Supreme Court dismisses appeal on debt collection order, ruling claim is clear and enforceable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a First Instance Court order for debt collection. The appellants argued procedural errors, but the court found the debt was fully clarified and directly derived from the enforceable title without conditions. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495(3) and 624 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible when the underlying claim is fully clarified and arises directly from an enforceable title without conditions or time limits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1685 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1685/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ν. Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Mαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ο. Ν. του Β. και 2.Γ. Ν. του Β., κατοίκων ... Η πρώτη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Βαλτούδη και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, o oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Δ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε για τον εαυτό του με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2019 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1268/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2023 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-5-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α' 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 4446/2016 (Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 5 (περιουσιακές διαφορές- διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της από 19 Μαΐου 2023 αίτησης αναίρεσης κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών-διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας υπ' αριθ. 62/12-1-2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έκρινε επί υπόθεσης με αντικείμενο περιουσιακή διαφορά-διαφορά από αμοιβή για την παροχή εργασίας, οι αναιρεσείοντες προέβησαν στην κατάθεση του με αριθμό .../2023 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως περιουσιακή-διαφορά από αμοιβή για την παροχή εργασίας, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, το καταβληθέν από τους αναιρεσείοντες παράβολο πρέπει να τους αποδοθεί, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 2090/2022, ΑΠ 484/2019, ΑΠ 319/2017).
Με την από 19 Μαΐου 2023 και με αριθ. κατάθ. 1396/129/19-5-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών-διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας υπ' αριθμ. 62/12-1-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το Εφετείο, αφού δίκασε την από 1-3-2022 με αριθμ.
καταθ. 4809/442/10-3-2022 έφεση του καθ'ου η ανακοπή ήδη αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθμ. 1268/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ως άνω διαδικασία επί της από 23-4-2019 και με αριθμ. καταθ. 7979/6721/2019 ανακοπής των ανακοπτόντων ήδη αναιρεσειόντων κατά του καθ'ου η ανακοπή ήδη αναιρεσίβλητου, και με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή και είχε ακυρωθεί η υπ' αριθμ. .../2019 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχαν υποχρεωθεί οι ανακόπτοντες ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν στον καθ' ου η ανακοπή ήδη αναιρεσίβλητο δικηγόρο, ως αμοιβή αυτού, τα αναφερόμενα σε αυτήν(Διαταγή Πληρωμής) ποσά, δέχθηκε τυπικά την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 1268/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και, αφού κράτησε και δίκασε την ανακοπή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (ενόψει του ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 19-5-2023 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 12-1-2023 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94 και 170 του ν.δ. 3026/1954 "Κώδικας περί δικηγόρων" (που έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση λόγω του κρίσιμου χρόνου κατάρτισης της σύμβασης εργολαβίας της δίκης και παροχής των νομικών υπηρεσιών), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ.
ΑΚ, προκύπτει, ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποία εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.
Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή επ` ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, τα ελάχιστα όρια της αμοιβής ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
του ως άνω Κώδικα περί Δικηγόρων (ΑΠ 31/2022, ΑΠ 949/2020, ΑΠ 1309/2012). Κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, ως και συμφωνία περί αμοιβής με εκχώρηση ή μεταβίβαση μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας.
Η συμφωνία αυτή δεν δύναται να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης. Κατά δε τη διάταξη της παρ.5 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή, ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλου βαθμό συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος.
Ως επιτυχής έκβαση της δίκης, άρα και ως πλήρωση της αίρεσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 31/2022, ΑΠ 85/2022, ΑΠ 396/2017, ΑΠ 730/2015).
Η σχετική περί εργολαβίας δίκης συμφωνία δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, αφού η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 95 παρ.2 εδ. α` του Κώδικα περί Δικηγόρων, με την οποία περιοριζόταν η απόδειξη της συμφωνίας αυτής μόνο με έγγραφα ή όρκο ή ομολογία, θεωρείται κατηργημένη από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 38 του ΕισΝΚΠολΔ και, συνεπώς, σε περίπτωση εκδίκασης διαφοράς μεταξύ δικηγόρου και εντολέα για την αμοιβή του πρώτου είναι εφαρμοστέα ως προς τα μέσα απόδειξης, σύμφωνα με τα άρθρα 677 παρ.1 και 681 ΚΠολΔ, η διάταξη του άρθρου 671 παρ.1 ΚΠολΔ, κατά την οποία η απόδειξη γίνεται και με μάρτυρες καθώς και με ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (Ολ.ΑΠ 40/1988, ΑΠ 31/2022).
Περαιτέρω, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων(άρθρο 361 του ΑΚ) δεν αποκλείεται η μεταγενέστερη κατάργηση ή ανάκληση της σύμβασης εργολαβίας δίκης, κατόπιν σχετικής περί τούτου συμφωνίας των μερών που είχαν καταρτίσει την ως άνω σύμβαση. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του μετά από εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, μεταξύ άλλων, τα εξής κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της: "[...] Από τη συνεκτίμηση του συνόλου του ως άνω αποδεικτικού υλικού ουδόλως αποδείχθηκε ότι ανακλήθηκε με ρητή συμφωνία των διαδίκων το από 6-8-2012 υπογραφέν μεταξύ τους ως άνω εργολαβικό δίκης-εκχωρητήριο καθώς και ότι οι ανακόπτοντες [ήδη αναιρεσείοντες] κατέβαλαν στον καθ'ου η ανακοπή[ήδη αναιρεσίβλητο] το ποσό των 10.000 ευρώ, ως αυτοί ισχυρίζονται.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, ως προς τα ως άνω αποδειχθέντα επιρρωνύεται από την σαφή και πειστική κατάθεση της εξετασθείσας πρωτόδικα στο ακροατήριο μάρτυρος του καθ' ου, Α. Ο.-Κ., η οποία τυγχάνει δικηγόρος και συνεργάτης, που, σε αντίθεση με τον μάρτυρα απόδειξης των ανακοπτόντων-πατέρα τους, Β. Ν. του Θ., που ως χαρακτηριστικά κατέθεσε επί λέξει στο ακροατήριο σχετικά με το εργολαβικό δίκης μεταξύ των διαδίκων "δεν ξέρω τι έγραφε, το ποσοστό που ήταν να πάρει(εννοεί ο καθ'ου)",..
όχι μπροστά δεν ήμουν... Δεν είχα συνάντηση με το Δ. εγώ ό,τι μιλούσαν τα παιδιά μου αυτά μου έλεγαν...", απαντώντας δε σε ερώτηση του Δικαστηρίου αν ζήτησε λεφτά ο καθ' ου για να πάρει πίσω το εργολαβικό και για ποιόν λόγο, κατέθεσε "Δεν το γνωρίζω αυτό", έχει (η ως άνω μάρτυρας του καθ'ου) άμεση γνώση, λόγω της ως άνω ιδιότητάς της, για την υπογραφείσα μεταξύ των διαδίκων συμφωνία και κατέθεσε με σαφήνεια και λεπτομερώς σχετικά με αυτήν καθώς και ότι ουδέποτε ανακλήθηκε το εν λόγω εργολαβικό με συμφωνία των διαδίκων και δη προφορικά 4 μόλις μήνες μετά την υπογραφή του, ως αυτοί ισχυρίζονται, αφού κατά τα μεταξύ των διαδίκων ως άνω συμφωνηθέντα σ' αυτό, η εντολή προς τον καθ' ου ήταν ανέκκλητη(βλ. 3ο όρο συμφωνητικού).
Η ίδια ως άνω μάρτυρας μάλιστα κατέθεσε ότι επανειλημμένα τηλεφώνησε στους ανακόπτοντες για να καταβάλουν την αμοιβή του συνεργάτη της δικηγόρου μόλις έμαθαν ότι τους καταβλήθηκαν τα σχετικά επιδικασθέντα ποσά από το εναγόμενο νοσοκομείο. Την ως άνω τηλεφωνική τους επικοινωνία, άλλωστε, δεν αρνούνται οι ανακόπτοντες, την οποία αναφέρουν στην κρινόμενη ανακοπή τους. 'Αλλωστε η επικαλούμενη από τους ανακόπτοντες προφορική ανάκληση του επίμαχου εργολαβικού δεν αντέχει και στην κοινή λογική α) καθώς είθισται μία έγγραφη εντολή και συμφωνία, ως η προκείμενη να ανακαλείται εγγράφως, σε κάθε δε περίπτωση αν όχι με έγγραφη συμφωνία μεταξύ των μερών , έστω με εξώδικη δήλωση β)ο καθ' ου, έμπειρος δικηγόρος, δεν είχε κανένα λόγο να συμφωνήσει στην ανάκληση του εν λόγω συμφωνητικού εισπράττοντας το ποσό των 10.000 ευρώ ως αμοιβή, για την οποία σημειωτέον ουδεμία απόδειξη προσκομίζεται από τους ανακόπτοντες προς απόδειξή της, όταν ήξερε πως έχοντας στα χέρια του την ήδη εκδοθείσα με αριθμό 159/2-2-2011 αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας δεσμεύει τα διοικητικά Δικαστήρια ως προς το ζήτημα της ενοχής του εναγομένου στην ως άνω διοικητική δίκη, ιατρού, για το θάνατο της μητέρας των διαδίκων, θα μπορούσε να πετύχει, ως πράγματι επέτυχε την καταβολή προς τους πελάτες του-ανακόπτοντες στη δίκη ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων μεγάλα ποσά αποζημίωσης, ως τα προαναφερόμενα για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν με συνέπεια το ύψος της αμοιβής του(15% επί του ποσού που έκαστος κατά τα προαναφερόμενα των ανακοπτόντων έλαβε πλέον ΦΠΑ) ήταν κατά πολύ υψηλότερο του υποτιθέμενου από τους ανακόπτοντες ως άνω ποσού των 10.000 ευρώ που δήθεν έλαβε ως αμοιβή του.
Περαιτέρω, ο επικουρικός ισχυρισμός τους [ανακοπτόντων], ότι το ποσό που επιδικάστηκε στην πρώτη ανακόπτουσα για κεφάλαιο και τόκους από το Διοικητικό Εφετείο Λάρισας δεν αποδίδεται σε ενέργειες του καθ'ου αλλά στη Δικηγόρο Ιωάννα Πετρωτού, αφού ο καθ'ου δεν είχε καμία ανάμιξη και συμμετοχή στη διαδικασία για λογαριασμό της πρώτης ανακόπτουσας και ότι και για το λόγο αυτό η τελευταία δεν του οφείλει καμία αμοιβή, είναι και αυτός απορριπτέος ως κατ'ουσίαν αβάσιμος, διότι από την ανάγνωση των ως άνω εκδοθεισών αποφάσεων του Διοικητικού Πρωτοδικείου και Εφετείου Λάρισας προκύπτει ότι α) ο καθ'ου εκπροσώπησε την ανακόπτουσα ενώπιον του Β' Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας, την οποία(πρώτη ανακόπτουσα) εκπροσώπησε μαζί με τον καθ'ου και η Δικηγόρος Ιωάννα Πετρωτού β) ο καθ' ου εκπροσώπησε την πρώτη ανακόπτουσα ως εφεσίβλητη, κατά τα προαναφερόμενα, στην έφεση που είχε ασκήσει, μεταξύ άλλων σε βάρος της (και σε βάρος του δευτέρου ανακόπτοντος αδελφού της) κατά της υπ' αριθμόν 1286/2013 απόφασης του Β' Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας το προαναφερόμενο νοσοκομείο γ) ο καθ' ου άσκησε έφεση σε βάρος του παραπάνω νοσοκομείου για λογαριασμό της πρώτης ανακόπτουσας(όπως και του δεύτερου ανακόπτοντος), την οποία επίσης εκπροσώπησε, δηλώνοντας παραίτηση ως προς αυτήν, καθόσον είχε ασκήσει έφεση για λογαριασμό της σε βάρος του ως άνω νοσοκομείου και της ως άνω πρωτοβάθμιας απόφασης και η Δικηγόρος Ιωάννα Πετρωτού, η οποία παραίτηση από το ένδικο μέσο δεν έγινε δεκτή λόγω έλλειψης ειδικής προς τούτο πληρεξουσιότητας στο όνομά του και η έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ως προς αυτήν, με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 298/2016 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, ενώ συζητήθηκε η έφεση που είχε ασκήσει για λογαριασμό της πρώτης ανακόπτουσας(εν αγνοία του καθ'ου) και η Δικηγόρος Ιωάννα Πετρωτού, η οποία και την εκπροσώπησε.
Πλην όμως, από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο καθ' ου εκπροσώπησε και την πρώτη ανακόπτουσα (υπό την ιδιότητά της ως εφεσίβλητης στην έφεση που άσκησε και σε βάρος της το ως άνω νοσοκομείο, ενώ με ενέργειες αποκλειστικά δικές του απορρίφθηκε η έφεση του ως άνω νοσοκομείου, με ενέργειες δε, κυρίως δικές του, αλλά και της προαναφερόμενης δικηγόρου επιδικάσθηκαν υπέρ των ανακοπτόντων τα ως άνω διόλου ευκαταφρόνητα, υπέρτερα μάλιστα, της πρωτοβάθμιας απόφασης, ως άνω ποσά.
Περαιτέρω η κρίση του Δικαστηρίου ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του ως άνω λόγου ανακοπής περί ανάκλησης του επίδικου εργολαβικού δίκης ενισχύεται και από : α) τις επισυναπτόμενες στην έφεση και προσκομιζόμενες από τον εκκαλούντα από 4-10-2016, 6-10-2016, 11-2-2017,22-2-2017 εξώδικες κοινοποιήσεις-αιτήσεις που απέστειλε ο καθ' ου προς το υπόχρεο προς αποζημίωση των ανακοπτόντων ως άνω Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας και προς το Υπουργείο Υγείας ώστε το νοσοκομείο να αιτηθεί την κρατική επιχορήγηση προκειμένου να καταβάλει στους οφειλέτες του-ανακόπτοντες τα επιδικασθέντα σ' αυτούς με την τελεσίδικη απόφαση ως άνω ποσά 200.000 ευρώ σε έκαστο τα οποία και έλαβαν με δικές του ενέργειες, που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν θα είχε λόγο να προβεί αν είχε ανακληθεί, ως ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες, το ένδικο εργολαβικό δίκης β)τις επισυναπτόμενες στην ένδικη έφεση και προσκομιζόμενες από τον καθ' ου η ανακοπή προτάσεις των ανακοπτόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που συνεδρίασε στις 21-2-2018 με αφορμή την με αριθμό καταθέσεως 507/20-10-2012 αγωγή, που άσκησαν, μεταξύ άλλων και σε βάρος των ανακοπτόντων οι 1) Μ.
Ν., προαναφερόμενος δικηγόρος Καρδίτσας και 2) α) Ξ. Τ. β) Α. Τ. και γ)Θ. Τ. υπό την ιδιότητά τους οι υπ' αριθμ. 2α-γ, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του δικηγόρου Αθηνών και ήδη αποβιώσαντος Δ. Τ., που, κατά τα προλεχθέντα, είχε αρχικά συμφωνήσει με τους ανακόπτοντες και τον πατέρα τους να προβεί για λογαριασμό τους στην άσκηση αγωγής αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και ψυχική οδύνη που υπέστησαν αυτοί ως και ο πατέρας τους από τον θάνατο της μητέρας των ανακοπτόντων και συζύγου του πατέρα τους, με τη συνδρομή του ως άνω συνεργάτη του, δικηγόρου Καρδίτσας, επικαλούμενοι μάλιστα και οι ως άνω ενάγοντες στην ως άνω αγωγή τους παρόμοιο εργολαβικό δίκης που είχαν συμφωνήσει προφορικά οι ανακόπτοντες και ο πατέρας με τον Τ.
και ανανέωσαν ,επίσης προφορικά, μετά το θάνατό του με τον προαναφερόμενο συνεργάτη του, Μ. Ν. Στις προτάσεις τους αυτές οι ανακόπτοντες προς αντίκρουση της ως άνω αγωγής και προς αποφυγή καταβολής της οφειλής στους προαναφερόμενους ενάγοντες, ως επιδιώκουν και στην προκείμενη περίπτωση, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν το επίδικο εργολαβικό δίκης που συνήψαν με τον καθ'ου η ανακοπή, ομολογώντας σε ανύποπτο χρόνο, ήτοι πολύ πριν την έναρξη της μεταξύ των διαδίκων αντιδικίας, αφ' ενός μεν την ύπαρξη του ως άνω συμφωνητικού με το ως προαναφερόμενο περιεχόμενο (σημειωτέον ανέφεραν επί λέξει " Άλλωστε αν η 2η και ο 3ος εκ των εναγομένων (ενν.
τους ανακόπτοντες) είχαμε συνάψει εργολαβία δίκης με τους αντιδίκους (ενν. τους ενάγοντες), τότε ποτέ δεν θα καταρτίζαμε δεύτερη σύμβαση εργολαβίας δίκης με το δικηγόρο που μας εκπροσώπησε στη συνέχεια. Πράγματι, όπως προκύπτει από το από 16-8-2012 εργολαβικό δίκης με τον Ν. Δ., δικηγόρο Θεσσαλονίκης(βλ. Σχετικό με αριθμό 13),συμφωνήσαμε με τον τελευταίο να μας εκπροσωπήσει μέχρι τελεσιδικίας της από 20-7-2006 αγωγής που είχε καταθέσει ο αποβιώσας Δ.
Τ. και ειδικότερα συμφωνήσαμε ως αμοιβή του ανωτέρω δικηγόρου ποσοστό 15% επί του τελεσιδίκως επιδικασθησομένου ποσού. Αυτή η συμφωνία μας ασφαλώς θα ήταν πέραν κάθε λογικής σε περίπτωση που είχαμε ήδη συνάψει εργολαβικό δίκης είτε με τον αποβιώσαντα είτε με τους αντιδίκους, όπως επικαλούνται οι ενάγοντες, διότι τότε σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της ίδια αγωγής θα οφείλαμε στους αντιδίκους το ποσοστό συνολικά του 20% επί της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης και αφετέρου στον κ.
Δ. το ποσοστό ύψους 15% επί της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης". Ανέφεραν δηλαδή σε ανύποπτο χρόνο, εμμέσως πλην σαφώς, παρά τα αντιθέτως αναφερόμενα στον ως άνω λόγο ανακοπής τους ότι το επίδικο εργολαβικό δίκης, το οποίο στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορούν να αρνηθούν, καθόσον καταρτίστηκε εγγράφως, είναι εν ισχύ.
Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε βάσιμο τον ως άνω λόγο ανακοπής και κατ'ουσίαν, μετά ταύτα δε, δεχόμενο ότι παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της ανακοπής, έκανε δεκτή αυτήν και ακύρωσε τη προσβληθείσα Διαταγή Πληρωμής, την κάτωθι αυτής από 1-4-2019 επιταγή προς εκτέλεση, που τέθηκε κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω Διαταγής Πληρωμής και την από 8-4-2019 πράξη αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτων έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βασίμως ισχυρίζεται ο εκκαλών με την ένδικη έφεσή του και τους σχετικούς λόγους αυτής (1ο έως και 4ο, κατ' ορθή εκτίμηση αυτών).
Συνακολούθως, δεκτής γενομένης της εφέσεως, πρέπει,[...], να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση [...].
Περαιτέρω πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο(άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ),να εξεταστεί στην ουσία της η ένδικη ανακοπή κατά της με αριθμό .../2019 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και των ως άνω πράξεων εκτέλεσης που στηρίχθηκαν σ' αυτήν ν' απορριφθεί κατ' ουσίαν ο ως άνω λόγος της ανακοπής(τρίτος) και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λοιποί της ανακοπής λόγοι, οι οποίοι δεν ερευνήθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθόσον σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη( υπό στοιχ
ΙΙ), το Δικαστήριο τούτο υποκαθίσταται πλέον στη θέση εκείνου". Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και επί λήψης υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας ανύπαρκτου αποδεικτικού μέσου και ειδικότερα (και) όταν το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, δικαστική ή εξώδικη, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 352 ΚΠολΔ (ΑΠ 675/2021).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, δικαστική μεν ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται γραπτά ή προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, εξώδικη δε, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο κατ' άρθρο 340 του ΚΠολΔ, είναι κάθε άλλη ομολογία που γίνεται ενώπιον άλλου Δικαστηρίου στο πλαίσιο άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), ακόμα δε και εκείνη που έγινε ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία γίνεται επίκληση της ομολογίας ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 271/2021, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 128/2014).
Για να ιδρυθεί, όμως, ο λόγος αυτός, θα πρέπει από την ανύπαρκτη ομολογία να έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκε πραγματικό γεγονός, που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, επέδρασε, δηλαδή, στο διατακτικό της απόφασής του, αφού, κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ, αντικείμενο απόδειξης είναι μόνο τέτοια γεγονότα, ήτοι γεγονότα που ανήκουν στο πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 31/2021, ΑΠ 584/2019).
Αν, όμως, το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων και επαλλήλως ή επικουρικώς στην ομολογία, αλυσιτελώς πλήττεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο μόνον η τελευταία αιτιολογία (ΑΠ 1257/2022, ΑΠ 365/2017, ΑΠ 1072/2015). Τέλος, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 11 εδ.
β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος όταν το Δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο(άρθρο 340 του ΚΠολΔ) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία(ΑΠ 353/2020, ΑΠ 218/2020, ΑΠ 175/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες Α) με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά τα σκέλη αυτού με αρίθμηση 14 και 15, υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορθά όμως του αριθμού 11β' του ίδιου ως άνω άρθρου και με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτού με αρίθμηση 45, υπό την επίκληση του αριθμού 11β' του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνολικά εκτιμώμενους, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες ότι με το να αποφανθεί, πως η μάρτυρας ανταπόδειξης Α.
Ο.-Κ., δικηγόρος Θεσσαλονίκης, είχε, λόγω της προαναφερθείσας ιδιότητάς της, άμεση γνώση των όσων κατέθεσε, ενώ η ίδια ουδέποτε δήλωσε ότι ήταν παρούσα σε οποιαδήποτε συνάντηση ή επικοινωνία των διαδίκων και περαιτέρω με το να αποφανθεί ότι αυτή παρείχε σαφή και πειστική κατάθεση, παρά το γεγονός ότι ήταν επί είκοσι πέντε χρόνια συνεργάτις του καθ'ου η ανακοπή ήδη αναιρεσίβλητου και, επομένως, είχε οικονομική εξάρτηση από αυτόν, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν προσκομίστηκε και αυτό είχε ουσιώδη επιρροή στην απόδειξη του ισχυρισμού τους περί συμφωνημένης, κατ' άρθρο 361 του ΑΚ, ανάκλησης του ένδικου εργολαβικού δίκης -εκχωρητηρίου.
Β) με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά τα σκέλη αυτού με αρίθμηση 23 μέχρι 29, υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορθά όμως του αριθμού 11β'του ίδιου ως άνω άρθρου, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα δέχθηκε πως σε ανύποπτο χρόνο και μάλιστα με τις από 21-2-2018 προτάσεις τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας στο πλαίσιο αντιδικίας αυτών (αναιρεσειόντων) με τους κληρονόμους του δικηγόρου Δ.
Τ., ο οποίος είχε εκπροσωπήσει αρχικά αυτούς και τον πατέρα τους στην αντιδικία τους με το Κουτλιμπάνειο νοσοκομείο, και το συνεργάτη αυτού δικηγόρο, οι οποίοι τους ενήγαγαν για εκπλήρωση άλλου, προγενέστερου του επίδικου, με αυτούς καταρτισθέντος, εργολαβικού δίκης, αυτοί (αναιρεσείοντες) προς αποφυγή καταβολής αμοιβής, ομολόγησαν ότι το ένδικο εργολαβικό δίκης-εκχωρητήριο είναι σε ισχύ και μάλιστα το προσκόμισαν κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής στο ως άνω Μονομελές Πρωτοδικείο, ενώ το αληθές είναι ότι αυτοί, προκειμένου να καταδείξουν, ότι δεν είχαν υπογράψει προγενέστερο εργολαβικό δίκης με τον αποθανόντα δικηγόρο και το συνεργάτη του, επικαλέστηκαν τη μεταγενέστερη υπογραφή του ένδικου εργολαβικού-εκχωρητηρίου, γεγονός που απέκλειε τον αβάσιμο ισχυρισμό των κληρονόμων του αποθανόντος δικηγόρου και του συνεργάτη του στη δίκη εκείνη, καθόσον δεν θα ήταν δυνατόν να έχουν υπογράψει ταυτόχρονα δύο εργολαβικά δίκης.
Ουδόλως όμως η κατά τα άνω επίκληση του ένδικου εργολαβικού-εκχωρητηρίου πιστοποιούσε, ότι αυτό δεν ανακλήθηκε στη συνέχεια και συνεπώς ουδεμία ομολογία περί της ισχύος του υπήρξε εκ μέρους τους, όπως ακριβώς δέχθηκε και η πρωτόδικη υπ' αριθμ. 1268/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε κάθε περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση με το να λάβει υπόψη της την ως άνω ανύπαρκτη ομολογία, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν.
Οι υπό στοιχείο Α' από τον αριθμό 11β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, ότι έλαβε υπόψη ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την κατάθεση της(αναξιόπιστης) μάρτυρα ανταπόδειξης, δικηγόρου Θεσσαλονίκης, Α. Ο.-Κ., είναι προεχόντως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθότι η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την αξιοπιστία εξετασθέντος μάρτυρα και ως προς τη βαρύτητα της κατάθεσης αυτού σε σχέση με άλλα ισοδύναμα αποδεικτικά στοιχεία, ως κρίση περί τα πράγματα, δεν ελέγχεται αναιρετικά, ενώ ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί αναξιόπιστου κατά την άποψή τους μάρτυρα, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 11β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο της λήψης υπ' όψη αποδεικτικού μέσου που δεν προσκομίσθηκε.
Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, γιατί, σύμφωνα με το περιεχόμενό τους αφορούν σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και υπό την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (αρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ). Ο υπό στοιχείο Β' λόγος αναίρεσης, καθό μέρος προσάπτεται με αυτόν η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, εσφαλμένα, κατά τα εκτιθέμενα, συνήγαγε ομολογία ως προς την ισχύ του ένδικου εργολαβικού δίκης-εκχωρητηρίου, πρέπει ν' απορριφθεί διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι το επίδικο εργολαβικό είναι σε ισχύ, δεν στηρίχθηκε κυρίως στην κατά ως άνω εξώδικη ομολογία των αναιρεσειόντων, αλλά με βάση τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο σύνολο των αποδείξεων, η αναφορά του δε στην ομολογία, είναι επάλληλη-επικουρική.
Επομένως, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 499/2023, ΑΠ 750/2020). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006). Τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 930/2022, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 144/2019, ΑΠ 702/2017).
Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 342/2023, ΑΠ 1238/2022, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 485/2019).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά τα σκέλη αυτού με αρίθμηση 19,21 και 22, και υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι διαλαμβάνει ελλειπείς αιτιολογίες ως προς τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 361 του ΑΚ για τη συμφωνημένη ανάκληση του ένδικου εργολαβικού δίκης επειδή:
ι) κατά το σκέλος αυτού με αριθμό 19, δέχθηκε ότι δεν ανακλήθηκε το επίδικο εργολαβικό δίκης-εκχωρητήριο με την αιτιολογία ότι αυτό ήταν ανέκκλητο, ενώ ακόμη και αν είχε συμφωνηθεί το ανέκκλητο του εν λόγω εργολαβικού, δεν εμποδιζόταν η συμφωνημένη από τα μέρη ανάκλησή του, ιι) κατά τα σκέλη αυτού με αρίθμηση 21 και 22 επειδή δέχθηκε ότι ο καθ' ου η ανακοπή ήδη αναιρεσίβλητος "[...] έμπειρος δικηγόρος, δεν είχε κανένα λόγο να συμφωνήσει στην ανάκληση του εν λόγω συμφωνητικού [...]" και περαιτέρω ότι "[...] δεν αντέχει στην κοινή λογική [...]" η προφορική ανάκληση του επίδικου εργολαβικού και η μη προσκομιδή εκ μέρους των ανακοπτόντων ήδη αναιρεσειόντων απόδειξης, που να βεβαιώνει την καταβολή του ποσού των 10.000 ευρώ, που ο καθ'ου η ανακοπή ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε προκειμένου να συμφωνήσει στην ανάκληση του εργολαβικού, αφού μάλιστα ο Άρειος Πάγος σε πολλές περιπτώσεις έχει δεχθεί και από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 164 του ΑΚ προκύπτει, ότι ακόμη και τυπική(έγγραφη) συμφωνία μπορεί να καταργηθεί με άτυπη προφορική συμφωνία των συμβαλλόμενων, ενώ σε κάθε περίπτωση, η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ αυτών και του καθ'ου η ανακοπή ήδη αναιρεσίβλητου αλλά και η ηλικία τους(22 και 20 ετών, αντίστοιχα) καθιστούσαν ηθικά αδύνατη, κατ' άρθρο 394 παρ. 1 περ.
β' του ΚΠολΔ, την εκ μέρους τους υποβολή αιτήματος για την τήρηση εγγράφου, όσον αφορά την ανάκληση, ή τη λήψη απόδειξης για την απ' αυτούς καταβολή του ποσού των 10.000 ευρώ. Ο παραπάνω πρώτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι κατά το στοιχείο ι) αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν ανακλήθηκε το ένδικο εργολαβικό δίκης-εκχωρητήριο, επειδή δεν αποδείχθηκε ότι ανακλήθηκε με ρητή συμφωνία των διαδίκων και όχι επειδή είχε συμφωνηθεί ότι ήταν ανέκκλητο και κατά το στοιχείο ιι) απαράδεκτος, γιατί οι σχετικές αιτιάσεις αφορούν επιχειρήματα του Δικαστηρίου προς στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος ότι δεν ανακλήθηκε το εν λόγω συμφωνητικό και όχι παραδοχές διαμορφωτικές του πορίσματος αυτού.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το Δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 459/2023, ΑΠ 470/2022, ΑΠ 718/2021).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 59 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες, για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 271/2021).
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο υπό την προϋπόθεση όμως, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος και αφορά το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002).
Για την πληρότητα του προβλεπόμενου από το ως άνω άρθρο λόγου αναίρεσης, που στηρίζεται στην παράλειψη του Δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του αποδεικτικό μέσο, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους τα αποδεικτικά μέσα, που το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, ενώ αυτά προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, να αναφέρεται επίσης, ότι έγινε παραδεκτή επίκληση και προσκομιδή τους και να αναφέρεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου αυτό προσκομίσθηκε, προκειμένου να κριθεί εάν αυτός ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης και το αποδεικτικό μέσο χρήσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 376/2022, ΑΠ 1252/2022, ΑΠ 15/2021).
Περαιτέρω, μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται τα έγγραφα, οι ένορκες βεβαιώσεις και η ομολογία. Οι ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα, πρέπει να μνημονεύονται σαφώς στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, άλλως θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1570/2017, ΑΠ 309/2016). Ειδικότερα, όταν πρόκειται για ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ότι κλητεύθηκε ο αντίδικος και προσκομίστηκε με επίκληση στο Δικαστήριο της ουσίας η έκθεση επίδοσης από την οποία προκύπτει η ημερομηνία και ο χρόνος κλήτευσης του (ΑΠ 677/2019, ΑΠ 675/2019, ΑΠ 1683/2017, ΑΠ 1821/2008, ΑΠ 1316/2005).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ως δικαστικά τεκμήρια, μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ένορκες βεβαιώσεις, που είχαν ληφθεί στο πλαίσιο άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, δεδομένου ότι αυτές, εφόσον, κατά την ανέλεγκτη περί τούτου κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, δεν λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίησή τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκομιδή και επίκληση των εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται. Το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, κατ' αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα, κατά την αναφορά των εγγράφων, να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που ελήφθησαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 467/2022, ΑΠ 1312/2019, ΑΠ 1719/2017).
Τέλος, το άρθρο 261 παρ. 2 του ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση". Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ, περί συναγωγής ή μη ομολογίας [η οποία είναι δικαστική(έμμεση)] από την παράλειψη της αμφισβήτησης της αλήθειας πραγματικού ισχυρισμού από τον αντίδικο, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος περιορίζεται στον έλεγχο των προτάσεων του αντιδίκου για την ύπαρξη ή μη αμφισβήτησης της αλήθειας πραγματικού ισχυρισμού (ΑΠ 1137/2021, ΑΠ 375/2019, ΑΠ 1090/2019, ΑΠ176/2018, ΑΠ 530/2015).
Ωσαύτως κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) συνιστά και η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται ή όχι εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 470/2022, ΑΠ 33/2021, ΑΠ 201/2021, ΑΠ 445/2017). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά τα σκέλη αυτού με αρίθμηση 18, 20 και 30, υπό την επίκληση του αριθμού 19 από το άρθρο 559 του ΚΠολΔ , ορθά όμως από τον αριθμό 11γ' του ίδιου ως άνω άρθρου 559 του ΚΠολΔ και το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά τα σκέλη αυτού με αρίθμηση 46, 47 και 48 από τον αριθμό 11γ' του ίδιου ως άνω άρθρου, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη:
α) την υπ' αριθμ. ...-2021 ένορκη, ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Μ., βεβαίωση του Γ. Σ., καθώς και την υπ' αριθμ. ...-2018 ένορκη βεβαίωση της συζύγου του Μ. Β., οι οποίες είχαν κριθεί ιδιαιτέρως αξιόπιστες από την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 1268/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και είχαν ουσιώδη επιρροή στην απόδειξη του ισχυρισμού τους περί της συμφωνημένης, κατ' άρθρο 361ΑΚ, ανάκλησης του επίδικου εργολαβικού, β) την, κατ' άρθρα 352 παρ.1 και 261 εδ.
β' του ΚΠολΔ, εξώδικη ομολογία του καθ'ου η ανακοπή ήδη αναιρεσίβλητου περί καταβολής σε αυτόν του ποσού των 10.000 ευρώ, συναγόμενη από το ότι αυτός δεν αμφισβήτησε στον πρώτο βαθμό με τις προτάσεις του ή την επ' αυτών προσθήκη-αντίκρουση, ότι πράγματι εισέπραξε το ως άνω ποσό, όπως αυτοί επικαλέστηκαν με τις επί της ανακοπής προτάσεις τους στο πρωτόδικο καθώς και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, γ) την υπ' αριθμ. 298/2016 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, από την οποία προκύπτει ότι η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ύψους 200.000 ευρώ λόγω ψυχικής οδύνης δεν οφείλεται στις ενέργειες του καθ ου η ανακοπή ήδη αναιρεσίβλητου δικηγόρου, αφού η άσκηση και η συζήτηση της έφεσης όσον αφορά την πρώτη ανακόπτουσα ήδη πρώτη αναιρεσείουσα έγινε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Πετρωτού, δ) την υπ' αριθμ. 81/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις προτάσεις τους στο Δικαστήριο αυτό, η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους τους ψευδείς ισχυρισμούς των(τότε) αντιδίκων τους περί σύναψης εργολαβικού δίκης με τον Δ.
Τ. και εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι, όπως σε εκείνη την περίπτωση, έτσι και στην παρούσα αποφεύγουν την καταβολή συμφωνημένου ποσοστού αμοιβής στον αναιρεσίβλητο από εργολαβικό δίκης. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού: Όσον αφορά τη μη λήψη υπόψη των ως άνω ένορκων βεβαιώσεων και της υπ' αριθμ. 298/2016 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, δεν εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο έγινε η επίκληση αυτών στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Περαιτέρω, όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, δεν αναφέρεται επίσης, σε περίπτωση που προσκομίσθηκαν ως ιδιαίτερα και αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, ότι κλητεύθηκε ο αντίδικος τους (εναγόμενος-εκκαλών ήδη αναιρεσίβλητος) και προσκομίστηκε με επίκληση στο Δικαστήριο της ουσίας η έκθεση επίδοσης, από την οποία προκύπτει η ημερομηνία και ο χρόνος κλήτευσης του ή αν προσκομίσθηκαν για να χρησιμοποιηθούν ως δικαστικά τεκμήρια οπότε, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, κατ' αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα έγγραφα.
Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος παραπάνω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπου στο 4ο φύλλο αυτής ρητά αναφέρει ότι "[...] από την ένορκη κατάθεση των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν με επιμέλεια και των δύο διαδίκων και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, εκ των οποίων άλλα λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ δε των τελευταίων περιλαμβάνεται και η με αριθμό ...-2018 ένορκη βεβαίωση της εξετασθείσας επιμελεία των ανακοπτόντων μάρτυρος, Μ.
Β. συζ. Γ. Σ. που λήφθηκε στα πλαίσια άλλης μεταξύ των διαδίκων δίκης (βλ. για το ότι οι ένορκες βεβαιώσεις συνιστούν δικαστικά τεκμήρια [...], από την με αριθμό ...-2021 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα των ανακοπτόντων, Γ. Σ. του Ε., που έλαβε χώρα ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Μ. του Α. κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του καθ'ου η ανακοπή να παραστεί σε αυτή (βλ.
τη με αριθμό ...-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Σ. Κ.) καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη( άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά [...]" και όπου στην οπίσθια σελίδα του έβδομου φύλλου αυτής, επίσης, ρητά αναφέρει την υπ' αριθμ. 298/2016 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις προαναφερθέν περιεχόμενο αυτής, αναμφίβολα προκύπτει ότι τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις [και μάλιστα με ρητή αναφορά της υπ' αριθμ. ...-2018 ένορκης βεβαίωσης της μάρτυρα Μ.
Β. συζ. Γ. Σ., αν και κατά προεκτεθέντα δεν ήταν υποχρεωμένο να την μνημονεύσει ειδικά], για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του Δικαστηρίου, που είναι αντίθετο από εκείνο, που κατά τους αναιρεσείοντες είναι ορθό. Το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, ενώ επίσης, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η απόδοση μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι αυτά, στα οποία στηρίχθηκε το Εφετείο, ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς, δεν ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ. Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναίρεσης, όσον αφορά α) τη μη λήψη υπόψη της ομολογίας του καθ'ου η ανακοπή ήδη αναιρεσίβλητου, ότι εισέπραξε το ποσό των 10.000 ευρώ, προκειμένου να συμφωνήσει στην ανάκληση του συμφωνητικού, η οποία (ομολογία ) συνάγεται λόγω της μη αμφισβήτησης του σχετικού ισχυρισμού με τις προτάσεις του στον πρώτο βαθμό εκ μέρους του αναιρεσίβλητου και β) της υπ' αριθμ. 81/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, πρέπει ν' απορριφθεί. 'Οσον αφορά το υπό στοιχείο (α) σκέλος του, ο αναιρετικός αυτός λόγος κρίνεται απορριπτέος, καθότι, αφ'ενός μεν η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες "ομολογία" δεν αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της διαφοράς, ήτοι στην κατάρτιση της συμφωνίας ανάκλησης του συμφωνητικού και, συνεπώς, δεν συνιστά το αποδεικτικό μέσο της δικαστικής (έμμεσης) ομολογίας για τη μη λήψη υπόψη του οποίου παραπονούνται οι αναιρεσείοντες, αλλά αποτελεί απλώς βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο ως άνω γεγονός (ΑΠ 81/2022, ΑΠ 403/2017, ΑΠ 115/2007) αφ'ετέρου δε, διότι η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, κατ' άρθρο 261 του ΚΠολΔ περί συναγωγής ή μη ομολογίας αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο.
Σε κάθε περίπτωση ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος γιατί με το σύνολο των ανωτέρω αιτιάσεων, πλήττεται, με την επίφαση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου. Όσον αφορά το υπό στοιχείο (β') σκέλος του, ο αναιρετικός αυτός λόγος κρίνεται επίσης απορριπτέος ως αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, γιατί δεν προσδιορίζεται επαρκώς, ούτε εξειδικεύεται το περιεχόμενο της πιο πάνω δικαστικής απόφασης (υπ'αριθμ. 81/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας), προκειμένου να κριθεί, αν αφορούσε πραγματικά περιστατικά με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της παρούσας δίκης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται να εντοπίζεται η αντίφαση των διατάξεων στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, εκτός αν η αντίφαση έχει την μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών, οπότε στην περίπτωση αυτή ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Η ύπαρξη δε αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο, όταν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού, εξαιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης (ΑΠ 1040/2023, ΑΠ 696/2021, ΑΠ 957/2021, ΑΠ 854/2019, ΑΠ 537/2016).
Με τον πρώτο, κατά τα σκέλη αυτού με αρίθμηση 32,33,34 και 35 από τους αριθμούς 17 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με τον ουσιώδη για την επίλυση της ένδικης διαφοράς ισχυρισμό τους περί τελεσίδικης ικανοποίησης αυτών, προκειμένου ο καθ'ου η ανακοπή ήδη αναιρεσίβλητος να δικαιούται τη συμφωνηθείσα με το εργολαβικό-εκχωρητήριο αμοιβή γιατί, ενώ δέχθηκε, ότι αυτός δεν παραστάθηκε στο Εφετείο στο όνομα και για λογαριασμό της πρώτης ανακόπτουσας - πρώτης εκκαλούσας ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, αφού η κατατεθείσα εκ μέρους του για λογαριασμό της έφεση ήταν εκπρόθεσμη και λόγω εκκρεμοδικίας απαράδεκτη, και για λογαριασμό αυτής παραστάθηκε η δικηγόρος Λάρισας Ιωάννα Πετρωτού, εξ αιτίας της οποίας το αρχικά επιδικασθέν ποσό των 120.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ανήλθε στο ποσό των 200.000 ευρώ, στη συνέχεια εντελώς αντιφατικά δέχεται ότι η τελεσφόρα εκδίκαση της έφεσης, συνεπεία της οποίας το αρχικά επιδικασθέν ποσό για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης αυξήθηκε κατά τα παραπάνω, οφείλεται, κυρίως, στις ενέργειες του καθ'ου η ανακοπή ήδη αναιρεσίβλητου, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και σε κάθε περίπτωση από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, αφού δεν αιτιολογείται επαρκώς με ποιο τρόπο και ποιες ενέργειες του καθ'ου η ανακοπή ήδη αναιρεσίβλητου επιτεύχθηκε η τελεσφόρα εκδίκαση της έφεσης της πρώτης ανακόπτουσας ήδη πρώτης αναιρεσείουσας.
Ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, γιατί οι φερόμενες ως αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποτελούν αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό αυτής που να εμποδίζουν την εκτέλεσή της, με συνέπεια να μην συγκροτούν τον αντίστοιχο από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη.
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ίδιου πιο πάνω λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αμέσως πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει πλήρεις αιτιολογίες όσον αφορά τις ενέργειες του καθ'ου η ανακοπή ήδη αναιρεσίβλητου για την τελεσφόρα εξέλιξη της υπόθεσης για την πρώτη ανακόπτουσα- πρώτη εκκαλούσα ήδη πρώτη αναιρεσείουσα και ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ της παραδοχής ότι η έφεση της πρώτης ανακόπτουσας - πρώτης εκκαλούσας ήδη πρώτης αναιρεσείουσας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, αφού με βάση τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο καθ' ου η ανακοπή ήδη αναιρεσίβλητος παραστάθηκε για λογαριασμό της ως εφεσίβλητος στην αντίθετη έφεση του νοσοκομείου και περαιτέρω προέβη και σε ενέργειες(αποστολή εξωδίκων αιτήσεων προς το Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας και το Υπουργείο Υγείας) για την πληρωμή των επιδικασθέντων χρηματικών ποσών στους αναιρεσείοντες.
Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ίδιου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 75/2022,ΑΠ 233/2020,ΑΠ 402/2019, ΑΠ 1953/2017). Ως έγγραφα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 έως 465 του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα.
Όμως δεν αποτελούν έγγραφα για τη θεμελίωση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου που περιέχουν τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, κατά το μέρος που περιλαμβάνουν τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας (ΑΠ 144/2019, ΑΠ 22/2018, ΑΠ 1843/2014, ΑΠ 5/2011, ΑΠ 1300/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 669/2018, ΑΠ 1350/2017).
Στην περίπτωση δε που το αποδεικτικό μέσο έχει προσκομίσει με επίκληση ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, οπότε αυτό καθίσταται κοινό(άρθρο 346 ΚΠολΔ), για να ιδρυθεί ο από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, πρέπει ο αναιρεσείων να επικαλεσθεί το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του(ΑΠ 349/2021, ΑΠ 517/2017, ΑΠ 161/2017,ΑΠ 1967/2009, ΑΠ1212/2009) και τούτο πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, για το ορισμένο του σχετικού λόγου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, κατά τα σκέλη αυτού με αρίθμηση 16 και 17, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παραμόρφωσης των με αριθμό 7272/2021 πρακτικών συνεδρίασης της πρωτοβάθμιας δίκης, καθ' ο μέρος αυτά περιέχουν την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα απόδειξης Β.
Ν., με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, (τα οποία επιλεκτικά αναφέρει), προφανώς διαφορετικά, από αυτά τα οποία εκείνος κατέθεσε ως μάρτυρας και περιέχεται στα εν λόγω πρακτικά και με το δεύτερο, κατά το σκέλος αυτού με αρίθμηση 44, λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 11γ'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τα ως άνω πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο εκκαλών ήδη αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και στα οποία περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Β.
Ν., που είχε ουσιώδη επιρροή στην απόδειξη του ισχυρισμού τους περί της συμφωνημένης, κατ' άρθρο 361 ΑΚ, ανάκλησης του επίδικου εργολαβικού. Ο πρώτος, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα πρακτικά συνεδρίασης της δίκης, κατά το μέρος που περιλαμβάνουν τις μαρτυρικές καταθέσεις, δεν αποτελούν έγγραφο, κατά την έννοια του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεκτικό παραμόρφωσης.
Ο δεύτερος, από τον αριθμό 11γ' του ίδιου ως άνω άρθρου, λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας διότι οι αναιρεσείοντες δεν διαλαμβάνουν σ' αυτόν, ότι το ως άνω αποδεικτικό μέσο, που με επίκληση προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας ο αντίδικός τους, στη συνέχεια το επικαλέσθηκαν οι ίδιοι με αναφορά του περιεχομένου του στο Εφετείο, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους, περί ανάκλησης του ένδικου συμφωνητικού περί εργολαβίας δίκης, με καταβολή στον αναιρεσίβλητο ποσού 10.000 ευρώ.
Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι πιο πάνω σωρευτικά ασκούμενοι λόγοι, ο πρώτος κατά το οικείο σκέλος του από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο οποίος αναφέρεται στην παραμόρφωση των πρακτικών του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσον αφορά την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Β. Ν. και ο δεύτερος, κατά το σκέλος του από τον αριθ. 11 γ' του ως άνω ίδιου άρθρου για μη λήψη υπόψη της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα, που περιέχεται στα ίδια πρακτικά πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως, καθόσον η παραμόρφωση εγγράφου προϋποθέτει κατ' ανάγκην την λήψη υπόψη αυτού και την αποδεικτική αξιολόγηση του, ενώ αντίστοιχα η μη λήψη υπόψη αυτού δεν μπορεί κατά λογική αναγκαιότητα να οδηγήσει στην παραμόρφωση του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ένδικων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ.2 εδ. β' του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του Δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο της ουσίας (AΠ 926/2023, ΑΠ 775/2023, ΑΠ 502/2022, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 707/2019).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή ανάλογα κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, μπορούσε να προταθεί για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Η τελευταία αυτή περίπτωση όμως δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής σε δίκες ανακοπής κατά Διαταγής Πληρωμής, όπου οι σχετικοί ισχυρισμοί του καθ'ου η Διαταγή Πληρωμής, καταλυτικοί του κύρους της τελευταίας, είτε αυτοί αναφέρονται σε τυπικές ελλείψεις για την έγκυρη έκδοση της Διαταγής Πληρωμής, στις οποίες περιλαμβάνεται η αοριστία της αίτησης βάσει της οποίας εκδόθηκε η Διαταγή Πληρωμής και το εκκαθαρισμένο της απαίτησης, είτε αφορούν την ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης μπορούν να προβληθούν μόνο με λόγο ανακοπής ή πρόσθετο λόγο ανακοπής, κατ' εφαρμογή των άρθρων 632,633 και 585 παρ.2 του ΚΠολΔ, καθόσον η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ΚΠολΔ κατισχύει ως ειδική της γενικής διάταξης του άρθρου 527 του ΚΠολΔ (ΑΠ 811/2022, ΑΠ 99/2020, ΑΠ1298/2018, ΑΠ 1323/2011).
Όπως δε επίσης προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης και συνεπώς και σε εκείνο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 617/2022, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 14/2017).Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το Δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνον δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 1048/2022, ΑΠ 765/2021, ΑΠ 1358/2018, ΑΠ 576/2015 ΑΠ 2001/2009), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 933/2019, ΑΠ 576/2015,ΑΠ 1518/2008).
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 (ως εκ του χρόνου έκδοσης της ένδικης Διαταγής Πληρωμής) κατά τις διατάξεις των άρθρων 624 έως 636 του ίδιου Κώδικα μπορεί να ζητηθεί η έκδοση Διαταγής Πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά και η απαίτηση, καθώς και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, η με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης του οφειλέτη.
Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση Διαταγής Πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 117 ή 118 και η παράγραφος 1 του άρθρου 119, β) αίτηση για την έκδοση Διαταγής Πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου στην αίτηση για την έκδοση Διαταγής Πληρωμής πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.
Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ.1 περ. α' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 623 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση Διαταγής Πληρωμής δεν απαιτείται να εκτίθεται, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως, ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση από την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσης της και που δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 1131/2020, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 330/2012, ΑΠ 15/2007) ενώ, περαιτέρω, απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της (ΑΠ 1166/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 330/2012, ΑΠ 1391/2011).
Όπως ήδη αναφέρθηκε η τυχόν αοριστία της αίτησης, βάσει της οποίας εκδόθηκε Διαταγή Πληρωμής, μπορεί ν' αποτελέσει (μόνο) λόγο ανακοπής ή πρόσθετο λόγο ανακοπής κατά του κύρους της Διαταγής Πληρωμής, η δε παραδοχή ή απόρριψη του σχετικού περί αοριστίας λόγου ανακοπής από το Δικαστήριο της ουσίας με την αιτιολογία ότι η σχετική αίτηση δεν περιείχε ή περιείχε αντίστοιχα τα προαναφερθέντα για το ορισμένο αυτής στοιχεία, ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1090/2018, ΑΠ 1221/2017).
Στην περίπτωση αυτή για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται σ' αυτόν το ακριβές περιεχόμενο της αίτησης, με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη Διαταγή Πληρωμής και σε τι συνίσταται, κατά τον αναιρεσείοντα, η αοριστία και περαιτέρω να διαλαμβάνεται ότι τ' ανωτέρω αποτέλεσαν περιεχόμενο λόγου ανακοπής ή πρόσθετου λόγου.
Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης αποτελεί και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, το έννομο συμφέρον, η συνδρομή του οποίου ερευνάται και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, προκύπτει, κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει, δε, να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου, ο οποίος υφίσταται τη βλάβη.
Βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του αναιρεσείοντος ή γίνονται ολικά ή μερικά έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει σχετική διάταξη (ΑΠ 284/2024, ΑΠ 1054/2021, ΑΠ 1495/2014). Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο, υπάρχει δε όταν εξαιτίας της προβαλλόμενης αναιρετικής πλημμέλειας της προσβαλλόμενης απόφασης βλάπτονται ή εκτίθενται σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένα (ιδιωτικά) δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση (ουσιαστική ή δικονομική), (ΑΠ 553/2021, ΑΠ 872/2020, ΑΠ 1271/2019, ΑΠ 1241/2008, ΑΠ 1921/2009)
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι επί λέξει ότι: α) "[...]Η αναιρεσιβαλλόμενη παρά την εγκύρως και παραδεκτώς προβληθείσα από εμάς αοριστία και το δικονομικώς απαράδεκτο της επίδικης Αίτησης του Αναιρεσιβλήτου για την έκδοση της με αριθμ.
Διαταγής Πληρωμής, έσφαλε απορρίπτοντας τον συναφή λόγο μας και ως εκ τούτου είναι αναιρετέα κατά την ΚΠολΔ 559 αρ. 14[...] ", διαλαμβάνοντας στη συνέχεια β) ότι η απαίτηση του αναιρεσίβλητου είναι μη εκκαθαρισμένη, καθώς το ποσό των 43.933,33 ευρώ που με την εν λόγω Διαταγή Πληρωμής επιτάσσεται η πρώτη απ' αυτούς να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο δεν προκύπτει ούτε από τον επίδικο τίτλο, ούτε από την σχετική αίτηση ούτε από το συνδυασμό των προσκομιζόμενων εγγράφων, όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 916 και 624 του ΚΠολΔ, καθόσον, όσον αφορά την πρώτη ανακόπτουσα ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, η απαίτηση του καθ'ού ήδη αναιρεσίβλητου σε βάρος της, ύψους 43.939,99 ευρώ, δεν θα έπρεπε να υπολογιστεί με βάση το ποσό ύψους 200.000 ευρώ που τελικά της επιδικάσθηκε με την υπ'αριθμ. 298/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, αφού αυτό δεν οφείλεται σε δικαστικές ενέργειες του καθ'ου η ανακοπή ήδη αναιρεσίβλητου.
Ο παραπάνω τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το υπό στοιχείο (α) σκέλος, είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αίτησης για την έκδοση της ένδικης Διαταγής Πληρωμής και σε τι συνίσταται η αοριστία αυτής, ούτε επίσης διευκρινίζεται στο λόγο αναίρεσης εάν οι σχετικές ελλείψεις αποτέλεσαν περιεχόμενο λόγου ανακοπής κατά της Διαταγής Πληρωμής, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα, δηλαδή εάν η σχετική αίτηση περιέχει επαρκή έκθεση των στοιχείων, που είναι αναγκαία για την έκδοσή της ή όχι, και στην τελευταία περίπτωση, εάν το Εφετείο θεωρώντας εσφαλμένα ότι τα στοιχεία αυτά εκτίθενται με επάρκεια, την έκρινε ορισμένη και νόμιμη και δεν απέρριψε τον περί τούτου λόγο ανακοπής κατά της ένδικής Διαταγής Πληρωμής.
Τέλος ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το υπό στοιχείο (β) σκέλος του, όσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα, είναι απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος, αφού ως εκ του περιεχομένου του αφορά αποκλειστικά την πρώτη αναιρεσείουσα. Σύμφωνα με το άρθρο 623 του ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση Διαταγής Πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ. 1 του ΚΠολΔ η έκδοση Διαταγής Πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 696/2021, ΑΠ 1670/2014).
Περαιτέρω, από το άρθρο 916 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι "Αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί να γίνει, αν από τον εκτελεστό τίτλο δεν προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής", συνάγεται ότι για να πραγματοποιηθεί η αναγκαστική εκτέλεση, δεν αρκεί να υπάρχει εκτελεστός τίτλος, πρέπει επιπλέον αυτός να ενσαρκώνει αξίωση, μεταξύ άλλων, εκκαθαρισμένη. Εκκαθαρισμένη δε, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο είναι η απαίτηση όταν αυτή προκύπτει από τον τίτλο κατά ποσότητα και ποιότητα είναι δε εκκαθαρισμένη η απαίτηση και όταν το ποσό αυτής δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με την διενέργεια μαθηματικών πράξεων. (ΑΠ 1048/2022, ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014 ΑΠ 653/2013).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του εδώ ερευνώμενου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτου και τελευταίου λόγου αναίρεσης, κατά το υπό στοιχείο (β) σκέλος του, προκύπτει ότι αυτή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της, δέχθηκε τα εξής:
"...Περαιτέρω, με τον δεύτερο επικουρικό λόγο της ανακοπής τους, κατ'ορθή εκτίμησή του οι ανακόπτοντες διατείνονται ότι το επίδικο εργολαβικό δίκης κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης είναι ανίσχυρο και η απαίτηση του καθ' ου σε βάρος τους δεν είναι εκκαθαρισμένη, διότι το ποσό που διατάσσονται να καταβάλλουν στον καθ' ου δεν προκύπτει ούτε από τον τίτλο, ούτε από την αίτηση έκδοσής του ούτε και από τα προσκομιζόμενα από τον καθ' ου έγγραφα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Ειδικότερα ο νυν καθ' ου αιτών την έκδοση της ένδικης Διαταγής Πληρωμής ανέφερε σ'αυτήν (αίτηση), κατά τα προαναφερόμενα όλα τα απαραίτητα για το ορισμένο αυτής στοιχεία, ανέφερε δε και προσκόμισε κατά την έκδοσή της όλα τα απαραίτητα εκείνα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτησή του σε βάρος των ανακοπτόντων και καθιστούν αυτήν εκκαθαρισμένη και συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων: 1) το από 6-8-2012 εργολαβικό δίκης και εκχωρητήριο 2) τις ως άνω προτάσεις των ανακοπτόντων - τότε εναγόμενων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας(ειδική διαδικασία), κατά τη δικάσιμο 21-12-2018, που κατατέθηκαν από αυτούς στο πλαίσιο της δίκης με τους κληρονόμους του άλλοτε δικηγόρου τους, Δ.
Τ. καθώς και του προαναφερόμενου συνεργάτη του, δικηγόρου Καρδίτσας, για την καταδίκη τους προς καταβολή δικηγορικής αμοιβής, στις οποίες, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα ανωτέρω, διατείνονται ότι ποτέ δεν υπογράφηκε μεταξύ των ιδίων, του πατέρα τους Β. Ν. και του ως άνω δικηγόρου εργολαβικό δίκης, αλλά ότι αυτοί υπέγραψαν το ως άνω εργολαβικό δίκης με το δικηγόρο Ν.
Δ.- καθ'ου η ανακοπή 3) τα με αριθμό 55/2015 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, 4)το με αριθμό πρωτ. ...-2018 έγγραφο του Διοικητή του προαναφερόμενου νοσοκομείου, με θέμα: χορήγηση αντιγράφων-εγγράφων-χρηματικών ενταλμάτων, 5) το με αριθμό ...-2017 χρηματικό ένταλμα πληρωμής ποσού 200.000 ευρώ με δικαιούχο την Ο.
Ν., 6) το με αριθμό ...-2017 χρηματικό ένταλμα πληρωμής ποσού 200.000 ευρώ με δικαιούχο τον Γ. Ν., 7) το με αριθμό ...-2018 χρηματικό ένταλμα πληρωμής καθαρού ποσού 92.933 ευρώ για καταβολή οφειλόμενων τόκων επί του ανωτέρω ποσού των 200.000 ευρώ με δικαιούχο την Ο. Ν., 8) το με αριθμό ...-2018 χρηματικό ένταλμα πληρωμής καθαρού ποσού 92.933 ευρώ για καταβολή οφειλόμενων τόκων επί του ανωτέρω ποσού των 200.000 ευρώ με δικαιούχο τον Γ.
Ν., 9) την με αριθμό 1286/2013[ ενν. 298/2016, όπως άλλωστε διαλαμβάνεται τόσο στην αίτηση για την έκδοση Διαταγής Πληρωμής όσο και στην .../2019 Διαταγή Πληρωμής] τελεσίδικη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας και 11) την από 09-04-2018 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1559/1986 του Γ. Ν. προς το Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας. Από τα ως άνω έγγραφα προκύπτει με σαφήνεια το ποσό που οι τότε καθ ων η Διαταγή Πληρωμής και νυν ανακόπτοντες διατάσσονται να καταβάλουν στον καθ'ου με την ένδικη Διαταγή Πληρωμής, το οποίο επίσης αναλυτικά προσδιορίζεται στην αίτηση έκδοσης της Διαταγής Πληρωμής, καθώς και στην τελευταία.
Συνακόλουθα προκύπτει, κατά τα προαναφερόμενα, ότι η απαίτηση του καθ'ου κατά των αιτούνταν είναι πλήρως εκκαθαρισμένη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, η απαίτηση του αναιρεσίβλητου, ύψους 43.933,33 ευρώ για την οποία αυτός ζήτησε την έκδοση της ένδικης Διαταγής Πληρωμής σε βάρος και της πρώτης αναιρεσείουσας ήταν εκκαθαρισμένη, αφού αυτή δεν εξαρτάτο από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό αυτής ήταν ορισμένο(το προαναφερόμενο), σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 624 του ΚΠολΔ, προέκυπτε δε και από τη σχετική αίτηση για την έκδοση της εν λόγω Διαταγής Πληρωμής, καθώς και από τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση και επισυναπτόμενα στην σχετική αίτηση έγγραφα.
Επομένως, ορθά έκρινε το Εφετείο, όσον αφορά το εκκαθαρισμένο , κατά το άρθρο 624 του ΚΠολΔ, της εν λόγω απαίτησης και ο πιο πάνω τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, κατά το υπό στοιχείο (β) σκέλος του, καθό μέρος οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Καθό μέρος οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι η απαίτηση δεν προκύπτει από τον εκτελεστό τίτλο, όπως απαιτείται από το άρθρο 916, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι από την επισκόπηση του εκτελεστού τίτλου (με αριθ..../2019 διαταγή πληρωμή) προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσείουσα διατάσσεται να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 43.939,99 ευρώ νομιμότοκα από 19-2-2018 και συνεπώς η σχετική απαίτηση, μη εξαρτώμενη από αίρεση ή προθεσμία, προκύπτει κατά ποσότητα και ποιότητα από τον εκτελεστό τίτλο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε προσηκόντως κατά την παρούσα συζήτηση και κατέθεσε προτάσεις(άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου με αριθμό .../2023, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, στους αναιρεσείοντες.
Απορρίπτει την από 19 Μαϊου 2023 με αριθμό καταθ. 1396/129/19-5-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 62/12-1-2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ