1685/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1685/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): γ' ΚΠολΔ. Τέλος, αποδεικνύεται ότι ο αιτών ως διάδικος στην προαναφερόμενη δίκη δεν αντέκρουσε τους ισχυρισμούς της καθής η αίτηση με προσθήκη στις προτάσεις του, σύμφωνα με τις προβλέψεις των άρθρων 524 § 1 και 237 § 3 εδάφ. γ', δ" ΚΠολΔ, αντιθέτως δε έπραξε η αντίδικος του (βλ. τις από 27-5-2008 επισημειώσεις της αρμόδιας γραμματέα επί των προτάσεων των διαδίκων).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1685 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1685/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Ά. Σ. Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ιταλικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Fiore SPA" πρώην (Fiore Rubinettery SPA) που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλκαίο Σαλκιτζόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1455/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 913/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Ασκήθηκε αναψηλάφηση επί της οποίας εκδόθηκε η 325/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-2-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομο Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 28-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής : Η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του αναιρεσείοντος και των Θ. Φ., Ε. Χ. και Ε. Φ. την από 19-7-2004 αγωγή της, με την οποία ζήτησε, μεταξύ άλλων, την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της εμπορικής πίστης, της φήμης και της επαγγελματικής της υπόληψης με τις εκτιθέμενες στην αγωγή αδικοπρακτικές ενέργειες των εναγομένων.
Η αγωγή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 1455/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα, καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 20.000 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η ενάγουσα και αντέφεση ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Ά. Ε., οι οποίες συνεκδικάστηκαν και με την υπ' αριθ. 913/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς απερρίφθη η έφεση ως προς τον Ά.
Ε., καθώς και η αντέφεση του τελευταίου, ενώ ως προς τους λοιπούς εναγομένους-εφεσιβλήτους το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και κήρυξε κατηργημένη τη δίκη επί της αγωγής λόγω παραιτήσεως της ενάγουσας από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής και της εφέσεως, με δήλωση της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του δικαστηρίου.
Κατά της τελευταίας αποφάσεως ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 26-3-2009 αίτηση αναψηλάφησης, με την οποία επικαλέσθηκε την μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης με την αίτηση αναψηλάφησης απόφασης απόκτηση νέων κρισίμων εγγράφων, που απεδείκνυαν την κατάρτιση μεταξύ της ενάγουσας και των λοιπών εις ολόκληρο συνοφειλετών του εξωδίκου συμβιβασμού που ωφελούσε και τον ίδιο, άλλως καταβολή από μέρους των λοιπών εναγομένων του ποσού των 15.800 ευρώ σε εξόφληση της ένδικης απαίτησης της ενάγουσας και ως εκ τούτου τη μερική απόσβεση και της δικής του οφειλής, δεδομένου ότι η καταβολή από ένα των εις ολόκληρον οφειλετών ενεργεί αντικειμενικά και απαλλάσσει και τους λοιπούς οφειλέτες ( άρθρο 483 εδ.
α' Α. Κ. ). Η αίτηση αναψηλάφησης κρίθηκε εν μέρει παραδεκτή και νόμιμη με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απόφαση, απορρίφθηκε, όμως, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ, αναψηλάφηση επιτρέπεται, αν ο διάδικος που την ζητεί βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσε να τα προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικος του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικο του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης.
Ανώτερη δε βία, η κρίση περί της οποίας ως αόριστης νομικής, έννοιας από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχεται αναιρετικώς κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ ( Α.Π 224/2013, Α.Π. 6/2012, Α.Π. 63312011 ), είναι κάθε απρόβλεπτο εξωτερικό γεγονός το οποίο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, στο χώρο δε του δικονομικού δικαίου τέτοιο γεγονός συνιστά και η ανυπαίτια άγνοια της ύπαρξης κρίσιμων εγγράφων, από την οποία άγνοια συνακόλουθα ανακύπτει και αδυναμία έγκαιρης προσκόμισης τους στη δίκη ( ΑΠ 1774/2011,143012005 ).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 237 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου 7 του ν. 2915/2001, και ίσχυσε μέχρι την αντικατάσταση του με το άρθρο 23 του ν. 32994/2011, νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορεί να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις της παραγράφου 1.
Κατά δε το άρθρο 524 παρ.1 και 2 εδ. β' του ΚΠολΔ, όπως το εδ. β' προστέθηκε με την παρ.3 αρθρ. 8 του ν. 3043/2002, και ίσχυσε μέχρι την αντικατάσταση του με το άρθρο 44 παρ.1 του ν. 3994/2011, στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 269, 270 παράγραφοι 2, 4, 6 και 7 και 271 έως 312. Ειδικώς στις περιπτώσεις που δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 528 η κατάθεση των προτάσεων γίνεται έως την έναρξη της συζήτησης και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση.
Οι παραπάνω διατάξεις, που επιτρέπουν την προβολή με την προσθήκη των προτάσεων νέων ισχυρισμών, έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση που με την προσθήκη των, προτάσεων προβάλλεται αυτοτελής ισχυρισμός, ο οποίος στηρίζεται σε περιστατικά τα οποία επικαλέσθηκε και σε αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκόμισε το πρώτον κατά τη συζήτηση ο αντίδικος του προτείνοντος τον αυτοτελή ισχυρισμό, όπως, επί οφειλής εις ολόκληρον, η επίκληση από τον εναγόμενο-αντεκκαλούντα-εφεσίβλητο μερικής καταβολής του χρέους από άλλον συνεναγόμενο εις ολόκληρον οφειλέτη, της οποίας ο εναγόμενος το πρώτον έλαβε γνώση από τα περιστατικά που εξέθετε στις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση προτάσεις του ο αντίδικος του ενάγων-εκκαλών και η οποία ( καταβολή ) ενεργεί κατ' άρθρο 483 Α.Κ.
αντικειμενικά και επιφέρει έναντι του δανειστή απόσβεση του χρέους του εναγομένου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση η αίτηση αναψηλάφησης κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη κατά το μέρος που στηριζόταν στον ισχυρισμό ότι ο αιτών αγνοούσε ανυπαίτια την κατάρτιση και την ύπαρξη του από 7-2-2008 καταρτισθέντος συμβιβασμού, διότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως του στο δικαστήριο το έγγραφο του συμβιβασμού παρακράτησε ή, τουλάχιστον, δεν το προσκόμισε παραδεκτά η αντίδικος του καθής η αίτηση.
Αντίθετα κατά το μέρος που η αίτηση αναψηλάφησης στηριζόταν στον ισχυρισμό ότι ο αιτών δεν έλαβε γνώση της υπάρξεως του ανωτέρω εγγράφου, ακόμη και εάν αυτό είχε προσκομισθεί κατά τη συζήτηση, και τούτο διότι κατ' αυτή (συζήτηση ) παραστάθηκε με δήλωση, σύμφωνα με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ τρόπο, η αίτηση αναψηλάφησης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι " ο εν λόγω ισχυρισμός δεν επαρκεί ώστε να στηρίξει στον νόμο την ένδικη αίτηση και τούτο διότι ναι μεν προβλέπεται από το νόμο η παράσταση με γραπτή δήλωση όταν η προφορική συζήτηση δεν είναι υποχρεωτική, πλην όμως την ευχέρεια αυτή ο διάδικος επιλέγει αναλαμβάνοντας την ευθύνη για κάθε δυσμενές, σχετικό με αυτή δικονομικό αποτέλεσμα|". "Συνεπώς, (δέχθηκε το Εφετείο), η άγνοια του περιεχομένου του προσκομισθέντος κατά τη συζήτηση εγγράφου λόγω παραστάσεως του αντιδίκου του προσκομίσαντος με δήλωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ανυπαίτια ".
Κατά το μέρος που η αίτηση αναψηλάφησης κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : "Με την αμέσως προηγουμένη αναφερθείσα δικαστική απόφαση ( 1455/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ), με την οποία η από 19-7-2004 αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, μεταξύ άλλων υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα εις ολόκληρον ποσό 20.000,00 € με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής ως και δικαστικά έξοδα ποσού 1.550,00 €.
Την ως άνω δικαστική απόφαση προσέβαλαν με απευθυνόμενες στο Δικαστήριο τούτο έφεση και αντέφεση αντιστοίχως η ενάγουσα, οι λοιποί πλην του πρώτου εναγόμενοι και ο πρώτος εναγόμενος. Πριν όμως από τη συζήτηση των εφέσεων και της αντεφέσεως στο Δικαστήριο τούτο η ενάγουσα και οι λοιποί πλην του πρώτου εναγόμενοι συμβιβάστηκαν εξωδίκως και, αφού οι συμβληθέντες αποδέχθηκαν την υπ' αριθμ. 145512007 απόφαση, η ενάγουσα περιόρισε την απαίτηση της κατά των αντισυμβληθέντων στο ποσό των 15.800,00 € έλαβε δε την υποχρέωση να παραιτηθεί από την έφεση της κατά της ανωτέρω αποφάσεως όπως και από το δικαίωμα που άσκησε με την αγωγή της αλλά και από το δικόγραφο της αγωγής.
Περαιτέρω από τα προμνημονευθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι κατά τη συζήτηση των εφέσεων των συμβιβασθέντων διαδίκων, στις 22-5-2008, ενώπιον τού Δικαστηρίου τούτου, η ενάγουσα - εκκαλούσα -εφεσίβλητη - αντεφεσίβλητη ενήργησε όπως συμφωνήθηκε ανωτέρω και έτσι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου συζητήθηκαν αντιμωλία των διαδίκων η έφεση της ενάγουσας και ήδη καθής η αίτηση και η αντέφεση του πρώτου εναγόμενου και ήδη αιτούντος, ο οποίος, σημειωτέον, παραστάθηκε κατά τη συζήτηση με δήλωση προβλεπόμενη από το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ.
Το Δικαστήριο τούτο με την υπ' αριθμ. 913/2008 απόφαση του, μεταξύ άλλων, απέρριψε τις έφεση και αντέφεση των στο πλαίσιο της παρούσας δίκης διαδίκων και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα. Για τη συζήτηση της εφέσεως και της αντεφέσεως τα ανωτέρω διάδικα μέρη κατέθεσαν προτάσεις και συγκεκριμένα η εκκαλούσα - αντεφεσίβλητη - καθής η αίτηση κατέθεσε τις προτάσεις και τα σχετικά της, στα οποία περιλαμβάνονταν με νόμιμη επίκληση το έγγραφο του καιαρτισθέντος στις 7-2-2008 πρακτικού συμβιβασμού και το από 7-5-2008 έγγραφο της εξοφλητικής αποδείξεως κατά τη συζήτηση (επί της έδρας) ενώ ο εφεσίβλητος -αντεκκαλών - αιτών κατέθεσε τις προτάσεις και τα σχετικά του την προηγουμένη της συζητήσεως, δηλαδή στις 21-5-2000 όπως προβλέπεται στο άρθρο 242 § 1 εδάφ.
γ' ΚΠολΔ. Τέλος, αποδεικνύεται ότι ο αιτών ως διάδικος στην προαναφερόμενη δίκη δεν αντέκρουσε τους ισχυρισμούς της καθής η αίτηση με προσθήκη στις προτάσεις του, σύμφωνα με τις προβλέψεις των άρθρων 524 § 1 και 237 § 3 εδάφ. γ', δ" ΚΠολΔ, αντιθέτως δε έπραξε η αντίδικος του (βλ. τις από 27-5-2008 επισημειώσεις της αρμόδιας γραμματέα επί των προτάσεων των διαδίκων).
Επομένως, σύμφωνα με όσα γίνονται δεκτά ως αποδεικνυόμενα ανωτέρω, προκύπτει ότι ο αιτών δεν έλαβε γνώση των από 7-2-2008 και 7-5-2008 κρίσιμων εγγράφων, με αποτέλεσμα να μην αξιοποιήσει αυτά προς αντίκρουση της εφέσεως της καθής η αίτηση και υπεράσπιση της αντεφέσεώς του, λόγω της επιλογής συγκεκριμένου τρόπου δικονομικής παραστάσεως του στη σχετική δίκη και ενόψει της επιλογής του να μην αντικρούσει τους ισχυρισμούς της αντιδίκου του.
Συνεπώς δεν συντρέχει ο επικαλούμενος από αυτόν (αιτούντα) και κριθείς με την παρούσα παραδεκτός λόγος για την αιτούμενη αναψηλάφηση και, για τον λόγο αυτό, η σχετική αίτηση σε όση έκταση κρίθηκε παραδεκτή πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή δεν συνιστά ανώτερη βία, συνεπεία της οποίας ο αιτών δεν έλαβε γνώση της ύπαρξης και του περιεχομένου των κρίσιμων εγγράφων ( από 7-2-2008 εξώδικου συμβιβασμού και από 7-5-2008 έγγραφης εξοφλητικής απόδειξης ), τα οποία προσκομίστηκαν το πρώτον κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η επιλογή παράστασης του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατά τη συζήτηση της έφεσης και της αντέφεσης με δήλωση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και η μη αξιοποίηση της δικονομικής δυνατότητας αντίκρουσης των ισχυρισμών του αντιδίκου του με προσθήκη επί των προτάσεων του, με τις οποίες μπορούσε να προτείνει τον αυτοτελή ισχυρισμό της μερικής από άλλον εις ολόκληρον οφειλέτη εξόφλησης, δεν ερμήνευσε εσφαλμέvα το άρθρο 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ και οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου, οι οποίοι κατά το νοηματικό τους περιεχόμενο υπάγονται στο άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι άνω πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο ταμείο, αφού η αίτηση απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ.4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-2-2013 αίτηση του Α. Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 325/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ