1686/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/9/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2430/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1590/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/9/2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 4/5/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1686/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1686 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1686/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ".......... Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στο ......Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ταρπινίδη.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Μαυραγάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/9/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2430/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1590/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/9/2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 4/5/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/43, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 Εισαγ.Ν. ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του , και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεων και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.
Εξάλλου, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στη σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορεί να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, υπό την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.
Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ.
ΑΠ 28/2005). Σύμβαση δε εξαρτημένης εργασίας μπορεί να συνάπτει και ο δημοσιογράφος όταν, ανεξάρτητα από το ότι, λόγω της φύσεως του επαγγέλματος και της αποστολής του, αλλά και ενόψει των περί ελευθεροτυπίας συνταγματικών διατάξεων αναπτύσσει μεγαλύτερη πρωτοβουλία ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας του, συνισταμένη στην ελεύθερη και αντικειμενική διατύπωση των ειδήσεων και σχολίων του, ο εργοδότης διατηρεί το δικαίωμα ελέγχου και εποπτείας του ως προς τον τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα, που εκδίδει στη Θεσσαλονίκη την ημερήσια εφημερίδα με το διακριτικό τίτλο ".......", προσέλαβε τον αναιρεσίβλητο επαγγελματία δημοσιογράφο με σύμβαση αορίστου χρόνου, για να εργαστεί στην εν λόγω εφημερίδα της ως εσωτερικός συντάκτης και ειδικότερα ως συντάκτης ύλης, κυρίως υπεύθυνος για τις σελίδες των πολιτιστικών θεμάτων, ενώ παράλληλα ήταν και αποκλειστικός συντάκτης της εβδομαδιαίας στήλης με το διακριτικό τίτλο ".....".
Η εργασία του στην εφημερίδα ήταν καθημερινή και επί έξι ημέρες την εβδομάδα. Συγκεκριμένα προσερχόταν στις εγκαταστάσεις της εφημερίδας τις μεν ημέρες από Δευτέρα έως και Παρασκευή στις 18.00 και αποχωρούσε στις 24.00, το δε Σάββατο στις 16.00 και αποχωρούσε στις 22.00. Το ωράριο εργασίας καθοριζόταν από την εκκαλούσα, η οποία δια του διευθυντή της εφημερίδας ασκούσε έλεγχο ως προς τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας του και την ποιότητά της ενόψει και των αστικών ευθυνών της από τις διατάξεις του νόμου περί τύπου.
Πέραν των πολιτιστικών θεμάτων ο εφεσίβλητος συνέτασσε και δημοσίευε στην εφημερίδα σχόλια και άρθρα και για άλλα θέματα κοινωνικού, οικονομικού και τοπικού ενδιαφέροντος. Για την εργασία του αυτή αμειβόταν με μηνιαίο μισθό, ο οποίος ανερχόταν στα εξής ποσά κατά χρονική περίοδο: α) από 1-2-97 έως 30-9-97 σε 160.000 δρχ.
το μήνα, β) τον Οκτώβριο 1997 σε 212.942 δρχ. γ) από 1-11-97 έως 31-1-98 σε 160.00 δρχ. το μήνα κ. λ. π., ενώ για το μετά τις 30-6-2001 χρονικό διάστημα δεν του καταβαλλόταν μισθός. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο, συνεκτιμώντας και το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος αναφερόταν στο από Ιανουαρίου 2001 οργανόγραμμα της εφημερίδας ως υπεύθυνος συντάκτης "πολιτισμού, πολιτικού, διεθνών και θεμάτων πόλης", έκρινε ότι η συνδέουσα του διαδίκους σύμβαση είναι τέτοια εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ανεξάρτητα από το ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολούνταν κατά τον ελεύθερο χρόνο του και σε άλλη εργασία και εξέδιδε για τις αποδοχές που του κατέβαλλε η αναιρεσείουσα δελτία παροχής υπηρεσιών.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής τους, όσον αφορά τα βασικά κριτήρια για το νομικό χαρακτήρα της επίμαχης συμβάσεως. Διότι, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η αναιρεσείουσα δια του διευθυντή της εφημερίδας καθόριζε το ωράριο εργασίας του αναιρεσιβλήτου και ασκούσε έλεγχο ως προς τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας του και την ποιότητά της ενόψει και των αστικών ευθυνών της από τις σχετικές περί τύπου διατάξεις, προσδιορίζονται με επάρκεια τα βασικά στοιχεία για το χαρακτηρισμό της επίμαχης συμβάσεως ως τέτοιας εξαρτημένης εργασίας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 του ΑΚ και 216 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών ή άλλων παροχών που οφείλονται από σύμβαση εργασίας, πρέπει να αναφέρονται σ αυτήν, μεταξύ άλλων, ο χρόνος καταρτίσεως της συμβάσεως, ο συμφωνηθείς ή νόμιμος μισθός, το είδος της παρασχεθείσης εργασίας, οι όροι παροχής και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται.
Η αναφορά του στοιχείου της εξαρτήσεως δεν είναι απαραίτητη γιατί τούτο κρίνεται από τους όρους της παροχής της εργασίας. Αν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει το χαρακτήρα της εργασίας ως εξαρτημένης, τότε ο ενάγων οφείλει, αν δεν έχει ήδη πράξει τούτο καθ' υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής, να επικαλεσθεί κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται το στοιχείο της εξαρτήσεως.
Περαιτέρω, ενόψει του ότι οι ΣΣΕ ως προς το κανονιστικό τους μέρος έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρο 7 παρ. 1 ν. 1876/90 σε συνδ. με το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος), δεν απαιτείται να αναφέρονται ειδικώς στο δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται η καταβολή ή συμπλήρωση των νομίμων αποδοχών του εργαζομένου, οι εφαρμοστέες ΣΣΕ, διότι το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τις ΣΣΕ που αρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή τους, όπως είναι, εκτός εκείνων που προαναφέρθηκαν, το επάγγελμα του εργαζομένου και το είδος της επιχειρήσεως του εργοδότη (ΑΠ 1558/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο δικόγραφο της αγωγής ο αναιρεσίβλητος αφού εξέθετε σ' αυτήν ότι, όντας επαγγελματίας δημοσιογράφος, προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 1-2-1997 προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως εσωτερικός συντάκτης στην εφημερίδα "........", την οποία εκείνη εξέδιδε στη Θεσσαλονίκη, ότι από της προσλήψεώς του εκτελούσε στην εν λόγω εφημερίδα καθήκοντα συντάκτη και ειδικότερα ήταν υπεύθυνος για τις σελίδες των πολιτιστικών θεμάτων, ενώ παράλληλα ήταν συντάκτης της μόνιμης εβδομαδιαίας στήλης "........", ότι η εργασία του ήταν καθημερινή, εργαζόμενος στα γραφεία της εφημερίδας έξη ημέρες την εβδομάδα από τις 18.00 το απόγευμα έως τις 12.00 τα μεσάνυκτα τις καθημερινές και από τις 16.00 έως τις 22.00 το Σάββατο, πολλές φορές δε και πέρα από το νόμιμο ωράριο και πάντα κατόπιν των εντολών της διευθύνσεως της εφημερίδας, η οποία ήλεγχε και έκανε τις σχετικές υποδείξεις για τον τρόπο εργασίας του και την ποιότητά της και ότι η αναιρεσείουσα ηρνείτο να του καταβάλλει τις νόμιμες αποδοχές του που προβλέπονταν από τις ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των συντακτών ημερησίων εφημερίδων Αθηνών", οι οποίες εφαρμόζονται και στους δημοσιογράφους που απασχολούνται στις εφημερίδες που εκδίδονταν στη Θεσσαλονίκη, σύμφωνα με το ν.δ 1346/1973, αλλά του κατέβαλλε αποδοχές κατά πολύ κατώτερες των νομίμων, ενώ από τον Ιούλιο 2001 σταμάτησε να του καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό, ζήτησε την επιδίκαση των διαφορών μεταξύ των νομίμων και καταβαλλομένων αποδοχών καθώς και των μη καταβληθέντων.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη, περιέχουσα όλα τα προαναφερθέντα αναγκαία στοιχεία, μεταξύ των οποίων, καθ' υποφορά, και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται το στοιχείο της εξαρτήσεως.
Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε ως ορισμένη την αγωγή δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη κηρύξεως παρά το νόμο απαραδέκτου, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 2 και 11 παρ. 2 του ν. 1876/90, προκύπτει ότι οι κλαδικές και οι ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός αν αυτές, οι οποίες δεσμεύουν ήδη το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, επεκταθούν και κηρυχθούν γενικώς υποχρεωτικές για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου ή του επαγγέλματος.
Η δέσμευση δε στην περίπτωση αυτή αρχίζει από την ημέρα εκδόσεως της Υπουργικής Αποφάσεως ή αν η επέκταση είχε ζητηθεί από το Συνδικάτο, από την ημέρα υποβολής του αιτήματος αυτού. Περαιτέρω, η δέσμευση άλλων προσώπων από τους κανονιστικούς όρους μιας ΣΣΕ, μπορεί ακόμη να επέλθει είτε εκουσίως, με τη συνυπογραφή της ΣΣΕ, την προσχώρηση σ' αυτήν με έγγραφη δήλωση των εργατικών και εργοδοτικών σωματείων και με την ατομική επέκταση της δεσμεύσεως, είτε με νόμο, όπως συνέβη με το ν.δ. 1346/1973 κατά το άρθρο 3 παρ. 5 εδ.
β΄ του οποίου "...οι εκάστοτε δια τους συντάκτας και τεχνικούς τύπου Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών ισχύουσαι συλλογικαί συμβάσεις εργασίας, εφαρμόζονται και δια τους συντάκτας και τεχνικούς τύπου των Ημερησίων Εφημερίδων Θεσσαλονίκης". Στις περιπτώσεις δε της εκούσιας ή νομοθετικής επεκτάσεως της ισχύος μιας ΣΣΕ η δέσμευση είναι αυτοδίκαιη και δεν προϋποθέτει την κήρυξη αυτής γενικώς υποχρεωτικής με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.
Στην περίπτωση δε ειδικότερα του προαναφερθέντος ν.δ/τος, η ισχύς των αναφερόμενων ΣΣΕ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, επεκτείνεται και στους συντάκτες και τεχνικούς τύπου των Ημερησίων Εφημερίδων Θεσσαλονίκης, από της καταθέσεως αυτών στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας και όχι από της κηρύξεως αυτών ως γενικώς υποχρεωτικών με υπουργική απόφαση.
Εξάλλου, η ανωτέρω διάταξη του εν λόγω ν.δ με την οποία επεκτείνεται η ισχύς της εκάστοτε ισχύουσας για τους συντάκτες και τεχνικούς τύπου των ημερησίων εφημερίδων Αθηνών ΣΣΕ και στη Θεσσαλονίκη, δεν είναι αντισυνταγματική εφόσον, από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 22 παρ. 2 και 23 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν προκύπτει ότι ο κοινός νομοθέτης κωλύεται να ρυθμίσει το θέμα του ύψους των αποδοχών ορισμένης κατηγορίας μισθωτών για την οποία δεν έχει συναφθεί ΣΣΕ που να τις καθορίζει, εφόσον παράλληλα δεν αποκλείεται στους ενδιαφερόμενους να προέλθουν σε ελεύθερες διαπραγματεύσεις προς σύναψη ΣΣΕ για τον καθορισμό τους, ούτε χορηγείται συνταγματικώς ανεπίτρεπτα, ήτοι κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, νομοθετική εξουσιοδότηση (Ολ.
ΑΠ 228/1982). Επομένως, το Εφετείο που επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο, συντάκτη ημερήσιας εφημερίδας εκδιδόμενης στη Θεσσαλονίκη, διαφορές αποδοχών υπολογίζοντας τις νόμιμες με βάση τις ισχύουσες και στη Θεσσαλονίκη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 παρ. 5 εδ. β΄του ν.δ 1346/1973, ΣΣΕ των συντακτών και τεχνικών τύπου των ημερησίων εφημερίδων Αθηνών, από τότε δε που κάθε μία από αυτές κατατέθηκε στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Έτσι, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται οι αντίστοιχες πλημμέλειες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 656, 349 ΑΚ, 7 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για το μισθωτό μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας δε συνεπάγεται χωρίς άλλο τη λύση της, αλλά παρέχει το δικαίωμα στο μισθωτό είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν τη μεταβολή περιεχόμενο της συμβάσεως και, σε περίπτωση αρνήσεως του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή, να ζητήσει μισθούς υπερημερίας.
Μόνη όμως η καθυστέρηση καταβολής του μισθού δε συνιστά βλαπτική, υπό την εκτεθείσα έννοια, μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως, εκτός αν γίνεται δολίως και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του (ΑΠ 1203/1998). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Από τον Ιούλιο 2001 η αναιρεσείουσα έπαυσε να καταβάλλει στον αναιρεσίβλητο τις μηνιαίες αποδοχές του, παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες του. Στην παράλειψη δε αυτή προέβη δολίως και με μοναδικό σκοπό να εξαναγκάσει τον αναιρεσίβλητο να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του ώστε να μη δικαιούται αποζημιώσεως.
Με την από ......εξώδικη δήλωσή του, η οποία επιδόθηκε στην εκκαλούσα την 18-7-2002, ο αναιρεσίβλητος διαμαρτυρήθηκε και εγγράφως για τη συμπεριφορά αυτή της αναιρεσείουσας και δήλωσε ότι αν δεν του καταβληθούν μέχρι τις 2-8-2002 οι οφειλόμενοι μισθοί του για το χρονικό διάστημα από 1-7-2001 μέχρι 31-7-2002, θα θεωρήσει τη συμπεριφορά αυτή ως καταγγελία της συμβάσεώς του.
Η αναιρεσείουσα δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση αυτή του αναιρεσιβλήτου και με την από ...... εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε σ' αυτόν στις 11-9-2002, αρνήθηκε ρητά να του καταβάλει τα οφειλόμενα. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η συμπεριφορά αυτή της αναιρεσείουσας συνιστά μονομερή βλαπτική για τον αναιρεσίβλητο μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως η οποία δίδει στον τελευταίο το δικαίωμα να τη θεωρήσει ως καταγγελία της συμβάσεώς του και να ζητήσει αποζημίωση απολύσεως.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και επομένως ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Απορριπτέος επίσης, ως αβάσιμος είναι και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων αποδείξεων παροχής υπηρεσιών του αναιρεσίβλητου, που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε στο εν λόγω δικαστήριο, αφού από τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει αδιστάκτως ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά.
Τέλος, απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, είναι και οι προβαλλόμενοι από την αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον αυτού του δικαστηρίου λόγοι αναιρέσεως, η αυτεπάγγελτη εξέταση των οποίων προϋποθέτει την, με την εισηγητική έκθεση, πρόταση αυτών από τον Εισηγητή κατά το άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-9-2005 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ".........ΕΠΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1590/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ