Supreme Court dismisses appeal on vague grounds and failure to prove ignored evidence was critical.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's decision regarding a construction contract dispute. The appellants argued that the lower court ignored specific evidence proving they delivered designs, but the court found their appeal grounds vague and failed to identify the exact evidence claimed. Consequently, the court ruled that the lower court had already considered all relevant documents and evidence, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 307, 559, and 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on vague grounds or failure to prove that ignored evidence was critical to the case must be dismissed as the lower court is presumed to have considered all submitted evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1685 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1685/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία «Ν. Α. & Σ. Ε.Ε», που εδρεύει στον Κ. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ν. Α., κατοίκου Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αγαπηνό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία «Α. Τ. Ο..Ε.., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουκά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/7/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 24/4/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1858/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2042/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/8/2017 αίτησή της και τους από 2/7/2018 πρόσθετους λόγους αυτής.
Με την υπ' αριθμ. 32/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση, καθώς και ότι ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.
Η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση, αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 32/2023, ΑΠ 936/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, νομίμως φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20.3.2023), η από 25.8.2017 αίτηση αναίρεσης 1) της εταιρίας «Ν.
Α. & Σ. Ε..Ε.. και 2) του Ν. Α. κατόπιν της από 15.2.2022 με αριθμό 32/2022 Πράξης του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος, λόγω επανασυζήτησης της υπόθεσης κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, γιατί, μετά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο της 1.10.2018, δεν έλαβε χώρα διάσκεψη της υπόθεσης και κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης για τον αναφερόμενο στην ως άνω Πράξη λόγο (σοβαρό πρόβλημα υγείας της ορισθείσας Εισηγήτριας Αρεοπαγίτου).
Οι διάδικοι παρέστησαν νομίμως κατά τη σημερινή επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση, η οποία αποτελεί, όπως εκτέθηκε στην ανωτέρω νομική σκέψη, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση.
ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2042/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε επί της από 5.10.2015 έφεσης της αναιρεσίβλητης εταιρίας κατά της υπ' αριθ. 1858/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατόπιν συνεδίκασης των αντίθετων αγωγών των διαδίκων, είχε απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, η από 24.7.2006 αγωγή αυτής (αναιρεσίβλητης) και είχε γίνει εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η αντίθετη από 24.4.2008 αγωγή των αναιρεσειόντων ως προς την πρώτη αυτών, αναγνωριζομένης της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης να καταβάλει νομιμοτόκως στην τελευταία (πρώτη αναιρεσείουσα εταιρία) το ποσό των 38.475 ευρώ ως οφειλόμενη συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή της από την αναφερόμενη σύμβαση έργου, που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης εταιρίας και, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και κράτησε προς συνεκδίκαση τις ως άνω αντίθετες αγωγές, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την αγωγή των αναιρεσειόντων και δέχθηκε εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την αντίθετη αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση αυτών (αναιρεσειόντων) να καταβάλουν νομιμοτόκως, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, στην τελευταία το συνολικό ποσό των 98.852,16 ευρώ, που της οφείλεται α) ως αποζημίωση για τη θετική ζημία της και β) ως κατάπτωση της προβλεπόμενης στην επίδικη σύμβαση έργου ποινικής ρήτρας, κατόπιν της λύσης της ως άνω σύμβασης λόγω καταγγελίας της από την αναιρεσίβλητη για τον αναφερόμενο σπουδαίο λόγο (αθέτηση από τους αναιρεσείοντες της βασικής συμβατικής υποχρέωσής τους).
Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε την 12.9.2017, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η τελευταία δημοσιεύθηκε την 2.5.2017 χωρίς να προκύπτει επίδοσή της στους αναιρεσείοντες (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επίσης, παραδεκτώς ασκήθηκαν και οι από 2.7.2018 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες στην γραμματεία του Αρείου Πάγου την 27.7.2018 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη εταιρία την 30.7.2018 (βλ. την υπ' αριθ. ....'/30.7.2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, Κ.
Κ.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα αρχική ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (την 1.10.2018), αφού αυτοί (πρόσθετοι λόγοι) αφορούν στο ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττεται και με την αναίρεση (άρθρο 569 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης καθώς και το δικόγραφο των πρόσθετων αυτής λόγων, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, άλλως η αγωγή δεν είναι ορισμένη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως λόγω έλλειψης προδικασίας.
Το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σ` αυτήν των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία και θεμελιώνουν το αίτημα αυτής (ποσοτική και ποιοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η κρίση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντιθέτως έκρινε αυτή αόριστη, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και διαλαμβάνονταν στην αγωγή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 753/2020, ΑΠ 1711/2017).
Ειδικότερα, η κρίση του δικαστηρίου ότι η αγωγή είναι ορισμένη παρά την ανεπαρκή έκθεση των αναγκαίων στοιχείων αυτής, ελέγχεται αναιρετικώς μέσω του λόγου του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση συγχωρείται, εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαιώματος ή απαράδεκτο (ΑΠ 1475/2021, ΑΠ 603/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1711/2017, ΑΠ 966/2017).
Η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, πλην, όμως, δεν αφορά τη δημόσια τάξη, αφού συνιστά έλλειψη αυτοτελούς διαδικαστικής προϋπόθεσης και όχι προδικασίας, εξυπηρετώντας προεχόντως τα ιδιωτικά συμφέροντα των διαδίκων, και, συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο νόμιμος τρόπος προβολής του (ΑΠ 753/2020, ΑΠ 603/2019, ΑΠ 1711/2017).
Ενόψει δε του ότι αφορά σε ισχυρισμό που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα, μπορεί να προταθεί το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 953/2017). Αν, συνεπώς, προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και ο αναιρεσείων ήταν εφεσίβλητος, που έχει νικήσει πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο Εφετείο (ΑΠ 753/2020, ΑΠ 907/2015) με αναφορά των συγκεκριμένων αοριστιών που προσδιορίζονται και στο αναιρετήριο (ΑΠ 597/2015, ΑΠ 1363/2008), ενώ σ' αυτό πρέπει, επίσης, να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που, επίσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1475/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγο αναίρεσης (κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του) προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της ένδικης αγωγής λόγω αοριστίας ως προς την αιτούμενη θετική ζημία για τα έτη 2004 και 2005, γιατί οι παρατιθέμενες στο αγωγικό δικόγραφο φερόμενες δαπάνες της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) δεν προσδιορίζονται επακριβώς ως προς την αιτία, το είδος και την αξία εκάστης αυτών, χωρίς όμως να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι οι αναιρεσείοντες πρότειναν στο Εφετείο την ήδη προβαλλόμενη αοριστία.
Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, ο λόγος αυτός είναι αόριστος. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των από 13.10.2016 προτάσεων των αναιρεσειόντων στο Εφετείο προκύπτει ότι ο προβληθείς περί αοριστίας της ένδικης αγωγής ισχυρισμός τους εντοπίστηκε όχι σε ελλείψεις στην περιγραφή των αναφερόμενων δαπανών της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) αλλά σε ελλείψεις στον προσδιορισμό αφενός της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του δευτέρου αυτών (αναιρεσειόντων) και αφετέρου του τρόπου στοιχειοθέτησης της υπαιτιότητάς τους.
Επομένως, ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, γιατί προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου χωρίς να συντρέχουν οι εξαιρετικές περιπτώσεις της ανωτέρω διάταξης.
ΙV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει, ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, με την παράδοση του έργου. Επί σύμβασης έργου ο εργοδότης έχει, κατά το άρθρο 700 ΑΚ, το δικαίωμα να καταγγείλει, οποτεδήποτε έως την αποπεράτωση του έργου, τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε αυτή λύεται για το μέλλον και υποχρεούται πλέον ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που αυτό βρίσκεται κατά την καταγγελία, καταβάλλοντας ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία, πάντως, ύστερα από ένστασή του, αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί.
Όμως, εφόσον η σύμβαση λύνεται με την ανωτέρω καταγγελία μόνο για το μέλλον, ενώ διατηρείται ισχυρή για τον προηγούμενο χρόνο με διαφύλαξη των μέχρι τότε δικαιωμάτων του καταγγείλαντος, συνεπώς και εκείνων που προήλθαν από την υπερημερία του εργολάβου, συνάγεται, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 343 εδ.
α', 297, 298 και 700 ΑΚ, ότι ο εργοδότης μπορεί να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη εξαιτίας της, από υπαιτιότητα του εργολάβου, καθυστέρησης προς εκπλήρωση της παροχής κατά το διάστημα προ της καταγγελίας (ΑΠ 1051/2020, ΑΠ 1283/2017, ΑΠ 358/2014, ΑΠ 1474/2013). Η καταγγελία είναι δικαιοπραξία μονομερής, απευθυντέα, αμετάκλητη και αναιτιώδης και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο.
Είναι άτυπη και μπορεί να γίνει και σιωπηρά, εφόσον τούτο συνάγεται σαφώς από τα συντρέχοντα περιστατικά. Πάντως, η ως άνω διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ περιέχει κανόνα ενδοτικού δικαίου και, γι` αυτό, είναι ισχυρές αντιθέτου περιεχομένου συμφωνίες (άρθρο 361 ΑΚ), με τις οποίες ορίζεται διαφοροποίηση στη ρύθμιση από εκείνη της διάταξης (ΑΠ 1051/2020, ΑΠ 358/2014, ΑΠ 1474/2013).
Δηλαδή με αντιθέτου περιεχομένου συμφωνίες, μπορεί να περιορίζεται το δικαίωμα του εργοδότη από το άρθρο 700 ΑΚ με την άσκηση αυτού μόνο αν συντρέξουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις (π.χ. υπαίτια παράβαση συγκεκριμένων υποχρεώσεων του εργολάβου, σπουδαίος λόγος) ή να καταλύεται, δηλαδή να χωρεί έγκυρη παραίτηση του εργοδότη από το δικαίωμα της καταγγελίας ή να παραχωρούνται περισσότερα δικαιώματα στον εργοδότη, όπως απαλλαγή από καταβολή της αμοιβής ή να περιορίζεται η υποχρέωση σε ορισμένο ποσοστό ή να ορίζεται ποινική ρήτρα, σε περίπτωση καταγγελίας, η οποία αντικαθιστά τις υποχρεώσεις από τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, ή είναι πέραν αυτών (ΑΠ 1051/2020, ΑΠ 71/2016, ΑΠ 358/204).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1382/2019).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019), ενώ τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον ανωτέρω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 753/2020, ΑΠ 50/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εταιρεία "Α. Τ. Ο..Ε." (αναιρεσίβλητη) είναι εταιρεία κατασκευής, παραγωγής και εμπορίας δερμάτινων ειδών και δραστηριοποιείται στην αγορά από το έτος 1978 (υπό άλλη τότε νομική μορφή), συνεργαζόμενη με πολλές εταιρείες και δημιουργούς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και η ποιότητα των προϊόντων που κατασκευάζει και εμπορεύεται την έχει καθιερώσει στην εσωτερική αγορά ως μία εκ των κορυφαίων στον τομέα της.
Ενδεικτικώς, η εν λόγω εταιρεία είναι από το έτος 1993 δικαιούχος των σημάτων "G. L." σε δερμάτινα πορτοφόλια και έχει το δικαίωμα παραγωγής και διάθεσης στην Ελλάδα και στην Κύπρο των ειδών με την ετικέτα "G. L.", σχεδιασμού του γαλλικού οίκου, ο οποίος σχεδιάζει και παραδίδει τις συλλογές για κάθε κολεξιόν, ενώ από το έτος 2006, η συνεργασία της επεκτάθηκε και στον τομέα των δερμάτινων γαντιών.
Το καλοκαίρι του έτους 2003, ο σχεδιαστής ένδυσης και ειδών μόδας Ν. Α. (δεύτερος αναιρεσείων) ζήτησε από την ως άνω εταιρεία να συνεργαστούν για την παραγωγή δερμάτινων ειδών και, συγκεκριμένα, να αναλάβει την σχεδίαση δερμάτινων ειδών που η εταιρεία αυτή θα παρήγαγε... Τελικώς, την 1-12-2003, η εταιρεία "Α. Τ. Ο..Ε.." υπέγραψε με το Ν.
Α. σύμβαση συνεργασίας τετραετούς διάρκειας και συγκεκριμένα για τις περιόδους ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ - ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2004-2005 έως ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ - ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2007-2008. Ακολούθως, στις 17-06-2004, υπεισήλθε στην ανωτέρω σύμβαση και η συσταθείσα εταιρεία με την επωνυμία "Ν. Α. και ΣΙΑ Ε.Ε" (πρώτη αναιρεσείουσα), της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και ομόρρυθμος εταίρος είναι ο β' εναγόμενος, οπότε και τροποποιήθηκε το μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό.
Μέσω του εν λόγω συμφωνητικού τροποποίησης η τελευταία (ετερόρρυθμη) εταιρεία ανέλαβε όλες τις σε αυτό προβλεπόμενες για το Ν. Α. υποχρεώσεις, ο δε τελευταίος παρέμεινε με ρητά προβλεπόμενο όρο μέχρι το τέλος της παραπάνω συμβάσεως, ως εγγυητής αυτής και της ορθής εκτελέσεώς της, ευθυνόμενος -όπως συμφωνήθηκε με το τροποποιητικό συμφωνητικό- προσωπικώς και από κοινού και εις ολόκληρον με την συσταθείσα ως άνω ετερόρρυθμη εταιρεία, αφ' ενός μεν, αναλαμβάνοντας την εκ μέρους του προσήκουσα εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης, και, αφ' ετέρου, ενεργώντας αυτός και για λογαριασμό της, ως ομόρρυθμος εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπός της.
Η τροποποίηση της ανωτέρω σύμβασης και η υπεισέλευση της συσταθείσας προς τούτο εταιρείας στην προαναφερόμενη συμβατική σχέση πραγματοποιήθηκαν κατόπιν αιτήματος του Ν. Α., προκειμένου η τιμολόγηση των εκ μέρους της εταιρείας "Α. Τ. Ο..Ε." καταβληθέντων και καταβληθησομένων ποσών να γίνεται στο νομικό πρόσωπο της συσταθείσας ετερόρρυθμης εταιρείας, αντί του προσώπου του Ν.
Α., ενώ και μετά την ανωτέρω τροποποίηση της σύμβασης, κύριο αντικείμενο της μεταξύ τους ιδρυθείσας συμβατικής σχέσης, παρέμενε η συνεργασία με αυτόν, του οποίου η επαγγελματική δραστηριότητα αποτέλεσε θεμέλιο της ανωτέρω σύμβασης συνεργασίας-έργου. Περαιτέρω, με την προαναφερόμενη σύμβαση, ο Ν. Α., υπό την ανωτέρω διττή ιδιότητα του, ανέλαβε την υποχρέωση να δημιουργεί, να σχεδιάζει και να παραδίδει στην πιο πάνω (εργοδότρια) εταιρεία τα σχέδια του για κάθε κολεξιόν (ήτοι δύο φορές ετησίως) και, μάλιστα, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, όπως αναλυτικώς προβλεπόταν σε αυτήν.
Ειδικότερα δε, στο κεφάλαιο 1 της συμβάσεως ρητώς ορίστηκε ότι, ο Ν. Α., είχε την υποχρέωση να ετοιμάζει και να παραδίδει για κάθε collection τουλάχιστον ένα σχέδιο (ή περισσότερα εναλλακτικώς) για κάθε ένα από τα ακόλουθα προϊόντα: Ζώνες ανδρικές, πορτοφόλια ανδρικά, πορτοφόλια γυναικεία, δερμάτινες κλειδοθήκες ανδρικές, δερμάτινες κλειδοθήκες γυναικείες, ανδρικές τσάντες, δερμάτινα ημερολόγια (organiser), λοιπά δερμάτινα είδη (accessories) μόδας.
Περαιτέρω, στο κεφ. 4 της ως άνω συμβάσεως -με τον τίτλο "Οικονομική Συμφωνία"- προβλέπονταν οι οικονομικές υποχρεώσεις της εταιρείας "Α. Τ. Ο." προς το Ν.. Α. για την αποκλειστική εκμετάλλευση των σχεδίων του. Ειδικότερα, ανελήφθη εκ μέρους αυτής η υποχρέωση καταβολής ποσοστού 10% επί του συνολικού ετήσιου τζίρου των πωλήσεων των προϊόντων που θα παράγονταν και θα πωλούνταν με βάση τα σχέδια αυτού.
Ακόμη, περαιτέρω, συμφωνήθηκε η εταιρεία να καταβάλει σ' αυτόν, ως ελάχιστη εγγυημένη αμοιβή, και τα κατωτέρω ποσά: Για τον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας των προϊόντων (2004-05) ποσό 15.000 €. Για τον δεύτερο χρόνο (2005-2006) ποσό 16.500 €. Για τον τρίτο χρόνο (2006-2007) ποσό 18.510 και για τον τέταρτο χρόνο (2007-2008) ποσό 19.965 €. Ο αναλογών στα ανωτέρω ποσά Φ.Π.Α. (18% αρχικώς και εν συνεχεία 19%) συμφωνήθηκε επίσης να βαρύνει την ως άνω εταιρεία.
Τα ανωτέρω ποσά (ελάχιστες εγγυημένες αμοιβές) θα καταβάλλονταν από την εταιρεία ανεξαρτήτως της πωλήσεως των προϊόντων στα προβλεπόμενα, υπό 4.3, της σύμβασης χρονικά διαστήματα. Τον Αύγουστο εκάστου έτους ισχύος της συμβάσεως, μάλιστα, θα γινόταν ετήσια εκκαθάριση και η εταιρεία θα κατέβαλε στον β' εναγόμενο ποσοστό 10% επί του τζίρου των πωληθέντων προϊόντων της που είχαν παραχθεί με βάση τα σχέδια του και μόνο στην περίπτωση που το ποσοστό αυτό (10%) θα υπερέβαινε το ήδη καταβληθέν από την εταιρεία ποσό της ελάχιστης εγγυημένης αμοιβής (οπότε θα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει σ' αυτόν το τυχόν υπερβάλλον).
Εκτός από τις ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, η εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής του ΦΠΑ εφ' όλων των αμοιβών του Ν. Α. (ελάχιστες εγγυημένες αμοιβές και το τυχόν υπερβάλλον από την ετήσια εκκαθάριση). Συμφωνήθηκε, επίσης, αυτός να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την προβολή του ονόματός του καθώς και για την προώθηση των προϊόντων που θα παράγονταν με βάση την μεταξύ τους σύμβαση (όρος 5.5 της συμβάσεως).
Τέλος, στο κεφάλαιο 6 της σύμβασης, με το οποίο συμφωνήθηκε ότι όλοι οι όροι της συμβάσεως είναι ουσιώδεις, προβλέφθηκε το δικαίωμα καταγγελίας αυτής για σπουδαίο λόγο, με δικαίωμα τόσο για τη θετική όσο και για κάθε αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) για το μέρος που υπέστη τέτοια από την αθέτηση στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων του άλλου μέρους, όπως και συνομολογήθηκε, επίσης, ότι σε περίπτωση υπαίτιας αθέτησης των συμφωνηθέντων, το υπαίτιο μέρος οφείλει να καταβάλει στο έτερο εκτός της αποζημιώσεως και ποινική ρήτρα ίση με τη συνολική ελάχιστη συμφωνηθείσα αμοιβή.
Με βάση την ανωτέρω σύμβαση, ο Ν. Α. ανέλαβε ως κύρια υποχρέωση την προετοιμασία και παράδοση (αποστολή) των σχεδίων του στην εργοδότρια εταιρεία για την παραγωγή των προϊόντων και για αυτή την παροχή του (και για τις υπόλοιπες υποχρεώσεις, που συμβατικώς ανέλαβε) θα λάμβανε από την εταιρεία τις παραπάνω προβλεφθείσες συμβατικά αμοιβές του.
Κατά την πάγια δε πρακτική σε παρόμοιες συμβάσεις, αλλά και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, εάν ο σχεδιαστής αποστείλει τα σχέδια αποτυπωμένα σε έγγραφο, η αντισυμβαλλόμενη εταιρεία (προς εξασφάλιση και των δύο πλευρών) υπογράφει απόδειξη παραλαβής αυτών, ενώ εάν τα σχέδια αποσταλούν με fax, τηρείται το τηλεομοιοτύπημα ως απόδειξη παραδόσεως.
Έτσι συνέβαινε με την παραπάνω εταιρεία και με τις προηγούμενες συνεργασίες της, όπως με τον διεθνή γαλλικό οίκο G. L., που για κάθε σαιζόν και κάθε collection, απέστελλε μπλοκ με πλήρη σειρά σχεδίων για όλα τα προϊόντα, που είχαν συμφωνήσει να παράγει η εταιρεία και δια της υπογραφής των αρμοδίων εκπροσώπων της, στη συνοδευτική επιστολή, αποδεικνυόταν η παραλαβή του μπλοκ των σχεδίων.
Δηλαδή, στην υπό κρίση υπόθεση, ο Ν. Α. όφειλε να αποστέλλει τα σχέδιά του στην εταιρεία, στα προσδιορισμένα χρονικά διαστήματα, προκειμένου αυτή να ετοιμάζει, βάσει αυτών, τα αντίστοιχα προϊόντα, ενώ η παραλαβή αυτών (σχεδίων) από την εταιρεία, ακόμη και προς εξασφάλιση αυτού του ίδιου, έπρεπε -βάσει και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, όπως προαναφέρεται- να αποδεικνύεται.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, η εργοδότρια εταιρεία έπραξε ό,τι όφειλε για την υλοποίηση της παραπάνω συμβάσεως, φροντίζοντας με κάθε επιμέλεια για την παραγωγή, διάθεση, προβολή και προώθηση των προϊόντων με το σήμα αυτού (Ν. Α.), ενώ τήρησε όλες τις οικονομικές της υποχρεώσεις, καταβάλλοντας εμπροθέσμως τις αμοιβές του Ν.
Α.. Αντιθέτως, ο τελευταίος επέδειξε υπαιτίως αντισυμβατική συμπεριφορά και σταμάτησε ήδη από το έτος 2004 να παραδίδει σχέδια στην εταιρεία. Στις επανειλημμένες προφορικές οχλήσεις της για την τήρηση εκ μέρους του της υποχρέωσής του για την εκπόνηση και παράδοση των σχεδίων, αυτός επέδειξε αδιαφορία και εν τοις πράγμασι άρνηση.
Ειδικότερα, ο Ν. Α., μετά την παράδοση τριών σχεδίων (που αφορούσαν μόνο στην παραγωγή δερμάτινου πορτοφολιού και πορπών ζωνών, ενώ δεν παρέδωσε κανένα σχέδιο για τα λοιπά προϊόντα που είχαν συμφωνήσει - κλειδοθήκες, τσάντες κ.λπ.) κατά την έναρξη της συνεργασίας τους, τον Μάρτιο του 2004, δεν έστειλε σχέδια για οποιοδήποτε άλλο από τα αναφερόμενα στη σύμβαση προϊόντα, κατά παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων.
Δηλαδή, ενώ -σύμφωνα με το ορισθέν στη σύμβαση χρονοδιάγραμμα- αυτός έπρεπε να ετοιμάσει και να παραδώσει στην εργοδότρια εταιρεία σχέδια για όλα τα προϊόντα στις 30-9-04, 31-3-05 και 30-9-05, δεν παρέδωσε απολύτως τίποτε, ενώ είχε εισπράξει τις αμοιβές του. Περαιτέρω, η ως άνω ετερόρρυθμη εταιρεία που υπεισήλθε στη σύμβαση και ο Ν.
Α. παρέβησαν και την υποχρέωσή τους από το άρθρο 5 παρ. 5 της σύμβασης, δηλαδή, ενώ είχαν την υποχρέωση να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την προβολή του ονόματος του τελευταίου με κάθε τρόπο, όπως party, happenings, συμμετοχή σε τηλεοπτικές εκπομπές κ.λπ., ουδέν έπραξαν, με αποτέλεσμα να αναλάβει η εργοδότρια εταιρεία όλο το βάρος για την διαφήμιση, εμπορική επικοινωνία και προβολή των προϊόντων.
Η παραπάνω συμπεριφορά οδήγησε, εν τέλει, την εργοδότρια εταιρεία στην καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως, με την επιδοθείσα, στους ως ανωτέρω συμβληθέντες με αυτήν, από 14-02-06 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία τους έταξε δεκαήμερη προθεσμία συμμορφώσεώς τους με τους όρους της συμβάσεως, η οποία παρήλθε άπρακτη, ενώ οι αντίδικοί της επέδωσαν σ' αυτήν την από 01-03-06 εξώδικη δήλωση - πρόκληση με την οποία ζήτησαν την καταβολή των αμοιβών...
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, η εταιρεία "Α. Τ. Ο." κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση για λόγο ο οποίος κρίνεται -από την εν γένει εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού- σπουδαίος, αφού η μη αποδεικνυόμενη καθ' οιονδήποτε τρόπο παράδοση σ' αυτήν, από την εταιρεία "Ν. Α. Κ. Σ. Ε..Ε.", των σχεδίων (πλην των τριών στην αρχή), με τον τρόπο που προβλεπόταν από τη μεταξύ τους σύμβαση, συνιστά αθέτηση της εν λόγω βασικής της συμβατικής υποχρέωσης.
Επομένως -συντρέχοντος σπουδαίου λόγου- θεμελιώθηκε το δικαίωμα στην εργοδότρια εταιρεία για την καταγγελία της σύμβασης κατά τα ανωτέρω, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη λύση της... Εξάλλου, επί τη βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών -και δεδομένου ότι κρίθηκε ότι υπήρξε καταγγελία της συμβάσεως για σπουδαίο λόγο, ενώ για το μέχρι τότε χρονικό διάστημα είχαν καταβληθεί οι προβλεπόμενες από τη σύμβαση αμοιβές του Ν.
Α.- δεν αποδεικνύεται ότι οφείλονται άλλες αμοιβές σ' αυτόν...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως και, στη συνέχεια, συνεκδικάζοντας τις αντίθετες αγωγές των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη και δέχθηκε εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των αναφερόμενων στην προηγούμενη νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 700, 361 και 340 ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι, δηλαδή, η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση έργου για σπουδαίο λόγο εξαιτίας αθέτησης της βασικής συμβατικής υποχρέωσης των αναιρεσειόντων για παράδοση (αποστολή) των προβλεπόμενων στην εν λόγω σύμβαση σχεδίων, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:
α) ότι ο δεύτερος αναιρεσείων, υπό την αναφερόμενη διττή ιδιότητά του, με την επίδικη σύμβαση ανέλαβε την υποχρέωση να δημιουργεί, να σχεδιάζει και να παραδίδει (αποστέλλει) στην αναιρεσίβλητη τα σχέδια του για τα αναφερόμενα δερμάτινα είδη για κάθε κολεξιόν (ήτοι δύο φορές ετησίως) και, μάλιστα, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, όπως αναλυτικώς προβλεπόταν σε αυτήν, β) ότι, με βάση την ως άνω σύμβαση, αυτός όφειλε να αποστέλλει τα σχέδιά του στην αναιρεσίβλητη, στα προσδιορισμένα χρονικά διαστήματα, προκειμένου η τελευταία να ετοιμάζει, βάσει αυτών, τα αντίστοιχα προϊόντα, ενώ η παραλαβή τους από την αναιρεσίβλητη έπρεπε να αποδεικνύεται, γ) ότι στο κεφάλαιο 6 της ως άνω σύμβασης, προβλέφθηκε το δικαίωμα καταγγελίας αυτής για σπουδαίο λόγο, με δικαίωμα τόσο για τη θετική όσο και για κάθε αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) για το μέρος που υπέστη τέτοια από την αθέτηση στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων του άλλου μέρους, δ) ότι ο δεύτερος αναιρεσείων, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, επέδειξε υπαιτίως αντισυμβατική συμπεριφορά και σταμάτησε ήδη από το έτος 2004 να παραδίδει σχέδια στην αναιρεσίβλητη, παρά τις επανειλημμένες προφορικές οχλήσεις της για την τήρηση εκ μέρους των αναιρεσειόντων της υποχρέωσής τους για την παράδοση των σχεδίων, αφού αυτός, μετά την παράδοση τριών σχεδίων κατά την έναρξη της συνεργασίας τους, τον Μάρτιο του 2004, δεν έστειλε σχέδια για οποιοδήποτε άλλο από τα αναφερόμενα στη σύμβαση προϊόντα, κατά παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, αν και όφειλε, βάσει της σύμβασης, να ετοιμάσει και να παραδώσει στην αναιρεσίβλητη σχέδια για όλα τα προϊόντα στις 30.9.2004, 31.3.2005 και 30.9.2005 και ε) ότι η ανωτέρω συμπεριφορά των αναιρεσειόντων οδήγησε, τελικά, την αναιρεσίβλητη στην καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης, με την επιδοθείσα, σ' αυτούς από 14.2.2006 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία τους έταξε δεκαήμερη προθεσμία συμμόρφωσής τους με τους όρους της σύμβασης, η οποία, όμως, παρήλθε άπρακτη με αποτέλεσμα την λύση της σύμβασης, πέραν δε των ανωτέρω δεν ήταν αναγκαίο το Εφετείο να περιλάβει άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Επομένως, οι πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, και δεύτερος πρόσθετος αυτής λόγος, με τους οποίους (κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου τους) οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμοι.
Επίσης, οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτοι, γιατί, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγουμένη νομική σκέψη, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.
V. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, η φερόμενη ως παραβιασθείσα συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα (ερμηνευτικό ή υπαγωγικό) ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 431/2019).
Εξάλλου, με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται η προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1137/2019, ΑΠ 185/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ότι ο δεύτερος των αναιρεσειόντων δεν παρέδιδε τα συμφωνημένα με την ανωτέρω σύμβαση σχέδια στην αναιρεσίβλητη από το 2004 και εφεξής και ότι, συνακόλουθα, αυτοί (αναιρεσείοντες) παραβίασαν τη βασική συμβατική υποχρέωσή τους.
Ο λόγος, όμως, αυτός είναι πρωτίστως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, ούτε αναφέρεται αν οι αναιρεσείοντες αποδίδουν συγκεκριμένη πλημμέλεια (και ποιά) σε σχέση με την ερμηνεία ή την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα δικαίου κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη.
Ανεξαρτήτως, όμως, τούτου, ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης είναι και απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο ανωτέρω άρθρο, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας, όπως εκτέθηκε και στην ίδια ως άνω νομική σκέψη.
Τέλος, η αιτίαση που προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες με τον δεύτερο (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι οι αναφερόμενες στην αγωγή δαπάνες της αναιρεσίβλητης συνδέονταν αιτιωδώς με την επίδικη σύμβαση έργου, ενώ ως προς αυτές όφειλε να απορρίψει την αγωγή πρωτίστως ως αόριστη, είναι ομοίως απαράδεκτη, γιατί, υπό την επίκληση συνδρομής της από το άρθρο 559 αρ. 14 πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
VΙ. Από τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο από την ανωτέρω διάταξη σχετικός λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (ΑΠ 759/2018, ΑΠ 161/2017).
Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1185/2022, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναίρεσης (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής κρίσης του, δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που οι ίδιοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη "τα δώδεκα τιμολόγια πώλησης της αντιδίκου που καλύπτουν χρονικά την περίοδο από 04/03/2005 έως και 31/03/2006", από τα οποία προέκυπτε, όπως επικαλούνται, ότι η αναιρεσίβλητη, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, εμπορευόταν τα δερμάτινα προϊόντα που σχεδιάστηκαν από τον δεύτερο αυτών (αναιρεσειόντων) σε εκτέλεση της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης έργου, με βάση την οποία αυτοί (αναιρεσείοντες), κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, παρέδιδαν κανονικά στην αναιρεσίβλητη τα συμφωνημένα, με την σύμβαση, σχέδια δερμάτινων ειδών.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι πρωτίστως αόριστος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν στο αναιρετήριο αφενός τα φερόμενα ως μη ληφθέντα αποδεικτικά μέσα κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους και αφετέρου το ακριβές περιεχόμενό τους (βλ. ΑΠ 1264/2017), ώστε να κριθεί, αν τα αποδεικτικά αυτά μέσα ήταν κρίσιμα για την απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι παρέδωσαν κανονικά στην αναιρεσίβλητη, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2004 έως 2006, τα συμφωνηθέντα σχέδια δερμάτινων ειδών σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης.
Ανεξαρτήτως, όμως, αυτού, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, προς απόδειξη του οποίου αυτοί επικαλέσθηκαν τα προαναφερόμενα έγγραφα (και συγκεκριμένα από τις παραδοχές ότι ο δεύτερος αναιρεσείων "μετά την παράδοση τριών σχεδίων..
κατά την έναρξη της συνεργασίας τους, τον Μάρτιο του 2004, δεν έστειλε σχέδια για οποιοδήποτε άλλο από τα αναφερόμενα στη σύμβαση προϊόντα, κατά παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων" και "ενώ -σύμφωνα με το ορισθέν στη σύμβαση χρονοδιάγραμμα - αυτός έπρεπε να ετοιμάσει και να παραδώσει στην εργοδότρια εταιρεία σχέδια για όλα τα προϊόντα στις 30-9-04, 31-3-05 και 30-9-05, δεν παρέδωσε απολύτως τίποτε") δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω, από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
VΙΙ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης μετά των πρόσθετων αυτής λόγων, να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκηση αυτής, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.8.2017 αίτηση μετά των από 2.7.2018 πρόσθετων αυτής λόγων, της εταιρίας «Ν. Α. & Σ. Ε..Ε.. και του Ν. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2042/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ