Supreme Court dismisses appeal on lack of standing and interest regarding a revoked will's validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decision rejecting their appeal against a first-instance ruling. The appellants argued the lower court failed to address their claim that the donor lacked capacity due to a later public will revoking an earlier one. The court held that since the appellate court already found the donor lacked capacity based on her conduct, it was not required to separately examine the validity of the specific public will.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 8, 9, 11γ, 14, 19 of the Code of Civil Procedure; The appellate court is not obligated to separately examine a specific testamentary act if it has already implicitly rejected the claim based on the testator's lack of capacity derived from their conduct.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1686 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1686/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Ί. Ρ. του Ρ. και Μ. και 2. Α. Ρ. του Ρ. και Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Γιαννακάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Θ. Χ. του Κ., δικηγόρου, κατοίκου ..., 2. Υπουργού των Οικονομικών, ως ασκούντος την εποπτεία επί των υπέρ κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων εν γένει καταλειπομένων περιουσιών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και 3. Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα . Ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Στεφανάκη, ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και το τρίτο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βενιέρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2009 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6522/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 3177/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 11-2-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 28-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος και να απορρφθούν οι λοιποί λόγοι της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η 3177/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 15-2-2011 έφεση των αναιρεσειουσών κατά της 6522/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση εκείνη είχε γίνει δεκτή αγωγή ακυρώσεως δωρεάς ακινήτου για έλλειψη συνειδήσεως των πραττομένων στο πρόσωπο της δωρήτριας, η οποία προηγουμένως είχε διαθέσει το ακίνητο αυτό και με διαθήκη, εκτελεστή της οποίας είχε ορίσει τον πρώτο αναιρεσίβλητο, υπέρ του οποίου παρενέβησαν κατά τη δίκη οι λοιποί αναιρεσίβλητοι. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1, 8, 9, 11γ, 14 και 19 ΚΠολΔ, ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας: α) παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, β) παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γ) επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη, δ) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ε) παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο και στ) δεν διέλαβε νόμιμη βάση στην απόφαση του, και ιδίως αν αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Η Ν. ή Ε. Λ. του Ι. ... απεβίωσε στην Αθήνα, στις 23-12-2007, σε ηλικία 99 ετών, άγαμη και με σημαντική περιουσία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Η αποβιώσασα ... έλαβε μόρφωση μέσης εκπαίδευσης, που ... θεωρείται σημαντική λαμβανομένου υπόψη του φύλου και της εποχής των μαθητικών της χρόνων.
Σε όλη τη διάρκεια της ζωής της είχε οικονομική άνεση που της επέτρεπε να διατηρεί υπηρετικό προσωπικό, που προς το τέλος αποτελείτο από δυο γυναίκες, την Μ. Ρ. και την Μ. Π. καθώς και τον οδηγό του ιδιόκτητου αυτοκινήτου της. Η περιουσία της, κατά το τέλος του 2006, αποτελείτο από καταθέσεις σε τράπεζα της Ελβετίας, που υπολογίζονταν σε 2.000.000 ευρώ περίπου....
Το έτος 2000 και σε ηλικία 92 ετών η αποβιώσασα συνέταξε την από 23/8/2000 ιδιόγραφη διαθήκη της, με την οποία όρισε την τύχη της ακίνητης και κινητής περιουσίας μετά το θάνατο της και, μεταξύ άλλων, ανέφερε τα εξής : "Στο Μουσείο Μπενάκη, οδός .... 106 74 Αθήναι, αφήνω κατά πλήρη κυριότητα το διαμέρισμα μου του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας, επί της οδού ....
στο Ν. Ψυχικό.... Παν άλλο περιουσιακό στοιχείο το οποίο ήθελε βρεθεί εις την περιουσία μου κατά τον χρόνο του θανάτου μου, ορίζω όπως περιέρχεται εις την εξαδέλφην μου Χ. Α. Κ...... Ορίζω εκτελεστήν της διαθήκης μου τον δικηγόρον Αθηνών Θ. Χ. και σε περίπτωση κωλύματος του Θ. Χ. την κυρίαν Α. Σ., δικηγόρο, κάτοικον Αθηνών....".
Η διαθήκη αυτή δημοσιεύτηκε, μετά το θάνατό της, στις 29/2/2008 δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.... Ο διορισθείς ως εκτελεστής αυτής Θ. - Α. Χ. του Κ. και Ρ. αποδέχθηκε το λειτούργημά του με την από 13/1/2009 δήλωση του ενώπιον του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών..... Περαιτέρω αποδείχθηκαν τα εξής :
Η αποβιώσασα από το έτος 1993 είχε προσλάβει ως οικιακή βοηθό την Μ. Ρ., Ελληνίδα ομογενή από την Αλβανία, την οποία απασχολούσε καθημερινά σε οικιακές εργασίες και στις εξωτερικές της δραστηριότητες (επισκέψεις σε καταστήματα, τράπεζες, γιατρούς, δικηγόρους και εξόδους ψυχαγωγίας). Τις νυκτερινές ώρες απασχολούσε την Μ.
Π., η οποία εργαζόταν κοντά της από το έτος περίπου 1985..... και διανυκτέρευε στο διαμέρισμα μαζί της. Κατά το έτος 2003 η αποβιώσασα εμφανίζεται να παρουσιάζει μια εμφανή πρόθεση οικονομικής αποκατάστασης της Μ. Ρ., ζητώντας συνεχώς και επίμονα με τις από 14/9/2003, 19/9/2003, 23/9/2003, 30/9/2003 επιστολές της προς την Χ. Κ. (ανιψιά της) να δοθούν στην Μ.
Ρ. ιοο.οοο δολάρια ΗΠΑ ως δωρεά. Η Χ. Κ., σύμφωνα με την ανωτέρω, από έτους 2000, διαθήκη είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Ν. ή Ε. Λ. στην λοιπή πέραν της διαθήκης περιουσία της και ήταν συνδικαιούχος τραπεζικού λογαριασμού στην Τράπεζα EUROBANK με τρίτο συνδικαιούχο την Α. Σ., φίλη της αποβιωσάσης. Η Μ. Ρ. και οι θυγατέρες της (εναγόμενες - εκκαλουσες) δικαιολογούν την επιμονή της αποβιωσάσης να προβεί στην ανωτέρω δωρεά των 100.000 δολαρίων ΗΠΑ ως αναγνώριση των υπηρεσιών της Μ.
Ρ. αλλά και ως πρόθεση οικονομικής βοήθειας στις ανήλικες - τότε- θυγατέρες της, επειδή ήσαν άριστες μαθήτριες και φοιτήτριες - σήμερα - στην Σχολή Καλών Τεχνών και Διεθνούς Εμπορίου..... Τα σχετικά αιτήματα για καταβολή χρημάτων στην Μ. Ρ. προκύπτει ότι αποτελούσαν προϊόν ψυχολογικής πίεσης στην υπερήλικη Ν.
ή Έ. Λ. (95 ετών το έτος 2003). Ειδικότερα... αναφέρεται περιστατικό απειλής άσκησης σωματικής βίας στην αποβιώσασα και την νυκτερινή οικιακή βοηθό, που έλαβε χώρα στις 22/3/2006, από την Μ. Ρ. και άγνωστα άτομα, τα οποία νυκτερινές ώρες έκρουαν βίαια την θύρα του διαμερίσματος της αποβιωσάσης. Οι δύο γυναίκες είχαν φοβηθεί επειδή η Μ.
Ρ. "είχε απειλήσει φεύγοντας το απόγευμα πως θα επιστρέψει το βράδυ για να δώσει "ένα χέρο ξύλο" στη νυκτερινή οικιακή βοηθό Μ. Π. με την οποία οι σχέσεις ήταν τεταμένες ειδικά τον τελευταίο καιρό. Άλλωστε δεν θα ήταν η πρώτη φορά που θα χειροδικούσε η Μ. Ρ. εις βάρος της Μ. Π...... Λόγω του περιστατικού η Μ. Π.
ήθελε να φύγει από την υπηρεσία της αποβιωσάσης και η τελευταία την εκλιπαρούσε να μείνει μαζί της. Επίσης, η Π. Τ..... αναφέρεται σε συνεχή περιστατικά που καταδείκνυαν πνευματική σύγχυση της αποβιωσάσης, όπως ότι "με παρακαλούσε να δει το διαμέρισμα μου ενώ το έχει επισκεφθεί συχνότατα, με ρωτάει τι εγγόνια έχουμε, δηλώνει πως θέλει να τα γνωρίσει, ενώ τα μέλη της οικογένειας μου της είναι εξαιρετικά οικεία".
Ακόμη και η μάρτυς αυτή είχε επισημάνει την ψυχολογική εξάρτηση της αποβιωσάσης από την οικιακή της βοηθό, τόσο ώστε να θεωρεί ότι όλα τα συμβάντα γύρω της εξαρτώνται από την παρέμβαση αυτής, Ειδικότερα, η ανωτέρω μάρτυς αναφέρεται στο περιστατικό της προσπάθειας και επιτυχούς εύρεσης, μετά από ενέργειες της ίδιας ενώπιον της αποβιωσάσης και της Μ.
Ρ., κλινικής για τη νοσηλεία προηγούμενης πρωινής οικιακής βοηθού της αποβιωσάσης. Το επιτυχές αποτέλεσμα η αποβιώσασα το απέδωσε στην Μ., η οποία "τα κατάφερε και της βρήκε κλινική". Η μάρτυς δε αυτή τελειώνει την κατάθεση της αναφέροντας ότι "οι επισκέψεις μας έχουν αραιώσει διότι η οικιακή βοηθός επιδιώκει με κάθε μέσο να απομονώσει την κυρία της από τους παλαιούς και πραγματικούς της φίλους και όλους όσους υποπτεύεται ότι έχουν αντιληφθεί τι συμβαίνει".
Αποδείχθηκε ακόμη ότι, το έτος 2002, η αποβιώσασα, πέραν της ύπαρξης της ανωτέρω διαθήκης, επιθυμούσε να αφήσει ορισμένα χρηματικά ποσά σε στενούς της φίλους, όπως η Α. Σ. του Θ., στην οποία επιθυμούσε να καταβληθούν από τον κοινό με την Χ. Κ. λογαριασμό (ποσό 150.00 δολάρια ΗΠΑ στα τέκνα της και ποσό 90.000 δολαρίων ΗΠΑ στα εγγόνια της σύμφωνα με την από 3/7/2002 επιστολή της αποβιωσάσης προς την Χ.
Κ.). Τέλος, στο από 25/1/2003 ιδιόγραφο σημείωμα της αποβιωσάσης αναφέρει ότι επιθυμεί η Χ. Κ. να λάβει 100.000 δολάρια ΗΠΑ και η Κ.Σολωμού 50.000 δολάρια ΗΠΑ ως αμοιβή για την απασχόληση της στην εκτέλεση του καταλόγου των από 25/6/2002 δωρεών της αποβιωσάσης προς τρίτους. Το γεγονός αυτό δικαιολογείται από την συγγενική σχέση των προσώπων, δεδομένου ότι η Χ.
Κ. ήταν εξαδέλφη της και η Ν. ή Ε. Λ. δεν είχε αδέλφια ούτε εξ αίματος εξαδέλφια εν ζωή, παρά μόνο πρώτα εξαδέλφια εξ αγχιστείας. Εντούτοις, κατά το έτος 2004 οι κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί της αποβιωσάσης με τις Χ. Κ. και Α, Σ..... Στην Τράπεζα EFGEurobank Ergasias (λογαριασμοί τροφοδοτούμενοι από άλλο άγνωστο λογαριασμό), εμφανίζουν μια συνεχή διαρροή μετρητών χρημάτων, που υπολογίζεται (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη δαπάνες καθημερινής φύσεως, όπως ενοίκιο, πληρωμή λογαριασμών προς ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ) το έτος 2004 σε ποσό συνολικά 364.632 δολάρια ΗΠΑ ο πρώτος εξ αυτών και σε ποσό συνολικά 104.000 ευρώ ο δεύτερος.
Το έτος δε 2005 αποσύρεται από τον ανωτέρω δεύτερο λογαριασμό το ποσό των 285.980 ευρώ. Δηλαδή η αποβιώσασα τα έτη 2004 -2005 απέσυρε με διάφορους τρόπους από τους λογαριασμούς της συνολικά ποσό 754.612 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε 31.442 ευρώ ανά μήνα. Από τα αντίγραφα κινήσεως των λογαριασμών προκύπτει ότι α) ποσό 95.000 ευρώ μεταβιβάσθηκε στην Μ.
Ρ. και β) ποσό 42.000 ευρώ μεταβιβάσθηκε στον οδηγό της αποβιωσάσης Χ. Η. Να σημειωθεί ότι από τον πρώτο λογαριασμό γίνεται εκροή σημαντικών χρημάτων, ποσού από 5.000 έως 20.000 ευρώ, με "μεταφορά σε λογαριασμό", χωρίς να προσδιορίζονται οι δικαιούχοι, ενώ από το δεύτερο λογαριασμό υπάρχουν συνεχείς αναλήψεις από μηχανήματα αυτόματης ανάληψης (ATM), ποσού 1.500 ευρώ σε χρονικά διαστήματα εβδομάδας κατά κύριο λόγο.
Στη συνέχεια, στις 8/8/2005, πέντε έτη μετά τη σύνταξη της ανωτέρω από 23/8/2000 ιδιόγραφης διαθήκης, η Ν. ή Ε. Λ., σε ηλικία 97 ετών, με το υπ' αριθμ... συμβόλαιο δωρεάς της Συμ/φου Αθηνών Μαρίνας Ανδρέου Αντωνοπούλου.... δώρησε κοινώς και αδιαιρέτως και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε καθεμία των ανηλίκων, τότε, αδελφών Ί. (Κ.) και Α.
Ρ., θυγατέρες της Μ. Ρ., την ψιλή κυριότητα του υπ' αριθμό 2 διαμερίσματος της επί της οδού ..." αξίας της ψιλής κυριότητας κατά την υπογραφή του συμβολαίου 115.050,20 ευρώ, παρακρατώντας ισοβίως την επικαρπία. Το ακίνητο αυτό ταυτίζεται με το ακίνητο που η αποβιώσασα όριζε με την από 23/8/2000 ιδιόγραφη διαθήκη της να περιέλθει στο Κοινωφελές Ίδρυμα "Μουσείο Μπενάκη".
Κατόπιν όλων των ανωτέρω (εκροή σημαντικών χρηματικών ποσών προς τρίτους με συνεχή μείωση των καταθέσεων της αποβιωσάσης και μεταβίβαση ακινήτου) η Χριστίνα χήρα Α. Κ. με την από 19/12/2005 αίτηση της δια του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών ζήτησε την υποβολή της Ν. Λ. σε κατάσταση πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και ταυτόχρονα έλαβε την από 12/1/2006 προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία διορίσθηκε η Ι.
Π., Δικηγόρος, προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια προκειμένου να ενεργήσει επείγουσες πράξεις διαχείρισης της περιουσίας. Προσκόμισε δε τις από 5/8/2005 και από 8/12/2005 ιατρικές βεβαιώσεις των Α. Κ., ψυχιάτρου και Α. Μ., νευρολόγου - ψυχιάτρου, Δ/ντή της Ψυχογηριατρικής Κλινικής του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής αντίστοιχα, προκειμένου να βεβαιωθεί....
η κατάσταση της πλήρους ανικανότητας της Ν. Λ. να επιμεληθεί του εαυτού της και της περιουσίας της. Από τις ανωτέρω βεβαιώσεις η μεν πρώτη, της κ. Α. Κ., αμφισβητήθηκε από την Ν. Λ. ότι συντάχθηκε κατόπιν προσωπικής με την ίδια εξέτασης της, η δε δεύτερη συντάχθηκε κατόπιν επικοινωνίας - επίσκεψης που έλαβε χώρα χωρίς την συναίνεση της αποβιωσάσης με αποτέλεσμα να εκνευριστεί και να εμφανίσει συγχυτικά επεισόδια ("διαταραχές μνήμης, σκέψης, ξεσπάσματα επιθετικότητας ή οργής", όπως σημειώνει ο Α.
Μούγιας). Η Ν. Λ. με την από 9/3/2006 αίτηση της ζήτησε την ανάκληση της από 12/1/2006 προσωρινής διαταγής με την οποία ορίστηκε προσωρινή δικαστική συμπαραστάτης της, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της ανωτέρω αιτήσεως, η δικηγόρος Ι. Π.. Η αίτηση συζητήθηκε, στις 14/3/2006 και έγινε δεκτή. Στη συζήτηση της αιτήσεως αυτής η Ν.
Λ. προσκόμισε την από 5/3/2006 ιατρική γνωμάτευση του Κ. Ζ., Ψυχίατρου, Διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία η Ν. Λ. παρουσίαζε προβλήματα όρασης και ακοής, λόγω της προχωρημένης ηλικίας της, αλλά "διαθέτει μια αρκετά καλή γνώση επί των οικονομικών θεμάτων, γνωρίζει το νόμισμα και την αξία των αγαθών" κατέληγε δε ότι "παρουσιάζει μεν ήπιες διαταραχές των νοητικών λειτουργιών, αυτές όμως δεν είναι τέτοιας βαρύτητας ώστε να της στερούν την ικανότητα να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της".
Παρόμοια υπήρξε και η από 24/3/2006 ιατρική γνωμάτευση των Α. Μ., Διδάκτορος, Επίκουρου Καθηγητή Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Albert Einstein των ΗΠΑ, και Θ. Τ., επικεφαλής του Ψυχολογικού Εργαστηρίου της Ψυχιατρικής Κλινικής του 414 Στρατιωτικού Νοσοκομείου. Σε δοκιμασία που προσφέρει αντικειμενική εικόνα της νοητικής κατάστασης του εξεταζομένου, στην οποία την υπέβαλε η κ.
Τ.υ, η Ν. Λ. συγκέντρωσε 22 βαθμούς, ενώ η διάγνωση ανοϊκου συνδρόμου τίθεται για υπερήλικα άτομα όταν η βαθμολογία είναι κάτω των 20 βαθμών. Κατά τη συζήτηση της πιο πάνω, από 19/12/2005 αιτήσεως για την υποβολή της Ν. Λ. σε κατάσταση πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, το Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 32162006 απόφασή του διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, διορίζοντας πραγματογνώμονα τον Χρ.
Α. Β., Διδάκτορα, νευρολόγο -ψυχίατρο, επιτ. Προϊστάμενο της Ιατροδικαστικής Αθηνών. Μετά τη διενέργεια αυτής, η αίτηση επανασυζητήθηκε, στις 7/6/2007 και το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 4091/27-6-2007 απόφαση του έθεσε την Ν. ή Ε. Λ. σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης ορίζοντας προσωρινό δικαστικό συμπαραστάστη την Μ.
Ζ. και εποπτικό συμβούλιο αποτελούμενο από φίλους της Ν. Λ.. Η ανωτέρω απόφαση έλαβε υπόψη της την από 30/12/2006 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα, την από 25/7/2007 ιατρική γνωμάτευση του Κ. Ζ., που διορίστηκε τεχνικός σύμβουλος, τις από 5/3/2006, 24/3/2006 και 24/3/2006 ιατρικές γνωματεύσεις των ψυχιάτρων Κ.
Ζ., Α. Κ. και Α. Μ., που προαναφέρθηκαν, καθώς και την από 2/3/2009 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού παθολόγου Σ. Α.. Ακόμη τις προσκομισθείσες και στην παρούσα δίκη ένορκες βεβαιώσεις των Κ. Τ. και της συζύγου του Π. Τ., καθώς και άλλες μη προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις. Μετά την έναρξη της διαδικασίας υποβολής της σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση της Ν.
Λ.., η τελευταία στις 13/2/2006, συνέταξε νέα ιδιόγραφη διαθήκη. Σ' αυτήν η διαθέτης αναφέρει την έντονη δυσαρέσκειά της προς την ανιψιά της Χ. Κ. για την δίκη περί υποβολής της σε δικαστική συμπαράσταση, έχοντας την πεποίθηση ότι η ίδια είναι σε θέση να επιμεληθεί της περιουσίας της και του εαυτού της και ανέτρεψε τις εντολές της προηγούμενης διαθήκης, και εγκατέστησε κληρονόμους της επί των κινητών της κατοικίας της τους Χ.
και Δ. Λ.. και διάφορους τρίτους, συγκεκριμένα δε "παιδιά Λ. 400.000, παιδιά Χ. 300.000, M.R. 200.000, Κ. Σ. 300.000, Μ. Κ. 100.000, Η. Χ. 100.000, Α. Γ. 100.000, Γ. Μ. 50.000, Σ. 50.000, Σ. Α. 30.000, Κ. Π. 50.000". Εκτελεστές διαθήκης έθεσε τους Μ. Ζ., Α. Π. και Χ. Λ., εκ των οποίων οι Μ. Ζ. και Α. Π. αποποιήθηκαν τον διορισμό τους ...... ενώ ο Χ. Λ. δεν δήλωσε αποδοχή του ορισμού του ως εκτελεστή της διαθήκης αυτής.
Η τελευταία αυτή διαθήκη συνετάχθη, στις 13/2/2006, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο εκκρεμούσε η δίκη για τη θέση της αποβιωσάσης σε δικαστική συμπαράσταση, αλλά δεν είχε εκδοθεί καμία (ούτε η προδικαστική υπ' αριθμ. 3216/24-5-2006) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Τόσο από το περιεχόμενο της διαθήκης όσο και από τις περιστάσεις υπό τις οποίες συντάχθηκε (εκκρεμούσης της διαδικασίας θέσεως της διαθέτιδος σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση) αποδεικνύεται ότι αυτή συντάχθηκε ενόσω η διαθέτης τελούσε σε κατάσταση ισχυρής συναισθηματικής φόρτισης (θυμό και μίσος στην Χ.
Κ. λόγω της διαδικασίας υποβολής της σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης). Η διαθέτης αναφέρει συγκεκριμένα ότι "επιθυμώ να καταστήσω σαφές εις πάντας ότι είμαι αγανακτισμένη διά τας εναντίον μου δικαστικάς ενέργειας της εξαδέλφης μου εξ αγχιστείας Χ. Κ.., η οποία προσπαθεί να με βγάλει τρελλή". Το γεγονός αυτό, από κοινού με τα αμέσως κατωτέρω αναφερόμενα, καθιστά την δεύτερη - νεότερη ιδιόγραφη διαθήκη άκυρη λόγω ανικανότητος της διαθέτιδος να συντάξει αυτήν (άρθρο 1719 εδ.
α' αρ. 4 AK). Επομένως, η από 23/8/200 ιδιόγραφη διαθήκη παραμένει ισχυρά, απορριπτόμενου του 5ου λόγου της κρινόμενης εφέσεως και πρωτόδικα προβληθείσας ενστάσεως των εναγομένων περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του εκτελεστού της διαθήκης ενάγοντος για άσκηση της αγωγής. Από όλη την αποδεικτική διαδικασία αποδεικνύεται ότι η Ν.
ή Ε. Λ. από το έτος 2004 εμφανίζει συμπεριφορά που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν είχε συνείδηση και αντίληψη των συνεπειών των πράξεων της. Η αποβιώσασα, όπως προαναφέρθηκε, εμφανίζεται να αναλαμβάνει από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της σημαντικά χρηματικά ποσά που δεν δικαιολογούνται για τις ανάγκες διαβίωσης της, να προβαίνει σε μεταβιβάσεις σημαντικών χρηματικών ποσών τόσο σε άγνωστα τρίτα πρόσωπα όσο και στην οικιακή βοηθό και τον οδηγό του ιδιόκτητου αυτοκινήτου της.
Να σημειωθεί δε ότι οι ενέργειες αυτές δεν αιτιολογούνται από την ανάγκη αναγνώρισης προσφοράς στα πρόσωπα αυτά, δεδομένου ότι η αποβιώσασα δεν προέβη σε μεταβίβαση σημαντικού χρηματικού ποσού προς την οικιακή βοηθό Μ. Π., την οποία είχε στην υπηρεσία της δεκαετία πριν την Μ. Ρ.. Ο διορισθείς με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πραγματογνώμονας Χ.
Α. Β. στην εκτενή και λεπτομερή έκθεση του, έχοντας γνώση της αντιδικίας της υποθέσεως, παραθέτει σειρά παραδειγμάτων και περιστατικών από τα οποία προκύπτει ότι η Ν. Λ. έπασχε από προχωρημένη άνοια προχωρημένη που απέκλειε εν όλω την χρήση του λογικού. Ειδικότερα, κατά την εξέταση του πραγματογνώμονος, στις 19/12/2006, η αποβιώσασα ήταν 98 και πλέον ετών και κατά συνέπεια παρουσίαζε δυσκολία ορθοστασίας και βηματισμού (βοήθεια βακτηρίας και άλλου ατόμου), προβλήματα, οράσεως και ακοής.
Οι πνευματικές της λειτουργίες παρουσίαζαν "καταφανή εξασθένηση", με αδυναμία προσανατολισμού στον χρόνο (δεν γνώριζε ημέρα, μήνα και έτος της συγκεκριμένης συνάντησης), αδυναμία εκτελέσεως αριθμητικών πράξεων και εκτίμησης της αξίας των χρημάτων. Με δεδομένο ότι η αποβιώσασα διέθετε σημαντική περιουσία και απασχολούσε υπηρετικό προσωπικό η αδυναμία κατανοήσεως της αξίας του χρήματος έχει βαρύνουσα σημασία για την κρινόμενη περίπτωση.
Έτσι, ο ανωτέρω πραγματογνώμονας ανέφερε ότι η αποβιώσασα του δήλωσε κατά την εξέταση πως εισπράττει μίσθωμα δυο δολάρια το μήνα από μίσθωση διαμερίσματος (το οποίο μάλιστα την ημερομηνία της συνέντευξης - εξέτασης είχε ήδη πωληθεί), ότι με τριάντα (30) ευρώ το μήνα καλύπτει τις ανάγκες διαβίωσης και αποταμιεύει δυο - τρία (2-3) εξ αυτών.
Να σημειωθεί δε ότι, όπως σημειώνει ο ανωτέρω πραγματογνώμονας, η κ. Λ. δεν έχει επίγνωση των αδυναμιών της και ότι "αυτό είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους σε πολλές χονδροειδώς λανθασμένες απαντήσεις της, που με βεβαιότητα δίνει, η κρίσις της δεν είναι σε θέση, παρεμβαίνοντας να προσέγγιση την απάντησίν της εις σχετικώς λογικά πλαίσια ή να καταστήσει την ίδια επιφυλακτικήν".
Η ίδια δε φαίνεται να υπερτιμά "τις εναπομένουσες σωματικές και πνευματικές της ικανότητες" παρά το γεγονός ότι η έκπτωση των διανοητικών της λειτουργιών ήταν σε προχωρημένο στάδιο κατά την ημερομηνία της εξετάσεώς της. Ο τεχνικός σύμβουλος της εξεταζόμενης Ν. Λ., Κ. Ζ., στην από 16/3/2010 ψυχιατρική γνωμοδότηση τους, την οποία συνέταξε με βάση τεθέντα στη διάθεση του έγγραφα αλλά και προσωπική εξέταση τον Μάρτιο του 2006 και το Δεκέμβριο του 2006, οπότε συνέταξε την από 25/5/2007 ψυχιατρική γνωμοδότηση, καταλήγει σε αντίθετο συμπέρασμα, ήτοι ότι η Ν.
Λ. κατά τον επίδικο χρόνο της δωρεάς του ακινήτου προς τις εκκαλούσες δεν έπασχε από κάποια ψυχική ή νοητική διαταραχή που να περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης της. Επεξηγεί δε το γεγονός της στενής σχέσης που δημιουργήθηκε μεταξύ της Ν. Λ.. και της οικιακής βοηθού της Μ. Ρ. από το γεγονός ότι η Ν.
Λ. ήταν άγαμη και άτεκνη και ζούσε με την καθημερινή μόνιμη συντροφιά της Μ. Ρ.. Το τελευταίο αυτό αναιρείται από τις ....ένορκες καταθέσεις του ζεύγους Κ. και Π. Τ., σύμφωνα με τις οποίες η Μ. Ρ. επεδίωξε το γεγονός της προσκόλλησης της υπερήλικης γυναίκας στο πρόσωπό της, με χαρακτηριστικότερο το γεγονός του εκφοβισμού της οικιακής βοηθού, Μ.
Π., για αποχώρηση της από την υπηρεσία της Ν. Λ.. Ακόμη δε και ο ανωτέρω τεχνικός σύμβουλος αναφέρει ότι κατά την εξέταση της 19/12/2006 από κοινού με τον διορισθέντα από το Δικαστήριο πραγματογνώμονα παρατήρησε "σημαντική και απότομη επιδείνωση" στον τομέα της αντίληψης των οικονομικών θεμάτων σε σχέση με προηγούμενη εξέταση του, στις 5/3/2006.
Λαμβανομένων, όμως, υπόψη των αναφερομένων στην ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης σχετικά με την ολική έλλειψη εκτίμησης της αξίας των χρημάτων και της εκτίμησης της περιουσίας από την εξεταζόμενη, τα οποία ο τεχνικός σύμβουλος δεν αμφισβητεί, προκύπτει ότι από παλαιότερο χρονικό σημείο είχε αρχίσει η εκφυλιστικής δραστηριότητα του εγκεφάλου της αποβιωσάσης.
Τούτο άλλωστε αποδεικνύεται από την αδικαιολόγητη εκροή ποσού, τα έτη 2004 και 2005, συνολικά σχεδόν επτακοσίων χιλιάδων ευρώ (700.000), όπως προαναφέρθηκε και μάλιστα σημαντικά ποσά από μηχανήματα αυτόματης ανάληψης σε καθημερινή ενίοτε βάση, αναλήψεις που δεν δικαιολογούνται από άτομο με δυσκολίες κίνησης και αποδεικνύουν ότι η Ν.
Λ. είχε παραδώσει τραπεζικές κάρτες και κωδικούς σε τρίτα άτομα. Όλα τα ανωτέρω δεν αναιρούνται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εκκαλουσών σχετικά με την ομαλή κοινωνική ζωή της αποβιωσάσης (παρακολούθηση μουσικών εκδηλώσεων στο Μέγαρο Μουσικής) δεδομένου ότι, όπως αναφέρει ο πραγματογνώμονας Χ.
Β., η αποβιώσασα ήταν σε θέση να συντηρήσει συζήτηση επί επιφανειακών θεμάτων ως αποτέλεσμα της υψηλής κοινωνικής της μόρφωσης. Τέλος, το ανωτέρω γεγονός δεν αναιρείται από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εκκαλουσών, όπως η εξετασθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Α. Π., η οποία δεν ανέφερε γεγονότα που να αποδεικνύουν την καλή διανοητική κατάσταση της αποβιωσάσης ή ο δικηγόρος Χ.
Δ., ο οποίος παραστάθηκε κατά την σύνταξη του επίδικου συμβολαίου και ο οποίος, επίσης, δεν αναφέρει γεγονότα τα οποία να αποδεικνύουν ότι η αποβιώσασα είχε αντίληψη του γεγονότος ότι προβαίνει σε δωρεά του ακινήτου της.
III.- Κατόπιν όλων αυτών αποδεικνύεται ότι η Ε. ή Ν. Λ. κατά τον χρόνο σύνταξης της επίδικης δωρεάς δεν είχε την διανοητική κατάσταση που της επέτρεπε να προσδιορίσει ελεύθερα την βούλησή της με λογικούς υπολογισμούς, ήτοι δεν είχε συνείδηση των πράξεών της και βρισκόταν σε διανοητική ταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της.
Συνεπώς τόσο η από 8-8-2005 δωρεά δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου δωρεάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας Ανδρέου Αντωνοπούλου, δυνάμει του οποίου δώρισε και παρέδωσε λόγω δωρεάς την ψιλή κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου, κοινώς και αδιαιρέτως κατά ποσοστό 50% σε καθεμιά από τις ανήλικες Ί. (Κ.) Ρ. και Α. Ρ. του Ρ. και Μ. με ισόβια εκ μέρους της παρακράτηση της επικαρπίας τυγχάνει άκυρος, όσο και η από 13-2-2006 διαθήκη της τυγχάνει άκυρος για τον ίδιο λόγο από κοινού με τον προαναφερθέντα,....". Κατόπιν τούτου το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που είχε αποφανθεί ομοίως, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειουσών.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την έλλειψη συνειδήσεως των πραττομένων της δωρήτριας κατά το χρόνο που καταρτίσθηκε η επίμαχη δωρεά και οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της υπαγωγής των γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 130, 131, 178 και 180 ΑΚ, που εφαρμόσθηκαν.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τέταρτος και πέμπτος λόγοι του αναιρετηρίου. Επίσης ο τρίτος (από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ) λόγος, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη, και σε κάθε περίπτωση δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη, τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείουσες και από τα οποία προέκυπτε, ότι η δωρήτρια είχε μέχρι το χρόνο του θανάτου της, και οπωσδήποτε κατά τον χρόνο καταρτίσεως της δωρεάς, συνείδηση των πραττομένων, είναι αβάσιμος.
Ειδικότερα, από τη βεβαίωση του Δικαστηρίου ότι τα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν, πλην των άλλων, "και από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα, ακόμη και εκείνα των οποίων δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο διαμόρφωσε τη δικανική του πεποίθηση από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισαν οι διάδικοι, στο οποίο περιλαμβάνεται και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση και την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σ' αυτό όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως αποδεδειγμένα αναφορικά με τις διατάξεις της από 23-8-2000 ιδιόγραφης διαθήκης της διαθέτιδας και δωρήτριας Ν. ή Ε. Λ. για την εγκατάσταση του τρίτου αναιρεσίβλητου, κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία "Μουσείο Μπενάκη", ως κληρονόμου σε ακίνητό της στην οδό ...
στο Ν. Ψυχικό και τον ορισμό του πρώτου αναιρεσίβλητου ως εκτελεστή της διαθήκης της. Το γεγονός αυτό νομιμοποιεί ενεργητικά τον τελευταίο να ασκήσει την ένδικη αγωγή ακυρώσεως της δωρεάς του ακινήτου στις αναιρεσείουσες, λόγω της επικαλούμενης στην αγωγή ελλείψεως συνειδήσεως των πραττομένων στο πρόσωπο της δωρήτριας κατά τον χρόνο καταρτίσεως της δωρεάς, αφού με την ακύρωση της δωρεάς αυτής θα καταστεί δυνατή η εκτέλεση της σχετικής διατάξεως της διαθήκης.
Εξάλλου, η κρίση του Εφετείου ότι πέραν της δωρεάς τυγχάνει άκυρη και η από 13-2-2006 ιδιόγραφη διαθήκη της δωρήτριας, με την οποία είχε ορίσει αυτή άλλους εκτελεστές των διατάξεων της τελευταίας βουλήσεως της, συνιστούσε, απόρριψη του ισχυρισμού των εναγομένων (αναιρεσειουσών) ότι με την νεότερη διαθήκη ανεκαλείτο εγκύρως η από 23-8-2000 διαθήκη, με βάση την οποία ο ενάγων νομιμοποιείται στην άσκηση της ένδικης αγωγής, και όχι επιδίκαση μη αιτηθέντος.
Ως εκ τούτου, είναι αβάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 1, 9 και 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για το λόγο ότι το Εφετείο παρανόμως, το μεν δεν απέρριψε για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως, και συνακόλουθα ως απαράδεκτη την αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου, το δε επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, με το αιτιολογικό ότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν υπήρχε αίτημα για την ακύρωση της από 13-2-2006 ιδιόγραφης διαθήκης, με την οποία οριζόταν άλλος εκτελεστής διαθήκης.
Τέλος, αβάσιμος τυγχάνει και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ (κατά τη νοηματική του εκτίμηση), με τον οποίο οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ένσταση που προτάθηκε και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, επικαλούνται οι αναιρεσείουσες:
Ότι με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως προέβαλαν τον ισχυρισμό ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως και εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος (πρώτου αναιρεσίβλητου), ως εκτελεστή της από 23-8-2000 διαθήκης της Ν. Λ., δεδομένου ότι η διαθήκη αυτή ανακλήθηκε πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής με την από 16-5-2005 δημόσια διαθήκη αυτής, που συντάχθηκε με αριθμ.
πραξ. ... ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας Αντωνοπούλου και με την οποία ορίσθηκαν αυτές κληρονόμοι στο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου μιας πολυκατοικίας στο Ν. Ψυχικό Αττικής, οδός ..., και της αντίστοιχης αποθήκης στον ημιισόγειο όροφο της ίδιας πολυκατοικίας, ενώ ταυτόχρονα η διαθέτιδα ανακάλεσε και κάθε διάταξη προγενέστερης διαθήκης που αφορούσε τις οριζόντιες αυτές ιδιοκτησίες.
Ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε απορρίψει ως αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό, τον επανέφεραν δε οι αναιρεσείουσες προς κρίση ενώπιον του Εφετείου με τον 5ο λόγο της εφέσεως τους, πλην όμως, το Εφετείο απέρριψε τον λόγο αυτό, χωρίς ωστόσο την οποιαδήποτε μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση για το κύρος της ως άνω δημόσιας διαθήκης, που επιδρά στην ενεργητική νομιμοποίηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, αφού σ' αυτήν γίνεται αναφορά μόνο για την από 13-2-2006 ιδιόγραφη διαθήκη της δωρήτριας, ενώ ο σχετικός ισχυρισμός τους αφορούσε στην από 16-5-2005 δημόσια διαθήκη αυτής, και ότι σε κάθε περίπτωση το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό χωρίς αιτιολογίες, υποπίπτοντας έτσι και στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ωστόσο, εφόσον το Εφετείο με επαρκείς αιτιολογίες, που εκτέθηκαν παραπάνω, διέλαβε στην προσβαλλόμενη αποφάση την παραδοχή ότι "η Ν. ή Ε. Λ. από το έτος 2004 και εφεξής εμφανίζει συμπεριφορά που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν είχε συνείδηση και αντίληψη των συνεπειών των πράξεών της", δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει ιδιαίτερη κρίση για το κύρος της από 16-5-2005 δημόσιας διαθήκης αυτής, ισχυρισμό τον οποίο έμμεσα και απέρριψε ως αβάσιμο.
Τούτο δε διότι η διαθήκη εκείνη φέρεται συνταχθείσα σε χρόνο που- κατά την απόφαση- η διαθέτις δεν είχε δικαιοπρακτική ικανότητα. Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολο της, να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες ως ηττώμενες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλητων (άρθρα 176,183, και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί η εισαγωγή των οικείων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-2-2013 αίτηση των: α) Ί. (Κ.) Ρ. (R.) και β) Α. Ρ. (R.) για αναίρεση της 3177/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλητων και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγήτων υπό στοιχ. 8871059 και 8871060/14-1-2013 σειρά VI της Δ.Ο.Υ Ψυχικού στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ