριο συνάγει ομολογία ...από τις προτάσεις του ενάγοντος, δεδομένου ότι ο τελευταίος ουδόλως το αρνείται ή το αμφισβητεί ειδικά. Από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι οι εναγόμενοι δεν ισχυρίσθηκαν αλλά ούτε και διέδωσαν ψευδή γεγονότα σε βάρος του ενάγοντος, δεδομένου ότι αποδείχθηκε αληθές το γεγονός ότι υπήρξε, κατά τη χρονική στιγμή της δημοσίευσης του άρθρου, σε βάρος αυτού πρωτοδίκως, καταδίκη για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης.

Πλην όμως οι εναγόμενοι δημοσιεύοντας το εν λόγω άρθρο, στο οποίο συμπεριέλαβαν το επίμαχο σχόλιο ("όπως αυτοαποκαλείται") προέβησαν σε δυσμενή χαρακτηρισμό σε βάρος του ενάγοντος, ο οποίος (χαρακτηρισμός) ωστόσο στηρίχθηκε σε αληθινό γεγονός. Συνεπώς, η παραπάνω ενέργεια τους, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί, αντικειμενικά και υποκειμενικά, ως απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση του ενάγοντος..., αφού απαραίτητη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση των εν λόγω εγκλημάτων, η τέλεση των οποίων αποτελεί και αδικοπραξία..., είναι ο ισχυρισμός ή η διάδοση ψευδών γεγονότων σε βάρος άλλου, παρά το γεγονός ότι ο "δράστης", γνωρίζει την αναλήθειά τους.

Πλην, όμως, ο χαρακτηρισμός που χρησιμοποίησαν στο ένδικο δημοσίευμα, ενέχει, κατά το νόμο και κατά την κοινή αντίληψη, καταφρονητική διάθεση σε βάρος του ενάγοντος, χρησιμοποιήθηκε δε για να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του και προφανώς προσέβαλε παράνομα την προσωπικότητά του, ο δε άγνωστος συντάκτης του άρθρου, αλλά και ο δεύτερος των εναγομένων, ήταν γνώστες του γεγονότος ότι το σχόλιο αυτό ήταν ικανό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, πλην όμως προέβησαν στη δημοσίευση του με αναμφίβολη πρόθεση να το πράξουν.

Εξάλλου, αντίστοιχη υποκειμενική ευθύνη με τον συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος έχει και ο δεύτερος εναγόμενος, που έφερε την ιδιότητα του εκδότη, ο οποίος υπαίτια αφενός λειτούργησε ως προστήσας του συντάκτη του άρθρου, αναθέτοντάς του τη δημοσιογραφική κάλυψη του συγκεκριμένου γεγονότος, αφετέρου περιέλαβε το επιλήψιμο δημοσίευμα στην δημοσιευτέα ύλη της εφημερίδας, εν γνώσει του επιλήψιμου για την προσωπικότητα του ενάγοντος περιεχομένου του.

Αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι με το επίδικο δημοσίευμα τελέστηκε σε βάρος του ενάγοντος η αξιόποινη πράξη της εξύβρισης. Συνακόλουθα, θα πρέπει να απορριφθεί, κατά τη διάταξη του αρ. 367 παρ. 1 ΠΚ, ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος στα πλαίσια άσκησης του δημοσιογραφικού λειτουργήματος, που προέβαλαν οι εναγόμενοι, αφού από τον εξυβριστικό αυτό χαρακτηρισμό προκύπτει από τον τρόπο και το ύφος, με το οποίο αυτός διατυπώνεται, σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικά στην ένδειξη περιφρόνησης για το πρόσωπό του, χωρίς αυτή η έκφραση να είναι αντικειμενικά αναγκαία και να δικαιολογείται εν προκειμένω από την προστατευόμενη ελευθερία του τύπου ή από το εύλογο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον για την ενημέρωση του κοινωνικού συνόλου.

Η πεποίθηση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται ιδίως από την παραδοχή στην προσθήκη των προτάσεων των εναγομένων ότι τελικώς ο ενάγων απαλλάχθηκε από την κατηγορία αυτή με την υπ' αριθμ. 3866/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με δεδομένη, λοιπόν, την υποκειμενική ευθύνη του δεύτερου των εναγομένων, ευθύνεται αντικειμενικά και η πρώτη εναγόμενη, ιδιοκτήτρια της εφημερίδας, για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη ο ενάγων από την προσβολή της προσωπικότητάς του, εξαιτίας των ως άνω παράνομων πράξεων.

Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος από τη δημοσίευση του επίμαχου δημοσιεύματος, τον βαθμό του πταίσματος που συντρέχει στο πρόσωπο των εναγομένων, καθώς και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών κρίνει ότι θα πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα το εύλογο για τη συγκεκριμένη περίπτωση συνολικό ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000,00€), το οποίο και θα πρέπει, γενομένης εν μέρει δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της αγωγής, να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν να καταβάλουν οι εναγόμενοι στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ο καθένας και με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η επιδίκαση του συγκεκριμένου ποσού, το οποίο είναι κατώτερο από το κατώτατο προβλεπόμενο για τη συγκεκριμένη περίπτωση (η εφημερίδα "Π. της Κ." είναι εβδομαδιαία) ποσό των 2.000.000 δρχ. (ήδη 5.869,41 ευρώ), δεν παραβιάζει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πρωτοδικείο, με την ενσωματωθείσα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά ένα μέρος και αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσειόντων να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, σ'αυτόν το ποσό των 5.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

6. Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την 2830/2013 απόφασή του, που ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, 361, 366 παρ. 3, 367 παρ. 2β του ΠΚ, 2 παρ. 1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος, καθ' όσον τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου με συμπεριφορά που συνιστά το αδίκημα της εξυβρίσεως και μάλιστα της ειδικής μορφής, της επί σκοπώ εξυβρίσεως τελέσεως του αδικήματος αυτού, ώστε να δικαιολογείται η παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ενώ στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει, κατά τα προεκτεθέντα, έδαφος εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 367 §1εδ.

γ' του ΠΚ. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν ο αναιρεσείοντες με τον τρίτο, κατά το οικείο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του αυτό.

Εξ άλλου, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ και 361 και 367 παρ. 1 περ.

γ και 2 ΠΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα καταλήγει το δικαστήριο της ουσίας στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του δευτέρου των αναιρεσειόντων τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της αδικοπραξίας, με την ειδικότερη μορφή του εγκλήματος της εξυβρίσεως του άρθρου 361 Π.Κ., που συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, και ότι η προβληθείσα ένσταση των αναιρεσειόντων, περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της άνω πράξεως κατ' άρθρον 367 παρ. 1γ ΠΚ, είναι απορριπτέα κατά παραδοχή της αντένστασης του αναιρεσιβλήτου περί του ότι η πράξη αυτή ετελέσθη με σκοπό εξυβρίσεως, κατ' άρθρον 367 παρ. 2 ΠΚ, αρκούσαν δε προς τούτο και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, ως προς τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα, οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, α) ότι οι εναγόμενοι δημοσιεύοντας το εν λόγω άρθρο, στο οποίο συμπεριέλαβαν το επίμαχο σχόλιο ("όπως αυτοαποκαλείται") προέβησαν σε δυσμενή χαρακτηρισμό σε βάρος του ενάγοντος , β) ότι ο ανωτέρω χαρακτηρισμός που χρησιμοποίησαν στο ένδικο δημοσίευμα, ενέχει, κατά την κοινή αντίληψη, καταφρονητική διάθεση σε βάρος του ενάγοντος, χρησιμοποιήθηκε δε για να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του και προσέβαλε παράνομα την προσωπικότητά του, γ) ότι ο άγνωστος συντάκτης του άρθρου, αλλά και ο δεύτερος των εναγομένων, ήταν γνώστες του γεγονότος ότι το σχόλιο αυτό ήταν ικανό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, πλην όμως προέβησαν στη δημοσίευση του με αναμφίβολη πρόθεση να το πράξουν, δ) ότι υποκειμενική ευθύνη με τον συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος έχει και ο δεύτερος εναγόμενος, που έφερε την ιδιότητα του εκδότη, ο οποίος υπαίτια αφενός λειτούργησε ως προστήσας του συντάκτη του άρθρου, αναθέτοντάς του τη δημοσιογραφική κάλυψη του συγκεκριμένου γεγονότος, αφετέρου περιέλαβε το επιλήψιμο δημοσίευμα στην δημοσιευτέα ύλη της εφημερίδας, εν γνώσει του επιλήψιμου για την προσωπικότητα του ενάγοντος περιεχομένου του, και ε) ότι από τον τρόπο και το ύφος, με το οποίο διατυπώνεται ο επίμαχος χαρακτηρισμός, προκύπτει σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικά στην ένδειξη περιφρόνησης για το πρόσωπό του, χωρίς αυτή η έκφραση να είναι αντικειμενικά αναγκαία και να δικαιολογείται εν προκειμένω από την προστατευόμενη ελευθερία του τύπου ή από το εύλογο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον για την ενημέρωση του κοινωνικού συνόλου.

Οι περαιτέρω παραδοχές του Εφετείου ότι "Η πεποίθηση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται ιδίως από την παραδοχή στην προσθήκη των προτάσεων των εναγομένων ότι τελικώς ο ενάγων απαλλάχθηκε από την κατηγορία αυτή με την υπ' αριθμ. 3866/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών", δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του, αλλά επιχειρήματα που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο, κατά το οικείο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του αυτό.

7. Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως πράγματα, των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν πράγματα οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται, και η αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ισχυρισμό και συγκεκριμένως, ότι η πράξη του δευτέρου των αναιρεσειόντων ετελέσθη με σκοπό εξυβρίσεως, κατ' άρθρον 367 παρ. 2 ΠΚ, που συνιστά αντένσταση στην ένστασή τους εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, χωρίς να εκτίθενται στις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ή στο δικόγραφο της προσθήκης-αντίκρουσης ή στα πρακτικά της δίκης, όπως θα έπρεπε, πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν την αδικοπρακτική τους ευθύνη στη διάταξη αυτή, στην οποία τελικά εδέχθη το δικαστήριο ότι θεμελιώνεται η προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, χωρίς, παρ'όλα αυτά, να κάνει ουδεμία αναφορά περί αποδοχής προβηθείσας αντένστασης του αναιρεσιβλήτου.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η εν λόγω αντένσταση του αναιρεσιβλήτου, εκ του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, περιλαμβανόταν καθ' υποφορά στην ένδικη αγωγή, ενώ, εξάλλου, και στις πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσιβλήτου αναφέρεται επί λέξει "Ο συντάκτης του εν λόγω δημοσιεύματος εν γνώσει της αναληθείας των ισχυρισμών του, ότι δήθεν είμαι αυτοαποκαλούμενος δημοσιογράφος και ενεργώντας με προφανή δόλο και σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή μου διατύπωσε την ανωτέρω δυσμενή αξιολογική κρίση και οι εναγόμενοι δημοσίευσαν το εν λόγω αναληθές σχόλιο προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά μου, η δε προσβολή αυτή τελεί σε προφανή αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια πράξη του συντάκτη του υβριστικού δημοσιεύματος".

Επομένως, είναι αβάσιμος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη ότι έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

8. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που υπέβαλε προτάσεις κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 189 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 24-12-2019 αίτηση 1) της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Π.-Ε. Ε. Π. Ε." και 2) του Γ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2979/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και της συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2830/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

-Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

-Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ