Appeal dismissed; failure to serve seizure summary to debtor within 20 days voids auction regardless of actual harm.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court remanded the appeal to the Plenary Assembly regarding a procedural defect in a seizure auction. The appellants argued that the lower court erred by not voiding the auction due to a specific failure to serve the seizure summary. The court held that Article 999 of the Code of Civil Procedure mandates this service within 20 days as a condition for the auction's validity, making the omission a fatal flaw that voids the proceeding regardless of whether actual harm occurred.
Legislator headnote
AI generatedArticles 999(3)(a) and 4 of the Code of Civil Procedure; The failure to serve the seizure summary to the debtor within twenty days constitutes a basic defect that voids the subsequent auction, irrespective of whether actual damage was caused.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1686 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1686/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μάζη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2.Εταιρίας με την επωνυμία "SHEFFIELD PETROLEUM (U.K) LIMITED" που εδρεύει στο Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Ψ3, 4. Ψ4 και 5. Ψ5. Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φανή Καραγιάννη, η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Σταμούλη, ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μοσχονά και οι 4η και 5ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αντιγόνη Μαυρομμάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-1996 ανακοπή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεκδικάστηκε με την από 24-9-1996 πρόσθετη παρέμβαση. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 269/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 590/2000 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος επί της οποίας εκδόθηκε η 917/2002 απόφασή του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών. Το Εφετείο εξέδωσε την 663/2005 απόφαση, την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-11-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 3-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος αναιρετικός λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Κατά δε τα άρθρα 321 και 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει την ισχύ της και παύει να αποτελεί δεδικασμένο, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην προ αυτής κατάσταση. Επί αγωγής που στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις, οι οποίες είναι αμοιβαίως επικουρικές, η αναίρεση της απόφασης για λόγο που αφορά μόνο μία από τις βάσεις αυτές, εκτείνεται και στις διατάξεις αυτής για τις λοιπές βάσεις οι κατά των οποίων λόγοι αναιρέσεως είναι μάταιο να εξετασθούν (ΑΠ 1608/1991).
Τούτο ισχύει και επί της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αφού οι λόγοι αυτής και όταν στρέφονται κατά της αυτής πράξεως εκτελέσεως, συνιστούν περισσότερες βάσεις (κεφάλαια) του αιτήματός της, οι οποίες, ως εκ της κοινότητας του σκοπού και του αντικειμένου τους, είναι αμοιβαίως επικουρικές. Επίσης, όταν μεταξύ των περισσοτέρων κεφαλαίων της απόφασης που αναιρέθηκε, υπάρχει συνάφεια, διότι αυτά αναγκαίως συνέχονται, ή όταν από την ερμηνεία της αναιρετικής απόφασης, σε συνδυασμό με το αναιρετήριο, προκύπτει αμφιβολία ως προς την έκταση της αναιρέσεως, οι συνέπειες της αναιρέσεως εκτείνονται και σε εκείνα τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν με σαφή και ρητή διάταξη (ΑΠ 674/1998,).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε μετά την υπ' αριθ. 917/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 590/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών, αλλά και την επισκόπηση του δικογράφου της από 30.7.1996 ανακοπής και από 22.6.1999 εφέσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ψ1, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο αναιρεσίβλητος αυτός άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας την από 30.7.1996 ανακοπή με την οποία προσέβαλε, την υπ' αριθ. 585/1996 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως τριών ακινήτων του, που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ....., την υπ' αριθ. ..... επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή, καθώς και την με βάση αυτές επισπευδόμενη από την καθής η ανακοπή αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των ως άνω ακινήτων του.
Παράλληλα ασκήθηκε ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου η από 24.9.1996 πρόσθετη υπέρ της καθής η ανακοπή παρέμβαση με την οποία οι παρεμβαίνοντες, μεταξύ των οποίων και ο ήδη αναιρεσείων, ζητούσαν την απόρριψη της ανακοπής. Επί της ανακοπής αυτής, που συνεκδικάσθηκε με την πρόσθετη παρέμβαση, εκδόθηκε η 269/1999 απόφαση οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία την απέρριψε.
Κατά της απόφασης αυτής ο πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε την από 22.6.1999 έφεση, με την οποία παραπονείτο για την απόρριψη των τριών πρώτων λόγων της ανακοπής του, με τους οποίους προέβαλε α) ότι, ενώ είναι μόνιμος κάτοικος ..... Ελβετίας σε γνωστή διεύθυνση, δεν του επιδόθηκε πραγματικά ή προαναφερθείσα περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, όπως προβλέπει η διμερής σύμβαση Ελλάδος - Ελβετίας, αλλά επιδόθηκε μόνο στον αρμόδιο Εισαγγελέα, με συνέπεια την ακυρότητα της επισπευδομένης σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης.
β) ότι, ενώ ίσχυε η υπ' αριθ. 204/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας που διέταξε την αναστολή της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως, δόθηκε εντολή προς τον δικαστικό επιμελητή για έκδοση της ανωτέρω περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης και γ) ότι στην εν λόγω περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης αναφέρεται μικρότερη αξία και τιμή πρώτης προσφοράς για ένα από τα ακίνητα και όχι η διπλάσια που είχε ορισθεί με δικαστική απόφαση, με αποτέλεσμα να υφίσταται ο ανακόπτων βλάβη από τον κίνδυνο πλειστηριασμού του ακινήτου του σε μικρότερη τιμή από την καθορισθείσα.
Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 590/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία την απέρριψε. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσίβλητος άσκησε αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 917/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω 590/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών και αναπέμφθηκε η υπόθεση για νέα εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Εφετείου (Πατρών).
Το τελευταίο, δικάζοντας ως Δικαστήριο παραπομπής εκ νέου την υπόθεση, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η 917/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου αναίρεσε την 590/2000 απόφαση στο σύνολό της και γι' αυτό εξέτασε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και ως προς τους τρεις λόγους της, που αφορούσαν, όπως προαναφέρθηκε, τους τρεις λόγους της ανακοπής του.
Κατά παραδοχή δε της εφέσεως αυτής και μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε τον πρώτο λόγο της από 30.7.1996 ανακοπής του αναιρεσιβλήτου και απήγγειλε την ακυρότητα της επισπευδομένης εις βάρος των τριών ακινήτων του αναγκαστικής εκτέλεσης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 556 αριθ. 16 και 18 ΚΠολΔ πλημμέλειες, καθόσον δεν παρέλειψε παρά το νόμο α) να συμμορφωθεί ως Δικαστήριο παραπομπής προς την 917/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου και β) να δεχθεί δεδικασμένο από την 590/2000 απόφασή του ως προς τους πρώτο και δεύτερο λόγους της ανακοπής.
Τούτο δε διότι πράγματι η 590/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών αναιρέθηκε στο σύνολό της, αφού η αναίρεση αυτής για λόγο που αφορά τον τρίτο λόγο της ανακοπής και εφέσεως επεκτείνεται, κατά τα προεκτιθέμενα και στα αμοιβαίως συνεχόμενα κεφάλαια αυτής που αφορούν τους λοιπούς (πρώτο και δεύτερο) λόγους της ανακοπής, οι οποίοι (λόγοι) ως εκ της κοινότητος του σκοπού και του αντικειμένου τους, αποτελούν αμοιβαίως επικουρικές βάσεις του αιτήματός της.
Τούτο προκύπτει και από το όλο περιεχόμενο της 917/2002 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η οποία περιέχει ρητή και σαφή διάταξη περί αναιρέσεως της 590/2000 απόφασης, χωρίς να περιορίζει αυτήν σε ορισμένο κεφάλαιο της αναιρούμενης απόφασης. Επομένως, ο τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 16 και 18 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 15 της από 15-11-1965 Συμβάσεως της Χάγης που κυρώθηκε με τον Ν. 1334/1983 και υπερισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, του άρθρου 134 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αναβάλει την έκδοση αποφάσεως, αν δεν παρίσταται στην ορισμένη δικάσιμο ο διάδικος που διαμένει στην αλλοδαπή, μέχρι να διαπιστωθεί, ότι το αντίστοιχο εισαγωγικό της δίκης ή άλλο ισοδύναμο προς αυτό έγγραφο επιδόθηκε πραγματικά σ' αυτόν εγκαίρως, ώστε να μπορεί να υπερασπισθεί τον εαυτό του.
Στην περίπτωση αυτή δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 134 Κ.Πολ.Δ, με την οποία προβλέπεται επίδοση στον εισαγγελέα του αρμοδίου δικαστηρίου για τους διαμένοντες στην αλλοδαπή διαδίκους, όταν δηλαδή τα επιδοτέα έγγραφα είναι δικόγραφα εισαγωγικά δίκης, όπως είναι η αγωγή, τα ένδικα μέσακαι οι ανακοπές, ή ισοδύναμα προς αυτά έγγραφα (βλ.
ΑΠ 163/2002). Τέτοια δε "ισοδύναμα έγγραφα" αποτελούν η επιταγή προς εκτέλεση, που είναι εισαγωγικό έγγραφο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως όχι όμως και τα επόμενα της πράξεως αυτών έγγραφα της εκτελέσεως όπως είναι η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης (πρώην "πρόγραμμα πλειστηριασμού), η οποία, κατά το άρθρο 999 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ είναι επιδοτέα (με ποινή ακυρότητας) προς τον οφειλέτη )και προς άλλα πρόσωπα) εντός είκοσι ημερών από την ημέρα της κατάσχεσης.
Περαιτέρω, κατά την από 30-3-1934 Σύμβαση "περί διακανονισμού της αμοιβαίας δικαστικής αγωγής επί αστικών και εμπορικών υυποθέσεων μεταξύ της Ελλάδος και της Ελβετίας", που κυρώθηκε με τον ΑΝ 729/1937: " Επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, η επίδοσις εγγράφων προερχόμενων εκ των αρχών του ενός των συμβαλλομένων Κρατών και προοριζομένων δια πρόσωπα διαμένοντα επί του εδάφους του ετέρου Κράτους θα ενεργήται, δι' αιτήσεως του διπλωματικού ή προξενικού αντιπροσώπου του αιτούντος Κράτους απευθυνόμενης προς την αρχήν, ήτις θέλει υποδειχθή υπό του προς ό η αίτησις Κράτους....
Η αρχή προς ην απευθύνεται η αίτησις θα αποστελλή προς τον διπλωματικόν ή προξενικόν αντιπρόσωπον το έγγραφον, δι' ου αποδεικνύεται η επίδοσις ή εν ω δηλούται το παρακωλύσαν ταύτην γεγονός". (άρθρο 1 εδ. α και γ) "Η απόδειξίς της επιδόσεως θα γίνεται είτε δι' αποδείξεως παραλαβής χρονολογούμενης και υπογραφομένης υπό τα προς ον απευθύνεται το έγγραφον είτε δια βεβαιώσεως της αρχής του προς ό η αίτησις Κράτους, εν ή θα βεβαιούται το γεγονός, ο τύπος και ο χρόνος της επιδόσεως". (άρθρο 3).
Από το συνδυασμό των ανωτέρω ρυθμίσεων προς την γενική νομική αρχή της λογικής ενότητας της έννομης τάξης (εθνικής και διεθνούς) και υπό το φως των προφανών νομοθετικών σκοπιμοτήτων των διατάξεων περί πραγματικής και πλασματικής επιδόσεως εγγράφων, συνάγεται ότι κατά την έννοια της μεταξύ Ελλάδος και Ελβετίας Συμβάσεως, ως "έγγραφα"για την επίδοση των οποίων δεν αρκεί η πλασματική τοιαύτη δια του εισαγγελέως αλλά απαιτείται πραγματική παράδοση αυτών στον παραλήπτη τους κατά την διαγραφόμενη στη Σύμβαση διαδικασία, νοούνται (όπως και υπό τις ρυθμίσεις της Συμβάσεως της Χάγης) μόνον τα εισαγωγικά δίκης δικόγραφα και τα ισοδύναμα προς αυτά έγγραφα, όχι δε και τα ακολουθούντα την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έγγραφα της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως.
Όπως είναι και η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης. Αντίθετη ερμηνεία θα οδηγούσε σε νομικά και λογικά άτοπα, αφού θα απέδιδε στον Νομοθέτη τη βούληση να υπερπροστατεύσει την μία εκ των δύο (νομικώς ισοτίμων και εχουσών αντιτιθέμενα συμφέροντα) πλευρών εις βάρος της άλλης, και δη τον οφειλέτη εις βάρος του δανειστού του.
Ειδικότερα, η αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε ουσιαστικώς με νομοθετική κατάργηση του δικαιώματος του δανειστού να ζητήσει έννομη προστασία με τη μορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά προσώπου (οφειλέτη του) που διαμένει στην Ελβετία, αφού είναι δεδομένο της κοινής πείρας ότι η επίδοση εγγράφου με την προβλεπόμενη από την Σύμβαση διαδικασία είναι απολύτως αδύνατο να συντελεσθεί μέσα στην σύντομη προθεσμία των είκοσι ημερών του άρθρου 999 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.
Τούτο δε μάλιστα χωρίς να υπηρετείται αντίστοιχο εύλογο συμφέρον του (καλόπιστου) οφειλέτου, αφού ο τελευταίος, μετά την προς αυτόν επίδοση της "επιταγής προς εκτέλεση", δύναται, επιδεικνύοντας στοιχειώδη επιμέλεια, να αποφύγει, οποιοδήποτε αιφνιδιασμό του δανειστού του, ορίζοντας νομίμως αντίκλητο στον τόπο της εκτελέσεως και γνωστοποιώντας αυτόν στον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας μετά την αναίρεση της 590/2000 απόφασής του, επί της από 22.6.1999 εφέσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οι λόγοι της οποίας αφορούσαν, όπως προαναφέρθηκε, και τους τρεις λόγους της ανακοπής του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Με επίσπευση της πρώτης των καθών η ανακοπή εταιρίας με την επωνυμία "Sheffield Petroleum Limited" και σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 1818/1995 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατασχέθηκαν με την υπ' αριθ. .....
έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ..... τα αναφερόμενα στην έκθεση αυτή τρία ακίνητα της κυριότητας του ανακόπτοντος, που βρίσκονται στο ..... . Ορίστηκε δε με την υπ' αριθ. ..... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή η 15-5-1996 ως ημέρα πλειστηριασμού, κατά την οποία όμως δεν έλαβε χώρα πλειστηριασμός γιατί ανεστάλη με την αριθ. 203/1996 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας.
Ακολούθως, σε εκτέλεση της εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου της επισπεύδουσας, ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής κατάρτισε την υπ' αριθ. ..... επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης και όρισε πλειστηριασμό των ακινήτων για την 31-7-1996 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Άννας Γεωργακοπούλου - Κεκάτου ως υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού.
Η επαναληπτική αυτή περίληψη κατασχετήρια έκθεσης επιδόθηκε στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κεφαλληνίας την 17-7-1996 για τον κάτοικο ..... Ελβετίας οφειλέτη καθού η εκτέλεση - αναιρεσίβλητο κατ' εφαρμογή του άρθρου 134 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ και ακολούθως διαβιβάστηκε αρμοδίως προκειμένου να επιδοθεί και πραγματικά στον εν λόγω οφειλέτη.
Πλην όμως κατά την ορισθείσα ημέρα πλειστηριασμού (31-7-1996) τα σχετικά έγγραφα δεν είχαν ακόμη διαβιβαστεί στο εξωτερικό για επίδοση, αλλά βρίσκονταν στην Ελλάδα και τελικά δεν επιδόθηκε στον ανακόπτοντα η ως άνω επαναληπτική περίληψη. Στη συνέχεια έκρινε το Εφετείο ότι η υπ' αριθ. 657/8-7-1996 επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης έπρεπε κατά το άρθρο 999 παρ. 3 εδάφιο α του ΚΠολΔ, να επιδοθεί πραγματικά στον αναιρεσίβλητο οφειλέτη εντός 20 ημερών από την κατάρτιση της (δηλαδή μέχρι 28-7-1996) και δεν θα αρκούσε η πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα κατά το άρθρο 134 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αφού η τελευταία αυτή διάταξη εκτοπίζεται από τις ρυθμίσεις της διμερούς συμβάσεως μεταξύ της Ελλάδας και της Ελβετίας.
Με τις σκέψεις αυτές δέχθηκε την έφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα, δέχθηκε την ανακοπή και απήγγειλε την ακυρότητα του πλειστηριασμού. Κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο τούτο γνώμη, έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή το άρθρο 999 Κ.Πολ.Δ και υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης της ακυρότητας του πλειστηριασμού των ακινήτων και γι' αυτό ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ αιτίαση, είναι βάσιμος.
Κατά τη γνώμη δύο μελών του Δικαστηρίου και δη του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα και της Αρεοπαγίτου Ρένας Ασημακοπούλου οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τούτο δε διότι σύμφωνα με το άρθρο 25 της διεθνούς αυτής Συμβάσεως "η σύμβαση αυτή δεν παρεκκλίνει από τις συμβάσεις των οποίων τα συμβαλλόμενα μέρη είναι, ή θα είναι μέρη και που περιέχουν διατάξεις πάνω σε θέματα που ρυθμίζονται από τη σύμβαση αυτή".
Δηλαδή, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, σε θέματα ρυθμιζόμενα, τόσο από την προαναφερθείσα σύμβαση της Χάγης, όσο και από άλλες διεθνείς συμβάσεις, επικρατεί η ρύθμιση των τελευταίων αυτών συμβάσεων ως προς τα μέρη που είναι συμβαλλόμενα και στις συμβάσεις αυτές και στη σύμβαση της Χάγης (ΑΠ 298/1997). Εξάλλου από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1 εδ.
α' και γ' και 3 της διμερούς μεταξύ Ελλάδος και Ελβετίας συμβάσεως περί διακανονισμού της αμοιβαίας δικαστικής αρωγής επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, σαφώς προκύπτει ότι α) ότι οι διατάξεις αυτές αφορούν την επίδοση όχι μόνο εισαγωγικών της δίκης δικογράφων, αλλά και κάθε άλλου εγγράφου, για το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 134 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι επιδίδεται στον Εισαγγελέα β) η επίδοση πρέπει να αποδεικνύεται, είτε με απόδειξη παραλαβής χρονολογούμενη και υπογραφόμενη από τον παραλήπτη, είτε με βεβαίωση της αρχής του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται αίτηση στην οποία θα βεβαιώνεται το γεγονός της επιδόσεως και ο τόπος και ο χρόνος αυτής και γ) με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται η αρχή της πραγματικής περιελεύσεως του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη, η οποία αποδεικνύεται κατά τον μνημονευθέντα τρόπο και επομένως κάθε άλλη αντίθετη ρύθμιση δεν ισχύει (ΑΠ 827/2003, ΑΠ 1015/2002, ΑΠ 298/1997).
Έτσι, το άρθρο 134 ΚΠολΔ εκτοπίζεται από τις ρυθμίσεις της ανωτέρω διμερούς μεταξύ Ελλάδος και Ελβετίας συμβάσεως, με συνέπεια η επίδοση εγγράφου, αφορώντος αστική ή εμπορική υπόθεση, σε πρόσωπο που διαμένει ή έχει την έδρα του στην Ελβετία, να μη συντελείται με μόνη την κατά τα άρθρα 134 και 136 παρ. 1 ΚΠολΔ επίδοση στον αρμόδιο Εισαγγελέα, αλλά να απαιτείται προς τούτο πραγματική επίδοση του εγγράφου στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται.
Δηλαδή, για το υποστατό της επίδοσης απαιτείται πραγματική περιέλευση του εγγράφου στον παραλήπτη. Τούτο δε, όχι μόνο δεν είναι αντίθετο, αλλά συμπορεύεται και προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του όπως ο νόμος ορίζει".
Και ναι μεν το εν λόγω δικαίωμα δεν είναι απόλυτο και υπόκειται σε περιορισμούς, πλην όμως οι περιορισμοί αυτοί α) δεν μπορούν να εμποδίζουν την ανοικτή πρόσβαση σε δίκη σε ένα άτομο κατά τρόπο, ώστε το δικαίωμά του αυτό να θίγεται στην ίδια την ουσία του και β) να περιστείλουν την προσφυγή στα δικαστήρια σε τέτοιο βαθμό ώστε το δικαίωμα αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα.
Τέλος από το άρθρο 999 παρ. 3 εδ. α και 4 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η επίδοση στο οφειλέτη της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης μέσα σε 20 ημέρες από την κατάσχεση, περιλαμβάνεται μεταξύ των διατυπώσεων που ορίζονται στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 999 ΚΠολΔ, την τήρηση των οποίων ο νόμος επιβάλλει με ποινή ακυρότητας του πλειστηριασμού, ανεξάρτητα από την επέλευση ή όχι βλάβης του καθ' ού η εκτέλεση, γιατί την παράλειψή τους θεωρεί ο νόμος ως βασικό και ουσιώδες ελάττωμα της διεξαγωγής του πλειστηριασμού, που συνδέεται με την υπόστασή του (ΑΠ 2068/1984, ΑΠ 1072/1993).
Συνεπώς, η παράλειψη της διατύπωσης αυτής, δηλαδή της επίδοσης στον οφειλέτη της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, συνεπάγεται την ακυρότητα του πλειστηριασμού που επακολουθεί και χωρίς τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, αφού η τήρηση της διατάξεως, που επιβάλλει την επίδοση αυτή, απαιτείται ρητά από το νόμο με τη ποινή της ακυρότητας (άρθρο 159 αριθ. 1 ΚΠολΔ). Με βάση τα προεκτεθέντα αφού η απόφαση επί της προσβαλλόμενης με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ως άνω (από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ) αιτιάσεως λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, το δικαστήριο αυτό είναι υποχρεωμένο να παραπέμψει την εκδίκαση της υπόθεσης στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (άρθρο 563 παρ. 2 εδ. β του Κ.Πολ.Δ), επιφυλάσσεται δε ως προς την έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την εκδίκαση του κατά το σκεπτικό λόγου της από 30-11-2006 αιτήσεως αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 κατά της υπ' αριθ. 663/2005 απόφασης του Εφετείο Πατρών, στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ