1685/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Ο λόγος αυτός θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας ασχολείται αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους με την έρευνα ως προς τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει θετική ή αρνητική κρίση ως προς αυτό. Εάν, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση ουδέν διαλαμβάνει ως προς την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου, παρά το γεγονός ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε προσηκόντως το δεδικασμένο, που απορρέει απ' αυτή, προς απόδειξη της βάσης της αγωγής ή την απόκρουση αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει νομίμως προταθέντα ισχυρισμό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1329/1985, ΑΠ 704/2013, ΑΠ 1858/2005). Για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου πρέπει να γίνεται ρητή μνεία στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί νόμιμα και με πληρότητα στο δικαστήριο της ουσίας, συνοδευόμενος από το αίτημα αξιολόγησης του δεδικασμένου κατά την ουσιαστική έρευνα της ένδικης διαφοράς.
Legislator headnote
AI generated1685/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
Full text
Απόφαση 1685 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1685/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ ΑΕ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. Μ. - Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ευαγγελοδήμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1030/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5726/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε η αναιρεσίβλητη με την από 15-3-2010 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1371/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την προεκδοθείσα απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο ίδιο εφετείο. Μετ' αναίρεση εκδόθηκε η 1865/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, της οποίας την αναίρεση ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-6-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Ο λόγος αυτός θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας ασχολείται αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους με την έρευνα ως προς τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει θετική ή αρνητική κρίση ως προς αυτό. Εάν, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση ουδέν διαλαμβάνει ως προς την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου, παρά το γεγονός ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε προσηκόντως το δεδικασμένο, που απορρέει απ' αυτή, προς απόδειξη της βάσης της αγωγής ή την απόκρουση αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει νομίμως προταθέντα ισχυρισμό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1329/1985, ΑΠ 704/2013, ΑΠ 1858/2005). Για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου πρέπει να γίνεται ρητή μνεία στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί νόμιμα και με πληρότητα στο δικαστήριο της ουσίας, συνοδευόμενος από το αίτημα αξιολόγησης του δεδικασμένου κατά την ουσιαστική έρευνα της ένδικης διαφοράς.
2. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 25-4-2005 αγωγή, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτει ότι είχε προσληφθεί από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, την 25-2-1977, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως υπάλληλος, στην κατηγορία ΔΟ2/Γ και στο μισθολογικό κλιμάκιο (στο εξής:
μκ) 12. Ότι στη συνέχεια ακολούθησαν οι εκεί αναφερόμενες μετατάξεις και προαγωγές αυτής στα επόμενα μκ. Ότι, περαιτέρω, με κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, τα αρμόδια όργανα της εναγομένης παρέλειψαν να τη μετατάξουν στην κατηγορία Γ-Στελέχη Γενικών Θέσεων και να την προαγάγουν στα εκεί αναφερόμενα μκ, αν και προήγαγαν αντίστοιχα τους προτεινόμενους από την ίδια προς σύγκριση συναδέλφους της, έναντι των οποίων η ίδια υπερείχε καταφανώς.
Ως εκ τούτου, η ενάγουσα ζητεί να αναγνωριστεί κυρίως μεν ότι δικαιούται να μεταταχθεί στην ανωτέρω κατηγορία και να προαχθεί στο μκ Β από 1-5-2000 και κατόπιν στο μκ Α από 1-8-2002, επικουρικώς δε να προαχθεί στο μκ Β από 1-8-2002. Παράλληλα, ζητεί να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει τις προκύπτουσες από την ανωτέρω παράλειψη μισθολογικές διαφορές και να υποχρεωθεί η ίδια να της καταβάλει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την παράλειψή της.
Η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη με την 1030/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας η ενάγουσα άσκησε έφεση. Επ' αυτής, εκδόθηκε η 5726/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δικάστηκε εκ νέου η αγωγή, κρίθηκε νόμιμη, έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσία ως προς την επικουρική βάση αυτής, αναγνωρίστηκε ότι η ενάγουσα έπρεπε να μεταταχθεί στην κατηγορία Γ-Στελέχη Γενικών Θέσεων από 1-8-2002 και καθορίστηκαν τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά για μισθολογικές διαφορές και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Κατά της αποφάσεως εκείνης, η εναγομένη άσκησε την από 15-3-2010 πρώτη αίτηση αναιρέσεως. Η αίτηση έγινε δεκτή με την 1371/2011 απόφαση αυτού του δικαστηρίου και η τότε προσβληθείσα απόφαση αναιρέθηκε, για κακή υπαγωγή των παραδοχών του εφετείου στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με συνέπεια να ιδρυθεί ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
Μετά την παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών προς νέα κρίση, εκδόθηκε η ήδη με την ένδικη, δεύτερη αίτηση αναιρέσεως προσβαλλόμενη 1865/2016 απόφαση αυτού, με την οποία η αγωγή έγινε και πάλι εν μέρει δεκτή κατ' ουσία ως βάσιμη κατά την επικουρική βάση αυτής, διότι κρίθηκε ότι η αναιρεσίβλητη υπερείχε καταφανώς έναντι δεκατριών εκ του συνολικού αριθμού των προς σύγκριση προτεινομένων συναδέλφων της και συγκεκριμένα των Ε.
Ε., Ν. Δ., Δ. Κ., Β. Σ., Χ. Τ., Θ. Ι., Π. Μ., Ε. Δ., Μ. Χ. - Κ., Ι. Α., Δ. Π., Μ. Τ. και Κ. Θ.. Κατόπιν αυτού, με την προσβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη υποχρεούται α) να μετατάξει την ενάγουσα στην κατηγορία Γ-Στελέχη Γενικών Θέσεων και να την προαγάγει στο μκ Β της κατηγορίας αυτής από 1-8-2002 και β) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 15.868,40 ευρώ για μισθολογικές διαφορές από την παράλειψη της προαγωγής της, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, Επίσης, η εναγομένη υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που της είχε προκαλέσει η παράλειψή της.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η υπό κρίση, από 13-6-2017 αίτηση αναιρέσεως.
3. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι κατά τη μετ' αναίρεση συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, η ήδη αναιρεσείουσα, εκεί εφεσίβλητη και εναγομένη, είχε προβάλει παραδεκτώς (ΚΠολΔ 527) την ύπαρξη δεδικασμένου που απέρρεε από την 2037/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ειδικότερα, είχε ισχυρισθεί ότι το, ταυτιζόμενο προς το ένδικο, αίτημα της αναιρεσίβλητης, εκεί εκκαλούσας και ενάγουσας, για μετάταξή της στην κατηγορία Γ-Στελέχη Γενικών Θέσεων και προαγωγής στο μισθολογικό κλιμάκιο Β από 1-8-2002, λόγω καταφανούς υπεροχής αυτής έναντι των προς σύγκριση προτεινόμενων και προαναφερθέντων συναδέλφων της, ως και το παρεπόμενο αίτημα καταβολής μισθολογικών διαφορών από την παράλειψη της υπηρεσιακής εξέλιξής της και χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική της βλάβη από την ίδια αιτία, είχε απορριφθεί τελεσιδίκως με την εν λόγω 2037/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί μετά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το χρόνο της μετ' αναίρεση συζήτησης είχε καταστεί αμετάκλητη, μετά την απόρριψη με τις 578/2014 και 884/2014 αποφάσεις του Αρείου Πάγου των αντιθέτων αιτήσεων αναιρέσεως που είχαν ασκηθεί από τους ίδιους διαδίκους, οι οποίοι αντιδικούσαν για την ίδια, ακριβώς, ιστορική και νομική αιτία.
Και περαιτέρω, η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει νομίμως και με επίκληση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την ως άνω αμετάκλητη απόφαση και είχε ζητήσει την απόρριψη της ένδικης αγωγής ως απαράδεκτης. Όπως προκύπτει, όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο ουδέν διαλαμβάνει ως προς τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό.
Από αυτό προκύπτει ότι ουδόλως τον έλαβε υπ' όψη, αν και ήταν ουσιώδης, αφού από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και από τις προτάσεις της αναιρεσείουσας καθίσταται φανερό ότι αυτή ισχυρίσθηκε ότι αυτό ακριβώς που είχε απορριφθεί αμετάκλητα με την 2037/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη.
Επομένως, ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η μη λήψη υπ' όψη του ως άνω ισχυρισμού, ο οποίος συνιστά πράγμα κατά την έννοια του αναιρετικού ελέγχου, διότι έχει αυτοτέλεια και άγει στην απόρριψη της ένδικης αγωγής, και με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
4. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ (τελευταίο εδάφιο, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4045/2012), κατά την οποία αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος κρατεί και δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης, του άρθρου 570 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και του άρθρου 581 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 ΚΠολΔ, συνάγονται τα εξής:
Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει αυτός την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Έτσι, για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 581 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 914/2015, ΑΠ 1393/2014).
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Κατόπιν αυτού και ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση που θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, προκειμένου να ερευνηθεί αν πράγματι συντρέχουν οι όροι του δεδικασμένου και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, άγουν στην απόρριψη της ένδικης αγωγής. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1865/2016 απόφαση του (τριμελούς) Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300 ) ευρώ, για δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ