Supreme Court dismisses appeal where appellant's claim of inadmissibility due to adult defendant's participation is rejected.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by parents against a second-instance judgment regarding a personal injury claim. The appellant argued the appeal was inadmissible because the original defendant had become an adult and participated personally, yet the appeal was filed under the guardian's name. The court held that the appeal was procedurally inadmissible as it challenged the court's finding of fact regarding income deductions rather than a legal error, and thus fell under the rule of inadmissibility for attacking proven facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 127 of the Civil Code and 63 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible when it attacks the court's finding of fact regarding the actual circumstances proven, as such findings are not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1686 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1686/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Δ. του Β., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια και γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της Ε. Λ. του Π., 2) Δ. Λ. του Π., κατοίκου ... και 3) Ε. Λ. του Π., κατοίκου ..., ανήλικης και εκπροσωπούμενης κατά τα ανωτέρω από την μητέρα της Ε. Λ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κοπακάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Δ. Λ. του Π. (2ος), του οποίου ασκούσε τη γονική μέριμνα η μητέρα του Ε. Λ., ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Σ., 2) Α. Σ. του Β. κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμος Ελληνική Εταιρία Γενικών Ασφαλειών ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Πετρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2011 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Π. Λ. του Δ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1442/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2457/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-11-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ’ άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ’ άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου. Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ’ αυτού (αν ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ενηλικιώσεώς του μέχρι της ασκήσεως της αναιρέσεως), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του. Τυχόν ασκηθείσα στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του) είναι απαράδεκτος, εκτός αν εγκριθεί εκ των υστέρων από τον ήδη ενήλικο, ως δικαιούχο διάδικο (ΑΠ 1166/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ο 2ος αναιρεσείων, Δ. Λ. του Π., του οποίου τη γονική μέριμνα ασκούσε η μητέρα του Ε. Δ. του Β. (1η αναιρεσείουσα), δήλωσε στο ακροατήριο, ότι ενηλικιώθηκε και ότι συνεχίζει ατομικά τη δίκη στο όνομά του.
Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες έρευνας της ικανότητας παράστασης στο Δικαστήριο του ανωτέρω αναιρεσείοντα (άρθρ. 63 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτός γεννήθηκε στις 8-12-1998 (βλ. το υπ’ αρ. ...28-4-2017 ειδικό πληρεξούσιο της συμβ/φου Αθηνών, Χ.
Κ.) και ότι συνεπώς ενηλικιώθηκε στις 8-12-2016, δηλαδή μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (4-6-2015). Επομένως, μετά την ενηλικίωσή του έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία της μητέρας του, η οποία ως ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτού είχε ασκήσει την αίτηση αναίρεσης και νομίμως παρίσταται στο Δικαστήριο με το δικό του όνομα και όχι διά της νομίμου αντιπροσώπου μητέρας του, 1ης αναιρεσείουσας.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, ο ενηλικιωθείς 2ος αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο, ότι ο 2ος αναιρεσείων ενηλικιώθηκε και ότι συνεχίζει τη δίκη ατομικά και εγκρίνει την αίτηση αναίρεσης ως δικαιούχος διάδικος.
Την δήλωση αυτή επαναλαμβάνει και με τις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και νομίμως η δίκη συνεχίζεται πλέον στο όνομά του.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πλήττει την υπ’ αρ. 2457/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ και έχει ασκηθεί από τους αναιρεσείοντες με την ιδιότητά τους ως καθολικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Π. Λ., νόμιμου συζύγου, όσο ζούσε, της 1ης αναιρεσείουσας και πατέρα του 2ου και της 3ης των αναιρεσειόντων. Η κληρονομική ιδιότητα αποκτήθηκε μετά την άσκηση της από 19-5-2011 αγωγής του Π. Λ. και προκύπτει από τα έγγραφα, που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες και ειδικότερα, από την υπ’ αρ. .../2014 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου ..., από το υπ’ αρ. .../2-11-2016 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, από το υπ’ αρ. ...2014 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Ιλίου περί μη αποποίησης κληρονομιάς, από το υπ’ αρ. .../2017 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Διαθηκών) και από το υπ’ αρ. ... 15-3-2017 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Ιλίου, περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του ανωτέρω δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων. Επομένως, εφόσον η κληρονομική ιδιότητα αποκτήθηκε μετά την άσκηση της αγωγής οι αναιρεσείοντες νομιμοποιούνται ενεργητικά για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 556 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οποία είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη". Ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (ΑΠ 1811/2009). Η παντελής σιωπή του δικαστή είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης και διαφέρει της "σιγή απόρριψης" της αίτησης. δηλαδή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται απόρριψή του, η οποία όμως δεν συνάγεται (και άρα ιδρύεται ο παρών λόγος) όταν υπάρχει παντελής σιωπή του δικαστηρίου επί του αιτήματος, ούτε προκύπτει από την απόφαση κάποια ένδειξη σχετικά με τον λόγο για τον οποίο αυτή αντιπαρήλθε με σιγή το αίτημα (ΑΠ 1478/2005, πρβλ. επίσης ΑΠ 1741/2012, ΑΠ 788/ 2006, ΑΠ 1559/2004).
Εξάλλου, έλλειψη αιτήσεως υπάρχει και συνεπώς υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, η από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έρευνα κεφαλαίου, που δεν έχει προσβληθεί με έφεση ή αντέφεση (ΑΠ 1348/2006). Ειδικότερα, από το άρθρο 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εξουσία του Εφετείου περιορίζεται στην έρευνα των κεφαλαίων της πρωτόδικης απόφασης, που προσβλήθηκαν με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής (ΑΠ 1415/2007). Κατά δε το άρθρο 535 Κ.Πολ.Δ., αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ’ ουσίαν. Το προβαλλόμενο με τον λόγο έφεσης σφάλμα της εκκαλούμενης αποφάσεως περί την εκτίμηση των αποδείξεων (που είναι ο συνηθέστερος των προβαλλόμενων λόγων έφεσης) δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται. Αρκεί να προβάλλεται (με το λόγο έφεσης) ότι συνεπεία του προβαλλόμενου με το λόγο έφεσης σφάλματος περί την εκτίμηση των αποδείξεων η εκκαλούμενη απόφαση ήχθη σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό. Διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συνεπεία του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (Κ.Πολ.Δ. 522) είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλούμενης αποφάσεως (Κ.Πολ.Δ. 534) βάσει της καθολικής επανεκτιμήσεως της ουσίας της υπόθεσης και όχι μόνο βάσει των προς αυτή συνδεομένων μερικότερων παραπόνων του εκκαλούντος (ΑΠ 411/2007).
Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ’ ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να συνυπολογίσει στο ποσό που επιδίκασε ως διαφυγόντα εισοδήματα του δικαιοπαρόχου τους, εξαιτίας του τραυματισμού του σε τροχαίο ατύχημα, για το διάστημα από 1-10-2009 έως 31-12-2012, τις αναλογίες των Δώρων Εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και του επιδόματος άδειας, τα οποία ρητά αυτός αξίωνε με την αγωγή του και είχαν επιδικαστεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και χωρίς το κεφάλαιο αυτό να προσβληθεί με λόγο έφεσης το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του δικαιοπαρόχου τους ως προς το κεφάλαιο των διαφυγόντων εισοδημάτων, χωρίς όμως να συνυπολογίσει τις αναλογίες των επιδομάτων εορτών και άδειας και έτσι άφησε το αίτημα της αγωγής αδίκαστο.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι σε τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 1-10-2009, τραυματίστηκε σοβαρά ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, Π. Λ. (σύζυγος της 1ης και πατέρας των λοιπών αναιρεσειόντων), όταν επιχείρησε να προσπεράσει με τη μοτοσυκλέτα του το ζημιογόνο ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε η 2η αναιρεσίβλητη, ιδιοκτησίας του 1ου αναιρεσιβλήτου, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.
Έχει κριθεί με ισχύ δεδικασμένου ότι αποκλειστικά υπαίτια για την πρόκληση του ατυχήματος ήταν η οδηγός του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου και ότι ο παθών συνετέλεσε σε ποσοστό 20% στις συνέπειες του τραυματισμού του, διότι παρέλειψε τη χρήση προστατευτικού κράνους. Το κεφάλαιο της υπαιτιότητας δεν ερευνάται στην παρούσα αναιρετική δίκη.
Περαιτέρω, από την επιτρεπτή επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι ο παθών κρίθηκε πλήρως ανίκανος προς εργασία, κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2009, που συνέβη το ατύχημα, έως 30-10-2011 και έκτοτε, δηλαδή από 31-10-2011 έως 31-10-2013, κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 80% με βάση την υπ’ αρ. ...29-2-2012 απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ και με την υπ’ αρ. .../29-3-2012 Γνωμάτευση Πιστοποίησης Αναπηρίας της Διεύθυνσης Αναπηρίας του ΙΚΑ.
Στη συνέχεια, ο παθών άσκησε την από 19-5-2011 (αρ. κατ. .../2011) αγωγή του (ένδικη), με την οποία αξίωνε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ειδικά, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος της υπόθεσης, ζήτησε να του επιδικασθεί αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα για το χρονικό διάστημα από 1-10-2009 (ατύχημα) έως 31-12-2012, τα οποία απώλεσε λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία, ως αρχιμηχανικός της εταιρείας ...
ΑΕ, τα οποία ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 101.392,98 ευρώ, σύμφωνα με τους αναλυτικούς μαθηματικούς υπολογισμούς της αγωγής, ποσό, στο οποίο συνυπολογίστηκε η αναλογία των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος άδειας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 1442/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε το ανωτέρω κονδύλιο ως ουσία βάσιμο και, αφού αφαίρεσε το ποσό των 22.583,84 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην επιδότηση του Ασφαλιστικού Φορέα του παθόντα - ΙΚΑ και ποσοστό 20%, που αντιστοιχούσε στην συνυπαιτιότητα του παθόντα στον τραυματισμό του, επιδίκασε για την ανωτέρω αιτία (απώλεια εισοδημάτων) το συνολικό ποσό των 63.047,31 ευρώ.
Οι υπόχρεοι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά της πρωτόδικης απόφασης την από 15-9-2013 (αρ. κατ. ...2013) έφεσή τους και η σύζυγος του παθόντα ήδη 1η αναιρεσείουσα αντέφεση, με τις προτάσεις, με την ιδιότητά της ως προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια του παθόντα συζύγου της, του οποίου η υγεία στο μεταξύ είχε επιδεινωθεί.
Ειδικότερα, με τον 3ο λόγο της έφεσής τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι - εκκαλούντες - εναγόμενοι έπλητταν το κεφάλαιο των διαφυγόντων εισοδημάτων (101.392,98 ευρώ) ως πρόωρο, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμο. Πιο συγκεκριμένα, από την παραδεκτή επισκόπηση του 3ου λόγου της έφεσης οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν κατ’ ακριβή αντιγραφή τα ακόλουθα: "3.
Διότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε στον Π. Λ. ως αποζημίωση για απωλεσθέντα εισoδήματα κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2009 μέχρι 31-12-2012 το ποσό των 101.392,98 €, μειωμένο κατά το ποσό των 22.583,84 € που του κατεβλήθη από τον ασφαλιστικό του φορέα, το Ι.Κ.Α. και κατά το ποσοστό συνευθύνης του (20%) στην πρόκληση του επίδικου τραυματισμού του, ενώ θα έπρεπε να είχε απορρίψει το σχετικό αιτούμενο αγωγικό κονδύλι ως αβάσιμο και ως προώρως ασκηθέν, κατά το μέρος που αφορά απωλεσθέντα εισοδήματα για το μετά την άσκηση της υπό κρίσιν αγωγής του χρονικό διάστημα, άλλως να το είχε μειώσει και περιορίσει καθότι: 1ον) δεν προκύπτει το χρονικό διάστημα ανικανότητας προς εργασία του Π.
Λ. για το μέλλον (τυγχάνει άγνωστο αυτό και συνάρτηση πολλών παραγόντων και δεν αρκεί ο αυθαίρετος προσδιορισμός ενός χρονικού σημείου μέχρι το οποίο ο Π. Λ. ισχυρίζεται ότι θα διαρκέσει η ανικανότητά του), 2ον) δεν προκύπτει ούτε το ποσό επιδότησης το οποίο θα λάβει ο Π. Λ. από το ΙΚΑ, για το μετά την άσκηση της υπό κρίσιν αγωγής του χρονικό διάστημα, ώστε να προσδιοριστεί επακριβώς η ζημία του, και 3ον) υπό τις σημερινές συνθήκες της δραστικής μειώσεως των μισθών και της πλήρους κατάργησης των επιδομάτων, των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, μειώσεις που έχουν ξεκινήσει από το έτος 2010 και συνεχίζονται τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα λόγω της σφοδρής οικονομικής κρίσης που ταλανίζει την χώρα μας από το έτος 2010 με την ένταξή της υπό την επιτήρηση του Δ.Ν.Τ., δεν αποδεικνύεται ότι ο Π.
Λ. θα εξακολουθούσε να λαμβάνει μέχρι το τέλος του έτους 2012 τις ίδιες ακριβώς αποδοχές από την "... Α.Ε." που ελάμβανε το έτος 2009, και ότι η εργοδότρια (ελλειματική) εταιρία δεν προέβη σε μειώσεις των μηνιαίων αποδοχών του. Άλλωστε ο Π. Λ. δεν προσεκόμισε σχετική βεβαίωση από την "... Α.Ε." από την οποία να αποδεικνύεται το ακριβές ύψος των μηνιαίων αποδοχών του κατά τα έτη 2010, 2011 και 2012...".
Εξάλλου, το Εφετείο για το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, όπως παραδεκτά επίσης επισκοπείται η προσβαλλόμενη απόφαση για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι προ του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, ο ενάγων, ηλικίας τότε 41 ετών, εργαζόταν ως προϊστάμενος μηχανοδηγός, στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε.", με μηνιαίες αποδοχές κατά τον Σεπτέμβριο του 2009, 2.228,42 ευρώ (βλ. την με ημ/νία 17-9-2010 βεβαίωση της εταιρείας "... Α.Ε."). Συνεπεία του ένδικου τραυματισμού του και των επιπλοκών που παρουσιάστηκαν σ’ αυτόν, ο ενάγων κατέστη, όπως προαναφέρθηκε, πλήρως ανίκανος προς άσκηση, του ως άνω επαγγέλματός του, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 2-10-2009 έως 31-12-2012.
Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος θα ανήρχοντο στα παρακάτω ποσά: α) κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2009 έως 31-12-2009, στο ποσό των 2.270,03 ευρώ, β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 31-5-2010, στο ποσό των 2.180,86 ευρώ, γ) κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2010 έως 31-12-2010, στο ποσό των 2.129,85 ευρώ, δ) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 30-9-2011, στο ποσό των 2.015,31 ευρώ, ε) κατά τον Οκτώβριο του έτους 2011, στο ποσό των 2.048,05 ευρώ, στ) κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2011 έως 31-12-2012, στο ποσό των 1.908 ευρώ (βλ.
την με ημ/νία 24-1-2014 βεβαίωση της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", όπως μετονομάστηκε η εταιρεία "... Α.Ε."). Εάν δεν λάμβανε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, ο ενάγων θα εξακολουθούσε να εργάζεται στην ως άνω εταιρεία και θα ασκούσε το ως άνω επάγγελμα του προϊσταμένου μηχανοδηγού, και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 2-10-2009 έως 31-12-2012 και θα απεκόμιζε από την εργασία του, κατά το χρονικό αυτό διάστημα, με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, τα παρακάτω ποσά:
α) κατά το χρονικό διάστημα από 2-10-2009 έως 31-12-2009, μηνιαίως το ποσό των 2.228,42 ευρώ, το οποίο ο ενάγων ζητεί με την υπό κρίση αγωγή του και συνολικά το ποσό των 6.596,10 ευρώ [2.139,26 + (2 μήνες x 2.228,42 ευρώ], β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 31-5-2010, το συνολικό ποσό των 10.904,30 ευρώ (2.180,86 x 5 μήνες), γ) κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2010 έως 31-12-2010, το συνολικό ποσό των 14.908,95 ευρώ (2.129,85 ευρώ x 7 μήνες), δ) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 30-9-2011, το συνολικό ποσό των 18.137,79 ευρώ (2.015,31 ευρώ x 9 μήνες), ε) κατά τον Οκτώβριο 2011, το ποσό των 2.048,05 ευρώ, στ) κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2011 έως 31-12-2012, το συνολικό ποσό των 26.712 ευρώ (1.908 ευρώ x 14 μήνες) και συνολικά το ποσό των 79.307,19 ευρώ.
Έχει εισπράξει, όμως, ο ενάγων από τον ασφαλιστικό του φορέα (Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων), λόγω του ένδικου τραυματισμού του, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 2-10-2009 έως 31-12-2012, τα παρακάτω ποσά: 1) το συνολικό ποσό των 22.583,84 ευρώ, για επιδότηση αυτού, λόγω της ανικανότητάς του για εργασία, κατά το χρονικό διάστημα από 2-10-2009 έως 24-9-2011 και 2) το συνολικό ποσό των 9.863,98 ευρώ (1.428,58 + 8.435,40), για σύνταξη αναπηρίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2011 έως 31-12-2012, και συνολικά το ποσό των 32.447,82 ευρώ (22.583,84 + 9.863,98).
Επομένως, από το προαναφερθέν ποσό των 79.307,19 ευρώ, που ο ενάγων απώλεσε, λόγω της ανικανότητάς του για εργασία, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 32.447,82 ευρώ, που αυτός έχει εισπράξει από το Ι.Κ.Α., για την ίδια αιτία. Έτσι, ο ενάγων ζημιώθηκε, για την ως άνω αιτία, κατά το ποσό των 46.859,37 ευρώ (79.307,19 - 32.447,82).
Από το ποσό, όμως, αυτό πρέπει να αφαιρεθεί ποσοστό 20%, που αντιστοιχεί στο ποσοστό, που συνετέλεσε ο ίδιος ο ενάγων, από δικό του πταίσμα, στην έκταση και στην βαρύτητα του ένδικου τραυματισμού του, λόγω έλλειψης προστατευτικού κράνους. Επομένως, ο ενάγων δικαιούται, τελικά, να αξιώσει, ως αποζημίωση, λόγω διαφυγόντων κερδών, το ποσό των 37.487,49 ευρώ (46.859,37 - 20%).
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε, εν μέρει, ως ουσιαστικά βάσιμο, το αγωγικό κονδύλιο, περί καταβολής αποζημίωσης, λόγω διαφυγόντων κερδών και επιδίκασε στον ενάγοντα, για το επίδικο χρονικό διάστημα, το μεγαλύτερο ποσό των 63.047,31 ευρώ, έσφαλε, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονούνται οι εναγόμενοι - εκκαλούντες και πρέπει να γίνει δεκτός, ως ουσιαστικά βάσιμος, ο συναφής λόγος της υπό κρίση έφεσής τους...".
Ακολούθως, το Εφετείο, αφού ερεύνησε και άλλα πληττόμενα με την έφεση κεφάλαια, που δεν αφορούν την αναιρετική δίκη, δέχθηκε την έφεση των υπόχρεων αναιρεσιβλήτων τυπικά και κατ’ ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (που συνολικά είχε επιδικάσει το ποσό των 263.595,31 ευρώ), διακράτησε την αγωγή και δέχθηκε εν μέρει αυτήν κατά το ποσό των 138.035,49 ευρώ, δηλαδή για διαφυγόντα εισοδήματα 37.487,49 ευρώ, για νοσηλεία 548 ευρώ και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης 100.000 ευρώ.
Ειδικότερα, το Εφετείο σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του, δέχθηκε ότι για το επίδικο χρονικό διάστημα των 39 μηνών, ο παθών απώλεσε για διαφυγόντα εισοδήματα το συνολικό ποσό των 37.487,49 ευρώ, στο οποίο κατέληξε με βάση το σύνολο των αποδοχών του, όπως αυτό προέκυπτε από την από 24-1-2014 βεβαίωση της εργοδότιδας εταιρείας του ...
ΑΕ, η οποία, ας σημειωθεί, δεν προσκομίστηκε στο παρόν Δικαστήριο, πλην το περιεχόμενό της δεν αμφισβητήθηκε από κανένα διάδικο μέρος. Από το ανωτέρω ποσό το Εφετείο αφαίρεσε στη συνέχεια την επιδότηση του ΙΚΑ και το ποσοστό 20% που αντιστοιχούσε στην συνυπαιτιότητα του παθόντα και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δηλαδή, ο παθών δεν δικαιούται το μεγαλύτερο ποσό των 63.047,31 ευρώ, που του είχε επιδικάσει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και το οποίο είχε διαμορφωθεί με βάση το αγωγικό αιτούμενο ποσό των 101.392,98 ευρώ, στο οποίο, όπως έχει προεκτεθεί και δεν αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες, είχαν συνυπολογιστεί και τα επιδόματα εορτών και άδειας και διαμορφώθηκε μετά την αφαίρεση της επιδότησης του ΙΚΑ και του ποσοστού συνυπαιτιότητας του παθόντα.
Επομένως, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 522 ΚΠολΔ), το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση (άρθρ. 535 ΚΠολΔ) ερεύνησε το κεφάλαιο των διαφυγόντων εισοδημάτων, που είχε προσβληθεί με τον 3ο λόγο της έφεσης των υποχρέων και ήδη αναιρεσιβλήτων, στο οποίο είχαν συνυπολογιστεί και τα ανωτέρω επιδόματα και, αφού δέχθηκε αυτόν ως ουσιαστικά βάσιμο, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και ερεύνησε την αγωγή την οποία δέχθηκε (ως προς το κεφάλαιο των διαφυγόντων εισοδημάτων) εν μέρει, ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά το προαναφερθέν ποσό των 37.487,49 ευρώ.
Η μερική παραδοχή της αγωγής όμως δεν ιδρύει την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ’ ΚΠολΔ και συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος (ΑΠ 252/2005). Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι δεν συνυπολογίστηκαν τα επιδόματα εορτών και άδειας, διότι οι περικοπές αυτών ίσχυσαν μετά το επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή από 1-1-2013 με βάση τον Ν. 4093/ 2012, είναι ουσιαστικά αβάσιμες, άλλως, προβάλλονται αλυσιτελώς, διότι τα διαφυγόντα εισοδήματα υπολογίστηκαν με βάση την από 24-1-2014 βεβαίωση της ...
ΑΕ, όπως ήδη έχει αναφερθεί. Σε κάθε περίπτωση όμως, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ’ ΚΠολΔ (αδίκαστο αίτημα) οι αναιρεσείοντες πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και συνεπώς απαράδεκτα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί να εισαχθεί το παράβολο που έχει κατατεθεί για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 περ. Β’ δ ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-11-2015 (αρ. κατ. ...2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 2457/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ).
Διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ