Supreme Court dismisses appeal on co-ownership benefit claim, ruling Article 601 Civil Code inapplicable to usage rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's rejection of their claim for compensation regarding their share of a co-owned property. The appellants, as minority co-owners, argued that the bank, as the majority co-owner, should pay them the rental value of their unused share under Article 601 of the Civil Code. The court held that this provision applies only to illegal retention of rent after a lease expires, not to the exercise of usage rights by a co-owner, thereby rejecting the appellants' legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 601 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The provision regarding illegal retention of rent does not apply to the exercise of exclusive usage rights by a co-owner, and thus a claim for the rental value of an unused share based on this article is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1686 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1686/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 2) Ε. Π. του Γ., κατοίκου ... 3) Ι. Π. του Γ. και 4) Μ. - Κ. Π. του Γ., κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Μιχαήλ Σταθόπουλο και Γεώργιο Στεφανάκη και οι 2η, 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από τους ίδιους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Μιχαήλ Σταθόπουλο και Γεώργιο Στεφανάκη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" (πρώην Alpha Τράπεζα Πίστεως ΑΕ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σιαφάκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 201/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5528/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-6-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 1-6-2020, αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 5528/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614-620 του ΚΠολΔ), με την οποία απορρίφθηκε η από 26-3-2018 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της 201/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την από 7-9-2016 αγωγή των εναγόντων - εκκαλούντων κατά της εναγομένης - εφεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, κατά την ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών. 0ι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ως συνεκμισθωτές κατά το ανήκον στη συγκυριότητά τους ποσοστό 56/192 εξ αδιαιρέτου, του αναφερόμενου πολυώροφου κτιρίου - μεγάρου με στοά (Ν.), επί της οδού ... [ήδη Ε.
Β.], αριθμ. 41, με την από 7-9-2016 αγωγή τους, στρεφόμενη κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας ως μισθώτριας του ως άνω ποσοστού εξ αδιαιρέτου του μισθίου ακινήτου, του οποίου είναι συγκυρία κατά το υπόλοιπο ποσοστό 136/192, εξ αδιαιρέτου, επικαλούμενοι ότι η καταρτισθείσα μεταξύ αυτών ή των δικαιοπαρόχων τους στη θέση των οποίων υπεισήλθαν νόμιμα ως εκμισθωτές και της εναγομένης - αναιρεσίβλητης τράπεζας ένδικη μίσθωση έληξε, μετά την πάροδο του συμβατικού της χρόνου, στις 30-4-2011, ζήτησαν, αφού η μισθώτρια εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το μίσθιο ακίνητο, να τους καταβάλει ως αποζημίωση χρήσης κατά το άρθρο 601 του ΑΚ, το συνολικό ποσό των 2.075.588,12 ευρώ, ίσο με το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο λήξης της μίσθωσης μηνιαίο μίσθωμα και δη στον κάθε ένα από αυτούς τους ενάγοντες το ποσό που αναλογεί στο ιδανικό μερίδιό του στο μίσθιο ακίνητο, για το χρονικό διάστημα από 1-5-2011 μέχρι και 30-4-2014.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 10/2020).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος(ΑΠ 400/2020, ΑΠ 68/2020).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ.2 του ΑΚ οι οποίες εφαρμόζονται και επί συγκυριότητας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1113 του ΑΚ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που ένας από τους κοινωνούς κάνει αποκλειστική χρήση του κοινού αντικειμένου, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση για σύγχρηση, να απαιτήσουν από τον πιο πάνω κοινωνό ανάλογη μερίδα από το όφελος που αυτός αποκόμισε και το οποίο συνίσταται στην αξία της χρήσης του κοινού.
Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν εκ των κοινωνών. Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσης κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια.
Η ωφέλεια αυτή προσδιορίζεται από τη μισθωτική αξία του κοινού πράγματος, δηλαδή του ποσού του μισθώματος που θα κατέβαλε ο κοινωνός που το χρησιμοποιεί για τη χρήση άλλου όμοιου ακινήτου με βάση τις εν γένει μισθωτικές συνθήκες της περιοχής που επικρατούν κατά τον κρίσιμο χρόνο και της κατάστασης που βρίσκεται το κοινό πράγμα (ΑΠ 316/2021, ΑΠ 1199/2021, ΑΠ 671/2019, ΑΠ 1208/2018).
Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 789 του ΑΚ, με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών μπορεί να καθορισθεί για το κοινό αντικείμενο ο προσήκων τρόπος τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης. Η πλειοψηφία λαμβάνεται κατά το μέγεθος των μερίδων. Στις εν λόγω πράξεις τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης περιλαμβάνεται και η σύμβαση μίσθωσης του κοινού αντικειμένου, καθώς και κάθε άλλη πράξη, η οποία τείνει στη διατήρηση ή άρση των συνεπειών της μισθώσεως.
Η απόφαση της πλειοψηφίας που λήφθηκε μέσα στα πλαίσια του άρθρου 789 ΑΚ δεν αφορά μόνο τις εσωτερικές σχέσεις των κοινωνών, αλλά ενέχει και εξουσία αντιπροσωπεύσεως και συνακόλουθα είναι έγκυρη και δεσμεύει όλους τους κοινωνούς, δηλαδή και εκείνους που διαφώνησαν και μειοψήφησαν (ΑΠ 95/2020, ΑΠ 635/2018, ΑΠ 302/2014, ΑΠ 665/2008).
Κατά δε την αληθή έννοια της παραπάνω διάταξης, η απόφαση κάθε κοινωνού αφορά μόνο τη μερίδα του, η δε πλειοψηφία σχηματίζεται από το άθροισμα των επί μέρους μερίδων.
Συνεπώς, αν η απόφαση των κοινωνών για την εκμετάλλευση του κοινού δεν επιδρά, ούτε επηρεάζει την τύχη της μερίδας κάποιου από αυτούς, η τελευταία δεν συνυπολογίζεται για το σχηματισμό της πλειοψηφίας. Τούτο συμβαίνει όταν η χρήση του κοινού παραχωρείται σε έναν από τους κοινωνούς, κατόπιν συμβάσεως μισθώσεως, εντολής, χρησιδανείου κλπ, οπότε η μερίδα του, εφόσον δεν επηρεάζεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προσμετράται στο σχηματισμό της (ΑΠ 662/2018, ΑΠ 212/2003).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 601 του ίδιου Κώδικα, "ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι γεννιέται ευθύνη του μισθωτή (που, κατά την κρατούσα άποψη, είναι ιδιότυπη αντικειμενική) για την περίπτωση που παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης και ότι η αποζημίωση αυτή ισούται από το νόμο με το ύψος του συμφωνημένου μισθώματος κατ` αποκοπή.
Προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτήν παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή, χωρίς να ερευνάται, όπως προαναφέρθηκε, αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου. Αποτελεί παράνομη παρακράτηση, υπό την έννοια της παραπάνω διάταξης, εκείνη που γίνεται χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση.
Η αξίωση αυτή είναι διαφορετική από την αξίωση πληρωμής μισθωμάτων, αφού ο γενεσιουργός λόγος της είναι η παράβαση της υποχρέωσης του μισθωτή να αποδώσει το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης και η από την παράβαση αυτή προκύπτουσα υποχρέωση αποζημίωσης κατά τα άρθρ. 599, 601, 297, 298 ΑΚ, ενώ γενεσιουργός λόγος της οφειλής των μισθωμάτων είναι η σύμβαση μίσθωσης σύμφωνα με το άρθρ. 574 ΑΚ (ΑΠ 646/2020, ΑΠ 852/2018, ΑΠ 199/2017).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα της αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: " .... με την ένδικη, από 07-09-2016, αγωγή τους οι ενάγοντες ζήτησαν, κατά τα αναλυτικά προεκτιθέμενα, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει αποζημίωση χρήσης κατά το άρθρο 601 ΑΚ, ίση με το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο λήξης της μίσθωσης, μηνιαίο μίσθωμα, για όσο χρόνο αυτή (εναγομένη), ισχυρίζονται ότι παρακρατεί παράνομα τα ποσοστά τους στο κοινό ακίνητο μετά τη λήξη της μεταξύ τους μίσθωσης.
Τον ισχυρισμό τους για παράνομη παρακράτηση των ποσοστών συγκυριότητάς τους στο κοινό ακίνητο οι ενάγοντες τον στηρίζουν στην ακυρότητα της απόφασης της εναγομένης να παραμείνει στο κοινό ακίνητο και να κάνει αποκλειστική χρήση αυτού υπό την ιδιότητα της ως πλειοψηφούσας κοινωνού και διαχειρίστριας αυτού.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή, η εναγομένη μετά τη λήξη της μίσθωσης, δήλωσε στους ενάγοντες ότι θα συνεχίσει να κάνει χρήση του κοινού ακινήτου μέχρι την κατάρτιση νέας σύμβασης μίσθωσης, επικαλούμενη την ιδιότητά της όχι ως μισθώτριας, αλλά ως διαχειρίστριας του κοινού πράγματος και ως πλειοψηφούσας κοινωνού, η δε απόφαση της αυτή είναι άκυρη, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς των εναγόντων, για τους αναφερόμενους ως άνω λόγους, που αφορούν στη λήψη αποφάσεως από την πλειοψηφία των κοινωνών και πιο συγκεκριμένα διότι για τον σχηματισμό της απόφασης της εναγομένης ως πλειοψηφούσας κοινωνού περί διοίκησης και εκμετάλλευσης του κοινού ακινήτου, δεν συνυπολογίζεται η ψήφος της ίδιας, ως ωφελούμενης.
Σύμφωνα όμως και με όσα προαναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, η απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών, που τυχόν ελήφθη κατά παραβίαση των όρων της διατάξεως του άρθρου 789 ΑΚ, παράγει σχετική μόνο ακυρότητα υπέρ των απαρτιζόντων την μειοψηφία μερίδων των κοινωνών και παρέχει δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, κατά το άρθρο 790 ΑΚ για την αναγνώριση της ακυρότητας της αποφάσεως κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ, οπότε στην περίπτωση αυτή οι συγκύριοι που έχουν τη μειοψηφία, μπορούν είτε να προσβάλουν την απόφαση της πλειοψηφίας για ακυρότητα, είτε να ζητήσουν από τους αποκλειστικά χρησιμοποιούντες το κοινό ακίνητο την κατά τα άνω ωφέλεια, που αποκόμισαν αυτοί από την αποκλειστική χρήση, ως αποζημίωση.
Στην ένδικη δε περίπτωση, εφόσον, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η σύμβαση μισθώσεως έληξε, η αναφερόμενη στην αγωγή, ληφθείσα απόφαση της εναγομένης στα πλαίσια της μεταξύ των διαδίκων υφισταμένης σχέσης της κοινωνίας και υπό την ιδιότητά της ως πλειοψηφούσας κοινωνού, για το μετά τη λήξη της συμβάσεως μισθώσεως χρονικό διάστημα, να κάνει η ίδια χρήση του κοινού ακινήτου, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ως ληφθείσα κατά παράβαση των όρων της διατάξεως του άρθρου 789 του ΑΚ, επιφέρει τις συνέπειες της άκυρης απόφασης κοινωνού και παράγει σχετική μόνον ακυρότητα υπέρ των εναγόντων ως απαρτιζόντων τη μειοψηφία των μερίδων των κοινωνών, περαιτέρω δε θεμελιώνει ευθύνη της εναγομένης και αντίστοιχο δικαίωμα των εναγόντων να απαιτήσουν από την εν λόγω κοινωνό - εναγομένη, που κάνει αποκλειστική χρήση, ανάλογη μερίδα από το όφελος που αυτή αποκόμισε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ. 2 961 και 962 του ΑΚ, η οποία συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσης κοινωνών - εναγόντων, που δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια, και δεν επιφέρει τις συνέπειες της παράνομης παρακράτησης μισθίου ακινήτου από μισθωτή μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης, κατά την έννοια του άρθρου 601 του ΑΚ, καθόσον δεν πληροί την έννοια του πραγματικού της παράνομης παρακράτησης, κατά την εν λόγω διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ, όπως αυτή προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, άλλο δε λόγο τέτοιας παράνομης παρακράτησης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 601 ΑΚ, δεν επικαλούνται οι ενάγοντες, αλλά επικαλούνται ακυρότητα απόφασης της εναγομένης ως πλειοψηφούσας κοινωνού, η οποία όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, επιφέρει τις ανωτέρω συνέπειες από τη μεταξύ τους σχέση της κοινωνίας, και δη σχετική μόνον ακυρότητα υπέρ των απαρτιζόντων την μειοψηφία των μερίδων των κοινωνών και δικαίωμα αυτών είτε να προσβάλουν την απόφαση της πλειοψηφίας για ακυρότητα, είτε να ζητήσουν από την αποκλειστικά χρησιμοποιούσα το κοινό ακίνητο εναγομένη την κατά τα άνω ωφέλεια αυτής από την αποκλειστική χρήση, ως αποζημίωση, τέτοιο δε αίτημα δεν υποβάλλεται με την ένδικη αγωγή και ελλείπουν τα απαραίτητα στοιχεία της εν λόγω νομικής βάσης από την σχέση της κοινωνίας.
Και ναι μεν στην ένδικη περίπτωση υπήρχε μεταξύ των διαδίκων προηγούμενη σύμβαση μισθώσεως που έληξε, όμως η μετά τη λήξη της συμβάσεως αυτής, γενομένη χρήση του κοινού ακινήτου από την εναγομένη, κατόπιν αποφάσεώς της που στηρίζεται, κατά τα μνημονευόμενα στην αγωγή, στην ιδιότητά της ως διαχειρίστριας και πλειοψηφούσας κοινωνού, ακόμα και αν η απόφαση αυτή είναι άκυρη, αναπτύσσει νομική ενέργεια και εντεύθεν νομικές συνέπειες, στο πεδίο της μεταξύ των διαδίκων υφισταμένης σχέσεως της κοινωνίας και παύει πλέον η μετενέργεια από την προϋφισταμένη μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως και ως εκ τούτου θεμελιώνεται δικαίωμα, όπως προαναφέρθηκε, των μειοψηφούντων κοινωνών - εναγόντων, είτε να προσβάλουν την απόφαση της ενάγουσας ως πλειοψηφούσας κοινωνού για ακυρότητα, είτε να ζητήσουν ως αποζημίωση από την αποκλειστικά χρησιμοποιούσα το κοινό ακίνητο εναγομένη, την κατά τα άνω ωφέλεια αυτής από την αποκλειστική χρήση, και όχι αποζημίωση χρήσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 601 του ΑΚ, μη υφισταμένης πλέον της μετενέργειας από την προϋπάρχουσα μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως και συνεπώς μη δυναμένης νομικά να θεμελιωθεί αξιώσεως των εναγόντων στη διάταξη αυτή του άρθρου 601 ΑΚ, και δεδομένου ότι οι ενάγοντες, όπως προαναφέρθηκε και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή τους, επιχειρούν να θεμελιώσουν την αξίωσή τους στο άρθρο 601 του ΑΚ, επικαλούμενοι παράνομη παρακράτηση του κοινού ακινήτου, την οποία στηρίζουν στην ακυρότητα της απόφασης της εναγομένης να παραμείνει στο κοινό ακίνητο και να κάνει χρήση αυτού υπό την ιδιότητα της ως πλειοψηφούσας κοινωνού και έτερο λόγο παράνομης παρακράτησης κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 601 ΑΚ, όπως αυτή στη νομική σκέψη εκτίθεται, δεν επικαλούνται οι ενάγοντες.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη και για το λόγο αυτό κρίνεται απορριπτέα.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη [της αιτιολογίας του συμπληρούμενης και από αυτή της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ)], δεν έσφαλε και επομένως όλα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι ενάγοντες - εκκαλούντες με την υπό κρίση έφεσή τους, κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα .....".
Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση των εναγόντων - αναιρεσειόντων. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 601 του ΑΚ, την οποία ορθώς δεν εφάρμοσε, αφού δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, διότι εφόσον, κατά την αγωγή, η σύμβαση μίσθωσης του κοινού ακινήτου, μεταξύ των συγκυρίων έληξε, η αναφερόμενη στην αγωγή, ληφθείσα απόφαση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης στα πλαίσια της μεταξύ των διαδίκων υφισταμένης σχέσης της κοινωνίας και υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας και πλειοψηφούσας κοινωνού [136/192], να κάνει η ίδια χρήση του κοινού ακινήτου, για το μετά τη λήξη, λόγω παρέλευσηΣ του συμβατικού χρόνου [30-4-2011], της μισθωτικής σύμβασης χρονικό διάστημα ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι λήφθηκε κατά παράβαση των όρων της διάταξης του άρθρου 789 του ΑΚ, όπως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, επικαλούμενοι ακυρότητα της εν λόγω απόφασης της αναιρεσίβλητης ως πλειοψηφούσας κοινωνού, διότι για τον σχηματισμό της απόφασης αυτής της εναγομένης ως πλειοψηφούσας κοινωνού περί διοίκησης και εκμετάλλευσης του κοινού ακινήτου, δεν συνυπολογίζεται η μερίδα (ψήφος) της ιδίας, ως ωφελούμενης, επιφέρει τις συνέπειες της άκυρης απόφασης κοινωνού και παράγει σχετική ακυρότητα μόνον υπέρ αυτών (αναιρεσειόντων) οι οποίοι απαρτίζουν την μειοψηφία των μερίδων των κοινωνών.
Θεμελιώνει δε δικαίωμα των αναιρεσειόντων να απαιτήσουν από την αναιρεσίβλητη-κοινωνό, που ποιεί αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, ανάλογη μερίδα από το όφελος που αυτή αποκόμισε, η οποία συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσης αναιρεσειόντων - κοινωνών, η οποία όμως δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει πλέον μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, ωφέλεια και δεν επιφέρει τις συνέπειες της παράνομης παρακράτησης μισθίου ακινήτου από μισθωτή μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης, κατά την έννοια του άρθρου 601 του ΑΚ, καθόσον δεν πληροί την έννοια του πραγματικού της παράνομης παρακράτησης, κατά την εν λόγω διάταξη του άρθρου 601 του ΑΚ.
Ειδικότερα δε, όσον αφορά στην επικαλούμενη με την αγωγή δήλωση της αναιρεσίβλητης μισθώτριας εταιρίας, ως πλειοψηφούσας κοινωνού του κοινού με τους αναιρεσείοντες εκμισθωτές μίσθιου ακινήτου, ότι θα συνεχίσει να κάνει χρήση του κοινού, η δήλωση αυτή (την οποία επικαλούνται και με τον λόγο αναιρέσεως) δεν συνιστά κατάρτιση απαγορευμένης κατ` άρθρο 235 του ΑΚ αυτοσύμβασης, αλλά αναφέρεται σε άσκηση του δικαιώματος χρήσης του κοινού πράγματος από κοινωνό χρησιμοποιούντος αποκλειστικά το επίκοινο, η οποία συνεπάγεται αξίωση του εκτός χρήσης κοινωνού για απόδοση της αξίας χρήσης της ιδανικής του μερίδας από τον κοινωνό, που κάνει αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι δεν είναι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 601 του ΑΚ αν και ήταν εφαρμοστέα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-6-2020 αίτηση για αναίρεση της 5528/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες, για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ