Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of prior objection to evidence in civil case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a commercial dispute between two companies. The appellant argued that the lower court improperly considered a witness who was a board member and shareholder of the respondent, but failed to object to this evidence during the trial. The court ruled that since the appellant did not raise this procedural defect in the first instance, the appeal argument is inadmissible under civil procedure law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 11 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument alleging improper consideration of evidence is inadmissible if the defect was not properly raised before the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1686 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1686/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΛΑΙΟΝ ΕΛΛΑΣ Ανώνυμος Εμπορική Βιομηχανική Εταιρία" που εδρεύει στο Περιστέρι-Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μιχιώτη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "SAFARI AEBE Εμπορικαί Τουριστικαί Αντιπροσωπευτικαί Εισαγωγικαί και Εξαγωγικαί Επιχειρήσεις" που τελεί υπό εκκαθάριση, εδρεύει στην Ν.Φιλαδέλφεια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Καλαμίτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 747/1999 μη οριστική, 135/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5940/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-12-2002 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 19-3-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 α ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του ανεπίτρεπτα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα. Για τη διαδικαστική του πληρότητα πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, ότι το ανεπίτρεπτο της συνεκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων είχε προταθεί παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του παρά τον νόμο την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσίβλητης Μ1, η οποία είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής (αναιρεσίβλητης) και κατά ποσοστό 30% μέτοχός της. Δεν αναφέρεται όμως στο αναιρετήριο ότι το ανεπίτρεπτο του αποδεικτικού αυτού μέσου είχε προβληθεί στην έκκλητη δίκη. Επομένως, ανεξαρτήτως του αν το ειρημένο αποδεικτικό μέσο είναι ή όχι ανεπίτρεπτο κατά νόμο, ο ερευνώμενος λόγος ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος.
Ο τρίτος λόγος, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.8 και 11 ΚΠολΔ, ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη το κατατεθέν από τη μάρτυρα Μ1, ότι "... η κυριότητα των αυτοκινήτων που επωλούντο κατόπιν της μεσολαβήσεως της εναγούσης ή άλλων εμπόρων γινόταν από την ΛΑΪΟΝ ΕΛΛΑΣ..", είναι αβάσιμος, αφού από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι για τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη-πλην άλλων- και τη ρητώς στην απόφασή του μνημονευόμενη ως άνω μαρτυρική κατάθεση και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεώς του, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για την εκ μέρους αυτού (Εφετείου) συνεκτίμηση και του ειρημένου τμήματος της ως άνω μαρτυρικής καταθέσεως.
Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου, λόγω της εσφαλμένης κατανομής του βάρους απόδειξης, απορρίφθηκε ως αναπόδεκτος από έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων και όχι επειδή οι προσαχθείσες αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς πρός απόδειξη του αντιθέτου.
Ο λόγος δε αυτός είναι αόριστος, αν δεν καθορίζεται, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίον εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος απόδειξης, καθώς και το σφάλμα του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη στο πλαίσιο της εμπορικής της συνεργασίας με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα αγόραζε από αυτήν αυτοκίνητα και ανταλλακτικά στο όνομα της, τα οποία στη συνέχεια μεταπουλούσε σε δικούς της πελάτες. Η επιχείρηση της αναιρεσίβλητης δεν ήταν εμπορική αντιπροσωπεία της αναιρεσείουσας, αλλά μεταπρατική επιχείρηση, εφόσον συναλλασσόταν αυτοτελώς με τους πελάτες του καταστήματος της, με ίδιο εμπορικό όνομα, απασχολούσε δικό της προσωπικό, τηρούσε δικό της λογιστικό σύστημα, ανεξάρτητο από εκείνο της αναιρεσείουσας και επεδίωκε την πραγματοποίηση ιδίου εμπορικού κέρδους.
Η έκθεση και το συνεργείο της είχαν οικονομική και εμπορική αυτοτέλεια σε σχέση με τη αναιρεσείουσα και απλώς παρείχαν αυτοκίνητα και γνήσια ανταλλακτικά της PEUGEOT, τα οποία αγόραζε η αναιρεσίβλητη και διέθετε, ως επίσημος εξουσιοδοτημένος έμπορος του δικτύου της αναιρεσείουσας. Επισημαίνει δε το Εφετείο ότι, αν και η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι η σύμβαση πώλησης των αυτοκινήτων καταρτιζόταν μεταξύ αυτής και του πελάτη-αγοραστή και ότι αυτή εξέδιδε το τιμολόγιο πώλησης στο όνομα του αγοραστή, εν τούτοις δεν προσκομίζει κανένα τιμολόγιο πώλησης.
Επίσης, η αναιρεσείουσα αν και ισχυρίζεται, ότι στις περιπτώσεις πώλησης αυτοκινήτων με πίστωση του τιμήματος, (δόσεις) παρακρατούσε την κυριότητα των αυτοκινήτων (άρθρο 532 ΑΚ), εντούτοις δεν προσκομίζει κανένα ιδιωτικό συμφωνητικό, αν και είναι ενεργός εταιρεία και διαθέτει οργανωμένο τμήμα λογιστηρίου.
Ο ισχυρισμός, ότι πολτοποίησε τα αρχεία της λόγω παλαιότητας δεν είναι πειστικός, ενόψει του δικαστικού αγώνος με την αναιρεσίβλητη, ο οποίος δεν έχει ακόμη περαιωθεί. Επομένως, αποδεικνύεται, ότι η αναιρεσίβλητη αγόραζε στο όνομά της αυτοκίνητα από την επίσημη αντιπρόσωπο - αναιρεσείουσα, τα οποία μεταπουλούσε στους πελάτες της και συνεπώς ήταν μεταπρατική επιχείρηση-ανεξάρτητη έμπορος.
Συνακόλουθα, εμπίπτει στην έννοια του λιανοπωλητή του άρθρου 3 περ.21 στοιχ. 6 της Αγορανομικής Διάταξης 14/ 1989 (ΦΕΚ Β - 343/1989), όπως ίσχυε κατά το επίδικο διάστημα της συνεργασίας των διαδίκων και το ποσοστό κέρδους αυτής (ως λιανοπωλητή) δεν μπορεί να υπολείπεεται του 35% από το συνολικό ανώτατο μικτό κέρδος που πραγματοποιούσε η αναιρεσείουσα-εισαγωγέας-γενική αντιπρόσωπος, το οποίο (ανώτατο μικτό κέρδος) για αυτοκίνητα μέχρι 1650 cc (όπως είναι τα αυτοκίνητα PEUGEOT τύπου 205, 309 και 405, που αφορούν την ένδικη υπόθεση), ανέρχεται σε 26% επί της αξίας CIF αυτών (πρβλ.
άρ.3 παρ.21 περ. α της ΑΔ 14/1989). Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο ότι, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων από 11-6-1989 έως 12-5-1992, οπότε έπαυσε να ισχύει η ως άνω ΑΔ για το ελεγχόμενο εμπορικό κέρδος και σύμφωνα με τους πίνακες πωληθέντων αυτοκινήτων που είχε συντάξει η ως άνω μάρτυρας-λογίστρια της αναιρεσίβλητης, η αναιρεσείουσα αποκόμισε το ανώτατο μικτό κέρδος 26% επί τηςαξίας GIF των εισαγομένων αυτοκινήτων, πλην όμως, αντί να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη-λιανοπωλητή ποσοστό 35% του ως άνω μικτού κέρδους της, κατέβαλε ως προμήθεια (κέρδος) ποσό μειωμένο κατά 30000 δραχμές για τα αυτοκίνητα τύπου 205 (954 cc), κατά 50000 δραχμές για τα αυτοκίνητα τύπου 309 (1100 και 1400 cc) και κατά 100000 δραχμές για τα αυτοκίνητα τύπου 405 (1580 cc).
Η συνολική διαφορά ανέρχεται στο ποσό των 40.520.000 δραχμών, σύμφωνα με τους μαθηματικούς υπολογισμούς των ως άνω λογιστικών καταστάσεων, που παρατίθενται αναλυτικά στην αγωγή και στην εκκαλουμένη (πρωτόδικη) απόφαση.
Συνεπώς, συνεχίζει το Εφετείο, με βάση τα παραπάνω περιστατικά η εκκαλούμενη (πρωτόδικη) απόφαση κατέληξε σε ορθό συμπέρασμα κρίνοντας, ότι η αναιρεσίβλητη είναι λιανοπωλητής και δικαιούται την παραπάνω διαφορά (35%) του μικτού ανώτατου εμπορικού κέρδους (26%) της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η αναιρεσείουσα, προκειμένου να αγοράζει από αυτήν ανταλλακτικά η αναιρεσίβλητη, συμφώνησε με αυτή να της χορηγεί την έκπτωση ποσοστού 32%, εφόσον πληρούσε τις προϋποθέσεις της κάθετης μονάδας. Επίσης, δέχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της εμπορική συνεργασίας των διαδίκων η αναιρεσίβλητη αγόρασε από την αναιρεσείουσα ανταλλακτικά αξίας, μετά την έκπτωση 23%, 299403737 δραχμών, ενώ έπρεπε να της χορηγηθεί έκπτωση 32%.
Συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά 9%, η οποία ισούται με 29.241.339 δραχμές, σύμφωνα με τους μαθηματικούς υπολογισμούς με βάση τις καταστάσεις, που συνέταξε η μάρτυς-λογίστρια, οι οποίοι δεν αμφισβητούνται ειδικά. Σημειώνει δε το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα αμφισβητεί το ύψος των αγορασθέντων ανταλλακτικών, χωρίς όμως να προσκομίζει τιμολόγια πώλησης αυτών, αν και όπως εκτέθηκε είναι οργανωμένη επιχείρηση, σε αντίθεση με την υπό εκκαθάριση αναιρεσίβλητη, τα στοιχεία της οποίας κατασχέθηκαν ενόψει των ποινικών διώξεων, που ασκήθηκαν για λαθρεμπορία, η οποία για το λόγο αυτό αδυνατεί να προσκομίσει τα σχετικά έγγραφα, ο έλεγχος των οποίων διενεργήθηκε στο λογιστήριο της αναιρεσίβλητης.
Με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της αιτήσεως αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, ότι δηλαδή το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι το βάρος της προσκομιδής των τιμολογίων, που εκδόθηκαν για τις πωλήσεις αυτοκινήτων από την αναιρεσίβλητη στους πελάτες της και ανταλλακτικών από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη και την αξία των ανταλλακτικών αυτών, φέρει η αναιρεσείουσα, παρότι αυτή αρνήθηκε τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, μεταξύ των οποίων και αυτόν ότι η αναιρεσίβλητη εμπίπτει στην κατηγορία του λιανοπωλητή.
Οι λόγοι αυτοί στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι κρίθηκε από το Εφετείο πως η αναιρεσείουσα έφερε το βάρος της προσκομιδής των προαναφερόμενων τιμολογίων, ενώ τούτο (Εφετείο) συνήγαγε απλώς επιχειρήματα υπέρ της ουσιαστικής βασιμότητας των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης από το σύνολο των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν, η βάση των οποίων (επιχειρημάτων), δηλαδή ή μη προσαγωγή των παραπάνω εγγράφων στο δικαστήριο από την αναιρεσείουσα, δεν αμφισβητείται από αυτήν.
Εξάλλου, η επιταγή της προαναφερόμενης προδικαστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για απόδειξη των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων θεμελιώνονται οι προαναφερόμενοι αγωγικοί ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης, εμπεριέχει σιωπηρά και έμμεσα και επιταγή προς απόδειξη και όλων εκείνων των πραγματικών γεγονότων που οδηγούν συμπερασματικά στην απόδειξη των παραπάνω βάσεων των προαναφερόμενων τεκμηρίων.
Ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ουσιαστικού δικαιώματος, όχι όμως και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα του Δικαστηρίου που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 3/1997). Επομένως ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, ότι δηλαδή το Εφετείο προς συναγωγή του προαναφερθέντος επιχειρήματος ως προς την αξία των αγορασθέντων ανταλλακτικών έλαβε υπόψη την αδυναμία της αναιρεσίβλητης να προσκομίσει τα σχετικά έγγραφα (τιμολόγια αγοράς) λόγω κατάσχεσης και αφαίρεσης από την κατοχή της, χωρίς να προβληθεί τέτοιος ισχυρισμός από αυτήν (αναιρεσίβλητη) είναι απαράδεκτος. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-12-2002 αίτηση της Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΛΑΪΟΝ ΕΛΛΑΣ Ανώνυμος Εμπορική Βιομηχανική Εταιρία" για αναίρεση της υπ'αριθμ. 5940/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ