Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for missing deadlines and vague arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against a lower court judgment. The appellants argued that the second respondent was improperly held liable and that the lower court misapplied statutes regarding negligence and contract terms. The court rejected these claims as inadmissible due to the second respondent's failure to file the liability limitation objection within the statutory deadline and the appellants' failure to clearly state the specific grounds of their appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 of the Code of Civil Procedure; Articles 559(1) and 14 of the Code of Civil Procedure; Articles 914, 922, 923 of the Civil Code; Article 562(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if a party fails to raise a procedural objection within the prescribed time limit or if the grounds of the appeal are vague and do not specify the exact content of the lower court's findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1685 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1685/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Π. του Α. και 2) Μ. συζ. Α. Π., το γένος Ν. Ρ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Πρατικάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Σ. του Η., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μεταξία Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2009 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 15-6-2009 προσεπίκληση - αναγνωριστική αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, με την από 18-11-2009 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αναγνωριστική αγωγή της Π. συζ. Π. Π., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, καθώς και με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο πρόσθετη παρέμβαση της ΑΕ "...", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4940/2010 μη οριστική και 1027/2013, όπως αυτή διορθώθηκε με την 3169/2013, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6347/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-7-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την με αριθμό 9379 ΣΤ/1-7-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Αθηνών Δ. Δ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (1-4-2022) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο.
Πρέπει συνεπώς κατ' εφαρμογή των άνω διατάξεων να προχωρήσει η έρευνα της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτός παρών.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 § 1ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα (άρθρ. 564 § 3 ΚΠολΔ). Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 §3 ΚπολΔ παράβολο.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 564, 566 παρ 1 και 577 ΚπολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη το άρθρου 315 Κ.Πολ.Δικ., "αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επιτρεπτή διόρθωση της απόφασης, που μπορεί να αφορά και το διατακτικό της χωρίς να παραβιάζονται οι αρχές του δεδικασμένου, υφίσταται, όταν τα προς διόρθωση σφάλματα της αποφάσεως οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και αυτών που είχαν διατυπωθεί, αρκεί η μεν παραδρομή στην οποία οφείλονται τα λάθη να προκύπτει από την όλη διάρθρωση της απόφασης και των συμβάντων κατά τη σύνταξή της (Ολ. ΑΠ. 22/2204), η δε διόρθωση να μη σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης ούτε να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης και να μεταβάλει ή να ανακαλεί το περιεχόμενό της. Η διάταξη αυτή είναι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 682/2011) και κατά συνέπεια η παραβίαση της δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ,Δ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος προϋποθέτει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 212/2012, ΑΠ 609/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚπολΔ επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της από 25-11-2013 έφεσής τους παραπονούντο, ότι η με αριθμό 3169/2013 διορθωτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε μετά από πράξη της Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου για αυτεπάγγελτη διόρθωση της 1027/2013 αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου, προέβη σε υπέρβαση εξουσίας γιατί διορθώνοντάς της μετέβαλε το περιεχόμενό της, αφού το σκεπτικό και το διατακτικό της βρισκόταν σε πλήρη αρμονία. Το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ανωτέρω λόγο έφεσης ως αβάσιμο, κρίνοντας ότι ορθά ο δικαστής με την 3169/2013 απόφασή του διόρθωσε την 1027/2013 απόφαση, όσον αφορά τα επιδικαζόμενα ποσά, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό, ώστε να μην υπάρχουν λανθασμένοι μαθηματικοί υπολογισμοί, κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα σ'αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση).
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η παραβίαση της δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρου 315 του Κ.Πολ.Δ. είναι είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος και αν ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην απόρριψη του σχετικού λόγου έφεσης, με συνέπεια να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της προβαλλόμενης αναιρετικής πλημμέλειας (ΑΠ 1832/2013). Τέλος, ο προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 15 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποτελεί κύρωση του εδαφίου α' του άρθρου 309 του ιδίου Κώδικα και προϋποθέτει ότι αμφότερες οι αποφάσεις ήτοι τόσο η ανακαλούσα όσο και η ανακαλούμενη εκδόθηκαν από το αυτό δικαστήριο (ΑΠ 140/2006).
Συνεπώς, η με τον ίδιο, πρώτο λόγο της αιτήσεως αποδιδόμενη, εκ του άρθρου 559 αρ. 15 ΚπολΔ, αιτίαση, ότι έσφαλε η προσβαλλομένη απόφαση διότι δέχθηκε την ανάκληση της 1027/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες αποφάσεις δεν εκδόθηκαν από το αυτό δικαστήριο, ανεξαρτήτως και πέραν του ότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, παραδεκτώς επισκοπούμενη (ΚπολΔ 561 αρ.2) το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, δεχόμενο κατ'ουσία την από 6-12-2013 έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου και την ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση του Θ. Σ., εξαφάνισε την 1027/2013 απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα σ' αυτήν. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος στο σύνολό του κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παραγρ. 1 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ), πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, επί πλέον δε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), καθώς επίσης και σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ), το οποίο διατακτικό συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία (ΑΠ 14/2016) προκειμένου να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, ή αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως (ΑΠ 812/11, Ολ ΑΠ 32/96).
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς επαρκείς αιτιολογίες και χωρίς νόμιμη βάση, δεν εφήρμοσε ορθά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4, 17 του Συντάγματος και αυτή του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ καθώς και τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 4 του Ν. 489/1976, με την αναγνώριση της υποχρεώσεως των δύο εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων στην εις ολόκληρον καταβολή στον ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο του ποσού των 232.921,22 ευρώ και απήλλαξε το εναγόμενο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο από την ανωτέρω υποχρέωση, ενώ εάν εφήρμοζε ορθά τις ως άνω διατάξεις έπρεπε να διατάξει την εις ολόκληρον υποχρέωση και του ως άνω νομικού προσώπου για την καταβολή του προαναφερθέντος ποσού.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ενδεής της αναφοράς: α) αφενός των σχετικών παραδοχών που διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση επί των οποίων αυτή στήριξε την απορριπτική διάταξη, περί της εις ολόκληρον υποχρεώσεως του δευτέρου εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου με τους λοιπούς δύο εναγομένους και ήδη αναιφεσείοντες, μη εξαρκούσης της κατά την κρίση αυτών (αναιρεσειόντων) περιλήψεως των εν λόγω παραδοχών και β) αφετέρου του προσδιορισμού της επικαλουμένης ανεπαρκείας των διαληφθεισών στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού αιτιολογιών με την παράλληλη παράθεση της κατά τους αναιρεσείντες απαιτουμένης για την πληρότητα τους αιτιολογίας (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ ΑΠ 407/2020, ΑΠ 14/2016, ΑΠ 1401/2010).
Ακριβώς τα ίδια, ισχύουν και για τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται το Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε την διάταξη του άρθρου 4 Ν. ΓπΝ/1911 "περί της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης" στο θέμα του περιορισμού της ευθύνης της δεύτερης αναιρεσείουσας, ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου ΙΧ αυτοκινήτου, μέχρι του ποσού των 10.000 ευρώ, αποδίδοντας σ'αυτήν την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1ΚΠολΔ, πλην όμως σε κανένα σημείο της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εκτίθενται οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ενδιαφέρον εν προκειμένω θέμα περιορισμού της ευθύνης.
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγος είναι απορριπτέοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Τούτο υπό την έννοια προσδόσεως, με δικαστική απόφαση, στην εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη, της έννομης ενέργειας που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη (Ολ.
ΑΠ 29/1992). 'Ετσι, αίτημα επαναφοράς δεν είναι η χορήγηση νέας προθεσμίας, αλλά η θεώρηση ως εμπρόθεσμης και παραδεκτής της εκπρόθεσμης διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1266/2001). Πρόκειται, επομένως, υπό την έννοια αυτή, για διάταξη δικονομικού δικαίου, η παραβίαση της οποίας δεν ελέγχεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ, ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν η παραβίαση αναφέρεται στην από το ουσιαστικό δίκαιο περιεχόμενη στην πιο πάνω διάταξη νομική έννοια της ανώτερης βίας ή του δόλου του αντιδίκου του διαδίκου που δεν τήρησε κάποια προθεσμία (Ολ ΑΠ 29/1992, ΑΠ 302/2007, Απ 141/2005 490/2009).
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν την πλημμέλεια εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 1 ΚπολΔ, για το λόγο ότι δεν εφάρμοσε ορθά την διάταξη του άρθρου 152 ΚπολΔ και απέρριψε το, υποβληθέν με σχετικό λόγο εφέσεως, αίτημά της για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, όσον αφορά την προναφερθείσα ένσταση περιορισμού της ευθύνης της δευτέρας αναιρεσείουσας μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου της, εξαιτίας του ότι αρκέσθηκε στη διαβεβαίωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ότι εκείνος είχε υποβάλει την εν λόγω ένσταση, ήτοι απώλεσε χωρίς υπαιτιότητά της την προθεσμία ασκήσεως της εν λόγω ενστάσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τέλος, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως τους, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια εκ του άρθρων 559 αρ. 1 και 14 ΚπολΔ, ήτοι για παραβίαση των διατάξεων του Ν. ΓπΝ/1911, τον οποίο εσφαλμένως εφάρμοσε και αυτές των άρθρων 914, 922, 923 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη υπόθεση, κάνοντας έτσι δεκτή την ένδικη αγωγή όσον αφορά την δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, ενώ θα έπρεπε να την απορρίψει ως προς αυτήν (β'αναιρεσείουσα), αφού η αγωγή ήταν αόριστη, δεδομένου ότι αυτή εφέρετο απλώς ως ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου αυτοκινήτου, χωρίς να επικαλεστεί σχέση πρόστησης μεταξύ αυτής και του οδηγού (α'αναιρεσείοντος), γεγονός εξάλλου (πρόστηση), που δεν αποδείχθηκε. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος και επομένως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, ούτε το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, ενώ τέλος δεν αναφέρεται ότι ο λόγος αυτός είχε προταθεί στον πρώτο βαθμό και επαναφέρθηκε στο Εφετείο από τον εκκαλούντα με λόγο έφεσης, διότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 του ΚπολΔ και δεν δύναται επίσης να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως έχει ήδη αναφερθεί στις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις ( ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 822/2013), ΑΠ 1387/2011).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθέν, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου δεύτερου αναιρεσιβλήτου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-7-2017 και με ειδικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 494/2017 αίτηση για αναίρεση της 6347/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του παρισταμένου δεύτερου αναιρεσίβλητου, νπιδ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 06 Σεπτεμβρίου 2022 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 06 Οκτωβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ