Legislator Case Law & Legislation
1685/2011 AI generated

1685/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1685/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/10/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 345/2006 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 9/1/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1250/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το αναιρεσείον με την από 13/9/2010 κλήση του.

Legislator headnote

AI generated

1685/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Keywords

AI generated
successive fixed-term contracts duration of incapacity previous legal status recording of working time striking off the register employment status qualification
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1685 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1685/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ά. Ξ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αριστείδη Καζάκου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/10/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 345/2006 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 9/1/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1250/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το αναιρεσείον με την από 13/9/2010 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 20/4/2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ηλία Γιαννακάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8§3 ν.2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25§§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, ΟλΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006).

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ. πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλ.

και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, την 11.4.1994 προσλήφθηκε αρχικά με την 916/7.4.1994 απόφαση του Νομάρχη Ροδόπης, ως διοικητικός υπάλληλος κλάδου (ΔΕ), για χρονικό διάστημα 880 ωρών στη Διεύθυνση Αναδασώσεων Ν.Ροδόπης, εργαζόμενη επί 25 ημέρες το μήνα και πραγματοποιήσασα 144 ημερομίσθια.

Ύστερα από την αρχική της σύμβαση με την 1277/1.6.1994 απόφαση του ως άνω Νομάρχη παρατάθηκε μέχρι την 30.9.1994, συμπληρώσασα έτσι αυτή συνολικό χρόνο υπηρεσίας 5μηνών και 19 ημερών. Στη συνέχεια προσλήφθηκε με αποφάσεις του Διευθυντή Δασών Ν. Ροδόπης, ως εργάτρια, σε έργα Τομέα Δασών και Φυσικού περιβάλλοντος στη Διεύθυνση Αναδασώσεων.

Με τις εν λόγω διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ήτοι οκτάμηνης διάρκειας της κάθε μιας, η αναιρεσίβλητη εργάσθηκε στο αναιρεσείον με την ως άνω ιδιότητα από 16-10-1997 μέχρι 15-6-1997, από 16-11-1997 μέχρι 15-7-1998, από 16-11-1999 μέχρι 31-7-2000, από 1-11-2000 μέχρι 30-6-2001 και από 3-12-2001 μέχρι 23-5-2003, οπότε διεκόπη η σύμβαση εργασίας της από πλευράς αναιρεσείοντος, ελλείψει πιστώσεων.

Η αναιρεσείουσα παράλληλα τα έτη 1994, 1995, 1996 και 1997 πραγματοποίησε και άλλα 72,2, 221,2 164,2 και 165,6 ημερομίσθια αντίστοιχα στην ίδια ως άνω υπηρεσία, αμειβόμενη όμως όχι από το αναιρεσείον, αλλά από τους εκάστοτε εργολάβους δημοσίων δασικών έργων. Πάντοτε όμως, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού των εκάστοτε προσλήψεων της η αναιρεσίβλητη, κατά τα άνω χρονικά διαστήματα των 8 μηνών έκαστο, ως προαναφέρθηκε, ακόμη και όταν αυτή αμειβόταν από τους εργολάβους δημοσίων δασικών έργων, εκτελούσε πάντοτε καθήκοντα υπαλλήλου του κλάδου (ΔΕ) Διοικητικού - Λογιστικού στο Λογιστήριο της Υπηρεσίας του αναιρεσείοντος, τηρούσε δε πλήρες ωράριο εργασίας ως οι μόνιμοι και οι αορίστου χρόνου υπάλληλοι του και τελούσε υπό τις εντολές και οδηγίες των αμέσων προϊσταμένων της, καλύπτοντας έτσι πάγιες και διαρκείς λειτουργικές ανάγκες του αναιρεσείοντος.

Η ορισμένη διάρκεια των ως άνω συμβάσεων δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας, που παρείχε η αναιρεσίβλητη, αλλά ούτε και από άλλο αντικειμενικό λόγο, όπως η προσωρινή αναπλήρωση εργαζομένου ή η εκτέλεση συσσωρευθείσας ή παροδικού χαρακτήρα εργασίας. Έτσι από τα παραπάνω συνάγεται ότι η ορισμένη χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας της αναιρεσίβλητης, έγινε με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν.2112/1920, με συνέπεια να καθίσταται άκυρος ο όρος των συμβάσεων, ως προς το χρονικό περιορισμό της διάρκειάς τους και συνεπώς το σύνολο των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας αυτής (αναιρεσίβλητης) να συνιστά μία ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης με την προσβαλλόμενη απόφαση και αναγνωρίσθηκε ότι, οι συμβάσεις που συνδέουν την αναιρεσίβλητη με το αναιρεσείον είναι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και η καταγγελία των συμβάσεων αυτών είναι άκυρη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα του χαρακτηρισμού της ένδικης σχέσης που συνδέει την αναιρεσίβλητη με το αναιρεσείον που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Και τούτο διότι δεν δικαιολογεί την παραδοχή ότι οι συναφθείσες συμβάσεις ορισμένου χρόνου εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης ήταν διαδοχικές δεδομένου ότι, κατά τα ανωτέρω, αυτές απείχαν μεταξύ τους κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα και δή: η πρώτη με τη δεύτερη 2 1/2 έτη, η τρίτη με την τέταρτη 1 έτος και 4 μήνες και οι λοιπές από 5 έως 6 μήνες περίπου, και παραλλήλως δέχεται και ότι η αναιρεσίβλητη παρείχε τις υπηρεσίες της και σε άλλους εργολάβους του αναιρεσείοντος, κατά τα έτη 1994, 1995, 1996 και 1997 πραγματοποιήσασα αντίστοιχα 72,2, 221,2, 164,2 και 165,6 ημερομίσθια και αμειβόμενη όχι από το αναιρεσείον, αλλά από αυτούς.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 περ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 345/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ