Legislator Case Law & Legislation
1685/2017 AI generated

1685/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1685/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1685/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Keywords

AI generated
aggravated drunk driving driving whilst disqualified excessive speed serious narcotics offense illegal overtaking manoeuvre alcohol abuse
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1685 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1685/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Λ. Τ. (Y. L. T.), 2) Ν. Τ. Ν. (D. T. D.), κατοίκων ... και 3) Ρ. Ι. Μ. (R. I. B.), κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Βλάχο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκε με την από 29-1-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 98/2015 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-6-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 6-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων της από 29-6-2015 (αρ. εκθ. καταθ. …/1-7-2015) αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 98/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 29-6-2015 (αρ.κατ. …/2015) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αρ. 98/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (αρ. 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων αυτής (αρ.577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β" και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 52/2016,ΑΠ 848/2015,ΑΠ 869/2013), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωση τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 12 και 19 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα: α) κατά το αρθρ. 12 παρ. 1, οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους ...

β) κατά το αρθρ. 19 παρ 1, ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς γ) κατά το αρθρ. 19 παρ. 2, ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (ΑΠ 1207/2004).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.1 του παραπάνω νόμου (ΚΟΚ) ορίζεται, ότι στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας....κατά δε την παρ. 7 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι σε μονόδρομους ο οδηγός δεν επιτρέπεται να οδηγεί αντίθετα με την κατεύθυνση του μονόδρομου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 4 ορίζεται, ότι στους κόμβους η προτεραιότητα ορίζεται με κατάλληλη σήμανση, κατά την παρ.5 περ.

α ,ότι αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα και κατά την περ.β του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται, ότι αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδιο ιδιοκτησία οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό και, τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΚΟΚ ορίζεται, ότι απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό, ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την οδηγική ικανότητα του οδηγού.

Θεωρείται ότι ο ελεγχόμενος οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό του υπερβαίνει τα 0,5 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος. Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012) Με τον 2° λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297 -300,330,914 ,928 ΑΚ και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1,16 παρ.1 και 7, 19 παρ. 1-3, 26 παρ.4, 5α και β και 42 παρ.1 του Ν.2696/1999-ΚΟΚ, τις οποίες παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες τέλεσης του δυστυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ'αυτό οδηγών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στο ζήτημα της υπαιτιότητας αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος της υπόθεσης, προκύπτει ότι σε τροχαίο δυστύχημα που συνέβη στις 30-4-2010 στην επαρχιακή οδό Ρόδου-Καμείρου, στη νήσο Ρόδο, τραυματίστηκε θανάσιμα η Ρ. D. υπήκοος Βουλγαρίας, θυγατέρα της 1ης αναιρεσίβλητης, αδελφή της 2ης αναιρεσίβλητης και μητέρα του 3ου αναιρεσιβλήτου. Οι συγγενείς του θύματος-αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που σήμερα δεν είναι διάδικος και κατά του ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ και χάριν συντομίας ΕΚ, επειδή το ζημιογόνο όχημα ήταν ανασφάλιστο, την από 30-6-2011 αγωγή, με την οποία αξίωναν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ'αρ.26/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, κατά της οποίας οι συγγενείς άσκησαν τη με αρ.κατ. …/2013 έφεση και το εναγόμενο ΕΚ αντέφεση, με τις προτάσεις. Η έφεση και η αντέφεση συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αρ. 98/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του ερευνώμενου 2ου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ'αυτό οδηγών, δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : "Την 30η Απριλίου 2010 και περί ώρα 05.00π.μ.

ο πρώτος εναγόμενος Δ. Κ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ι.χ.ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο, δεν ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, κινούμενος επί της επαρχιακής οδού Ρόδου-Καμείρου με κατεύθυνση προς Κρεμαστή. Η συγκεκριμένη επαρχιακή οδός είναι δρόμος διπλής κατευθύνσεως με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,40 μέτρων, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, ενώ και από τις δύο πλευρές της oδού υπάρχει πεζοδρόμιο πλάτους περίπου δύο (2) μέτρων.

Το ανώτατο όριο ταχύτητας στο συγκεκριμένο χιλιομετρικό σημείο (6° χλμ) της ανωτέρω οδού είναι 50χλμ ανά ώρα δεδομένου ότι διέρχεται εντός κατοικημένης περιοχής. Την συγκεκριμένη ώρα που ο πρώτος εναγόμενος επιχειρούσε διέλευση από την ανωτέρω οδό, οι εν γένει οδικές συνθήκες ήταν πρόσφορες για χωρίς προβλήματα οδήγηση, καθόσον επικρατούσε ένεκα και της εποχής καλοκαιρία, ο τεχνητός φωτισμός ήταν επαρκής και η κυκλοφορία τόσο των οχημάτων όσο και των πεζών ήταν αραιή, στοιχεία που προκύπτουν από την από 30-4-2010 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξε ο αστυνόμος Α' Γ.

Α. και το συνοδεύον αυτήν σχεδιάγραμμα. Κατά τον ίδιο χρόνο, η Ρ. D. κινείτο σε κάθετη παρόδια οδό, χαρακτηριζόμενη στο σχεδιάγραμμα που συντάχθηκε από την Τροχαία Ρόδου ως "πάροδος κατοικιών", αντίθετα σε μονόδρομο με το με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο με .πρόθεση, να εισέλθει στην ανωτέρω επαρχιακή οδό Ρόδου-Καμείρου και να καταλάβει θέση στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς τη Ρόδο, επιχειρώντας για το λόγο αυτό στροφή προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του εναγόμενου.

Κατά την επιχείρηση της ανωτέρω κίνησης της οδηγού του δικύκλου, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα του στην αριστερή πλευρά αυτού (δικύκλου). Αποτέλεσμα της σύγκρουσης, ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός της αλλοδαπής οδηγού του δικύκλου, η οποία υπέστη ακρωτηριασμό του δεξιού κάτω άκρου μαζί με το δεξιό ήμισυ της λεκάνης.

Επιπλέον προκλήθηκε κάταγμα μηριαίου οστού, θλαστικά τραύματα στην μηριαία και στην κνημιαία χώρα, εκδορές διά τριβής, διάσπαρτες εκχυμώσεις και ανοικτά κατάγματα κνήμης και περόνης και κάταγμα αριστερού μηριαίου με το θάνατο της ανωτέρω να επέρχεται ως απότοκος των σοβαρών κακώσεων θώρακος, λεκάνης και ακρωτηριασμού του δεξιού κάτω άκρου.

Βασικός υπαίτιος της κατά τα ανωτέρω περιγραφόμενης συγκρούσεως υπήρξε ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του με αριθμ. ... ι.χ.ε. αυτοκινήτου, ο οποίος κινείτο με υπερβολική για τις περιστάσεις (πρώτες πρωινές ώρες) και την περιοχή (εντός οικισμού) ταχύτητα, υπερβαίνουσα τα 80 χλμ ανά ώρα, γεγονός που καταμαρτυρά και η σφοδρότητα της συγκρούσεως με το σώμα της θανούσας οδηγού του δικύκλου να εκτινάσσεται στον αέρα και να καταλήγει σε απόσταση σαράντα (40) μέτρων από το προσδιοριζόμενο στο προμνησθέν σχεδιάγραμμα πιθανό σημείο σύγκρουσης, το οποίο εντοπίζεται στο ρεύμα κυκλοφορίας του πρώτου εναγόμενου.

Επιπροσθέτως, διαπιστώθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος κατά το χρόνο της συγκρούσεως ευρίσκετο υπό την επίδραση αλκοόλης τουλάχιστον 0,76mg/lit και 0,45mg/lit εκπνεόμενου αέρα με ώρα μέτρησης την 11.23 π.μ. και 11.45π.μ. αντιστοίχως, δηλαδή σχεδόν επτά ώρες μετά το ατύχημα, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο στην εκτίμηση ότι η παρουσία αλκοόλης κατά τη στιγμή της σύγκρουσης στο αίμα του πρώτου εναγόμενου ήταν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τις ανωτέρω διαπιστωθείσες μονάδες μέτρησης.

Ο ανωτέρω συνδυασμός υπερβολικής ταχύτητας και επίδρασης οινοπνεύματος στον πρώτο εναγόμενο υπήρξε καταλυτικός της πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος, καθόσον αυτός δεν αντιλήφθηκε την παρουσία της θανούσας στο οδόστρωμα της ανωτέρω επαρχιακής οδού, η οποία μάλιστα επιχειρούσε τη χρονική εκείνη στιγμή να ολοκληρώσει την κίνησή της και να λάβει θέση στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Ρόδο, αφού είχε ουσιωδώς εξασθενημένη την προσοχή του και την ικανότητα να ασκεί τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε, ώστε να εκτελεί κάθε φορά και όποτε το απαιτήσουν οι περιστάσεις, όπως στην προκειμένη περίπτωση, τους απαραίτητους χειρισμούς.

Τα ανωτέρω πορίσματα ενισχύονται από τα πέραν πάσης αμφισβητήσεως γεγονότα ότι στον τόπο της σύγκρουσης δεν διαπιστωθήκαν ίχνη τροχοπεδήσεως πριν ή μετά τη σύγκρουση ή έστω ίχνη δηλωτικά κάποιας αποφευκτικής ενέργειας του πρώτου εναγόμενου. Περαιτέρω, όμως για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος ευθύνεται και η θανούσα, η οποία αν και κινούνταν σε παρόδια οδό, έχοντας πρόθεση να εισέλθει στην επαρχιακή οδό Ρόδου-Καμείρου, τα κινούμενα οχήματα επί της οποίας έχουν έναντι αυτής προτεραιότητα, δεν ήλεγξε την επί αυτού κίνηση ώστε να επιχειρήσει την κίνηση της με απόλυτη ασφάλεια αλλά εισήλθε εντός αυτής παραβιάζοντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή που απαγορεύει την κάθετη διέλευση επί του οδοστρώματος, χωρίς να εξαντλήσει τον έλεγχο των κινούμενων επί αυτών οχημάτων.

Επιπροσθέτως, η ίδια οδηγούσε υπό την επίδραση αλκοόλης στο αίμα της και δη l,76g/l αίματος κατά την πρώτη εξέταση και 2,01g/l κατά τη δεύτερη εξέταση. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι το επίδικο δυστύχημα συνιστά αποτέλεσμα συγκλίνουσας αμέλειας του πρώτου εναγόμενου και της θανούσας, το ποσοστό συνυπαιτιότητας των οποίων βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών ορίζεται σε 70% για τον πρώτο εναγόμενο και 30% για τη θανούσα.

Συνεπώς, ορθά δέχθηκε η εκκαλούμενη .....ση ότι το επίδικο δυστύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια (συνυπαιτιότητα) του πρώτου εναγόμενου και της θανούσας, επιμερίζοντας τα ποσοστά συνυπαιτιότητας στο 70% για τον πρώτο εναγόμενο και 30% για τη θανούσα και συνακόλουθα οι ισχυρισμοί τόσο των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων όσο και των εναγόμενων και ήδη αντεκκαλουντων, που προβλήθηκαν πρωτοδίκως (άρθρα 6, 9 Ν.ΓπΝ/1911 και 300 ΑΚ) και επαναφέρονται με αντίστοιχους λόγους των υπό κρίση εφέσεων, ότι δηλαδή το επίδικο δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα ή επικουρικώς συνυπαιτιότητα ποσοστού 95% των αντιδίκων τους, τυγχάνουν απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297 -300,330,914 ,928 ΑΚ και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1,16 παρ.1 και 7, 19 παρ. 1-3,26 παρ.4, 5α και β και 42 παρ.1 του Ν.2696/1999-ΚΟΚ, τις οποίες παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζει την απόσταση, που μεσολαβούσε μεταξύ των δύο οχημάτων, όταν το μοτοποδήλατο του θύματος άρχισε να εισέρχεται στην επαρχιακή οδό, κάθετα προς αυτήν και αντίθετα σε μονόδρομο , ούτε την ταχύτητα του μοτοποδήλατου, ώστε να ελεχθεί εάν ο οδηγός του αυτοκινήτου μπορούσε κατ'αντικειμενική κρίση μέσου συνετού οδηγού, να προβλέψει και να αντιληφθεί έγκαιρα την αντικανονική κίνηση του μοτοποδήλατου, ώστε να εκτελέσει τροχοπέδη ή άλλον ενδεδειγμένο αποφευκτικό ελιγμό.

Επίσης, το Εφετείο, κατά τις παραδοχές του, εντοπίζει το πιθανό σημείο σύγκρουσης στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου, δηλαδή στο ρεύμα προς Κάμειρο - Σκεπαστή και σε άλλο σημείο της απόφασης του αναφέρει ότι το μοτοποδήλατο εισήλθε στην επαρχιακή οδό με πρόθεση να κινηθεί προς τη Ρόδο, δηλαδή σε αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη στην οποία εκινείτο το αυτοκίνητο, "παραβιάζοντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή".

Με την παραπάνω όμως παραδοχή το πιθανό σημείο σύγκρουσης, θα έπρεπε να εντοπίζεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, από εκείνο στο οποίο εκινείτο το αυτοκίνητο, δηλαδή στο ρεύμα προς Ρόδο και όχι στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου, προς Κρεμαστή, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Εκτός τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση ,αν και αναφέρει ότι το θύμα οδηγούσε υπό την επίδραση αλκοόλης στο αίμα της και μάλιστα 1,76 γρ./ανά λίτρο αίματος κατά την πρώτη εξέταση και 2,01/γρ.ανά λίτρο αίματος κατά τη δεύτερη εξέταση, δεν προσδιορίζει αν η παρουσία της αλκοόλης συνετέλεσε στην αντίληψη της ως προς τις κυκλοφοριακές συνθήκες και στην οδηγική της ικανότητα.

Έτσι με τις ελλιπείς και ασαφείς ως άνω αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ'αυτό οδηγών δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου που εφάρμοσε, τους οποίους παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου και στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση.

Επομένως, ιδρύονται οι αναιρετικές πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ και συνακόλουθα ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω γενόμενου δεκτού 2ου λόγου αναίρεσης, οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΕΚ, καθίσταται πλέον αλυσιτελής ,άλλως παρέλκει η εξέταση του 1ου λόγου αναίρεσης, που επίσης αποβλέπει στην αποδοχή της αναίρεσης, με τον οποίο ειδικότερα το αναιρεσείον ΕΚ αιτιάται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 περ.γ του Ν.4092/2012, με το να απορρίψει την ένσταση περιορισμού της ευθύνης του μέχρι το ποσό των 6000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ανά δικαιούχο συγγενή του θύματος, ανεξάρτητα από την ουσιαστική αβασιμότητα του ανωτέρου λόγου αναίρεσης, διότι η ως άνω διάταξη που αντικατέστησε το άρθρο 19 παρ.2 του ΠΔ 237/1986, έχει κριθεί ότι είναι ανίσχυρη, διότι αντιβαίνει στο ισχύον Σύνταγμα, το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ και στην Οδηγία 84/5/ΕΟΚ (ΑΠ ολ. 3,4 και 5/2017).

Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ'αρ. 98/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, να παραπεμφθεί, στη συνέχεια, η υπόθεση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο προς περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (αρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί να επιστραφεί το παράβολο, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρ. 495 παρ.3 εδ.ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν (αρ. 176,183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ΕΚ, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού ,όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αρ. 98/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ