Legislator Case Law & Legislation
1684/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment upholding bank's right to sue state guarantor without prior demand.

Case Number 1684/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's final judgment. The Court of Appeal had accepted the bank's lawsuit against the State for guaranteeing a loan, ruling that the bank was not legally required to demand payment from the Ministry of Finance before suing the guarantor. The Supreme Court upheld this decision, finding the appeal arguments baseless and the lower court's application of the relevant ministerial decision correct.

Legislator headnote

AI generated

Art. 26 of Law 4792/2021; Art. 578(a) of the Code of Civil Procedure: The State's appeal against a final judgment is inadmissible if the lower court correctly applied the law regarding the bank's right to sue the State guarantor without prior demand for payment.

Keywords

AI generated
State guarantee liability Bank litigation rights Prior demand procedure Ministerial decision interpretation Appeal admissibility Civil procedure law Guarantor liability

Cited Legislation

AI generated
Art. 26 of Law 4792/2021
Art. 147 § 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 of the Code of Civil Procedure
Art. 553 of the Code of Civil Procedure
Art. 556 of the Code of Civil Procedure
Art. 558 of the Code of Civil Procedure
Art. 564 § 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 § 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 of Law 3693/1957
Art. 578(a) of the Code of Civil Procedure
Art. 6 of Law 400/1976

Cited Case Law

AI generated
Ministerial Decision 67651/28.7.1978, Gazette B' 681/1978
Ministerial Decision 197/1978

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1684 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1684/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Νάνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17688/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 227/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-09-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 16-9-2021 αίτηση του Ελλ.Δημοσίου για την αναίρεση της υπ'αριθ. 227/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η από 19-2-2019 έφεση του εκκαλούντος/αναιρεσείοντος κατά της εφεσίβλητης/αναιρεσίβλητης και της υπ' αριθ. 17668/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξαφανίστηκε η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση και έγινε δεκτή η από 24-10-1995 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 18-6-2021 και η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 17-9-2021 ήτοι εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δυνάμει του άρθ. 26 του ν. 4792/2021 οι δικαστικές διακοπές για το τότε δικαστικό έτος που έληγε στις 15 Σεπτεμβρίου 2021, άρχισαν την 1η Ιουλίου 2021 και έληξαν την 31η Αυγούστου 2021 (άρθ. 147 § 2, 495, 553, 556, 558, 564 § 1 ΚΠολΔ).

Πρέπει, συνεπώς, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της. Στην υπ` αριθ. 67651/28.7.1978, ΦΕΚ Β',681/1978 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδόθηκε μετά σύμφωνη γνώμη της Νομισματικής Επιτροπής του άρθρου 6 του ν. 400/1976, που παρασχέθηκε με την υπ` αριθ. 197/1978 απόφασή της και αναφέρεται στην κάλυψη με την εγγύηση του Δημοσίου των χρηματοδοτήσεων προς την βιοτεχνία από τις εμπορικές τράπεζες, ορίζονται μεταξύ άλλων, τα εξής: "Παρέχουμε την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου προς τις Eμπορικές Tράπεζες, παραιτούμενοι της ενστάσεως της διζήσεως για την κάλυψη των δανείων που χορηγούνται από 1.5.1978 και εφεξής στις βιοτεχνικές επιχειρήσεις και εφευρέτες για την αξιοποίηση ερευνητικών εργασιών, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής αριθ. 197/11/3.4.1978 από το ειδικό κεφάλαιο που συνιστάται με την απόφαση αυτή.

Το συνολικό ύψος των κατά Τράπεζα ανωτέρω δανείων που θα καλύπτεται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, θα καθορίζεται με ειδική απόφασή της ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Νομισματικής Επιτροπής που θα παρέχεται μετά από σχετική πρόταση της Επιτροπής Βιοτεχνικών πιστώσεων...." και στο Κεφάλαιο III αυτής υπό τον τίτλο "Διαδικασία εξοφλήσεως απαιτήσεων των Τραπεζών λόγω καταπτώσεως της εγγυήσεως του Δημοσίου" ρητώς ορίζεται ότι: "1.

Το Ελληνικό Δημόσιο αναλαμβάνει την υποχρέωση, σε περίπτωση μη εμπροθέσμου εξοφλήσεως, από τον πρωτοφειλέτη, ολοκλήρου του δανείου ή μέρους αυτού, να εξοφλήσει το καλυπτόμενο με την εγγύηση του τμήμα του δανείου, πλέον των επί του τμήματος τούτου αναλογούντων και ανεξόφλητων τόκων (συμβατικών και υπερημερίας) δύο ετών, κατ' ανώτατο όριο, προ της χρονολογίας που έπαυσαν να εξοφλούνται τόκοι...2.

Η δανείστρια Τράπεζα, σε περίπτωση καταπτώσεως της εγγυήσεως του Δημοσίου, δικαιούται να ζητήσει, με έγγραφό της που θα απευθύνεται στο Υπουργείο Οικονομικών - Γενικό Λογιστήριο του Κράτους - Δ/νση 8η (Εγγυήσεων δανείων και αξιών - Τμήμα Β), την εξόφληση του κατά ανωτέρω οφειλόμενου ποσού εφόσον: α) Έχει προηγηθεί καθυστέρηση καταβολής, από την οφειλέτιδα βιοτεχνία, τριών τουλάχιστον δόσεων....

β)... 3. Στο πιο πάνω έγγραφο θα αναφέρεται: Το ιστορικό της δανειοδοτήσεως, Η αιτιολογία, οι όροι και προϋποθέσεις χορηγήσεως του δανείου. Το ποσό του δανείου, διάρκεια και τρόπος εξοφλήσεως αυτού. Οι δόσεις και τα ποσά πού έχουν εξοφληθεί, Το ανεξόφλητο υπόλοιπο ποσό του δανείου (χωριστά το εγγυημένο και χωριστά το μη εγγυημένο τμήμα αυτού).

Οι οφειλόμενοι από το Δημόσιο, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, τόκοι μιας διετίας. Οι λοιποί τόκοι (συμβατικοί και υπερημερίας). Τυχόν δικαστικά και λοιπά συναφή έξοδα (χωριστά τα καλυπτόμενα με την εγγύηση του Δημοσίου και χωριστά τα μη καλυπτόμενα). Στο εν λόγω έγγραφο θα αναφέρονται και όλα τα στοιχεία πού προβλέπονται από τις διατάξεις του Β.Δ. 757/69 (ΦΕΚ 241/69 τ.

Α') "περί διαρθρώσεως των Δημοσίων Ταμείων κλπ", δεδομένου ότι, το έγγραφο αυτό, θα κοινοποιηθεί στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο μετά βεβαιωτικής, σε τρία αντίτυπα καταστάσεως, και θα αποτελεί τίτλο για τη βεβαίωση της εγγυημένης και μη εγγυημένης απαιτήσεως της δανείστριας Τράπεζας. 4.Με το έγγραφο αυτό θα συναποστέλλονται:

α) Στο Γ.Λ.Κ. -Δ8-Β- αντίγραφα Της βεβαιωτικής καταστάσεως, Της σχετικής δανειακής Συμβάσεως κατά την κατάρτιση της όποιας, οι πιστώτριες Τράπεζες, υποχρεούνται να εξασφαλίζουν τη συναίνεση των οφειλετών για τη μετενεχυρίαση και μεταβίβαση στο Δημόσιο όλων των ασφαλειών εμπραγμάτων, προσωπικών ή οποιοσδήποτε άλλης φύσεως εγγυήσεως τρίτων πού παρασχέθηκε ως πρόσθετη ασφάλεια της εγγυημένης από το Δημόσιο χρηματοδοτήσεως.

Της σχετικής βεβαιωτικής πράξεως της αρμόδιας Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων πού προβλέπεται από την ανωτέρω απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής (παρ. ΙΥ/Β-Ι). Της εγκριτικής πράξεως της Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών πιστώσεων. Αθηνών πού προβλέπεται από την ανωτέρω απόφαση της Νομισματικής' Επιτροπής (παρ.

ΙΥ/Γ-γ), εφόσον, συντρέχει περίπτωση επιβαρύνσεως του Δημοσίου με δαπάνες δικαστικής επιδιώξεως εισπράξεως των καθυστερούμενων οφειλών. Της εγκριτικής πράξεως της οικείας Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών πιστώσεων πού προβλέπεται από την ανωτέρω απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής (παρ. ΤΥ/Δ-α), εφόσον συντρέχει περίπτωση επιδιώξεως εισπράξεως προ των ανωτέρω προθεσμιών.

β) Στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο Βεβαιωτική κατάσταση σε τρία αντίτυπα. Πλήρης ο φάκελος του δανείου σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής (παρ. ΙΥ/Δ-β), για τη συνέχιση κάθε νόμιμης ενέργειας κατά της οφειλέτιδας βιοτεχνικής επιχειρήσεως και των λοιπών ενδεχομένως συνυπόχρεων προς είσπραξη του ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου (εγγυημένου και μη).

Τα Δημόσια Ταμεία στα οποία κοινοποιείται ή απόφαση αύτη, μόλις λάβουν, από τις Τράπεζες, την ανωτέρω κατάσταση θα προβαίνουν αμέσως στη βεβαίωση, σε βάρος της οφειλέτιδας βιοτεχνίας, του συνόλου, της οφειλής ως έξης: Υπέρ του χρηματικού λογαριασμού No ... "προμήθεια εγγυήσεως χρηματοδοτήσεως, βιοτεχνίας" το μέρος της ληξιπρόθεσμης οφειλής που καλύπτεται με των εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και Υπέρ του λογαριασμού "Τ.Λ.Ν.Π." με δικαιούχο τη δανείστρια Τράπεζα, το υπόλοιπο μέρος της ληξιπρόθεσμης οφειλής, πού δεν καλύπτεται με την εγγύηση του Δημοσίου.

Μετά τη βεβαίωση αυτή θα μας ανακοινώνουν (Γ.Λ.Κ. -Δ8-Β) αμέσως τα στοιχεία της βεβαιώσεως. Τα εισπραττόμενα ποσά, θα εισάγονται στον ανωτέρω λογαριασμό No ... μέχρι πλήρους ικανοποιήσεως του Δημοσίου και θα αποδίδονται στο λογ/σμό πού τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος No ... και στη συνέχεια μετά την ικανοποίηση του Δημοσίου στον υπέρ της δανείστριας Τράπεζας οικείο λογαριασμό, την οποία και θα ενημερώνουν, σχετικώς μέχρι εξοφλήσεώς της. 5.

Σε περίπτωση που εντός 30 ήμερων από τη χρονολογία της υποβολής στο Υπ. Οικονομικών Γ.Λ.Κ. - Δ8 -Β του ανωτέρω έγγραφου μετά των λοιπών δικαιολογητικών δεν εξοφληθεί το εγγυημένο από το Δημόσιο Τμήμα του Δανείου με εντολή του προς την Τράπεζα της Ελλάδος και δεν υπάρχει έγγραφη αντίρρηση του Δημοσίου για τη νομιμότητα της καταπτώσεως της εγγυήσεως, ή δανείστρια Τράπεζα δικαιούται να ζητήσει, με έγγραφο της το όποιο θα κοινοποιείται στην αρμόδια Υπηρεσία του ...

την εξόφληση του εγγυημένου μέρους της απαιτήσεως της, απευθείας από την Τράπεζα της Ελλάδος, συνυποβάλλουσα υπεύθυνη δήλωση της ότι συντρέχουν όλες οι προς τούτο απαιτούμενες σχετικές προϋποθέσεις...". Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, με την υπ' αριθ. ....1978 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου προς όλες τις εμπορικές τράπεζες για κάλυψη από το "Ειδικό Κεφάλαιο" των δανείων που θα χορηγούνταν από 1.5.1978 και εφεξής στις βιοτεχνικές επιχειρήσεις και εφευρέτες για την αξιοποίηση ερευνητικών εργασιών σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και τις προϋποθέσεις της προαναφερθείσας απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής.

Με την προαναφερόμενη απόφαση, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο σύναψης της δανειακής σύμβασης και της έκδοσης της εγκριτικής πράξης από την αρμόδια Υποεπιτροπή Βιοτεχνικών Πιστώσεων, καθορίστηκαν και οι όροι είσπραξης του οφειλόμενου ποσού, λόγω κατάπτωσης εγγύησης από το Ελληνικό Δημόσιο, και ειδικότερα η υποχρέωση υποβολής έγγραφου αιτήματος στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, 8η Δ/νση, μετά των ρητώς αναφερόμενων στην Υ.Α συνυποβαλλόμενων εγγράφων, ώστε το Δημόσιο, δια των αρμοδίων οργάνων του να κρίνει τη νομιμότητα ή μη της κατάπτωσης της εγγύησης και να δώσει εντολή για την εξόφληση της σχετικής απαίτησης.

Οι ανωτέρω νομοθετικές διατάξεις της υπ' αριθ. ....1978 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών, εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου μόνου του α.ν. 9/1967, νομίμως δημοσιευθείσα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 681/16.8.1978) έχουν κανονιστική ισχύ νόμου, επιτακτικό χαρακτήρα, συνιστούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου, των οποίων η εφαρμογή δεν δύναται να αποκλειστεί από την ιδιωτική βούληση (ΓνμΝΣΚ 257/2017, ΓνμΝΣΚ 124/2014) και, ως ειδικές, υπερισχύουν των γενικότερων περί εγγυήσεως διατάξεων του ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον τούτο δεν αποκλείεται από τις εν λόγω διατάξεις (ΑΠ 1000/2006, ΑΠ 1179/2004).

Στο πλαίσιο αυτό, η προβλεπόμενη στις ανωτέρω διατάξεις διαδικασία παροχής και ισχύος της εγγύησης του Δημοσίου και της εν συνεχεία κατάπτωσης αυτής και ενεργοποίησης της εγγυητικής ευθύνης αυτού, δεν συνιστά απλώς τον τρόπο, με τον οποίο οι δανείστριες Τράπεζες δύνανται να επιδιώξουν εξωδικαστικά την εξόφληση των εγγυημένων απαιτήσεών τους, αλλά το κανονιστικό πλαίσιο της χορήγησης, ισχύος και κατάπτωσης της χορηγηθείσας εκ μέρους του Δημόσιου εγγύησης, η οποία δίδεται από το Κράτος, στο πλαίσιο άσκησης της οικονομικής του πολιτικής, και διαφοροποιείται από το αντίστοιχο νομικό πλαίσιο της κοινής εγγυητικής ευθύνης του ΑΚ.

Έχουν αυξημένη τυπική ισχύ και δεσμευτικό χαρακτήρα, καθώς η έκταση της εγγυητικής υποχρέωσης του Δημοσίου έναντι των δανειοδοτριών εμπορικών τραπεζών, για χορηγούμενα βιοτεχνικά δάνεια, εξειδικεύεται με τις επέχουσες θέση συστατικών τίτλων, για τις εν λόγω υποχρεώσεις, υπουργικές αποφάσεις. Υπό το πρίσμα αυτό, η εκ μέρους της Τράπεζας τήρηση των όσων προβλέπονται στις προαναφερθείσες διατάξεις, αναφορικά με τη διαδικασία κατάπτωσης της εγγύησης και πληρωμής των εγγυημένων απαιτήσεων, δεν συνιστά ενδοτικού δικαίου ρύθμιση, εξώδικου τρόπου εξόφλησης, για να ανακύπτει το ζήτημα, εάν είναι ή όχι υποχρεωτική η τήρησή της, πριν την έγερση αγωγής, αλλά αναγκαστικού δικαίου πρόβλεψη, κανονιστικής ισχύος, που η μη τήρησή της, συνεπάγεται παράβαση νόμου.

Ο χαρακτηρισμός του προβλεπόμενου στις ανωτέρω διατάξεις νομοθετικού πλαισίου κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου, ως "δυνητικά εφαρμόσιμου", έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τον δεσμευτικό χαρακτήρα και την αυξημένη ισχύ που αναγνωρίζει η έννομη τάξη στις κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις, όπως οι επίδικες.

Πιο συγκεκριμένα, από τη συνδυαστική ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι οι δανείστριες τράπεζες νομιμοποιούνται να ζητήσουν την κατάπτωση της κρατικής εγγύησης, μόνο, εφόσον: (α) έχει προηγηθεί καθυστέρηση καταβολής από την πιστούχο επιχείρηση τριών συνεχών δόσεων, αφού προηγουμένως η Τράπεζα έχει προβεί σε κάθε νόμιμη ενέργεια της για την είσπραξη του συνόλου των ανεξόφλητων απαιτήσεων της από τους πρωτοφειλέτες και τους λοιπούς, πλην του Δημοσίου, εγγυητές [σ' αυτές (νόμιμες ενέργειες) πρωτίστως περιλαμβάνεται η έναρξη της δικαστικής επιδίωξης της είσπραξής τους και η έκτοτε αμελλητί συνέχιση της δικαστικής επιδίωξης μέχρι πέρατος αυτής, χρησιμοποιώντας τις ληφθείσες ασφάλειες και προχωρώντας στην ολοσχερή ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων και (β) τηρήσουν την περιγραφόμενη στο νόμο διαδικασία με την αποστολή των απαιτούμενων δικαιολογητικών στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (ΓΛΚ) μετά την πάροδο τριμήνου από την ολοσχερή ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων.

Η τήρηση των παραπάνω, ιδίως της τήρησης των προϋποθέσεων λειτουργίας της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου, ερευνάται από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους πριν από την πληρωμή του από το Δημόσιο εγγυημένου ποσοστού του δανείου [στα πλαίσια του ελέγχου αυτού εξετάζεται αν από πταίσμα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης ή από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει η διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ (ΓνμδΝΣΚ 124/2014)].

Αυτό (Γ.Λ.Κ.) αποτελεί την αρμόδια δημόσια αρχή, στην οποία η δανείστρια τράπεζα υποχρεούται να απευθυνθεί εγγράφως για την πληρωμή της απαίτησής της, λόγω κατάπτωσης εγγύησης του Δημοσίου, για δάνειο που αυτή χορήγησε σε βιοτεχνική επιχείρηση. Η ίδια πιο πάνω δημόσια αρχή είναι εκείνη που θα κρίνει τη νομιμότητα ή μη της κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου, δίνοντας τελικώς την εντολή, σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη αντίρρησή της προς την δανείστρια τράπεζα, για την εξόφληση του εγγυημένου από το Δημόσιο μέρος της απαίτησής της.

Μόνο αν η αρμόδια αρχή του Γ.Λ.Κ. αρνηθεί να ικανοποιήσει την Τράπεζα απορρίπτοντας το υποβληθέν αίτημά της, αυτή έχει τη δυνατότητα να ασκήσει αγωγή κατά του Ελλ.Δημοσίου.

Συνεπώς σε περίπτωση πρόωρης έγερσης αγωγής σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, πριν την τήρηση της ως άνω ακολουθητέας διαδικασίας, η αγωγή ασκείται για μη ακόμη ληξιπρόθεσμη παροχή και τυγχάνει απορριπτέα λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος. Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 216 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στην αγωγή, με την οποία η πιστώτρια τράπεζα αξιώνει την επιδίκαση του οφειλόμενου μέρους του εγγυημένου δανείου και των αναλογούντων σ` αυτό τόκων μιας διετίας, αρκεί, για τη διαδικαστική πληρότητα του δικογράφου της, να εκτίθενται τα θεμελιωτικά της συνάψεως του δανείου και της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη πραγματικά γεγονότα.

Ήτοι, πρέπει να προσδιορίζονται στο αγωγικό δικόγραφο η σύναψη και οι όροι της δανειστικής σύμβασης, ο χρόνος χορήγησης του δανείου, ο χρόνος έναρξης της υπερημερίας των δανειοληπτών (η συνδρομή των προϋποθέσεων κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου), η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται για τη λειτουργία της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου από την οικεία υπουργική απόφαση ως αναγκαία προδικασία της έναντι του εγγυητή Ελλ.Δημοσίου στρεφομένης αγωγής για την πληρωμή του καλυπτόμενου από την εγγύηση μέρους του χορηγηθέντος στην πιστούχο πρωτοφειλέτρια εταιρία δανείου σε εκτέλεση υφιστάμενης συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού και το ποσό της οφειλής της πρωτοφειλέτριας επιχείρησης, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται, αν συμπίπτει και σε ποια έκταση με το εγγυημένο από το Δημόσιο ποσό (για κεφάλαιο και τόκους) σύμφωνα με τους όρους της οικείας υπουργικής απόφασης (ΑΠ 1254/2023, ΑΠ 1674/2011).

Η παράλειψη αναφοράς στην ιστορική βάση της αγωγής της τηρήσεως της διαδικασίας ενώπιον του ΓΛΚ δεν αποτελεί λόγο απορρίψεως αυτής εξαιτίας μη θεραπεύσιμης (νομικής) αοριστίας, αφού δεν συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά επειδή δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, ανάγονται σε θεραπεύσιμη (ποσοτική) αοριστία με τις προτάσεις που κατατίθενται νομίμως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Προκειμένου να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 159/2004). Η υπουργική απόφαση, κανονιστικού περιεχομένου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 850/2004, ΑΠ 825/2004, ΑΠ 1605/ 1995), η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης, που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (ΑΠ 1903/2022, ΑΠ 1352/2022).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).

Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017).

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 133/2022).

Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 797/2023).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθ. 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως. Ο κανόνας αυτός, όμως, δεν εφαρμόζεται αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Οι προϋποθέσεις για την αντικατάσταση του εσφαλμένου αιτιολογικού και την απόρριψη της αναίρεσης είναι δύο: α)ορθό διατακτικό και β)πλήρωση, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, του πραγματικού της νομικής διάταξης, η έννομη συνέπεια της οποίας συμπίπτει με το διατακτικό. Έτσι, αν η εσφαλμένη αιτιολογία δεν δημιουργεί δεδικασμένο, λόγος για αναίρεση της αποφάσεως δεν δημιουργείται (ΑΠ 1870/2017).

Με τους πρώτο και δεύτερο συναφείς λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ'εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο απέρριψε τους με τους τρίτο και τέταρτο λόγους έφεσης προταθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος Ελλ.Δημοσίου περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας/αναιρεσίβλητης για την άσκηση της ένδικης αγωγής, καθώς και περί αοριστίας του δικογράφου αυτής. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι με τις πρωτόδικες προτάσεις του και με τον τρίτο λόγο της έφεσής του πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι η σε βάρος του ασκηθείσα αγωγή της αναιρεσίβλητης ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, κατ' άρθρο 68 ΚΠολΔ διότι, όπως προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. οικ. ...-2017 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων και Δανείων (τ. Δ25), ουδέποτε υποβλήθηκε, πριν την άσκηση της αγωγής, εκ μέρους της δανείστριας σχετικό αίτημα στην Υπηρεσία λόγω κατάπτωσης παρασχεθείσας στην βιοτεχνική εταιρία με την επωνυμία "Α. Π.-Κ. Β." εγγύησης, με αποτέλεσμα το Δημόσιο να στερηθεί της νομικής και πραγματικής βάσης για την εξέταση του αιτήματος κατάπτωσης, την εκκαθάριση της δαπάνης και την ικανοποίηση εγγυημένων απαιτήσεων της.

Συνεπώς, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη στερούνταν εννόμου συμφέροντος για την παροχή εννόμου προστασίας. Με τον τέταρτο λόγο ισχυρίστηκε ότι η αγωγή ήταν απαράδεκτη λόγω αοριστίας διότι δεν ανέφερε στην ιστορική της βάση την τήρηση της ως άνω προδικασίας. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 24-10-1995 αγωγής προκύπτει ότι σ'αυτήν η ενάγουσα/αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι η ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία συνήψε με την ομόρρυθμη εταιρία "Δ.

Π.-Κ. Β. ΟΕ" σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό πιστωτικού ορίου 35.216,43 €. Ότι την καταβολή τυχόν καταλοίπου του δανείου εγγυήθηκε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο μέχρι του συνολικού ποσού των 19.569,97 € δυνάμει των με αριθμό 74/87 και 85/87 πράξεων και σύμφωνα με την ....1978 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Ότι επειδή η δανειζόμενη εταιρία δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της προς αποπληρωμή των συμφωνηθέντων δόσεων, η ενάγουσα την 16.05.1990 έκλεισε οριστικά τον σχετικό λογαριασμό, ο οποίος εμφάνιζε κατά το κλείσιμο χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου ύψους 24.499,54 € και παρά το γεγονός ότι έχει καταπέσει η εν λόγω εγγύηση, το εναγόμενο αρνείται να της καταβάλει το εν λόγω οφειλόμενο ποσό, παρά τις οχλήσεις της.

Ότι μετά από αίτησή της εκδόθηκε η υπ'αριθ. .../1991 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία επιδόθηκε στην πρωτοφειλέτιδα και τους εγγυητές. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ανωτέρω συνολικώς οφειλόμενο ποσό των 19.569,97 € νομιμοτόκως από την επομένη του κλεισίματος των λογαριασμών της πίστωσης, και να καταδικαστεί το εναγόμενο στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

Με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατατεθείσες από 20-9-2018 έγγραφες προτάσεις της, που παραδεκτώς επισκοπούνται, η ενάγουσα/αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι από 8-9-2017 έχει υποβάλει αίτημα για την κατάπτωση της εγγύησης για το αιτηθέν ποσό προσκομίζοντας όλα τα απαραίτητα έγγραφα με σχετική επιστολή της προς το ΓΛΚ, την οποία προσκόμισε ως σχετ.

υπ'αριθ. 30. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα "παρίσταται επαρκώς ορισμένη, αφού στο δικόγραφό της περιέχονται όλα τα αναγκαία για τη δικονομική πληρότητα στοιχεία, κατά τα όσα παρατίθενται στη σχετική υπό στοιχείο 4 μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, αναφέρεται σ' αυτήν το αντικείμενο της σύμβασης χορήγησης πίστωσης με την εγγύηση του Δημοσίου, το ανεξόφλητο υπόλοιπο της πίστωσης, η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πιστούχου από την εν λόγω σύμβαση και η καταγγελία αυτής πριν την προβολή της αξίωσης για κατάπτωση της εγγύησης του Δημοσίου, ενώ δεν ήταν απαραίτητη, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, η αναφορά της τήρησης εκ μέρους της ενάγουσας της διαδικασίας για την εξόφληση του καλυπτόμενου από την εγγύηση οφειλόμενου ποσού, απορριπτομένης της σχετικής περί αοριστίας ένστασης του εναγόμενου.

Επομένως, νομικά αβάσιμα κρίνονται τα όσα διατείνεται με τα οικεία σκέλη του τρίτου και τετάρτου λόγων της έφεσής του το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, με τον οποίο προβάλει την αιτίαση περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας και αοριστίας της αγωγής υποστηρίζοντας ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση κατάπτωσης προς την αρμόδια υπηρεσία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους καθώς και ότι δεν περιγράφονται αναλυτικά τα δικαιολογητικά που υπέβαλε η αντίδικός του για την κατάπτωση της εγγύησης, στοιχείο όμως που δεν είναι αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής καθώς και για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντός της κατά τα ήδη λεχθέντα, διότι κατά τα διαλαμβανόμενα στην ίδια νομική σκέψη, μόνη και απαραίτητη προϋπόθεση για να λειτουργήσει η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ως προς το κεφάλαιο και τους τόκους) είναι η καθυστέρηση της καταβολής από τον πιστούχο πρωτοφειλέτη τριών συνεχόμενων δόσεων και η καταγγελία του δανείου από τη δανείστρια τράπεζα, χωρίς να τίθεται άλλος περιορισμός ως προς το δικαίωμα της δανείστριας τράπεζας να κηρύξει ληξιπρόθεσμο το καλυπτόμενο από την εγγύηση τμήμα του δανείου και να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του σχετικού ποσού, όπως η αδικαιολόγητη άρνησή του, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το εκκαλούν, και χωρίς η προσφυγή της τράπεζας στη διαγραφόμενη από την πιο πάνω Υπουργική απόφαση διαδικασία εξοφλήσεως της σχετικής απαίτησής της να αποτελεί υποχρέωσή της ή αναγκαία προδικασία της έναντι του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου στρεφόμενης αγωγής της, για την πληρωμή του καλυπτόμενου από την εγγύηση μέρους του χορηγηθέντος στην πιστούχο πρωτοφειλέτρια εταιρεία δανείου [...]".

Με βάση τα προεκτεθέντα, το Εφετείο ορθά έκρινε την αγωγή ορισμένη και θεμελιώνουσα το έννομο συμφέρον της ενάγουσας/αναιρεσίβλητης για την άσκησή της, καθόσον αυτή περιείχε στην ιστορική της βάση όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος και η τότε ισχύουσα υπ` αριθ. 67651/28.7.1978, ΦΕΚ Β', 681/1978, απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, εκδοθείσα, όπως προεκτέθηκε, μετά την υπ'αριθ. 197/1978 σύμφωνη γνώμη της Νομισματικής Επιτροπής του άρθρου 6 του ν. 400/1976, την οποία ορθά εφάρμοσε, όχι γιατί η Τράπεζα δικαιούται και δεν υποχρεούται να τηρήσει την υπό του νόμου οριζόμενη προδικασία και να ζητήσει με έγγραφό της, που να απευθύνεται στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομικών, την εξόφληση του κατά τα ανωτέρω οφειλομένου ποσού, ως αναγκαία εκ του νόμου προϋπόθεση για την εν συνεχεία ενάσκηση των δικαιωμάτων της, όπως εσφαλμένα διατυπώνεται στο αιτιολογικό της, αλλά διότι η αγωγή παραδεκτά συμπληρώθηκε κατά το ελλείπον από την ιστορική της βάση στοιχείο της ορθώς ακολουθηθείσας διαδικασίας, προσκομίστηκαν δε με επίκληση και τα υπό του νόμου απαιτούμενα δικαιολογητικά έγγραφα και συνεπώς κατ' αντικατάσταση της αιτιολογίας αυτής (άρθ. 578 εδ.α' ΚΠολΔ) με την κατά τα ανωτέρω ορθή, καθόσον αυτή δεν δημιουργεί δεδικασμένο, κρίνεται ότι αμφότεροι οι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας του κατά παραδοχή του νομίμου και βασίμου αιτήματός της με τις κατατεθείσες προτάσεις της (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ και άρθ. 22 του ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-9-2021 αίτηση του Ελλ.Δημοσίου για την αναίρεση της υπ'αριθ. 227/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ