Legislator Case Law & Legislation
1685/2012 AI generated

1685/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1685/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2007 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου, την με αριθμό κατάθεσης 1216/10-1-2008 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 5/11/2008 πρόσθετη παρέμβαση του δεύτερου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1786/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1396/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/11/2010 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1685/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απαιτείται δηλαδή να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, η μία ως επίδικη στην εκκρεμή δίκη και η άλλη που στηρίζει την παρεμπίπτουσα αγωγή και εξαρτάται από την πρώτη, υπό την έννοια ότι μόνο αν ο εναγόμενος-παρεμπιπτόντως ενάγων ηττηθεί ως προς αυτή αποκτά δικαίωμα αποζημιώσεως κατά του δικονομικού εγγυητή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1685 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1685/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία Δήμος Παύλου Μελά, πρώην Δήμος Σταυρούπολης, που εδρεύει στην Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ο. Π. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Πολυχρονόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θαλή Μέλφο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 3) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2007 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου, την με αριθμό κατάθεσης 1216/10-1-2008 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 5/11/2008 πρόσθετη παρέμβαση του δεύτερου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1786/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1396/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/11/2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 5/1/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της ένδικης αίτησης του "Δήμου Σταυρουπόλεως" για αναίρεση της 1396/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 69 § 1 περ. ε', 88 και 283 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι παραδεκτή η άσκηση της προσεπίκλησης και της ενωμένης σ' αυτήν παρεμπιπτούσης αγωγής εκ μέρους του δια της κυρίας αγωγής εναγομένου εναντίον του απλού ομοδίκου του, δικονομικού εγγυητή του, πρέπει, όμως, για να είναι νόμιμη, μεταξύ του εναγομένου - παρεμπιπτόντως ενάγοντος και του δικονομικού του εγγυητή - παρεμπιπτόντως εναγομένου να υπάρχει, δυνάμει του νόμου ή συμβάσεως, έννομη σχέση, η οποία σε περίπτωση ήττας του εναγομένου στην κυρία δίκη - παρεμπιπτόντως ενάγοντος, του παρέχει δικαίωμα αποζημιώσεως κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου δικονομικού εγγυητή.

Απαιτείται δηλαδή να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, η μία ως επίδικη στην εκκρεμή δίκη και η άλλη που στηρίζει την παρεμπίπτουσα αγωγή και εξαρτάται από την πρώτη, υπό την έννοια ότι μόνο αν ο εναγόμενος-παρεμπιπτόντως ενάγων ηττηθεί ως προς αυτή αποκτά δικαίωμα αποζημιώσεως κατά του δικονομικού εγγυητή.

Έτσι δεν μπορεί να ασκηθεί παρεμπίπτουσα αγωγή εναντίον του απλού ομοδίκου, αλλ' ούτε και εναντίον εκείνου που δεν ενέχεται σε αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του παρεμπιπτόντως ενάγοντος, αλλά είναι ο κύριος υπόχρεος και έπρεπε να ασκηθεί αγωγή απευθείας εναντίον του. (ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1188/2007). Από αυτά έπεται ότι στοιχείο απαραίτητο του νόμω βασίμου της προσεπικλήσεως και της ενουμένης σε αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής, είναι να διαλαμβάνεται σ' αυτήν η ύπαρξη μεταξύ του προσεπικαλούντος και προσεπικαλούμενου εννόμου σχέσεως, δυνάμει του νόμου ή συμβάσεως από την οποία απορρέει υποχρέωση του δευτέρου να καταβάλει στον πρώτο την αξιούμενη παρ' αυτού από τον κυρίως ενάγοντα αποζημίωση. (ΑΠ 1040/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ) ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι δύνανται να ζητήσουν δικαστικώς τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι: α) ο υπόχρεος να καταβάλει την αποζημίωση, β) ο υπερού κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση και γ) όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο (ΑΠ 1671/2006).

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο υπόχρεος προς καταβολή της αποζημιώσεως δεν ταυτίζεται αναγκαίως προς τον υπέρ ου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση. Τέτοια περίπτωση, με υπόχρεο καταβολής της αποζημιώσεως το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμενο, επομένως, να καταστεί διάδικο κατά τον καθορισμό αυτής, δι' αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ Δήμου ή Κοινότητος, προβλέπει η διάταξη του άρθρου 1 § 1 του ν.δ. 632/1970 "περί αναλήψεως υπό του Δημοσίου των εκ της εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των Δήμων και Κοινοτήτων".

Κατά την διάταξη αυτή, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1143/1972 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ν.δ. 632/1970 κλπ.", και μάλιστα ίσχυσε αναδρομικώς (άρθρον 3 ν.δ. 1143/197 ... "Το Δημόσιον επισπεύδον την διάνοιξιν οδών, πλατειών, αλσών και λοιπών κοινοχρήστων χώρων, προβλεπομένων υπό των εγκεκριμένων σχεδίων των πόλεων, αναλαμβάνει τα κατά την διαδικασίαν της απαλλοτριώσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις των κατά τόπον αρμοδίων δήμων ή κοινοτήτων διεξάγον τας σχετικάς προς την απαλλοτρίωσιν δίκας.

Η τοιαύτη υπό του δημοσίου επίσπευσις εκδηλούται δια της παρακαταθέσεως της αποζημιώσεως και αφορά μόνον εις τα ακίνητα δι' α η παρακατάθεσις διατάξεις της παρούσης παραγράφου έχουν εφαρμογήν και επί απαλλοτριώσεων, αίτινες επεσπεύθησαν από 1ης Ιανουαρίου 1947. Τυχόν καταβληθείσαι υπό των δήμων ή κοινοτήτων αποζημιώσεις δια τοιαύτας απαλλοτριώσεις θεωρούνται καλώς γενόμεναι και δεν δημιουργούν υπέρ του οικείου δήμου ή κοινότητος δικαίωμα αναζητήσεως των καταβληθέντων εις βάρος του Δημοσίου, βάσει του παρόντος".

Κατά δε το άρθρο 2 του δευτέρου των ανωτέρω νομοθετικών διαταγμάτων "επί των ερήμην των οικείων δήμων ή κοινοτήτων εκδοθεισών αποφάσεων εις τας περιπτώσεις του ν.δ. 632/1970, ως τούτο τροποποιείται δια του προηγουμένου άρθρου, δύναται το Δημόσιον να ασκήσει ανακοπήν εντός εννεαμήνου από της δημοσιεύσεως του παρόντος.

Δια τας μετά την δημοσίευσιν του παρόντος κοινοποιουμένας εις το Δημόσιον και οποτεδήποτε εκδοθείσας ως άνω ερήμην αποφάσεις, η ανακοπή δύναται να ασκηθεί εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως". Τα ανωτέρω άρθρα αποδίδονται στο άρθρο 294 (με τίτλο: "Επίσπευση της εφαρμογής του σχεδίου πόλης από το Δημόσιο") του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Κ.Β.Π.Ν.), που κυρώθηκε με το από 14/27.7.1999 π.δ/γμα (Δ' 580), στον οποίο ως ορίζεται στο άρθρο "μόνο" αυτού: "Κωδικοποιούνται σε ενιαίο κείμενο με τίτλο "Κώδικας βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας" νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που ίσχυαν την 13.6.1997 (έναρξη ισχύος του Ν. 2508/1997).

Το παρόν διάταγμα συνοδεύεται από Παράρτημα με απαρίθμηση υπουργικών αποφάσεων και δύο Πίνακες με την αντιστοιχία των άρθρων της κωδικοποίησης και των πηγών". Από την πρώτη δε εκ των ως άνω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι το Δημόσιο όταν επισπεύδει τις πολεοδομικές απαλλοτριώσεις για τη διάνοιξη οδών κ.λ.π.

κατά τη διαδικασία της απαλλοτρίωσης αναλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κατά τόπο αρμοδίων δήμων και κοινοτήτων και το ίδιο στο όνομα του και για λογαριασμό του διεξάγει τις δίκες απαλλοτρίωσης και καθίσταται διάδικος σ' αυτές. Αυτό μόνο νομιμοποιείται ενεργητικά ή παθητικά, αφού με τον τρόπο αυτό επέρχεται στερητική αναδοχή αλλότριου χρέους από το νόμο (ΑΠ 1917/2005).

Όπως δε, ρητώς ορίζεται, στην ως άνω διάταξη η υπό του Δημοσίου ανάληψη των κατά την διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, υποχρεώσεων των οικείων Δήμων και Κοινοτήτων, και της διεξαγωγής των σχετικών δικών, προϋποθέτει επίσπευση υπό του Δημοσίου, εκδηλούμενη αποκλειστικά δια της παρακαταθέσεως της αποζημιώσεως και αφορώσα μόνον εις τα ακίνητα δια τα οποία έγινε η παρακατάθεση.

Επομένως, εφ' όσον δια συγκεκριμένο ακίνητο το Δημόσιο δεν προήλθε σε παρακατάθεση της αποζημιώσεως, δεν αναλαμβάνει ουδεμία υποχρέωση και δεν νομιμοποιείται παθητικώς και συνεπώς δεν τυγχάνει υπόχρεο προς καταβολή της δια την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου τούτου οφειλομένης αποζημιώσεως, έστω και εάν είχε προέλθει το Δημόσιο στην παρακατάθεση της αποζημιώσεως για άλλο ακίνητο δια της αυτής απαλλοτριωτικής πράξεως, ως τμήμα του αυτού ευρύτερου ακινήτου ιδίου ιδιοκτήτου, απαλλοτριωθέν (ΑΠ 1934/1984).

Άλλωστε όπως ρητά ορίζεται στην ανωτέρω διάταξη, στην περίπτωση που ο οικείος δήμος ή η κοινότητα καταβάλει αποζημιώσεις για τις εν λόγω απαλλοτριώσεις δεν έχει δικαίωμα να στραφεί κατά του Δημοσίου και να αναζητήσει τις καταβληθείσες αποζημιώσεις και αντιστοίχως το τελευταίο δεν έχει τέτοια υποχρέωση έναντι του δήμου ή της κοινότητας και θεωρείται ότι καλώς έγινε η καταβολή των αποζημιώσεων απ' αυτούς.

Περαιτέρω, από τη δευτέρα των ανωτέρω διατάξεων, την αναγκαιότητα της οποίας επέβαλε, κατά την οικεία εισηγητική έκθεση επί του ν.δ. 1143/1972, η προστασία των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου, προκύπτει ότι το τελευταίο επισπεύδοντας την διάνοιξη οδών πλατειών κ.λπ. έχει το δικαίωμα να ασκήσει κατά των αποφάσεων που εκδόθηκαν ερήμην των δήμων και κοινοτήτων και καθόρισαν την οφειλομένη για την απαλλοτρίωση λόγω ρυμοτομίας αποζημίωση, ανακοπή μέσα στην κατά περίπτωση οριζόμενη προθεσμία, ώστε να ερευνηθεί εκ νέου η υπόθεση με την παρουσία του και καθορισθεί, αφού ακουστούν και οι απόψεις αυτού, η προσήκουσα αποζημίωση (Α.Π. 563/1990).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 91 παρ.1 του Κώδικα των Δικηγόρων προκύπτει ότι υπόχρεος προς πληρωμή της αμοιβής του δικηγόρου είναι εκείνος που έδωσε την εντολή προς διεξαγωγή ή υπεράσπιση της υπόθεσης για την οποία αφορά η αμοιβή και όχι ο κύριος της υπόθεσης όταν αυτός δεν είναι ο εντολέας (ΑΠ 140/2007, ΑΠ 1167/2007).

Εξάλλου από την ως άνω διάταξη καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 92, 94, 170 και 248 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. Α.Κ. προκύπτει, ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξαρτήσεως, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ των σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβομένη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.

Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες, που προσέφερε, καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξαρτήτως του αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.

του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΑΠ 2073/2007). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, (όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου της με την περ. ε', άρθρ.31 Ν. 3130/2003, ΦΕΚ Α 76/28.3.2003), "Η δικαστική δαπάνη μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.& Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Προκειμένου περί απαλλοτριώσεων δεν εφαρμόζεται το άρθρο 22 του ν. 3693/1957", που αναφέρεται στους δικηγόρους των δικαιούχων της αποζημιώσεως, και όχι στους δικηγόρους που διορίζονται από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου όπως τα ΟΤΑ, για υπεράσπιση των συμφερόντων τους, όταν η απαλλοτρίωση έχει κηρυχθεί υπέρ αυτών και με δαπάνες τους, δηλαδή στους δικηγόρους των υπόχρεων για πληρωμή της αποζημιώσεως.

Περαιτέρω, με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1093/1980 ορίστηκε ότι "η ως άνω διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 161 του Δικηγορικού Κώδικα εφαρμόζεται και επί των δικηγορικών αμοιβών εξ αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κατά την ειδικήν διαδικασίαν προσδιορισμού τιμής μονάδος. Εφόσον η δικηγορική αμοιβή έχει καθορισθεί κατά την παράγραφον 3 του άρθρου 92 του ν.δ 3026/1954, αύτη δεν δύναται να είναι κατωτέρα των υπό των άρθρων 100 και επόμ.

προβλεπομένων ελαχίστων ορίων". Στη συνέχεια η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 9 του ν. 1093/1980 ορίζει ότι "αι διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του Κωδικός Πολιτικής Δικονομίας δεν εφαρμόζονται επί δικών διεξαγόμενων κατά την ειδικήν διαδικασίαν περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων. Η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε πλήρης, αποκλειστικώς δε εις βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωσιν, επιφυλασσομένων των διατάξεων του ν.δ. 446/1974.

Το δικαστήριον εν πάση περιπτώσει προσδιορίζει την αμοιβήν του παραστάντος δικηγόρου εκατέρου των μερών διακεκριμένως, υπολογιζομένην βάσει του κατά την παράγραφον 3 του άρθρου 92 του ν.δ. 3026 /1954 καταρτισθέντος συμφωνητικού, ή εν ελλείψει τούτου κατά τας διατάξεις των άρθρων 100 επόμ. του αυτού νομοθετικού διατάγματος".

Σύμφωνα με το άρθρο 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων προκειμένου για αίτηση προσδιορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριουμένων για δημόσια ανάγκη ή ωφέλεια ακινήτων, το ελάχιστο όριo της αμοιβής κανονίζεται από το άρθρο 100 με βάση την αξία των ακινήτων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1093/1980, που προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 10 του ν. 1868/1989, της παρ.5 του ίδιου άρθρου του ν. 1093/1980 και της παρ.6 του ίδιου άρθρου, ο προσδιορισμός της αμοιβής των δικηγόρων που παραστάθηκαν στη δίκη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είναι ανεξάρτητος της δικαστικής δαπάνης και δεν αποτελεί επιδίκαση υπέρ του διαδίκου που νίκησε, ούτε καταδίκη στη δαπάνη αυτή του υπόχρεου στην καταβολή της αποζημιώσεως, αλλά συνιστά απλό καθορισμό της αμοιβής των δικηγόρων που παρέστησαν για το σκοπό της υπαγωγής της αμοιβής αυτής στο καθεστώς της παρακράτησης ορισμένου ποσοστού προς κάλυψη των εξόδων και ενίσχυση του ειδικού λογαριασμού του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου (ΑΠ 2073/2007, ΑΠ 1291/2006, ΑΠ 1254/1998).

Από τις διατάξεις των άρθρων 91, 92 επ. και 98 επ. του Κώδικα περί δικηγόρων και τις διατάξεις των άρθρων 176, 177 και 189 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, άλλη είναι η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου και άλλη η στον διάδικο επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, στην καταβολή της οποίας καταδικάζεται ο αντίδικος του με τη δικαστική απόφαση.

Τούτο διότι η πρώτη, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, ανάγεται στην εσωτερική εκ της εντολής σχέση, η οποία συνδέει τον πληρεξούσιο δικηγόρο με τον πελάτη του και καθορίζεται κατά την μεταξύ τους συμφωνία (άρθρο 92 του Κωδ. δικηγόρων), εφόσον αυτή είναι έγκυρη, εν ελλείψει δε τέτοιας έγκυρης συμφωνίας κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατιμήσεις αμοιβής των δικηγόρων (άρθρο 98 παρ.1 Κωδ.

Δικ.) Αντίθετα η δεύτερη, ήτοι η αποδοτέα δικαστική δαπάνη καθορίζεται κατά τις περί αυτής διατάξεις του άρθρου 189 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αποδίδονται μόνο τα αναγκαία προς διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης δικαστικά έξοδα και περιλαμβάνει τα δαπανήματα που καθορίζονται σ' αυτή. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να γίνεται σαφώς διάκριση μεταξύ της δικηγορικής αμοιβής, η οποία πάντοτε είναι πληρωτέα από τον εντολέα του δικηγόρου με βάση τη σχέση έμμισθης εντολής και της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται από το δικαστήριο, στην οποία περιλαμβάνεται και η δικηγορική αμοιβή και αποτελεί βέβαια το μεγαλύτερο μέρος αυτής, η οποία εντούτοις ανήκει στο διάδικο και όχι στο δικηγόρου του.

Ο μη καθορισμός της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων στη δίκη περί καθορισμού προσωρινής ή οριστικής μονάδος αποζημίωσης ένεκα απαλλοτριώσεως, δεν επηρεάζει την εσωτερική σχέση (έμμισθη εντολή) πληρεξουσίου δικηγόρου και πελάτη, η οποία ρυθμίζεται σε περίπτωση ύπαρξης έγκυρης συμφωνίας από τους όρους αυτής, άλλως ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Κωδ.

Δικηγόρων καθόσον η επιδίωξη της αμοιβής με βάση την εσωτερική σχέση πληρεξουσίου δικηγόρου και εντολέα του είναι ανεξάρτητη από αυτή. Ο δικηγόρος μπορεί να επιδιώξει την αμοιβή του αυτή, ασκώντας σχετική αγωγή, που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 677 επ. Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 2073/2007). Συνακόλουθα τούτων, στην περίπτωση κατά την οποία, το Δημόσιο, αναλάβει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 § 1 του ν.δ. 632/1970, την επίσπευση πολεοδομικής απαλλοτρίωσης για τη διάνοιξη οδών κ.λπ., παρακαταθέτοντας την δικαστικώς καθορισθείσα αποζημίωση μαζί με την προσδιορισθείσα δικαστική δαπάνη μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημίωσης με αποτέλεσμα να υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του υπέρ ου η απαλλοτρίωση Δήμου, δεν έχει υποχρέωση απορρέουσα εκ του ως άνω νόμου να καταβάλει στον τελευταίο ούτε την τυχόν καταβληθείσα από αυτόν αποζημίωση προς τους δικαιούχους, όπως αναφέρθηκε παραπάνω και ούτε την αμοιβή του δικηγόρου του εν λόγω Δήμου, όταν ο τελευταίος, αναλαμβάνει ο ίδιος τη διεξαγωγή των δικών περί προσωρινού και οριστικού καθορισμού αποζημίωσης, δίνοντας σχετική εντολή σε δικηγόρο της επιλογής του προς διεξαγωγή στο όνομα του και για λογαριασμό του των εν λόγω δικών, παρά τα οριζόμενα στην ως άνω διάταξη περί διεξαγωγής των δικών απαλλοτριώσεως από το Δημόσιο και ανεξαρτήτως του ότι καίτοι δεν ήταν διάδικος στις ως δίκες, μη νομιμοποιούμενος ενεργητικά ή παθητικά σ' αυτές, εκδόθηκαν οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις στο όνομα του (του Δήμου) και αντιμωλία τούτου, καθορίζοντας την αποζημίωση και τη δικαστική δαπάνη μετά της αμοιβής των Πληρεξουσίων Δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημίωσης, που τελικώς κατ' εφαρμογή του ως άνω νόμου, παρακατέθεσε το επισπεύδον την πολεοδομική απαλλοτρίωση Δημόσιο.

Άλλωστε κατά τα προαναφερθέντα, υπόχρεος προς πληρωμή της αμοιβής του δικηγόρου του Δήμου είναι ο ίδιος Δήμος που έδωσε την εντολή προς διεξαγωγή και υπεράσπιση των δικών της απαλλοτρίωσης και όχι το Δημόσιο, το οποίο δεν ήταν ο εντολέας, αλλά με βάσει την επερχόμενη εκ του ως άνω νόμου στερητική αναδοχή αλλότριου χρέους ήταν ο αναδοχέας του χρέους του Δήμου, ήτοι της αποζημιώσεως για τα απαλλοτριούμενα, έναντι των ιδιοκτητών τούτων και δικαιούχων της αποζημίωσης.

Η δε καθορισθείσα με τις δικαστικές αποφάσεις προσδιορισμού της αποζημιώσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, δικαστική δαπάνη μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, την οποία το Δημόσιο έχει υποχρέωση σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 632/1970 να παρακαταθέσει, αναφέρεται στους δικηγόρους των δικαιούχων της αποζημιώσεως, και όχι στους δικηγόρους του συμμετέχοντος στις δίκες απαλλοτρίωσης, Δήμου με την ιδιότητα του υπόχρεου προς καταβολή της αποζημίωσης.

Επομένως, το Δημόσιο, επισπεύδον, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 632/1970, πολεοδομική απαλλοτρίωση, δεν είναι εκ του νόμου δικονομικός εγγυητής του διεξάγοντος τις δίκες απαλλοτριώσεως Δήμου για την υποχρέωση καταβολής υπό του τελευταίου της δικηγορικής αμοιβής στον εντολοδόχο δικηγόρο του και στη σχετική δίκη δεν έχει δικαίωμα ο εναγόμενος Δήμος να προσεπικαλέσει το Δημόσιο για να παρέμβει υπέρ του και να απαιτήσει αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του (Α.Π. 1778/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι με την υπ' αριθμ. έκθ. κατάθ. 1216/10.01.2008 προσεπίκληση προς άσκηση αναγκαστικής παρέμβασης ενωμένη με παρεμπίπτουσα αγωγή που άσκησε ο εναγόμενος της κύριας αγωγής Δήμος κατά του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το μέρος που αυτή μεταβιβάζεται στο παρόν Εφετείο, με τις υπό κρίση εφέσεις του προσεπικαλουμένου - παρεμπιπτόντως εναγομένου Δημοσίου και του προσεπικαλούντος - παρεμπιπτόντως ενάγοντος Δήμου, εκθέτει ο τελευταίος, μετά την παράθεση στο δικόγραφο αυτούσιου του κειμένου της κύριας αγωγής ότι δεν συνομολογεί το περιεχόμενο αυτής και ότι, έναντι του ίδιου ευθύνεται για την καταβολή του αιτούμενου με την κύρια αγωγή ποσού, το προσεπικαλούμενο Δημόσιο, ως εκ του νόμου δικονομικός εγγυητής του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 παρ. 1 ν.δ. 632/1970, καθόσον με υπ' αριθμ.

Δ12/ 30979/06.02.1991 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξία και Δημοσίων έργων, τούτο επέσπευσε την επίδικη απαλλοτρίωση, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2947/2001, εντάχθηκε στα έργα για του Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Ότι το προσεπικαλούμενο Ελληνικό Δημόσιο, κατέβαλε, μέσω του προσεπικαλούμενου και παρεμπιπτόντως δεύτερο εναγομένου ΝΠΙΔ "Περιφερειακού Ταμείου Ανάπτυξης Κεντρικής Μακεδονίας, (μη διαδίκου στην παρούσα κατ' έφεση δίκη), όλες τις δικαστικώς καθορισθείσες αποζημιώσεις και τις δικαστικές δαπάνες των ζημιωθέντων ιδιοκτητών, τις αμοιβές των πληρεξουσίων δικηγόρων τους καθώς και των πραγματογνωμόνων.

Ότι ο ίδιος (Δήμος) ήταν μόνον διάδικος στις δικές της απαλλοτρίωσης και δεν κατέβαλε κανένα ποσό από τις ως άνω δαπάνες, τις οποίες καίτοι κατέβαλε αποκλειστικά και μόνον το Ελληνικό Δημόσιο, αρνήθηκε να καταβάλει και τις αμοιβές των πληρεξουσίων δικηγόρων του Δήμου, οι οποίες αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος των ως άνω εξόδων.

Ότι το Ελληνικό Δημόσιο έχοντας την εκ του νόμου υποχρέωση προς καταβολή όλων των εξόδων απαλλοτρίωσης, συμπεριλαμβανομένων και των αμοιβών των δικηγόρων του Δήμου, επέδειξε και τη σχετική πρόθεση, όπως προκύπτει και από τα μνημονευόμενα στο δικόγραφο έγγραφα των υπηρεσιών του και των οργάνων του. Ότι η απόφαση του Δήμου να διεξάγει ο ίδιος τις δίκες της απαλλοτρίωσης λήφθηκε κατόπιν εντολών των αρμοδίων οργάνων του προσεπικαλούμενου Ελληνικού Δημοσίου και πιθανώς κατόπιν εσφαλμένης ερμηνείας του ισχύοντος ως άνω νομοθετικού διατάγματος, καθόσον σύμφωνα με την προαναφερόμενη υπουργική απόφαση και του ανωτέρω άρθρου 1 παρ. 1 ν.δ. 632/1970, τις δίκες έπρεπε να τις διεξάγει το τελευταίο.

Ότι εφόσον η ενάγουσα της κύριας αγωγής δικηγόρος παραστάθηκε αντί του δικηγόρου του Ελληνικού Δημοσίου, έχει υποχρέωση το τελευταίο να της καταβάλει την αιτούμενη με την αγωγή της αμοιβή. Ότι η επίμαχη απαλλοτρίωση ωφέλησε αποκλειστικά και μόνον το Ελληνικό Δημόσιο, διότι αφενός μεν υπήχθη στα αναγκαία για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων έργα που χρηματοδοτήθηκαν εξ ολοκλήρου από το τελευταίο και αφετέρου το έργο της επίμαχης απαλλοτρίωσης αποτελεί μέρος της Εθνικής οδού και ανήκει στο εθνικό οδικό δίκτυο και δεν αποτελεί δημοτική οδό.

Ότι ο Δήμος προκειμένου να εκπροσωπηθεί στις δίκες προσωρινής και οριστικής αποζημίωσης κατάρτισε με την κυρίως ενάγουσα σύμβαση δικηγορικής εντολής και η αμοιβή της συμπεριλαμβάνεται στις αναγκαίες για τη διενέργεια και συντέλεση της απαλλοτρίωσης δαπάνες. Με αυτό το ιστορικό επικαλούμενος ο προσεπικαλών Δήμος ότι το προσεπικαλούμενο Δημόσιο είναι εκ του νόμου δικονομικός του εγγυητής ζητεί, όπως παρέμβει στην κύρια δίκη υπέρ αυτού και σε περίπτωση παραδοχής της κύριας αγωγής σε βάρος του, να υποχρεωθεί, να του καταβάλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, οποίο θα υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής συμπεριλαμβανομένων των νομίμων τόκων και των εξόδων που τυχόν υποχρεωθεί να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα.

Σύμφωνα με αυτά, το Εφετείο απέρριψε την ως άνω προσεπίκληση και την ενωμένη σ' αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως του εναγομένου, ως νόμω αβάσιμη "καθόσον υπό τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά δεν δημιουργείται μεταξύ του προσεπικαλούμενου παρεμπιπτόντως εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου και του προσεπικαλούντος - παρεμπιπτόντως ενάγοντος έννομη σχέση, με βάση την οποία, σε περίπτωση ήττας του στην κύρια δίκη, να δικαιούται ο τελευταίος αποζημίωση από το πρώτο για την ως άνω αιτία.

Τούτο διότι, με τα εκτιθέμενα στο υπό κρίση δικόγραφο περιστατικά επιχειρείται η θεμελίωση της ιδιότητας του προσεπικαλούμενου -παρεμπιπτόντως εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου ως δικονομικού εγγυητή του προσεπικαλούντος-παρεμπιπτόντως ενάγοντος, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 632/1970, στο οποίο όμως, κατά τα προμνημονευόμενα στη μείζονα σκέψη, ουδόλως θεμελιώνεται η εν λόγω ιδιότητα και εντεύθεν δεν υπάρχει μεταξύ των έννομη σχέση από την οποία να γεννιέται υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση του Δήμου σε περίπτωση ήττας αυτού στην κύρια δίκη.

Ειδικότερα η επικαλούμενη στο υπό κρίση δικόγραφο διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 632/1970, σύμφωνα με όσα αναλυτικά έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη, δεν καθιστά το Δημόσιο δικονομικό εγγυητή έναντι του Δήμου για την οφειλόμενη υπ' αυτού δικηγορική αμοιβή στην εντολοδόχο δικηγόρο του, με την οποία κατά τα ρητώς μνημονευόμενα στο δικόγραφο, ο Δήμος κατάρτισε σύμβαση εντολής για να διεξάγει κατ ' εντολή του και ως πληρεξούσια δικηγόρος του τις δίκες καθορισμού προσωρινής και οριστικής αποζημιώσεως της πολεοδομικής απαλλοτρίωσης που επέσπευσε το Δημόσιο.

Άλλωστε στο ως άνω δικόγραφο δεν γίνεται επίκληση σύμβασης καταρτισθείσας μεταξύ του Δήμου και του Δημοσίου, δυνάμει της οποίας το τελευταίο ανέλαβε έναντι του Δήμου την υποχρέωση καταβολής της αμοιβής του δικηγόρου του τελευταίου που θα διεξάγει τις δίκες της απαλλοτρίωσης, ενώ τα αναφερόμενα στο ως άνω δικόγραφο περί του ότι ο Δήμος κατόπιν εντολών των αρμοδίων υπηρεσιών του Ελληνικού Δημοσίου και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 632/1970, διεξήγαγε τις δίκες απαλλοτριώσεως τις οποίες έπρεπε να διεξάγει το τελευταίο, αφορούν τον λόγο για τον οποίο ο Δήμος ανέλαβε τη διεξαγωγή των εν λόγω δικών παρά την έλλειψη της νομιμοποίησης του σ' αυτές και δεν αναφέρονται σε σύναψη συμβάσεως δημιουργούσα μεταξύ των έννομη σχέση από την οποία απορρέει υποχρέωση του Δημοσίου να καταβάλει στο Δήμο την αξιούμενη από την κυρίως ενάγουσα δικηγόρου του αμοιβή.

Συνεπώς στην υπό κρίση προσεπίκληση και την ενωμένη σ' αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, δεν διαλαμβάνεται το απαραίτητο στοιχείο του νόμω βασίμου αυτής, που είναι η ύπαρξη μεταξύ του προσεπικαλούντος Δήμου και του προσεπικαλούμενου Δημοσίου προϋφιστάμενης εννόμου σχέσεως από σύμβαση ή από το νόμο, από την οποία απορρέει υποχρέωση του δευτέρου να καταβάλει στον πρώτο την αξιουμένη παρ' αυτού από την κυρίως ενάγουσα δικηγορική αμοιβή (ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1040/2005 )". Έτσι, όπως έκρινε, το Εφετείο, ορθά τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου ερμήνευσε και εφήρμοσε και, συνεπώς, ορθά απέρριψε την ως άνω προσεπίκληση με αγωγή προς αποζημίωση, που άσκησε ο αναιρεσείων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και, επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου δε 559 αριθ. 1 πρώτος αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, ο προβλεπόμενος από αυτή καθορισμός υπό του Δικαστηρίου της δικαστικής δαπάνης μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημίωσης επί της οριστικώς προσδιορισθείσης αποζημιώσεως, αναφέρεται στους δικηγόρους των δικαιούχων της αποζημιώσεως, και όχι στους δικηγόρους που διορίζονται από τους συμμετέχοντες στη δίκη καθορισμού αποζημιώσεως με την ιδιότητα του υπόχρεου για την πληρωμή της αποζημίωσης.

Εξάλλου, η ως άνω δικαστική δαπάνη που επιδικάζεται από το δικαστήριο, στην οποία περιλαμβάνεται και η δικηγορική αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης που αποτελεί βέβαια το μεγαλύτερο μέρος αυτής, ανήκει στο διάδικο (δικαιούχο της αποζημίωσης) και όχι στο δικηγόρο του. Είναι δηλαδή, άλλη η εις το δικαιούχο της αποζημίωσης διάδικο επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, στην καταβολή της οποίας καταδικάζεται με τη δικαστική απόφαση ο υπόχρεος προς αποζημίωση αντίδικος του, η οποία αποτελεί παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο αυτής και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του (υπόχρεου) και περιέρχεται στο δικαιούχο ώστε να μη επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης και άλλη η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του υπόχρεου της αποζημίωσης, η οποία ανάγεται στην εσωτερική εκ της εντολής σχέση, που συνδέει τον πληρεξούσιο δικηγόρο με τον πελάτη του και καθορίζεται κατά την μεταξύ τους συμφωνία (άρθρο 92 του Κωδ.

δικηγόρων), εφόσον αυτή είναι έγκυρη, εν ελλείψει δε τέτοιας έγκυρης συμφωνίας κατά τις ισχύουσες ως άνω διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων. Η ως άνω άποψη του Δικαστηρίου αυτού περί του ότι, η ελάχιστη προβλεπομένη από τις ως άνω διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του υπόχρεου προς αποζημίωση στις απαλλοτριωτικές δίκες ελλείψει ειδικής μεταξύ των συμφωνίας , δεν ταυτίζεται με την επιδικασθείσα εις βάρος του (υπόχρεου της αποζημίωσης) δικαστική δαπάνη του δικαιούχου της αποζημίωσης, αλλά καθορίζεται με βάση μόνον την δικαστικώς προσδιορισθείσα αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου στα αναφερόμενα στις ως άνω διατάξεις ποσοστά (ήτοι 2% για τη σύνταξη της αιτήσεως και 1% για τη σύνταξη των προτάσεων και στην περίπτωση που επακολούθησε και δεύτερη συζήτηση, (ήτοι μετά τη διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης) 1% για τη σύνταξη των προτάσεων της δεύτερης συζήτησης), ενισχύεται και εκ του ότι α) η αμοιβή του δικηγόρου (αμφοτέρων των διαδίκων, ήτοι δικαιούχου και υπόχρεου της αποζημίωσης) για τις υπηρεσίες που προσέφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος και μόνον εάν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, καθορίζεται με βάση το ελάχιστο της αμοιβής που ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.

Κώδικα Δικηγόρων (ΑΠ 2073/2007) και β) ο μη καθορισμός της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων στη δίκη περί καθορισμού προσωρινής ή οριστικής μονάδος αποζημίωσης ένεκα απαλλοτριώσεως, δεν επηρεάζει την εσωτερική σχέση (έμμισθη εντολή) πληρεξουσίου δικηγόρου και πελάτη, η οποία ρυθμίζεται σε περίπτωση ύπαρξης έγκυρης συμφωνίας από τους όρους αυτής, άλλως ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων (άρθρο 100 επ.), καθόσον η επιδίωξη της αμοιβής με βάση την εσωτερική σχέση πληρεξουσίου δικηγόρου και εντολέα του είναι ανεξάρτητη από την καθορισθείσα με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης δικαστική δαπάνη μετά της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης. (ΑΠ 2073/2007).

Ενόψει του ότι δε η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια προσδιορισμού αποζημίωσης δικαστική δαπάνη συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης η οποία βαρύνει τον υπόχρεο αποζημίωσης είναι ανεξάρτητη και δεν ταυτίζεται με την καθορισθείσα από το δικαστήριο, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, ελάχιστη αμοιβή του δικηγόρου του τελευταίου που διεξήγαγε τις δίκες καθορισμού της αποζημίωσης, δεν τυγχάνει επί της αμοιβής αυτής (του δικηγόρου του υπόχρεου) εφαρμογής η ειδική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 2730/1999 που αφορά την αναγκαστική απαλλοτρίωση για την εκτέλεση Ολυμπιακών Έργων και η οποία ορίζει ότι: "Κατά το άρθρο 9 του ν. 2730/1999 "στις δίκες προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων του άρθρου 2 παρ. 16 του ν. 2598/1998, η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια δικαστική δαπάνη συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, βαρύνει τον υπόχρεο αποζημίωσης.

Η αμοιβή του δικηγόρου υπολογίζεται σε ποσοστό 1/3 των ελάχιστων ορίων των αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (2.500.000) δραχμές". Η παραπάνω διάταξη, ως ρητώς μνημονεύεται σ' αυτήν, αφορά αποκλειστικά και μόνον την επιδικαζόμενη με την δικαστική απόφαση καθορισμού αποζημιώσεως δικαστική δαπάνη συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης η οποία βαρύνει τον υπόχρεο αποζημίωσης, δηλαδή η αναφερόμενη στο άρθρο 9 του ν. 2730/1999 δικαστική δαπάνη, ταυτίζεται εννοιολογικά με αυτή του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), η οποία και παρακατατίθεται στο Τ.Π &.Δ., προκειμένου να επέλθει η συντέλεση της απαλλοτριώσεως.

Όπως, εξάλλου, κρίθηκε με την πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 22 παρ. ιβ του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης και 100 παρ. 1, 107 παρ. 1, 114 παρ. 5 του Ν.Δ 3026/1954 του Κώδικα Δικηγόρων, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, τουτέστιν για τον περιορισμό της δαπάνης εκτέλεσης των Ολυμπιακών έργων, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικούς απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις) συνισταμένη στην εξοικονόμηση από το Ελληνικό Δημόσιο λίαν σημαντικών δαπανών και τη διάθεση αυτών για την έγκαιρη και απρόσκοπτη εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων, εξυπηρετουμένου έτσι του εθνικού συμφέροντος, (βλ.

και Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 424/2008, ΑΠ 1817/2007 ΑΠ 1392/2007, ΑΠ 194/2007 ΑΠ 308/2006). Επομένως η αμοιβή του δικηγόρου του υπόχρεου της αποζημίωσης στις παραπάνω αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που εντάσσονται δυνάμει σχετικού νόμου στα Ολυμπιακά Έργα, δεν υπολογίζεται σε ποσοστό 1/3 των ελάχιστων ορίων των αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, με ανώτατο όριο αμοιβής του δικηγόρου 2.500.000 δραχμές, ήτοι 7.336,76 Ευρώ.

Με βάση αυτά, το Εφετείο, απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί εφαρμογής του άρθρου 9 ν. 2730/1999, ώστε να περιορισθεί η αιτούμενη δικηγορική αμοιβή στα όρια που προβλέπονται από τη διάταξη αυτή. Έτσι, όπως έκρινε, το Εφετείο, ορθά τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου ερμήνευσε και εφήρμοσε και, επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου δε 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ.

δεύτερος αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Με τον τρίτο (και τελευταίο) αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων υποστηρίζει (επικουρικά) ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 2730/1999, παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού καθιερώνει διακρίσεις μεταξύ των διαδίκων, ως προς το ύψος της καταβλητέας δικηγορικής, χωρίς να υπάρχει εύλογη δικαιολογία προς τούτο, με συνέπεια αναιρεσείων, στην προκειμένη περίπτωση να βρίσκεται σε δυσμενέστερη, οικονομικά, θέση, αφού αυτός υποχρεώνεται να καταβάλει ολόκληρη την αμοιβή στον αναιρεσίβλητο και όχι μειωμένη, όπως προβλέπει η εν λόγω διάταξη.

Ο, εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικός αυτός λόγος, είναι απορριπτέος, προεχόντως διότι με την ως άνω διάταξη δεν καθιερώνεται άνιση μεταχείριση μεταξύ των διαδίκων, αλλά, πρόκειται για διαφορετική αντιμετώπιση, ως προς το ύψος της καταβλητέας αμοιβής, μεταξύ των πληρεξουσίων δικηγόρων του δικαιούχου και του υποχρέου προς αποζημίωση.

Εκείνος, δηλαδή, που, ενδεχομένως, θα μπορούσε να επικαλεσθεί την ως άνω συνταγματική διάταξη, είναι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δικαιούχου αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση, ζητώντας ίση μεταχείριση με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του υποχρέου προς αποζημίωση. Πέρα από αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 4 του Κώδικα περί Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων: " Η δικαστική δαπάνη μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται δε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου".

Συνεπώς, ο ωφελούμενος από την διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 2730/1999 είναι ο υπόχρεος προς αποζημίωση, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, ο οποίος καταβάλλει μειωμένη αμοιβή στους πληρεξουσίους δικηγόρους των δικαιούχων της αποζημίωσης. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το διατακτικό, για τον υπολογισμό της οποίας θα ληφθεί υπόψη και η διάταξη του άρθρου 281 παρ. 2 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3463/2006.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την ένδικη αίτηση του "Δήμου Σταυρουπόλεως", για αναίρεση της 1396/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, εκ χιλίων (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ