Supreme Court allows appeal against second instance judgment for substituting unfavorable reasons without counter-appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, which had substituted the first-instance judgment's reasoning with new grounds that were more detrimental to the appellant. The lower court had declared the employment contract non-existent and dismissed the claim for unpaid wages based on this new reasoning, despite the appellant not filing a counter-appeal. The court ruled that the second-instance court violated procedural safeguards by altering the legal basis of the decision without the opposing party's consent or a specific counter-appeal, thereby mandating a remand for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 534 and 536 of the Code of Civil Procedure; The second-instance court may not substitute the first-instance judgment's reasoning with new grounds that are more detrimental to the appellant unless the opposing party files a counter-appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1686 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως. Απόρριψη αγωγής από πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ΄ουσίαν. Έφεση ενάγοντος. Αντικατάσταση αιτολογιών από δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον δεν χειροτερεύει η θέση του εκκαλούντος ( άρθρ 534 και 536 του ΚΠΟλΔ), άλλως αναιρετικός λόγος από το άρθρ 559 αρ 8 του ΚΠολΔ .
Αριθμός 1686/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ.Φ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ταρσίτσα Καλιμπάκα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ.Ν. και Σια Ο.Ε" και διακριτικό τίτλο "..." (), η οποία εδρεύει ...και εκπροσωπείται νόμιμα. 2)Ν.Χ. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Μαλαμή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ. 35869/16-9-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 15470/ 2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 976/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από13-10-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 1-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 534 του ιδίου Κώδικα, εάν το αιτιολογικό της εκκαλουμένης αποφάσεως που έχει προσβληθεί με έφεση κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση, κατά δε το άρθρο 536 το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση.
Η τελευταία διάταξη δεν εφαρμόζεται όταν το δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν. Από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι το Εφετείο κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ορθά ή όχι με βάση τα παράπονα που περιλαμβάνονται στην έφεση και τους πρόσθετους λόγους.
Εάν η αγωγή απορρίφθηκε με την πρωτοβάθμια απόφαση κατ' ουσίαν, ολικά ή μερικά, και ο ενάγων με την έφεσή του παραπονείται για την απόρριψή της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον κρίνει ορθό το διατακτικό της αποφάσεως αλλά εσφαλμένο το αιτιολογικό της, μπορεί, εφόσον δεν χειροτερεύει η θέση του εκκαλούντος, να απορρίψει ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την έφεση και να επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, αντικαθιστώντας τις εσφαλμένες αιτιολογίες με νέες ορθές αιτιολογίες, αναφερόμενες στην ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής, εφόσον οι νέες αιτιολογίες δεν έχουν τον χαρακτήρα νέων οριστικών διατάξεων, δηλαδή νέου διατακτικού, το οποίο δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί χωρίς να ασκηθεί έφεση ή αντέφεση από τον εφεσίβλητο.
Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 659 του ΑΚ, 4 και 5 του Ν.2874/2000, Ι του Ν.1082/1980 σε συνδυασμό με την 19040/1981 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 5 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 του ΝΔ 4504/1966, Ι επ. του Ν.2112/1920 και 5 παρ.3 του Ν.3198/ 1955, στοιχεία της αγωγής με την οποία ζητούνται από τον εργαζόμενο δεδουλευμένοι μισθοί, αποζημίωση αδείας και επιδόματος αδείας, επιδόματα εορτών, αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση και αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, είναι η ύπαρξη σχέσεως εργασίας μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου.
Από τον συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι αν απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η αγωγή του εργαζομένου περί επιδικάσεως των πιο πάνω αξιώσεων ως ουσία αβάσιμη, για τον λόγο ότι (παρότι αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι συνδέονται με σύμβαση εργασίας και ότι ο εναγόμενος όφειλε δεδουλευμένες αποδοχές του επίδικου χρονικού διαστήματος, επιδόματα εορτών και αδείας, αποδοχές αδείας, αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση και αποζημίωση απόλυσης) δεν κατέστη εφικτός ο υπολογισμός των επίδικων αξιώσεων, διότι δεν αποδείχθηκε το ύψος των μηνιαίων αποδοχών, που είχαν συμφωνηθεί σε ποσοστό επί των κερδών, με βάση τις οποίες θα γινόταν ο υπολογισμός και κατά της πρωτόδικης απόφασης και ασκήσει έφεση ο ενάγων, το Εφετείο, χωρίς προηγούμενη άσκηση εφέσεως ή αντεφέσεως από τον εναγόμενο και χωρίς να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή της εφέσεως, δεν έχει την εξουσία, μεταβάλλοντας την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης, να απορρίψει την έφεση επί των λόγω ότι ο ενάγων δεν είχε συνάψει σύμβαση εργασίας με την εναγομένη αλλά είχαν συστήσει αφανή εταιρεία και ως εκ τούτου δεν οφείλονται οι ερειδόμενες σε σχέση εργασίας ένδικες αξιώσεις, διότι η αλλαγή των αιτιολογιών της μεταβάλλει το αντικείμενο του δεδικασμένου της εκκαλούμενης απόφασης και κάνει χειρότερη τη θέση του ενάγοντος.
Αν παρά ταύτα πράξει αυτό καθιστά την απόφασή του αναιρετέα, κατ' άρθρο. 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ, διότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 261 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε την 1.10.2003 από την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, της οποίας ομόρρυθμο μέλος και νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και απασχολήθηκε στην επιχείρηση παροχής υπηρεσιών εκμάθησης τεχνολογικών εφαρμογών αιχμής και ηλεκτρονικών υπολογιστών, που η ανωτέρω εταιρεία διατηρεί στη Θεσσαλονίκη, ως διευθυντής με καθαρό συμφωνημένο μισθό 700 ευρώ μηνιαίως, μέχρι τη 17.3.2005, που η εργοδότρια κατήγγειλε σιωπηρά τη σύμβαση.
Ζητούσε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος 1.10.2003 έως 17.3.2005, καθώς και τα αναλογούντα επιδόματα εορτών και αδείας, αποδοχές αδείας, αποζημίωση λόγω υπερωριακής απασχόλησης και αποζημίωσης απόλυσης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεχόμενο ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, πλην όμως δεν αποδείχθηκε το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος, που είχαν συμφωνηθεί σε ποσοστό επί των κερδών και όχι στο ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως και ως εκ τούτου δεν ήταν εφικτός ο υπολογισμός των ένδικων αξιώσεων, τις οποίες πράγματι όφειλαν οι εναγόμενοι.
Το Εφετείο, δικάζοντας την έφεση με την οποία ο ενάγων παραπονείτο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κατά το μέρος που η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε ότι οι αποδοχές του είχαν συμφωνηθεί σε ποσοστό επί των κερδών αντί του ποσού των 700 ευρώ, που επικαλείτο με την αγωγή του, απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση αντικαθιστώντας την παραπάνω αιτιολογία της με τη νέα αιτιολογία ότι μεταξύ ενάγοντος και εναγομένης είχε συσταθεί αφανής εταιρεία με αφανή εταίρο τον ενάγοντα και όχι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και η αγωγή, που στηριζόταν στις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ήταν απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με το να δεχθεί τα ανωτέρω το Εφετείο, το οποίο, χωρίς να ασκήσουν οι αναιρεσίβλητοι, ως εφεσίβλητοι, ίδια έφεση ή αντέφεση και πριν από την εξαφάνιση της εφέσεως αντικατέστησε την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης με άλλη, που χειροτερεύει τη θέση του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν είχαν προταθεί από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα ως εκκαλούντα, δηλαδή ανύπαρκτη έφεση από την πλευρά των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, οι ενιαίως εκτιμώμενοι λόγοι αναιρέσεως από τον αρ. 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραπάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 του ΚΠολΔ) προς περαιτέρω εκδίκαση και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 976/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ