Legislator Case Law & Legislation
1686/2012 AI generated

Supreme Court allows appeal against local council lawyer fee reduction, remanding case for retrial.

Case Number 1686/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's request to overturn the lower court's decision reducing the local council's lawyer fees. The appellant argued the reduction violated the European Convention on Human Rights, but the court found the lower court's reasoning sufficient and the fee cap a valid exercise of public interest. Consequently, the appeal was granted in part, the case was remanded for retrial, and the opposing party was ordered to pay partial legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 and 6 of Protocol No. 1 to the ECHR; The state may impose general and impersonal fee reductions on legal representatives to ensure public interest, provided the decision is reasoned and does not arbitrarily violate property rights.

Keywords

AI generated
lawyer fee reduction European Convention rights public interest limitation legal costs allocation remand for retrial procedural fairness local council expenses

Cited Legislation

AI generated
Article 18, paragraph 4, section e' of Law 2882/2001
Article 307 of Presidential Decree 410/1955
Article 1 of Protocol No. 1 to the ECHR
Article 6 of Protocol No. 1 to the ECHR
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1686 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1686/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ο. Π. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Πολυχρονόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία Δήμος Παύλου Μελά, πρώην Δήμος Σταυρούπολης, που εδρεύει στην Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την με αριθμό κατάθεσης 1216/10-1-2008 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 5/11/2008 πρόσθετη παρέμβαση νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1786/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1396/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/11/2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 5/1/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της ένδικης αίτησης της Ο. Π., για αναίρεση της 1396/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο άρθρο 18 παρ. 4 εδ. ε' του έχοντος εν προκειμένω εφαρμογή Ν. 2882/01 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" (αφού η απαλλοτρίωση που αφορά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κηρύχθηκε την 24.4.2002) ορίζεται: "Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αιτήσεως, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για την δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για την δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι οι διαδικασίες για τον προσωρινό και οριστικό προσδιορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης αφορούν τη διερεύνηση μίας και της αυτής διαφοράς. Γι' αυτό, αν παραστάθηκε και στις δυο διαδικασίες ο ίδιος δικηγόρος, του οφείλεται αμοιβή μια φορά και για τις δυο διαδικασίες, αφού ουσιαστικά μια μόνο φορά παρέσχε την εργασία του. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, η αμοιβή του αυτή υπολογίζεται κατά τα άρθρα 98, 100 παρ. 1, 107, 110, 111 και 114 παρ. 5 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος Δικηγόρων" επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, που ταυτίζεται με την οριστικά προσδιορισθείσα, συνολική αποζημίωση προς 3%, από το οποίο 2% για τη σύνταξη των αιτήσεων προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και το 1% για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων (Α.Π. 1893/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η αμοιβή της αναιρεσείουσας, η οποία είχε ορισθεί νόμιμα πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσίβλητου και εκπροσώπησε αυτόν, στις αναφερόμενες στην αγωγή δίκες, επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, για δημόσια ωφέλεια ακινήτων, πρέπει να υπολογισθεί όχι με βάση τη συνολική αποζημίωση, που επιδικάσθηκε στους δικαιούχους της απαλλοτριώσεως, αλλά με βάση την προσδιορισθείσα αξία του εμβαδού, ήτοι των τετραγωνικών μέτρων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων.

Έτσι, όμως, όπως έκρινε, το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, αφού αυτή (αμοιβή) θα πρέπει να υπολογίζεται με βάση το συνολικό ύψος της αποζημίωσης, που αρμόδια ορίσθηκε. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 114 παρ. 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων, σύμφωνα με την οποία " προκειμένου περί αιτήσεων προσδιορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριουμένων διά δημοσίαν ανάγκην ή ωφέλειαν ακινήτων, το ελάχιστον όριον της αμοιβής υπό του άρθρου 100, επί τη βάσει της αξίας των ακινήτων τούτων", αφού και ο Κώδικας περί Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων" σε "απαλλοτριώσεις ακινήτων" αναφέρεται, όμως σε αυτές περιλαμβάνονται όχι μόνο τα ακίνητα, αυτά καθ' αυτά, αλλά και τα επικείμενα σ' αυτά, όπως τα συστατικά (άρθρα 954, 955 Α.Κ.), στα οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα οικοδομήματα, τα φυτά κ.λπ.

Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 4 του Ν. 2882/2001 "η αναγκαστική απαλλοτρίωση της κυριότητας του ακινήτου, επιφέρει αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, κατασκευής και δέντρου, που υπάρχει πάνω σ' αυτό και κάθε άλλου συστατικού πράγματος, κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του Αστικού Κώδικα, ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα".

Επομένως, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η αμοιβή της αναιρεσείουσας, που είχε ορισθεί νόμιμα πληρεξούσια δικηγόρος και είχε εκπροσωπήσει τον αναιρεσίβλητο στις αναφερόμενες στην ένδικη αγωγή δίκες, περί καθορισμού της αποζημιώσεως, σε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, για δημόσια ωφέλεια, πρέπει να υπολογισθεί με βάση όχι τη συνολική αποζημίωση, που αρμόδια καθορίσθηκε, αλλά με βάση την αξία του εμβαδού των τμημάτων, των ακινήτων, που απαλλοτριώθηκαν, έσφαλε περί την ερμηνεία και την εφαρμογή των ως άνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων και πρέπει, κατά παραδοχή του εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.

πρώτου λόγου της ένδικης αίτησης, πρέπει να αναιρεθεί, κατά τούτο, η προσβαλλόμενη απόφαση.

Σύμφωνα με το άρθρο 307 του Π.Δ. 410/1995 "Δημοτικός - Κοινοτικός Κώδικας" "1. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, που διορίζονται από δήμο ή κοινότητα αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί δικηγόρων που ισχύουν κάθε φορά. Η αμοιβή τους μπορεί να ελαττωθεί, με απόφαση του δικαστηρίου που δικάζει πίνακα αμοιβών τους έως το πενήντα στα εκατό των κατωτάτων ορίων που ορίζονται στον Κώδικα, ύστερα από εκτίμηση της, οικονομικής καταστάσεως του δήμου ή της κοινότητας που έχει διορίσει τον δικηγόρο. 2.

Τα δικαστήρια μπορούν να καθορίζουν το ποσό της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται σε βάρος ή υπέρ δήμων και κοινοτήτων, σε ποσό που φθάνει έως τα πενήντα στα εκατό των κατωτάτων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων" (ταυτόσημες είναι δε και οι διατάξεις του άρθρου 281 του Ν 3463/2006: Κύρωση του ΚΩΔΙΚΑ ΔΗΜΩΝ και ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, που ισχύει από 01.01.2007), ενώ, στο άρθ. 111 § -2 εδ.

γ και δ του π.δ. 410/95 ορίζεται ότι: "η δημαρχιακή επιτροπή αποφασίζει εκτός των άλλων, για την παροχή εντολής μόνο κατά υπόθεση δικαστική ή εξώδικη και για την παροχή γνωμοδοτήσεων και μόνο στους δήμους που δεν δικαιούνται να προσλάβουν δικηγόρους με μηνιαία αντιμισθία, κατά το άρθ. 245 του ν. 1188/1981. Η αμοιβή των δικηγόρων αυτών, στην τελευταία αυτή περίπτωση, ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα των δικηγόρων, όπως ισχύουν κάθε φορά, με βάση πίνακα αμοιβών που ελέγχεται ως προς το κανονικό των αμοιβών και θεωρείται από τον πρόεδρο του δικηγορικού συλλόγου στον οποίο ανήκει ο δικηγόρος ή με τελεσίδικη απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου".

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν.Δ. 31/1968 "πάντα τα επί των πολιτικών ποινικών και διοικητικών υποθέσεων δικονομικά προνόμια του Δημοσίου, τα αναγνωριζόμενα υπό του Κωδικός Νόμων περί Δικών του Δημοσίου και υπό ετέρων γενικών ή ειδικών διατάξεων, εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφόσον ούτοι δεν απολαύουν μέχρι τούδε ευνοϊκωτέρων και ευρύτερων προνομίων υπό της κείμενης νομοθεσίας".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης απολαύουν μεν των αναφερομένων παραπάνω προνομίων του Δημοσίου, όσον αφορά όμως την καταβλητέα στους απασχολουμένους δικηγόρους τους, ανά υπόθεση, δικηγορική αμοιβή, δεν εξομοιώνονται με το Δημόσιο αλλά υπάγονται στις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Επομένως, δεν εφαρμόζονται στις σχέσεις των Οργανικών Τοπικής Αυτοδιοίκησης με τους δικηγόρους αυτών η διάταξη του άρθρου 15 παρ.2 του ΒΔ 6/1961, του άρθρου 23 παρ. 5 του Π.Δ/τος 282/1996, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 4 του Ν. 2873/2000, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 56 του ΠΔ 238/2003 και του άρθρου 24 παρ. 5 του Ν. 3086/2002, (που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο) που ορίζουν ότι, η αμοιβή των Δικηγόρων του Δημοσίου διέπεται από τις διατάξεις του Ν.Δ. 3026/1954 "Περί του Κωδικός των Δικηγόρων", όπως κάθε φορά ισχύουν, και καθορίζεται στο διπλάσιο του ελάχιστου ορίου από εκείνο που προβλέπεται από αυτές για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια, ενώ σε δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, για τις οποίες από διατάξεις του Κώδικα η αμοιβή ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της υπόθεσης, οι δικηγόροι του Δημοσίου αμείβονται με το διπλάσιο του ελάχιστου ορίου, που ορίζεται με τις διατάξεις των άρθρων 100 παράγραφος 4, 107 παράγραφος 1 εδάφιο 2 και 110 παράγραφος 1 του πιο πάνω Κώδικα στην πρώτη περίπτωση και από το άρθρο 161 παράγραφος 4 στη δεύτερη περίπτωση, οι αμοιβές δε αυτές μπορούν κατά την εκκαθάριση τους είτε να μειωθούν μέχρι του ελάχιστου ορίου, που προβλέπουν οι διατάξεις του παραπάνω Κώδικα, όταν πρόκειται για χειρισμό μεγάλου αριθμού ομοίων υποθέσεων ή όταν ο δικηγόρος του Δημοσίου δεν χειρίστηκε την υπόθεση με την προσήκουσα επιμέλεια, είτε να αυξηθούν μέχρι το τετραπλάσιο του ελάχιστου αυτού ορίου, όταν επιδείχθηκε από τον δικηγόρο ιδιαίτερο ενδιαφέρον και επιμέλεια. (ΑΠ 1907/2008, ΑΠ 800/2008).

Από τον συνδυασμό δε των ως άνω διατάξεων συνάγεται και ότι α) υπό το καθεστώς του π.δ. 410/1995, με το οποίο κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο νόμου, με τίτλο "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας", οι ισχύουσες διατάξεις του δημοτικού και κοινοτικού κώδικα (ήδη, από 1.1.2007 ισχύει ο νέος Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 3463/2006), οι δήμοι και οι κοινότητες μπορούσαν, με απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής (όπως και με το νέο κώδικα), να αναθέσουν σε δικηγόρο τη διεξαγωγή ορισμένης υπόθεσης τους (δικαστικής ή εξώδικης), έναντι της κατά τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων οριζόμενης αμοιβής, για κάθε δικαστική ή εξώδικη εργασία, και β) Με το προαναφερόμενο άρθρο 307 του Π.Δ. 410/1995 ρυθμίζονται δυο διαφορετικές περιπτώσεις.

Η διάταξη της πρώτης παραγράφου αφορά σε δίκη με αντικείμενο την επιδίκαση της κατά τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων αμοιβής του διορισθέντος από ΟΤΑ δικηγόρου, για τις επ' ονόματι και για λογαριασμό εκείνου πραγματοποιηθείσες από αυτόν δικαστικές και εξώδικες εργασίες και ορίζει ότι το δικαστήριο, που δικάζει τέτοια διαφορά, μπορεί να ελαττώσει την αξιουμένη με την αγωγή αμοιβή του δικηγόρου έως το 50% των οριζομένων από τον Κώδικα κατωτάτων ορίων, μετά από εκτίμηση, κατόπιν σχετικής αιτήσεως του υπόχρεου της αμοιβής ΟΤΑ, της περιουσιακής καταστάσεως αυτού.

Η διάταξη της δεύτερης παραγράφου του άνω άρθρου αναφέρεται σε οποιαδήποτε δίκη με διάδικο ΟΤΑ και παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα, κατά τον καθορισμό των αναγκαίων για τη διεξαγωγή της δίκης δικαστικών και εξώδικων εξόδων (άρθρ. 189 Κ.Πολ.Δ.), που επιδικάζονται εις βάρος ή υπέρ του ΟΤΑ, λόγω της ήττας ή νίκης αυτού αντιστοίχως (176 Κ.Πολ.Δ.), να περιορίσει, κατ' αυτεπάγγελτη ενέργεια, τα έξοδα αυτά έως το 50% των κατωτάτων ορίων του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι, προκειμένης δίκης που αφορά διαφορά για την επιδίκαση του κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελαχίστου της αμοιβής του δικηγόρου του υπόχρεου σε αποζημίωση απαλλοτριωθέντος ακινήτου του ΟΤΑ, για την κατόπιν εντολής αυτού σύνταξη της αιτήσεως καθορισμού της αποζημιώσεως και των προτάσεων της συζητήσεως αυτής, που ανέρχεται σε ποσοστό 3% επί της προσδιορισθείσης από το δικαστήριο αποζημιώσεως για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, εφόσον αφορά το ποσό της αμοιβής αυτής δεν έχει εφαρμογή, η πιο πάνω διάταξη της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 307 του π.δ. 410/1995 κι' επομένως το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα, είτε κατ ' αίτηση του ΟΤΑ είτε αυτεπαγγέλτως, να περιορίσει έως 50% την διεκδικουμένη αυτή ελάχιστη αμοιβή (ΑΠ 1291/2006), αλλά εφαρμόζεται η διάταξη της πρώτης παραγράφου, οπότε η αμοιβή του δικηγόρου του ΟΤΑ που έχει διορίσει το δικηγόρο μπορεί να μειωθεί έως το 50% των κατωτάτων ορίων, όχι αυτεπαγγέλτως αλλά μόνον κατόπιν σχετικού ισχυρισμού (ενστάσεως) του τελευταίου περί της οικονομικής κατάστασης του και ύστερα από εκτίμηση αυτής υπό του Δικαστηρίου.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρ. 100 παρ. 1, και 107 του Κώδ. Δικηγόρων σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο προκειμένου να καθορίσει και επιδικάσει στον δικηγόρο του ΟΤΑ αμοιβή για σύνταξη αγωγής και προτάσεων οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής, που συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, που αντιστοιχεί στο οριζόμενο από τις ως άνω διατάξεις ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί από τον εναγόμενο ΟΤΑ ένσταση από το άρθρο 307 παρ. 1 του π.δ. 410/1995 (ήδη άρθρο 281 Ν. 3463/2006), οπότε η αμοιβή του θα καθορισθεί μετά από εκτίμηση της περιουσιακής καταστάσεως ΟΤΑ και έτσι μπορεί να ελαττωθεί έως το 50% των οριζομένων από τον Κώδικα κατωτάτων ορίων.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, "κάθε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, έχει δικαίωμα στον σεβασμό της περιουσίας του και να απολαμβάνει τα αγαθά του. Κανένας δε μπορεί να στερηθεί την ιδιοκτησία του, εκτός μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, σύμφωνα με τους προβλεπόμενους από το νόμο και από τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, που θα έκρινε αναγκαίους, για τη ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο (γενικό) συμφέρον ή για την εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν είναι όμως αναγκαία η ειδική αναφορά και η ξεχωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Περαιτέρω ο εκ του αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με τον οποίο, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, όμως, δεν ιδρύεται και είναι απαράδεκτος στις ειδικές διαδικασίες, κατά τις οποίες το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση αποδείξεις, αλλά αποφασίζει με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία, που τα διάδικα μέρη προσκόμισαν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσία βάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός (ένστασης) του άρθρου 307 παρ.1 του Π.Δ. 410/1995 "Δημοτικός -Κοινοτικός Κώδικας" του εναγόμενου-εφεσίβλητου που προέβαλε παραδεκτά στην πρωτόδικη δίκη με δήλωση του καταχωριζόμενη στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά και με τις προτάσεις του και επαναφέρει με τις νομοτύπως κατατεθειμένες ενώπιον του Εφετείου τούτου προτάσεις του προς αντίκρουση της έφεσης της εκκαλούσας- ενάγουσας και εντεύθεν και της αγωγής της, με τον οποίο διώκει το περιορισμό της ως άνω δικηγορικής αμοιβής κατά ποσοστό 50%, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του.

Ας σημειωθεί δε ότι ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός (ένσταση) μεταβιβάζεται κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ στο Εφετείο τούτο με την άσκηση της έφεσης της εκκαλούσας-ενάγουσας, αδιαίρετα και ως σύνολο, με την αγωγή, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να τον επαναφέρει και ο εναγόμενος-εφεσίβλητος Δήμος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά ουσιαστική παραδοχή του ισχυρισμού τούτου περιόρισε την δικηγορική αμοιβή της ενάγουσας κατά ποσοστό 50% απορρίπτοντας κατά το αντίστοιχο ποσό την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη (ΑΠ 979/2003).

Συγκεκριμένα από τα ίδια αποδεικτικά μέσα και την αξιολογική εκτίμηση τούτων, αποδείχθηκε ότι η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου - εφεσίβλητου Δήμου είναι κακή, καθόσον με τα ετήσια έσοδα του δεν μπορεί να ανταποκριθεί ούτε στις βασικές λειτουργικές δαπάνες του, και ήδη παρουσιάζει έλλειμμα ανερχόμενο στο ποσό των 7.480.000 Ευρώ.

Τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο του υπ' αρθμ. πρωτ. 33303/04.11.2008 εγγράφου της Διεύθυνσης Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών Τμήμα Οικονομικής Υπηρεσίας του εναγομένου Δήμου, που μετ' επικλήσεως προσκομίζει ο τελευταίος. Συγκεκριμένα στο έγγραφο αυτό αναγράφεται ότι τα ετήσια αναλογούντα έσοδα του εναγομένου Δήμου ανέρχονται στο ποσό των 13.540.000,00 Ευρώ, ενώ οι βασικές λειτουργικές δαπάνες του ανέρχονται στο ποσό των 21.020.000,00 Ευρώ και συνεπώς, μετά από απλό μαθηματικό υπολογισμό προκύπτει ότι, εμφανίζεται έλλειμμα 7.480.000 Ευρώ.

Το εν λόγω έγγραφο που φέρει το χαρακτήρα ισολογισμού του εναγομένου Δήμου, έχει την υπογραφή της Θ. Γ. Προϊσταμένης της προαναφερόμενης Υπηρεσίας του εναγομένου Δήμου, και η γνησιότητα του δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα και εφόσον δεν είναι ανυπόστατο, λαμβάνεται υπόψη από το Εφετείο τούτο, παρόλο που είναι θεωρημένο από την αρμοδία ΔΟΥ, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή κατά το άρθρο 681 του ίδιου Κώδικα και στους δύο βαθμούς, το Δικαστήριο που δικάζει στην παρούσα κατ' έφεση δίκη κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν τις αμοιβές, λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (ΑΠ 1401/2006, ΑΠ 1315/2006), απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εκκαλούσας -ενάγουσας που διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της ένδικης εφέσεως της.

Άλλωστε από την αξιολογική εκτίμηση και των περιεχομένων στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά καταθέσεων των μαρτύρων, δεν προκύπτει η ύπαρξη καλής οικονομικής καταστάσεως του εναγόμενου Δήμου. Συγκεκριμένα ο μεν μάρτυρας ανταποδείξεως, Σ. Μ., που ήταν Δήμαρχος έως το έτος 2002 στον εναγόμενο Δήμο, κατέθεσε μεταξύ των άλλων ότι: "Δεν γνωρίζω σήμερα την οικονομική κατάσταση του Δήμου Σταυρούπολης.

Σίγουρα η καταβολή τέτοιων ποσών στις ενάγουσες θα κλονίσει τα οικονομικά του Δήμου.", η δε μάρτυρας αποδείξεως Π. Μ.-Κ., που ως ανέφερε από το έτος 1998 ήταν ειδικός συνεργάτης του εναγομένου Δήμου με αντικείμενο την προώθηση του αναπτυξιακού έργου του Δήμου και κατέθεσε μεταξύ των άλλων ότι: "Η οικονομική κατάσταση του Δήμου δεν είναι ούτε καλή, ούτε άσχημη.

Απλώς προσπαθεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του". Πρέπει δε να επισημανθεί ότι η μάρτυρας αυτή καταθέτοντας τα ανωτέρω, εκ των οποίων σημειωτέον δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια η πραγματική οικονομική κατάσταση του Δήμου, δεν δήλωσε ταυτόχρονα ως όφειλε, κατά τη διάταξη του άρθρου 409 παρ. 2 του ΚΠολΔ, εάν έχει ιδία αντίληψη περί της οικονομικής κατάστασης του εναγομένου Δήμου κατά το χρόνο συζητήσεως της ένδικης αγωγής ή εν πάση περιπτώσει πως έμαθε τα ως άνω που κατέθεσε ή το πρόσωπο από το οποίο πληροφορήθηκε όσα κατέθεσε.

Άλλωστε η κρίση του Δικαστηρίου τούτου περί της κακής οικονομικής καταστάσεως του Δήμου, δικαιολογούσα την, κατ ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 307 παρ.1 του Π.Δ. 410/1995, μείωση της δικηγορικής αμοιβής της ενάγουσας κατά ποσοστό 50%, ενισχύεται και του ότι, η τελευταία, που λόγω της δικηγορικής ιδιότητας της γνώριζε ότι υπόχρεος προς καταβολή της αμοιβής της ήταν ο εντολέας της Δήμος, εντούτοις πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής της επιδίωξε να εισπράξει την αμοιβή της από το Ελληνικό Δημόσιο, υποβάλλοντας σχετικό αίτημα με το από 25.02.2005 υπόμνημα της προς τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, γεγονός που δεν θα συνέβαινε στην περίπτωση που η υπάρχουσα οικονομική κατάσταση του εντολέα της Δήμου επέτρεπε την υπ' αυτού καταβολή της ως άνω αμοιβής της.

Τα διαλαμβανόμενα δε, στο υπό κρίση δικόγραφο της έφεσης της ενάγουσας περί της καλής οικονομικής καταστάσεως του εναγομένου Δήμου, λόγω του ότι μέσω της διαδικασίας του "κοινωνικού συντελεστή" διαθέτει ακίνητη περιουσία, είναι αόριστα και ανεπίδεκτα δικαστικής εκτιμήσεως και επομένως απορριπτέα. Τούτο διότι, δεν εξειδικεύονται συγκεκριμένα ακίνητα του εναγόμενου Δήμου, τα οποία έχει την νομική δυνατότητα να εκποιήσει ούτε προσδιορίζεται το ύψος του τιμήματος που θα εισπράξει από την εκποίηση τούτων, ώστε να εμφανίσει τέτοια οικονομική κατάσταση που να του παρέχει τη δυνατότητα μετά την κάλυψη του προαναφερόμενου ελλείμματος του και των βασικών λειτουργικών του δαπανών να καταβάλει και την ως άνω δικηγορική αμοιβή της ενάγουσας.

Ενόψει τούτων και λαμβάνοντας υπόψη και τους κανόνες της κοινής λογικής και πείρας, είναι καταφανές ότι ο εναγόμενος Δήμος βρίσκεται σε κακή οικονομική κατάσταση και η επιδίκαση εις βάρος του της ως άνω δικηγορικής αμοιβής ανερχόμενης σε 486.524,08 Ευρώ, θα προκαλέσει ακόμη περισσότερο την επιδείνωση της οικονομικής κατάσταση του, οπότε δικαιολογείται η μείωση αυτής κατά 50%.

Συνακόλουθα τούτων, εφόσον το παρόν Εφετείο ύστερα από εκτίμηση της οικονομικής καταστάσεως του εναγομένου Δήμου που έχει διορίσει την ενάγουσα δικηγόρο, κρίνει ότι, συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 307 παρ.1 του Π.Δ. 410/1995 "Δημοτικός - Κοινοτικός Κώδικας" πρέπει να ελαττώσει κατά ποσοστό 50% το ποσό της προαναφερόμενης δικηγορικής αμοιβής της ενάγουσας ποσού 486.524,08 Ευρώ που αντιστοιχεί στα οριζόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων κατώτερα όρια και έτσι η δικηγορική αμοιβή που δικαιούται να αξιώσει η εκκαλούσα ενάγουσα από τον εφεσίβλητο-εναγόμενο Δήμο ανέρχεται στο ποσό των 243.262,04 Ευρώ (486.524,08 Ευρώ Χ 50% = 243.262,04 Ευρώ) το οποίο και έχει υποχρέωση να της καταβάλει ο τελευταίος με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής μέχρι εξοφλήσεως.

Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του αναφορικά με τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό (ένσταση) του εναγόμενου έκρινε όμοια και κατά ουσιαστική παραδοχή του περιόρισε τη δικηγορική αμοιβή της ενάγουσας κατά ποσοστό 50%, δεν έσφαλε και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της ένδικης εφέσεως της ενάγουσας".

Η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της ένδικης αίτησής της υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες, που προβλέπονται από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 10 και 1 (όπως ο τρίτος λόγος εκτιμάται), παραβιάζοντας την ως άνω διάταξη του Πρώτου προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ο μεν πρώτος, διότι το δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, με τους οποίους υποστηρίζει ότι δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 307 Π.Δ. 410/1955 (και ήδη άρθρο 281 Ν. 3463|2006), ήτοι του περιορισμού της αμοιβής της, πλην δεν τους έκανε δεκτούς και συγκεκριμένα τους έκρινε ως αόριστους, ο δε δεύτερος (από τον αριθμό 10), είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, κατά τα ανωτέρω.

Περαιτέρω, αν και δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα ρητά την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να οδηγηθεί στην ανωτέρω κρίση της, διέλαβε επαρκείς, σαφείς και αναλυτικές αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν την εφαρμογή του άρθρου 307 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1995.

Η κρίση της, εξάλλου, περί του ύψους του ποσοστού μειώσεως της αμοιβής της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, ανάγεται στην ουσιαστική και, επομένως, ανέλεγκτη των πραγμάτων εκτίμησή του δικαστηρίου και, επομένως ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, όπως αυτός εκτιμάται, ότι το ποσοστό μείωσης της αμοιβής της έπρεπε να είναι μικρότερο του 50%, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Τέλος, με την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 307 ΠΔ 410/1997, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1 του Προσθέτου Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (σε συνδυασμό με το άρθρο 6 αυτής), αφού ο εν λόγω περιορισμός έγινε με βάση διάταξη, που νόμιμα τέθηκε σε ισχύ από το κράτος και η οποία, σε κάθε περίπτωση δεν αντιστρατεύεται αυτή του άρθρου 1 του ως άνω Πρωτοκόλλου, αφού αποβλέπει στο γενικότερο δημόσιο συμφέρον και στον περιορισμό των δαπανών των δήμων, προκειμένου να επιτελέσουν το πολύπλευρο και κοινωνικά αναγκαίο έργο τους, η ρύθμιση δε αυτή είναι γενική και απρόσωπη και ήταν, βεβαίως, γνωστή στην αναιρεσείουσα, όταν αυτή ανέλαβε την εκπροσώπηση του αναιρεσιβλήτου, στις ως άνω δίκες (σχετ.

με τη διάταξη του άρθρου 307 ΠΔ 410/1995, βλ. Α.Π. 1907/2008 και Α.Π. 129/2006). Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., συναφής 3ος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο τα αντίθετα υποστηρίζονται, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, κατά τον πρώτο λόγο της, σύμφωνα με τα ανωτέρω, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).

Τέλος, ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στη μερική δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1396/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό αναφερόμενα.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσα, εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ