Supreme Court orders retrial of appeal request due to unclear finality of lower court decision regarding absent necessary co-litigant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court ordered a retrial of the appeal request to clarify whether the contested appellate decision had become final regarding an absent necessary co-litigant. The lower court accepted the appeal despite uncertainty about the finality of the first-instance judgment against the missing party, creating a procedural gap. The Court ruled that the appeal could not be validly lodged until the decision's finality was definitively established for all necessary co-litigants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 577(2), 321, 495(1), 76(1), 501, 254(1)(a) of the Code of Civil Procedure; In cases of necessary co-litigation, an appeal is inadmissible if the contested decision has not become final for all necessary co-litigants, requiring a retrial to clarify the procedural status.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1685 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1685/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Α., κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέφανο Βαρδάκα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Δ. Σ. του Ε., 2 Σ. Σ. του Ε. και 3 Μ. Σ. του Ε., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γουλιέλμο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 163/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1999/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 6-2-2012 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 περ.1 στοιχ.β', 577 παρ.2, 321 και 495 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη για την αγωγή και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Εξ άλλου, ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη, κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, δηλαδή της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη Γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την απόφαση που προσβλήθηκε. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της πρώτης από τις παραπάνω διατάξεις, με εκείνη του άρθρου 76 παρ.1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία, μόνο, ρύθμιση ή εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομόδικους, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση, μόνο όταν γίνει τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους.
Όπως δε προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ.1 και 501 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα να ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης που εκδόθηκε, παρά την απουσία του, έχει ο αναγκαίος ομόδικος που ήταν απών στη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε, στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του και η απόφαση δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής, ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση, κατά της ερήμην απόφασης, αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα, αυτεπάγγελτα, ως απαράδεκτη (αρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κι αυτό γιατί, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.β'περ.β'ΚΠολΔ, η οποία ορίζει, ότι κατά την ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση, ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή, συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης επιτρέπεται μόνον, εφόσον δεν συγχωρείται κατ'αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως, έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998, 13/2001).
Δηλαδή καθιερώνεται η αρχής της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων. Τέλος, δεν μπορεί, εκ των προτέρων, ν'αποκλείστει το έννομο συμφέρον του απόντος διαδίκου ν'ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή, ερημοδικίας τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της οποίας, όπως είναι και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προς άσκησή της, κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της ανακοπής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει, παρεμπιπτόντως, ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει, εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ.ΑΠ 15/2001).
Εάν, άρα, δικάστηκε ερήμην στο Εφετείο ο ένας από τους αναγκαίους ομοδίκους, πρέπει να έχει γίνει και ως προς αυτόν τελεσίδικη η απόφαση, ώστε να υπόκειται σε αναίρεση, είτε με την πάροδο της προθεσμίας άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, η οποία αποδεικνύεται με τη σχετική έκθεση επίδοσης προς αυτόν της τελεσίδικης απόφασης ή με την επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο αντίγραφο της απόφασης που επιδόθηκε, είτε με την οριστική απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας που αυτός άσκησε κατά της απόφασης, η οποία εκδόθηκε ερήμην του είτε κατ'άλλο νόμιμο τρόπο (Ολ.ΑΠ 11/1998 15/2001).
Τέλος, κατά το άρθρο 254 παρ.1 εδ.α'του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 9 του Ν.2915/2001 και εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (αρθρ.573 παρ.1 ΚΠολΔ), "το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τις διάσκεψης, παρουσιάζονται κενά, η αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.
Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης". Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως εξάγεται από την εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, το Εφετείο δέχτηκε την ασκηθείσα από μέρους των ήδη αναιρεσιβλήτων - εναγόντων έφεση κατά της με αριθμό 163/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους, ως καταχρηστική.
Μ'αυτή ζητούσαν ν'αναγνωριστεί, ότι: 1)ο πρώτος εναγόμενος - εργολάβος άκυρα εξεποίησε με πώληση με το αναφερόμενο σ'αυτή συμβόλαιο στο δεύτερο εναγόμενο διαμέρισμα στην υπό ανέγερση, με το σύστημα της αντιπαροχής, πολυκατοικία, σε οικόπεδο ιδιοκτησίας τους λόγω υπέρβασης εκ μέρους του, της πληρεξουσιότητας που του είχαν χορηγήσει οι ίδιοι, ως οικοπεδούχοι και κατά παράβαση των, από το εργολαβικό, συμβατικών του υποχρεώσεων και διατάξεων νόμων β)η ακυρότητα του εν λόγω συμβολαίου γ)οτι ο δεύτερος εναγόμενος δεν απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω διαμερίσματος, παρά την μεταγραφή του συμβολαίου στο οικείο υποθηκοφυλακείο.
Το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, πλήν άλλων, ότι οι εναγόμενοι και εφεσίβλητοι είναι αναγκαίοι ομόδικοι, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και δέχτηκε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής που εκδόθηκε ερήμην του πρώτου εναγομένου - εφεσιβλήτου, άσκησε την κρινόμενη αίτηση ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος και επισπεύδει τη συζήτηση, χωρίς, όμως, να προκύπτει, αν κατά το χρόνο της άσκησής της, είχε καταστεί ή όχι τελεσίδικη η απόφαση, ως προς τον απόντα αναγκαίο ομόδικο - πρώτο εφεσίβλητο, μη υποκείμενη σε ανακοπή ερημοδικίας.
Κατά τη μελέτη και τη διάσκεψη της υπόθεσης, παρουσιάστηκαν τα πιο πάνω κενά και αμφίβολα σημεία, αναφορικά με τη συνδρομή ή όχι της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα παραπάνω νομικά δεδομένα, τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τον πρώτο εναγόμενο. Αυτά εξετάζονται αυτεπάγγελτα και χρειάζονται συμπλήρωση και διευκρίνηση.
Άρα, πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, να προσκομιστούν στοιχεία από τα οποία να εξάγεται, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη ως προς τον τρίτο εναγόμενο Α. Κ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο της από 30-12-2009 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 1999/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με σκοπό να διευκρινιστούν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό με επιμέλεια του αναιρεσείοντος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ