Supreme Court allows appeal against public utility promotion, dismissing claim for superior salary.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the public utility company DEH against the lower court's decision. The court found that the promotion of the employee did not constitute an abuse of right under Article 281 of the Civil Code because it did not exceed the statutory limits. Consequently, the court set aside the first-instance judgment and dismissed the employee's lawsuit for superior salary.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4 of the Personnel Status Regulations of the Public Utility of Electricity and Article 281 of the Civil Code; The promotion of an employee does not constitute an abuse of right if it falls within the limits of the collective agreement and does not demonstrate a clear superiority over colleagues.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1686 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1686/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Γλύκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2790/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1917/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-12-2015 αίτησή της
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά, ανέγνωσε την από 27-11-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 4 παρ.1 έως 4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (στο εξής: ΚΚΠ/ΔΕΗ) που περιέχεται στην από 4-10-1973 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 2842/442 της 24/25-10-1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως (ΦΕΚ Β' 1274/1973) και έχει ισχύ νόμου, γιατί κυρώθηκε αναδρομικά με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974, το τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ κατατάσσεται σε κλάδους, οι οποίοι υποδιαιρούνται σε κατηγορίες, που μπορούν να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων.
Κάθε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο για την πλήρωση οργανικής θέσεως. Οι κλάδοι αποτελούν γενικές διακρίσεις του προσωπικού κατά το είδος της απασχολήσεώς του. Η κατηγορία περιλαμβάνει προσωπικό περισσοτέρων ειδικοτήτων, που χαρακτηρίζεται από τα γενικά προσόντα της αυτής στάθμης ή παρεμφερούς είδους και έχει την αυτή μισθολογική εξέλιξη.
Μεταξύ των κλάδων περιλαμβάνεται και ο κλάδος Στελεχών Γενικών Θέσεων (Γ' κατηγορία), ο οποίος υποδιαιρείται στις βαθμίδες α' και β', όπου αντιστοιχούν τα μισθολογικά κλιμάκια Α και Β και για τον οποίο απαιτείται ως προσόν πτυχίο ανώτατης σχολής. Με τη διάταξη της παρ.7.1 της από 15-12-1989 Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας προσωπικού ΔΕΗ, η οποία έχει δημοσιευθεί με την 12316/1989 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 176/ 1989) και ισχύει από 1-1-1988, προστέθηκε στην κατηγορία Γ' νέα βαθμίδα α1, που αντιστοιχεί στο νέο μισθολογικό κλιμάκιο Τ.
Εξ άλλου, οι μισθολογικές προαγωγές του προσωπικού της ΔΕΗ ενεργούνται, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3 και 6 του άρθρου 22 του παραπάνω ΚΚΠ/ΔΕΗ, κατά ένα μισθολογικό κλιμάκιο της κατηγορίας στην οποία ανήκει ο μισθωτός, με την προϋπόθεση να έχει συμπληρώσει τριετία στο μισθολογικό κλιμάκιο που κατέχει και, προκειμένου για προαγωγή σε ανώτερη βαθμίδα, απαιτείται επιπροσθέτως να υφίσταται κενή οργανική θέση στη βαθμίδα αυτή και ο μισθωτός να έχει υπηρεσιακή επίδοση, η οποία να υπερβαίνει σαφώς και καταδήλως τις βασικές απαιτήσεις της επιχειρήσεως.
Κατά την κρίση για προαγωγή συνεκτιμώνται: α) η υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση, τα προσόντα, οι γνώσεις και το ήθος του προς προαγωγή μισθωτού, β) οι εκθέσεις ικανότητας κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του μισθωτού και ιδίως εκείνες, που αφορούν την τριετία πριν από την προαγωγή, γ) τα εν γένει στοιχεία του ατομικού υπηρεσιακού του φακέλου και οι τυχόν υπάρχουσες εκθέσεις της ιεραρχίας, δ) τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου και ε) κάθε στοιχείο, το οποίο αναφέρεται από τα μέλη του πρωτοβάθμιου συμβουλίου κρίσεως ρητώς και καταχωρείται λεπτομερώς στα πρακτικά.
Σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ.7 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, ειδικώς για την κάλυψη θέσεων των μισθολογικών κλιμακίων Α, Β και Τ γνωμοδοτεί, κατ' απόλυτη εκλογή και ανεξαρτήτως των περιορισμών των όρων του άρθρου 22, Ειδικό Συμβούλιο Κρίσεως, το οποίο προεπιλέγει πενταπλάσιο αριθμό υποψηφίων για κάθε θέση και ο Γενικός Διευθυντής επιλέγει, μεταξύ αυτών, τον κατά την κρίση του καταλληλότερο.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι αυτό το σύστημα της υπηρεσιακής προωθήσεως του προσωπικού στην κλίμακα βαθμών της ΔΕΗ, που πραγματοποιείται σε τακτά χρονικά διαστήματα και συνοδεύεται με αύξηση αποδοχών, αλλά χωρίς αντίστοιχη κατάληψη ορισμένης θέσεως στη διάρθρωση των υπηρεσιών της, δεν παύει να είναι σύστημα προαγωγών των εργαζομένων.
Τόσο η προεπιλογή από το Ειδικό Συμβούλιο Κρίσεως όσο και η απόφαση του Γενικού Διευθυντή της αναιρεσείουσας ΔΕΗ για την προαγωγή στα εν λόγω μισθολογικά κλιμάκια γίνονται με βάση την καταλληλότητα του υποψηφίου, προς διάγνωση της οποίας εκτιμώνται τα προαναφερόμενα προσόντα, αλλά ανεξαρτήτως των όρων και περιορισμών του ως άνω άρθρου 22, δηλαδή της ύπαρξης κενής οργανικής θέσης και της κατοχής επί τριετία του προηγούμενου μισθολογικού κλιμακίου (άρθρο 24 παρ.7 του ΚΚΠ/ΔΕΗ).
Η περί προεπιλογής κρίση του ρηθέντος συμβουλίου και η περί προαγωγής στα ως άνω μισθολογικά κλιμάκια Α, Β και Τ απόφαση του Γενικού Διευθυντή της ΔΕΗ αποτελούν επί μέρους έκφραση του διευθυντικού δικαιώματος αυτής, βάσει του οποίου η τελευταία εξειδικεύει εκάστοτε την παροχή της εργασίας του μισθωτού και ασκεί την εξουσία της για την καλή οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως.
Η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος ελέγχεται δικαστικώς, όπως η άσκηση όλων των δικαιωμάτων, με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια και όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Είναι δε καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια, που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, όταν παραλείπεται η προεπιλογή και η προαγωγή υπαλλήλου, που υπερτερεί καταφανώς κατά τα ως άνω προσόντα, συνολικώς εκτιμώμενα, άλλου προαχθέντος συναδέλφου του, οπότε συντρέχει παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία συνιστά και αδικοπραξία, παρέχουσα στο μισθωτό αξίωση αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 914 και 932 του ΑΚ (ΑΠ 1371/2011).
Περαιτέρω για να είναι ορισμένη η αγωγή υπαλλήλου της ΔΕΗ, που έχει ως αίτημα την αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής σε ανώτερο βαθμό λόγω κατάδηλης υπεροχής έναντι προαχθέντων συναδέλφων, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ, να εκτίθενται σ' αυτήν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του υπαλλήλου που παραλείφθηκε σε αντιπαραβολή με εκείνα των προαχθέντων συναδέλφων του, δηλαδή τα στοιχεία που απαιτούνται για τη διάγνωση ή μη του καταφανούς της υπεροχής στη συνήθη διαδικασία των προαγωγών, αλλά και ποιες ειδικότερες υπηρεσίες προσέφεραν τόσο ο ενάγων όσο και οι προαχθέντες, χάρη στις οποίες διακρίθηκαν για υπηρεσιακή επίδοση που υπερβαίνει καταφανώς τις βασικές απαιτήσεις της επιχείρησης, ώστε να καθίσταται εφικτή η αναγκαία σύγκριση προκειμένου να κριθεί στη συνέχεια αν το αρμόδιο όργανο της ΔΕΗ έκανε ορθή χρήση της απορρέουσας από το διευθυντικό δικαίωμα πιο πάνω εξουσίας, αν δηλαδή η κατά παράλειψη του ενάγοντος προαγωγή άλλου υπαλλήλου κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου24 παρ.7 του Κανονισμού είναι καταδήλως άδικη, ως αντίθετη στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ.
2. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και εδώ αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς επισκοπούμενη (ΚΠολΔ 561 παρ.2) ένδικη αγωγή, για τη θεμελίωση της καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και εδώ αναιρεσείουσας να τον προαγάγει στο μισθολογικό κλιμάκιο Α κατηγορίας Γ-Στελέχη Γενικών Θέσεων από 1-8-2002 και να του καταβάλει λόγω της ως άνω παράλειψης τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές, ως και χρηματική ικανοποίηση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ιστορεί τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση της. Ειδικότερα, εκθέτει, εκτός άλλων, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτού του ιδίου καθώς και τα αντίστοιχα προσόντα των προς σύγκριση προτεινομένων συναδέλφων του, διπλωματούχων μηχανικών ανώτατης σχολής της κατηγορίας ΤΙ ή πτυχιούχων ανώτατης σχολής κατεύθυνσης συναφούς προς διοικητικές, οικονομικές ή εμπορικές επιστήμες της κατηγορίας ΔΟ1, οι οποίοι έλαβαν τη συγκεκριμένη μισθολογική προαγωγή και έναντι των οποίων ο ενάγων, έχοντας αξιολογηθεί με άριστα, υπερτερούσε καταφανώς. Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή του αναιρεσίβλητου περιέχει κατά τρόπο ευσύνοπτο, αλλά σαφή και πλήρη, όλα τα απαιτούμενα από το νόμο πραγματικά περιστατικά που την καθιστούν ορισμένη.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται αοριστία της αγωγής και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
3. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων και εδώ αναιρεσίβλητος την 8-1-1980 προσλήφθηκε από την εναγομένη και εδώ αναιρεσείουσα "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού ΑΕ" (ΔΕΗ ΑΕ), με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ως διπλωματούχος μηχανικός στον ΑΗΣ Λαυρίου (ΔΕΠΜ/ΚΘΠ).
Ότι είναι πτυχιούχος της Ανωτέρας Σχολής Υπομηχανικών Αθηνών, πτυχιούχος "Bachelor of Science" του Πανεπιστημίου της ... και "Master of Science Mechanical Engineering" του Πολυτεχνικού Ινστιτούτου Ν. Υόρκης, καθώς και γνώστης της αγγλικής γλώσσας. Ότι από την 1-8-1982 υπηρέτησε στον ΑΗΣ Μεγαλόπολης (ΔΕΠΜ/ΚΘΠ), από 1-9-1986 άσκησε καθήκοντα υπευθυνότητας ως Μηχανικός Μηχανολογικής Συντήρησης Συνεργείων Στροβίλου και Μηχανουργείου ΑΗΣ Μεγαλόπολης, από 1-3-1987 άσκησε καθήκοντα Μηχανικού Συνεργείου Προτύπων Κατασκευών Τεχνολογικής Υποστήριξης του ΑΗΣ Μεγαλόπολης, από 16-3-1987 άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου Συνεργείου Προτύπων Κατασκευών Τεχνολογικής Υποστήριξης του ΑΗΣ Μεγαλόπολης, από 1-9-1988 άσκησε καθήκοντα Τομεάρχη Συντήρησης του ΑΗΣ Μεγαλόπολης, από 6-8-1990 αναπλήρωνε το Διευθυντή ΑΗΣ Μεγαλόπολης, από 7-9-1992 ορίστηκε Επιτελικό Στέλεχος στο Διευθυντή του Κλάδου Λειτουργιών Υποστήριξης/ΔΕΠ στάθμης Τομεάρχη ΒΟΚ, από 11-2-1991 άσκησε καθήκοντα Διευθυντή του ΑΗΣ Μεγαλόπολης του Κλάδου Θερμικής Παραγωγής Νοτίου Συστήματος/ΔΕΠ και από 8-12-1993 ορίστηκε Επιτελικό Στέλεχος στο Διευθυντή Κλάδου Θερμικής Παραγωγής Νοτίου Συστήματος/ΔΕΠ, σε στάθμη Βοηθού Διευθυντή Κλάδου και από 1-1-2000 μέχρι 31-12-2000 ως Επιτελικό Στέλεχος Στάθμης Βοηθού Διευθυντή Κλάδου/ΔΕΠ/ΚΘΠ.
Ότι μετατάχθηκε από 1-5-2000 στην κατηγορία Γ', στο μ.κ. Β. Ότι ο ίδιος αξιολογήθηκε κατά τα έτη 1990 έως 1999 με βαθμολογία 796 βαθμών μέχρι 900 βαθμών, που αποτελεί την ανώτερη βαθμολογική επίδοση, ενώ η ίδια η εναγομένη προσδιορίζει το μέσο όρο της βαθμολογίας του κατά την τελευταία προ της προαγωγής του τριετία στους 870 βαθμούς.
Ότι ο ίδιος, μεταξύ των ετών 1980 - 1994, παρακολούθησε έξι (6) επιμορφωτικά σεμινάρια (αναφέρονται με μνεία ως προς το θέμα και το χρόνο παρακολούθησης ενός εκάστου). Ότι συμμετείχε ως πρόεδρος σε δέκα οκτώ (18) επιτροπές που άσκησαν καθήκοντα σχετικά με την ανάθεση ή παραλαβή τεχνικών έργων για λογαριασμό της ΔΕΗ κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1995 έως 2004 (αναφέρονται, με μνεία ως προς τον τίτλο του έργου).
Ότι, τυγχάνει μέλος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (1979), μέλος του Πανελληνίου Συλλόγου Διπλωματούχων Ηλεκτρολόγων (1980) και μέλος του Συλλόγου Διπλωματούχων Μηχανικών (1979), ενώ είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών ΥΠΕΧΩΔΕ ως μηχανολόγος μηχανικός με α/α …4. Ότι ο ενάγων ουδέποτε τιμωρήθηκε πειθαρχικά, αντίθετα, ο Δήμος Μεγαλόπολης με το από 10-2-1992 έγγραφο του εξέφρασε την ευαρέσκεια και τα συγχαρητήρια του προς το πρόσωπο του, για την προσφορά του στον κοινωνικό τομέα, για τη βοήθεια του στη χορήγηση καλωδίου για το νέο αντλιοστάσιο της πόλης.
Ότι ο ενάγων είχε προεπιλεγεί προς προαγωγή στο μισθολογικό κλιμάκιο Α (βαθμίδα α) της κατηγορίας Γ-Στελέχη Γενικών Θέσεων από το Ειδικό Συμβούλιο Κρίσης, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ.7 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, όμως, με την απόφαση 86/2002 του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης δεν προήχθη, ενώ προήχθησαν συνολικά ένδεκα συνάδελφοί του, τους οποίους αυτός προτείνει προς σύγκριση με τον ισχυρισμό ότι έναντι αυτών υπερείχε καταφανώς.
Ότι μεταξύ των ανωτέρω ένδεκα είναι οι συγκρινόμενοι πέντε (5): 1) Δ. Σ. (ΔΟΙ/Β), απόφοιτος Τμήματος Οικονομικών ΑΣΟΕΕ, κάτοχος MASTER στα Οικονομικά Θέματα, με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διεθνή Τραπεζική, που προσλήφθηκε την 10-6-1980 ως ΔΟΙ, ανέλαβε καθήκοντα Προϊστάμενου Υποτομέα Μεγάλων Έργων από 1-12-1992, Προσωρινού Βοηθού Διευθυντή από 1-12-1994, καθώς και Διευθυντή Γραφείου Διευθύνοντος Συμβούλου από 26-3-2001, μετατάχθηκε από 1-5-2000 στην κατηγορία Γ', στο μ.κ.
Β και ο μέσος όρος βαθμολογίας του ήταν 861 βαθμοί. Παρακολούθησε ένα επιμορφωτικό σεμινάριο το 1983. 2) Α. Π. (ΤΙ/Α), διπλωματούχος Πολυτεχνείου Μονάχου, Σχολής Μηχανολόγων Μηχανικών, κάτοχος βεβαίωσης παρακολούθησης μαθημάτων με θέμα System Design and Analysis VIBM, που προσλήφθηκε την 7-9-1972 ως ΤΙ Μηχανικός, ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένου Τομέα ...
από 2-8-1990 και Βοηθού Διευθυντή της Δ/νσης ... από 19-11-2001, μετατάχθηκε από 21-4-1993 στην κατηγορία Γ', στο μ.κ. Β και ο μέσος όρος βαθμολογίας του ήταν 847 βαθμοί. 3) Χ. Σ. (Τ1/Α) διπλωματούχος Πανεπιστημίου Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών της Μπολώνια, που προσλήφθηκε την 11-1-1974 ως ΤΙ Μηχανικός, ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένου Υποτομέα Βελτιώσεων και Αποτελεσμάτων ΑΗΣ Καρδιάς από 2-1-1977, Προϊσταμένου Υποτομέα Λειτουργίας ΑΗΣ Καρδιάς από 10-8-1981, Προϊσταμένου Υποτομέα Μηχανολογικής Συντηρήσεως ΑΗΣ Καρδιάς από 17-5-1982, Προϊσταμένου Τομέα Συντηρήσεως ΑΗΣ Αμυνταίου από 1-6-1986, Διευθυντή Κλάδου Θερμικής Παραγωγής Νοτίου Συστήματος ΔΕΠ προσωρινά από 25-9-1992 και οριστικά από 21-10-1992, Επιτελικού Στελέχους στο Διευθυντή ΔΕΠ στάθμης Βοηθού Διευθυντή από 8-12-1993 και Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ (ΔΠΝ/ΓΔ/Δ) από 19-11-2001, μετατάχθηκε από 21-4-1993 στην κατηγορία Γ', στο μ.κ.
Β και ο μέσος όρος βαθμολογίας του ήταν 834 βαθμοί. Παρακολούθησε ένα επιμορφωτικό σεμινάριο το 1990. 4) Κ. Π. (ΤΙ/Α) διπλωματούχος Πανεπιστημίου της Μπολώνια, Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών, που προσλήφθηκε την 1-9-1983 ως ΤΙ Μηχανικός, ανέλαβε καθήκοντα Προσωρινού Διευθυντή ΑΗΣ Μεγαλόπολης (ΔΕΠ) από 8-12-1993, Διευθυντή ΑΗΣ (ΔΕΠ) από 12-5-1994, Επιτελικού Στελέχους στάθμης Βοηθού Δ/ντή Κλάδου στο Δ/ντή ΚΘΠ-ΝΑ/ΔΕΠ από 1-7-1998 και Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ (ΔΥΣ) από 19-11-2001, μετατάχθηκε από 1-4-.1998 στην κατηγορία Γ', στο μ.κ.
Β και ο μέσος όρος βαθμολογίας του ήταν 831 βαθμοί. 5) Β. Φ. (ΤΙ/Δ) διπλωματούχος Πολυτεχνείου, Σχολής Χημικών Μηχανικών, Τμήματος Μηχανικών - Μεταλλουργών, που προσλήφθηκε την 15-3-1979 ως ΤΙ Μηχανικός, ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένου Υποτομέα Ορυχείου Θωκνίας/ΛΜΚ από 21-6-1982, Προϊσταμένου Υποτομέα Παραγωγής Ορυχείου Χωρεμίου, Τομέα Παρ./ΛΚΜ από 1-1-1988, Προϊσταμένου Τομέα Εκμετάλλευσης /ΛΚΜ από 10-2-1994, Προσωρινού Διευθυντή Κλάδου Ορυχείων/ ΛΚΜ από 15-10-1999 καθώς και Βοηθού Δ/ντή ΔΛΚΜ/ΓΔ/ΟΡ από 19-11-2001, μετατάχθηκε από 1-5-2000 στην κατηγορία Γ', στο μ.κ.
Β και ο μέσος όρος βαθμολογίας του ήταν 847 βαθμοί.
4. Μετά από τις παραδοχές αυτές και με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι από την παραπάνω συγκριτική αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος με τα αντίστοιχα των προαναφερόμενων πέντε (5) συναδέλφων του προκύπτει ότι αυτός υπερτερούσε έναντι όλων στην υπηρεσιακή επιμόρφωση, καθώς και στη συμμετοχή σε Επιτροπές που καταρτίσθηκαν από την εναγομένη για την αντιμετώπιση υπηρεσιακών και λειτουργικών αναγκών αυτής και μάλιστα ως Πρόεδρος τούτων, ενώ οι παραπάνω πέντε (5) συνάδελφοί του δεν είχαν να παρουσιάσουν ανάλογες δραστηριότητες.
Ότι υπερτερούσε και ως προς την κατοχή τίτλων σπουδών έναντι των συναδέλφων του, εκτός του Δ. Σ., στοιχείο που αντισταθμίζεται από την υπεροχή του ενάγοντος στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων. Ότι ο ενάγων και οι Δ. Σ. και Β. Φ. προήχθησαν στο κατεχόμενο μισθολογικό κλιμάκιο κατά την ίδια χρονολογία (1-5-2000), ενώ οι Α.
Π., Χ. Σ. και Κ. Π. είχαν προαχθεί νωρίτερα, από 21-4-1993 οι δύο πρώτοι και από 1-4-1998 ο τρίτος. Ότι ως προς τη βαθμολογία, που προηγήθηκε κατά την τελευταία τριετία πριν από τις συγκεκριμένες προαγωγικές κρίσεις και αποτελεί το ουσιαστικότερο και ασφαλέστερο αξιολογικό στοιχείο, ο ενάγων υπερτερούσε έναντι όλων των συναδέλφων του, όπως και ως προς το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων στάθμης Διευθυντή, γεγονός που υποδηλώνει υπηρεσιακή κατάρτιση, γνώση και εμπειρία.
Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών διαπίστωσε καταφανή υπεροχή του ενάγοντος έναντι των ως άνω προαχθέντων συναδέλφων του, η οποία καθιστούσε καταχρηστική την παράλειψή του κατά τις επίμαχες προαγωγικές κρίσεις. Γι' αυτό απέρριψε κατ' ουσία την από 26-6-2011 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της τότε εκκαλούμενης 2790/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως.
5. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον υπήγαγε εσφαλμένα τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στην έννοια της "προφανούς" υπερβάσεως των ορίων, που καθορίζονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης να διενεργεί κατ' απόλυτη εκλογή τις προαγωγικές κρίσεις των υπαλλήλων της στα μισθολογικά κλιμάκια Α, Β και Τ της κατηγορίας Γ'-Στελέχη Γενικών Θέσεων.
Και τούτο, διότι υπό τα άνω πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε (βλ. αρ.3), ο αναιρεσίβλητος υπερείχε μεν έναντι των πέντε (5) συναδέλφων του ως προς τους οποίους και μόνο το πρωτοδικείο είχε δεχθεί, επίσης, υπεροχή (χωρίς ο ενάγων να ασκήσει επικουρική έφεση για το μέρος που δεν είχε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του περί υπεροχής έναντι και των λοιπών προς σύγκριση προταθέντων), πλην, όμως, η υπεροχή αυτή ήταν απλή και όχι καταφανής.
Ειδικότερα, ο ενάγων υπερείχε ως προς την υπηρεσιακή επιμόρφωση έναντι πάντων, ως προς την κατοχή τίτλων σπουδών έναντι πάντων εκτός από το Δ. Σ. και ως προς τη βαθμολογία έναντι πάντων, αλλά μόνο κατά μερικές μονάδες. Επ' αυτών πρατηρείται ότι στην προαγωγή κατ' απόλυτη εκλογή (άρθρο 24 παρ.7 ΚΚΠ/ΔΕΗ), η οποία απαιτεί επιλογή με ποιοτικές αξιολογήσεις, συνεκτιμάται ως βασικό κριτήριο η άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και οι παραπάνω συνάδελφοι του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα πάντοτε με τις παραδοχές του εφετείου, είχαν ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα ανώτερης ιεραρχικής στάθμης από αυτόν, δηλαδή ο Δ.
Σ. καθήκοντα Δ/ντή Γραφείου Διευθύνοντος Συμβούλου και οι λοιποί καθήκοντα Βοηθού Δ/ντή Διεύθυνσης σε οργανικές θέσεις, ενώ ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει καθήκοντα ως επιτελικό στέλεχος στάθμης Βοηθού Δ/ντή Κλάδου. Επίσης, οι μισθωτοί της αναιρεσείουσας που συγκεντρώνουν μέσο όρο βαθμολογίας από 800 έως 900 μονάδες χαρακτηρίζονται ως άριστοι και ως εκ τούτου όλοι οι παραπάνω συνάδελφοι του αναιρεσίβλητου, ενόψει του ότι κατά την τελευταία τριετία συγκέντρωσαν μέσο όρο βαθμολογίας πάνω από 800 μονάδες, χαρακτηρίζονται ως άριστοι κατά την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση.
Και, τέλος, η συμμετοχή του ενάγοντος ως Προέδρου σε Επιτροπές ανάθεσης ή παραλαβής έργων δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως ιδιαίτερη υπηρεσιακή δραστηριότητα, από τη στιγμή που αποτελούσε μέρος των συνήθων καθηκόντων αυτού. Ως εκ τούτου, η απόφαση του αρμοδίου οργάνου της εναγομένης να παραλείψει την προαγωγή του αναιρεσίβλητου δεν υπερβαίνει "προφανώς" τα ως άνω όρια και γι' αυτό δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση του σχετικού δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με πρώτο μέρος του οποίου επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Η έρευνα του ίδιου λόγου κατά το δεύτερο μέρος του, καθώς και του τρίτου λόγου, με τους οποίους διατυπώνονται αιτιάσεις για την απόρριψη της διακωλυτικής ένστασης της αναιρεσείουσας και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.19 και αρ.1 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, αποβαίνει άνευ αντικειμένου.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο εφετείο, κατόπιν εφέσεως της εναγομένης, εκεί εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ΔΕΗ, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η εκκαλούσα επιδίωκε την απόρριψή της. Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναιρέσεως, που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η αγωγή είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι υπό τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά δεν αποδεικνύεται καταφανής υπεροχή του ενάγοντος έναντι έναντι των αντ' αυτού προαχθέντων συναδέλφων του, ως προς τους οποίους και μόνο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε δεχθεί το αντίθετο. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του λόγου που αναφέρεται στην εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε (ΑΚ 281), να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να απορριφθεί η αγωγή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα εν γένει δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1917/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας κατ' ουσίαν.
Δέχεται την από 26-6-2011 έφεση της αναιρεσείουσας (με αριθμό κατάθεσης ….2011).
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη 2790/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Δικάζοντας επί της από 27-3-2007 αγωγής του αναιρεσίβλητου (με αριθμό κατάθεσης …./2007).
Απορρίπτει την αγωγή. -Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα όλης της δίκης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ