Legislator Case Law & Legislation
1684/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds and rules on the merits of a civil dispute.

Case Number 1684/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding inadmissibility and jurisdictional excess, ruling instead on the merits of the underlying civil action. The plaintiffs argued their claim was lawful, while the defendant company contested the validity of the claim. The court found the appeal on procedural grounds inadmissible and decided to hear the substantive claim directly, ultimately rejecting the plaintiffs' lawsuit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 179 and 183 of the Code of Civil Procedure; When an appeal is inadmissible and no further substantive examination is required, the Supreme Court may rule on the merits directly without remitting the case to a lower court.

Keywords

AI generated
inadmissibility appeal jurisdiction excess merits examination civil procedure code supreme court ruling

Cited Legislation

AI generated
Articles 179 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 16/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1684 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1684/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ- ΠΥΡΚΑΛ", που εδρεύει στο Δήμο Δάφνης - Υμηττού - Ηλιουπόλεως Αττικής, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με τον επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ", κατόπιν διάσπασής της και σύστασης δύο νέων ανωνύμων εταιρειών, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 7 του ν. 4237/2014, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ....2014 συμβολαιογραφικής πράξης διάσπασης της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Σ. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Θεοδόση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και Δημητρίου Ζερδελή, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Ζ. του Ε., κατοίκου ..., 2.Γ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 3.Θ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 4.Ι. Π. του Γ., κατοίκου ..., 5.Μ. Λ. του Η., κατοίκου ..., 6.Π. Β. του Β., κατοίκου ..., 7.Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 8.Σ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 9.Ι. Ν. του Α., κατοίκου ..., 10.Δ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 11.Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., 12.Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 13.Γ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., 14.Δ. Β. του Ν., κατοίκου ..., 15.Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 16.Ν. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 17.α)Φ. Γ. του Ε., β)Π. Γ. του Β., κατοίκων ..., γ)Β. Γ. του Φ., κατοίκου ..., δ)Ε. Γ. του Φ., κατοίκου ..., ως νόμιμων και αποκλειστικών κληρονόμων του αποβιώσαντα πρώην εργαζομένου Ε. Γ. του Φ., 18.Χ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 19.Α. - Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 20.Π. Β. του Σ., κατοίκου ..., 21.Ν. Β. του Κ., κατοίκου ..., και 22.Θ. Α. του Κ., κατοίκου ... Οι 7ος, 10ος και 11ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1425/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 5309/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 7-9-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παρασταθείς πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η υπό κρίση από 7 Σεπτεμβρίου 2020 και με αριθμό κατάθεσης 6383/764/7-9-2020 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 5309/20-9-2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών της οποίας αρχική δικάσιμος ορίστηκε η 17η-10-2023, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής, λόγω διεξαγωγής αυτοδιοικητικών εκλογών και προσδιορίστηκε οίκοθεν με την από 18-10-2023 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2 τμήματος κατ' εφαρμογή του άρθρου 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του Ν.4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθρο 116 παρ. 1β αυτού), για την παρούσα δικάσιμο της 30ης Ιανουαρίου 2024, εγγραφείσα στο πινάκιο από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, η εγγραφή δε της υπόθεσης στο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση ως προς όλους τους διαδίκους (άρθρο 260 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Κατά την παρ.3 εδαφ β του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, που προστέθηκε σ'αυτό με το άρθρο 62 του Ν.4139/20.3.2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 1195/2022, ΑΠ 838/2019, ΑΠ 275/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22-12-2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008, ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 1961/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 542/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 1622/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο (30-1-2024) α) δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 7ος, 10ος και 11ος αναιρεσίβλητοι Δ. Κ., Δ. Π. και Ε. Π. αντίστοιχα, ούτε υποβλήθηκε ως προς τους ως άνω διαδίκους η κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της .υπόθεσης και β)εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φώτιο Σπ. Κλαουδάτο οι 1ος αναιρεσίβλητος Α. Ζ. και 17ος αναιρεσίβλητος, υπό στοιχείο Α, Φ. Γ., κληρονόμος του αρχικού 17ου ενάγοντα Ε. Γ.

Περαιτέρω, προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση, από τους παρισταμένους αναιρεσίβλητους, με αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Γ. Κ. Σ., ότι όλοι οι αναιρεσίβλητοι (22), επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, καθόσον κατόπιν παραγγελίας του Φωτίου Σπ.

Κλαουδάτου με την ιδιότητα του πληρεξούσιου δικηγόρου όλων των αναιρεσίβλητων, που αναφέρονται στο επιδοθέν δικόγραφο, ακριβές αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 17ης-10-2023, οπότε ματαιώθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, λόγω διεξαγωγής αυτοδιοικητικών εκλογών και επαναφέρθηκε οίκοθεν, όπως προεκτέθηκε, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα.

Όμως, ως προς τους 7ο, 10ο και 11ο αναιρεσίβλητους που, όπως προεκτέθηκε, δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, αλλά και τους 1ο και 17ο υπό στοιχεία Α αναιρεσίβλητους, που φέρεται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, δεν αποδεικνύεται ότι αυτοί είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον εν λόγω δικηγόρο Φώτιο Σπ.Κλαουδάτο, που υπέγραψε, για λογαριασμό όλων των αναιρεσίβλητων, την παραγγελία προς επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης προς την αναιρεσείουσα με κλήση προς συζήτηση για την προαναφερθείσα δικάσιμο, να επισπεύσει και για λογαριασμό τους τη συζήτηση αυτής, αφού δεν προσκομίζεται έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότηση των εν λόγω αναιρεσίβλητων προς αυτόν με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτοί κλητεύθηκαν άλλοθεν για να παραστούν στη συζήτηση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης.

Κατά συνέπεια ακύρως οι ως άνω αναιρεσίβλητοι επέσπευσαν τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και , πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς προσηκόντως παρισταμένους αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τους απολιπόμενους 7ο, 10ο και 11ο αναιρεσίβλητους και τους μη προσηκόντως παριστάμενους 1ο και 17ο, υπό στοιχεία Α, αναιρεσίβλητους.

Σημειώνεται, αναφορικά με τον 1ο αναιρεσίβλητο Α. Ζ., ότι η περιεχόμενη στις από 1-2-2023, μετά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατατεθείσες από τους αναιρεσίβλητους προτάσεις - (των οποίων η κατάθεση δεν είναι υποχρεωτική στον Άρειο Πάγο - άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ) -, δήλωση ότι αυτός (1ος αναιρεσίβλητος) απεβίωσε την 5-8-2017 και τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Π.

Ζ., Β. Ζ. και Ε. Ζ., δεν επέφερε διακοπή της δίκης κατ' άρθρο 286 περ.α ΚΠολΔ, διότι, εφόσον η ανωτέρω δήλωση περί θανάτου του ως άνω διαδίκου και συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του, δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά ούτε και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Μονομελές Εφετείο στις 9-4-2019, που έλαβε χώρα μετά τον επισυμβάντα θάνατο, δεν υφίσταται έγκυρη γνωστοποίηση του ως άνω διακοπτικού γεγονότος στην αντίδικο (άρθρο 287 παρ.1 ΚΠολΔ), ώστε να επέλθει νομότυπη διακοπή ως προς τον διάδικο αυτόν της παρούσας δίκης και δυνατότητα συνέχισης αυτής από τους κληρονόμους του.

Σημειώνεται ακόμη ότι λόγω της μη έγκυρης γνωστοποίησης του θανάτου, η αναιρεσείουσα δεν γνώριζε το συμβάν, ούτε από τα στοιχεία του φακέλλου προκύπτει τέτοια γνώση της και συνεπώς η ένδικη αίτηση αναίρεσης παραδεκτά ασκήθηκε (ΟλΑΠ 8/1987), κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου Α. Ζ.

Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η από 20 Δεκεμβρίου 2016 με αριθ. καταθ. 5043/21-12-2016 έφεση της πρώτης εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά της με αριθμό 1425/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 23-12-2011 με αριθ.καταθ. 229860/6453/27-12-2011 αγωγή.

Η αίτηση αναίρεση ως προς τους λοιπούς προσηκόντως παριστάμενους διαδίκους ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός διετίας από τη δημοσίευση στις 20-9-2019 της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον από την έρευνα του φακέλου δεν προκύπτει επίδοσή της (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ, 3 § 2 Ν. 2112/1920, 5 § 1 Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 1265/2021, ΑΠ 830/2019).

Στην περίπτωση ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη, ο οποίος, συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά, το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών του εργασιακής σύμβασης, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος ωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφάλισης για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού.

Στην περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής, ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (ΑΚ 410, 411), μπορεί ο τρίτος (εργαζόμενος), κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας, να στραφεί κατά του δέκτη της υπόσχεσης (εργοδότη), όταν με συμπεριφορά του ο τελευταίος ματαιώνει την καταβολή της παροχής από τον υποσχεθέντα, δηλαδή τον ασφαλιστή‚ και να αξιώσει αποζημίωση.

Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξης εντεύθεν της ασφαλιστικής σύμβασης, ή εκείνη κατά την οποία το εφάπαξ χρηματικό ποσό, που θα εισέπραττε ο τρίτος (εργαζόμενος) από τον ασφαλιστή, περιορίζεται εξαιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς τον μισθωτό από υπαιτιότητα του οφειλέτη-εργοδότη, οπότε ο τρίτος (μισθωτός) δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335, 336 και 338 ΑΚ.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο δικαιούχος τρίτος όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση κατά τη διάρκεια που η ασφαλιστική σύμβαση είναι ενεργής (σε ισχύ), αποκτά άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να αξιώσει την υποσχεθείσα παροχή ή αποζημίωση, σε περίπτωση πλημμελούς εκπλήρωσης, απευθείας από τον υποσχεθέντα (ασφαλιστή), στρεφόμενος κατ' αυτού με αγωγή κατ' άρθρο 411 ΑΚ (ΑΠ 1265/2021, ΑΠ 830/2019, ΑΠ 74/2016, ΑΠ 13/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 2052/2022, ΑΠ 477/2022, ΑΠ 9/2022, ΑΠ 1575/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, η υπόθεση ακολούθησε την εξής διαδικαστική πορεία: Με την από 23-12-2011 με αριθ. καταθ. 229860/6453/27-12-2011 αγωγή τους που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών 22 συνολικά ενάγοντες και αρχικά αναιρεσείοντες, ισχυρίσθηκαν ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήφθησαν κατά τα έτη 1971-1991, καθένας εξ αυτών αντίστοιχα, προσλήφθηκαν από την δικαιοπάροχο της πρώτης εναγόμενης ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΥΡΙΤΙΔΟΠΟΙΕΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΥΚΟΠΟΙΕΙΟΥ (ΠΥΡΚΑΛ Α.Ε.) για να απασχοληθούν σ' αυτή, με τις ειδικότητες που ειδικότερα αναφέρουν.

Ότι συνέχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με τις ίδιες άνω ειδικότητες, από το έτος 2003, οπότε η άνω εργοδότριά τους συγχωνεύθηκε μαζί με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ Α.Ε. (ΕΒΟ Α.Ε.), στην καθολική διάδοχο της αρχικής εργοδότριας τους πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΕΑΣ Α.Ε.) και το διακριτικό τίτλο ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ, ως νέα ανώνυμη εταιρία, που συστάθηκε λόγω της συγχώνευσης.

Περαιτέρω, εκθέτουν ότι κατά το έτος 2010 όλοι οι ενάγοντες αποχώρησαν από την εργασία τους, λόγω συνταξιοδότησης ή αποχώρησης από την εργασία και, ότι, κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους στην αρχική τους εργοδότρια ΠΥΡΚΑΛ ΑΕ, η τελευταία, τον Ιούνιο του έτους 1983 αποφάσισε, ως πρόσθετη παροχή στο προσωπικό της, τη σύναψη συμβάσεων ομαδικής ασφάλισης υπέρ αυτού, αρχικά με τη "Λαϊκή Ασφαλιστική" και στη συνέχεια με τη δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α. (μη διάδικο ενώπιον του Αρείου Πάγου), με την οποία κατάρτισε το υπ' αριθ. ...-1983 ομαδικό ασφαλιστήριο του συνόλου των εργαζομένων της, με βάση το οποίο θα καταβαλλόταν σε κάθε εργαζόμενο, κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης ή οικειοθελούς αποχώρησης (στην τελευταία περίπτωση μετά την συμπλήρωση δεκαετούς υπηρεσίας), πέρα από την προβλεπόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση, ένα εφάπαξ ποσό, που θα ήταν ίσο με τους μέσους μηνιαίους μισθούς του τελευταίου πριν την αποχώρησή του 12μήνου, πολλαπλασιαζόμενο επί τα έτη υπηρεσίας του, με πλαφόν της εφάπαξ καταβολής του ασφαλίσματός τους 35 μισθούς, ενώ καθοριζόταν όχι μόνο το ασφάλισμα, αλλά και το ασφάλιστρο, που θα κατέβαλε η πρώτη εναγομένη ως εργοδότρια.

Ότι με την από 31-12-2004 ΕΣΣΕ, που υπογράφηκε μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και μεταξύ άλλων α)του σωματείου εργαζομένων Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων Υμηττού Α.Β.Ε.Ε., μέλη του οποίου ήταν οι ενάγοντες πλην του 4ου και της 13ης και β)του σωματείου εργαζομένων Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων Ελευσίνας και στις Αποθήκες Δερβενοχωρίων μέλη του οποίου ήταν οι 4ος και 13η των εναγόντων η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, όπως είχε τροποποιηθεί με πρόσθετες πράξεις, επεκτάθηκε σε όλο το ενεργό και σε πλήρη υπηρεσία προσωπικό της πρώτης εναγόμενης και έτσι, αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος των ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του κάθε ενάγοντος.

Ότι με πρόσθετες πράξεις διευκρινίστηκε ότι η συνταξιοδότηση, ως προϋπόθεση καταβολής του ασφαλίσματος, νοείται από οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης και από οποιαδήποτε νόμιμη αιτία και ορίστηκε ως δήλη ημέρα καταβολής του ασφαλίσματος η πρώτη ημέρα του μήνα, που έπεται της συμπλήρωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης σε κάθε εργαζόμενο ασφαλισμένο, ο οποίος, κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο, δεν έπρεπε να έχει υπερβεί το 70° έτος της ηλικίας του.

Ότι οι ίδιοι (ενάγοντες), εκ των οποίων, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή για καθένα χρονολογίες αποχώρησής τους, ουδείς είχε συμπληρώσει το 70° έτος της ηλικίας του, μολονότι είχαν δικαίωμα προσδοκίας στην εφάπαξ αποζημίωση, κατά την αποχώρηση τους λόγω συνταξιοδότησης, οπότε πληρώθηκε η ασφαλιστική περίπτωση, αφού οι πιο πάνω συμφωνίες δεν είχαν καταγγελθεί και αποτελούσαν όρο της ατομικής σύμβασης εργασίας του καθενός εξ αυτών, εν τούτοις δεν έλαβαν το εφάπαξ ποσό, που σύμφωνα με τους υπολογισμούς, που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή, ανέρχονταν, στα προσδιοριζόμενα στην αγωγή ποσά.

Ότι, στην καταβολή των ποσών αυτών ενέχονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον αμφότερες οι εναγόμενες, η μεν πρώτη, ως εργοδότρια, που υποχρεούται ευθέως με βάση τη σύμβαση εργασίας του κάθε ενάγοντος, στην καταβολή του αιτούμενου ποσού ως μισθολογικής παροχής, επειδή η ομαδική ασφάλιση με όλες τις τροποποιήσεις της αποτέλεσε μέρος της ατομικής σύμβασης του καθενός εργαζόμενου ενάγοντος και επιπλέον, διαμορφώθηκε για περισσότερα από 25 χρόνια ως επιχειρησιακή συνήθεια, η δε δεύτερη εναγομένη, ως ασφαλιστική επιχείρηση που υποχρεούται ευθέως έναντι κάθε ενάγοντος - δικαιούχου, με βάση τη σύμβαση ασφάλισης, στην καταβολή του ποσού ως ασφαλίσματος, έναντι του οποίου (ασφαλίσματος) η τελευταία κατέβαλε μόνο από 2.000 ευρώ σε καθένα των εναγόντων, πλην των 11ου και 14ου από αυτούς στους οποίους ουδέν ποσό καταβλήθηκε.

Ζήτησαν δε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί, με κύρια βάση τη σύμβαση εργασίας για την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα και τη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης για τη δεύτερη εναγόμενη και με επικουρική βάση για αμφότερες τις εναγόμενες, τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ότι οι εναγόμενες, ευθυνόμενες εκάστη εις ολόκληρον, οφείλουν στους ενάγοντες, αντίστοιχα, τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή ποσά, με το νόμιμο τόκο, από την οφειλή εκάστου κονδυλίου, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθμό 1425/2016 απόφασή του, διέταξε το χωρισμό της δίκης, παρέπεμψε την αγωγή καθό μέρος απευθύνεται κατά της δεύτερης εναγόμενης (ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ) για να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία και κράτησε και δίκασε αυτήν καθό μέρος στρέφεται κατά της πρώτης εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, την οποία αφού απέρριψε ως μη νόμιμη κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της πρώτης εναγόμενης να καταβάλει στους ενάγοντες- όσον αφορά τον δέκατο έβδομο ενάγοντα Ε.

Γ. του Φ., ο οποίος απεβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Γ. Φ., Γ. Π., Γ. Β. και Γ. Ε., οι οποίοι συνέχισαν τη δίκη, όπως δηλώθηκε και καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στους εν λόγω κληρονόμους αυτού-, τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά, που είναι τα αιτούμενα με την αγωγή, με εξαίρεση τους 11ο και 14ο εξ αυτών, στους οποίους επιδίκασε μικρότερα ποσά, λόγω καταβολής από την ασφαλιστική εταιρεία 4.198,49 και 6.082,17 ευρώ αντίστοιχα.

Κατά της απόφασης αυτής και κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή, άσκησε η πρώτη εναγόμενη την από 20-12-2016 έφεσή της παραπονούμενη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, ώστε να απορριφθεί η αγωγή των εναγόντων.

Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 5309/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση, επικυρωθείσας της πρωτόδικης απόφασης. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) μέχρι το έτος 2003 εργάζονταν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στη δικαιοπάροχο της πρώτης εναγομένης εταιρείας ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΥΡΙΤΙΔΟΠΟΙΕΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΥΚΟΠΟΙΕΙΟΥ" (ΠΥΡΚΑΛ Α.Ε.).

Στη συνέχεια, δυνάμει των από 24-12-2003 αποφάσεων των Γενικών Συνελεύσεων των εταιρειών με τις επωνυμίες "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ Α.Ε." (ΕΒΟ Α.Ε.) και "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΥΡΙΤΙΔΟΠΟΙΕΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΥΚΟΠΟΙΕΙΟΥ" (ΠΥΡΚΑΛ Α.Ε.) και της υπ' αριθμ. ...-2003 πράξης συγχώνευσης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Σ. - Π., σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ...-2003 διορθωτική πράξη της ιδίας Συμβολαιογράφου, αποφασίσθηκε η συγχώνευση των ανωτέρω εταιρειών, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. ...

απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης και την υπ' αριθμ. 42199 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, καταχωρήθηκε δε η συγχώνευση στο MAE (αρ. ...), δημοσιεύθηκε νομίμως (ΦΕΚ 418/20-1-2004), και συνεστήθη, έτσι, η πρώτη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), που υπεισήλθε έκτοτε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συγχωνευθεισών εταιρειών, και στην οποία παρείχαν πλέον τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες.

Η δικαιοπάροχος της πρώτης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμη εταιρεία "ΠΥΡΚΑΛ Α.Ε.", με την υπ' αριθμ. ...-1983 σύμβαση ομαδικής ασφάλισης (πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης εργαζομένων), η οποία συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. ...-2005 πρόσθετη πράξη κατήρτισε με την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" ασφαλιστική σύμβαση, η οποία αφορούσε στην ομαδική ασφάλιση όλου του απασχολούμενου προσωπικού της, προέβλεπε δε την καταβολή από την ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία (δεύτερη εναγομένη) εφάπαξ ποσού κατά την αποχώρηση τους από την υπηρεσία (και λόγω συνταξιοδότησης).

Κατά τους ειδικότερους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης α) ο ασφαλισμένος για να αποτελεί μέρος της ομαδικής ασφάλισης και να δικαιούται το εφάπαξ ποσό - ασφάλισμα δεν πρέπει να υπερβαίνει το 70° έτος της ηλικίας του, β) συνταξιοδότηση νοείται από οποιαδήποτε νόμιμη αιτία και από οποιοδήποτε φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης καθώς και ότι η ημερομηνία αποχώρησης του ασφαλισμένου από την υπηρεσία της εργοδότριας εταιρείας κατά την οποία θεμελιώνεται δικαίωμα λήψης εφάπαξ ποσού, είναι η πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της συμπλήρωσης των προϋποθέσεων της συνταξιοδότησης, γ) το εφάπαξ καταβαλλόμενο ποσό συμφωνήθηκε ότι θα ισούται προς ένα τελικό μισθό επί τα έτη υπηρεσίας στην εταιρεία με ανώτατο όριο τους τριάντα πέντε μισθούς, ενώ ως "τελικός μισθός" ορίσθηκε ο μέσος όρος των μηνιαίων μισθών που έλαβε ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια των δώδεκα (12) μηνών υπηρεσίας, η οποία προηγείται από την ημερομηνία αποχώρησης του εργαζομένου.

Περαιτέρω, κατά το κεφάλαιο Ε της ως άνω υπ' αριθμ. ...-2005 Πρόσθετης Πράξης ορίσθηκε ότι ως μηνιαίος μισθός θεωρείται το σύνολο των τακτικών μηνιαίων αποδοχών σε χρήμα που λαμβάνει ο μισθωτός από την εργοδότρια εταιρεία για τις παρεχόμενες σ' αυτήν υπηρεσίες καθώς και των αναδρομικών αυξήσεων, εξαιρουμένων των προσαυξήσεων για υπερωριακή απασχόληση, των προμηθειών, μερισμάτων, επιδομάτων παραγωγής, θέσεων ευθύνης κ.λ.π.

και ότι για τον προσδιορισμό του μηνιαίου μισθού δεν λαμβάνονται υπόψη τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, το επίδομα αδείας και οποιαδήποτε άλλη μη μηνιαία τακτική παροχή, όπως τα συμφωνηθέντα ή μη bonus και λοιπές έκτακτες παροχές και ότι οποιαδήποτε μεταβολή του μηνιαίου μισθού θα λαμβάνεται υπόψη από την ημερομηνία της μεταβολής του.

Με βάση τα προαναφερόμενα, η ανωτέρω σύμβαση ομαδικής ασφάλισης συνιστά πράγματι γνήσια υπέρ τρίτου σύμβαση (άρθρο 411 ΑΚ) και συγχρόνως είχε το χαρακτήρα πρόσθετης μισθολογικής παροχής, που δόθηκε αρχικά από τη δικαιοπάροχο της πρώτης εναγομένης εταιρεία "ΠΥΡΚΑΛ Α.Ε." και στη συνέχεια από την πρώτη εναγομένη ως καθολική διάδοχο αυτής, οι οποίες κάλυπταν εξ ιδίων το ασφάλιστρο.

Τόσο η αρχική εργοδότρια όσο και η εφεσίβλητη - πρώτη εναγομένη ουδέποτε διατήρησαν για τον εαυτό τους δικαίωμα ανάκλησης της παροχής αυτής, ούτε και διατύπωσαν σχετική επιφύλαξη είτε κατά γενικό τρόπο προς το σύνολο του προσωπικού τους είτε ατομικά προς έκαστο των εναγόντων, με αποτέλεσμα η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης και τα εξ αυτής ωφελήματα να καταστούν όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εναγόντων.

Ειδικότερα, το περιεχόμενο της ως άνω σύμβασης ασφάλισης είχε αποτελέσει κατά πάγια, αναμφισβήτητη, μακροχρόνια και χωρίς εξαίρεση τακτική της εργοδότριας πρώτης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας εταιρείας, όρο της ατομικής σύμβασης εκάστου ενάγοντος και άρα είχε το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, διότι το μεν ασφάλιστρο κατέβαλε προς τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία η πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα εταιρεία, χωρίς να το παρακρατεί από το μισθό τους, ως αντιπαροχή για την προσφερόμενη από αυτούς εργασία, αυτοί δε είχαν δικαίωμα προσδοκίας στην εφάπαξ αποζημίωση με την πλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης του προσωπικού.

Η κατά τον ανωτέρω γενικό, ομοιόμορφο και μακροχρόνιο τρόπο παροχή του ως άνω ασφαλίσματος από την πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα εταιρεία στους ενάγοντες, καθώς και η υπόσχεση της περί καταβολής του ως άνω ασφαλίσματος από το έτος 1983, οπότε καταρτίστηκε η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης έως και την αποχώρηση τους από την υπηρεσία αυτής (πρώτης εναγομένης) κατέστη επιχειρησιακή συνήθεια, η οποία με την αποδοχή της εκ μέρους των εναγόντων οδήγησε στην κατάρτιση σχετικών συμβάσεων για τη χορήγηση της εν λόγω μισθολογικής παροχής και στη δημιουργία προς τούτο δικαιώματος προσδοκίας στο πρόσωπο των εναγόντων.

Περαιτέρω, η εν λόγω εφάπαξ αποζημίωση που αιτούνται οι ενάγοντες δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρ.3 του ΑΝ 173/1967, δεδομένου ότι η εν λόγω παροχή απορρέει από την ασφαλιστική σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης εργοδότριας εταιρείας και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" υπέρ των εργαζομένων - εναγόντων (γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου) και αποτελεί παροχή που στην ουσία κατέβαλε η προαναφερθείσα ασφαλιστική εταιρεία στους αποχωρούντες εργαζομένους, ενώ η εργοδότρια πρώτη εναγομένη κατέβαλε τα ασφάλιστρα.

Εν όψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η εν λόγω χρηματική παροχή δεν έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα και δεν καταβάλλεται συνεπεία καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη ή του εργαζομένου και άρα δεν είναι όμοιας φύσεως προς την αποζημίωση που προβλέπεται στις διατάξεις του ν. 2112/1920, δεν συνιστά "αποζημίωση" και μάλιστα δεύτερη έναντι αυτής που καταβάλλεται βάσει του ν. 2112/1920 και ως εκ τούτου δεν εμπίπτει στον περιορισμό της καταβολής αυτής [...].

Ως εκ τούτου οι ενάγοντες, ως εργαζόμενοι αρχικά στην πρώην "ΠΥΡΚΑΛ Α.Ε." και από το έτος 2003 στην καθολική διάδοχο αυτής πρώτη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, συμπεριελήφθησαν στο πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού της, η υπαγωγή τους δε στο εν λόγω πρόγραμμα αποτέλεσε μια πρόσθετη συμβατική παροχή, την οποία αυτοί αποδέχθηκαν και έτσι κατέστη όρος της σύμβασης εργασίας τους.

Η ανωτέρω ασφαλιστική σύμβαση έληγε την 2-6-2013, οπότε επήλθαν τα αποτελέσματα της από 30-4-2013 καταγγελίας της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, (η οποία επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα την 2-5-2013, [...], από την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", διότι η πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα εταιρεία δεν κατέβαλε τα ασφάλιστρα.

Η ως άνω καταγγελία του ασφαλιστηρίου συμβολαίου δημιουργεί ευθύνη της εκκαλούσας-πρώτης εναγομένης εταιρείας προς αποζημίωση των εναγόντων, εξαιτίας της υπαίτιας ματαίωσης του δικαιώματος προσδοκίας αυτών, δηλαδή της αναμενόμενης είσπραξης ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού κατά την αποχώρηση τους από την υπηρεσία αυτής (εκκαλούσας).

Όσα δε ισχυρίζεται η εκκαλούσα εταιρεία περί οικονομικής της αδυναμίας να ανταποκριθεί στην καταβολή των ασφαλίστρων δεν είναι ικανά, προκειμένου να θεωρηθεί ότι αυτή δεν είχε ευθύνη και να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής στους εργαζομένους - ενάγοντες της ως άνω πρόσθετης ασφαλιστικής παροχής [.....]." Ακολούθως το Μονομελές Εφετείο αφού απέρριψε την προβληθείσα από την πρώτη εναγόμενη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων για την ως άνω αγωγική τους αξίωση, απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση στο σύνολό της, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση και τα επιδικασθέντα με αυτήν στους ενάγοντες χρηματικά ποσά.

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 335, 336, 338 και 382 ΑΚ, αναφορικά με την ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου και τις προϋποθέσεις της ευθείας εναγωγής από τον τρίτο (εργαζόμενο), κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας, του δέκτη της υπόσχεσης (εργοδότη), για αποζημίωση, όταν ο τελευταίος ματαιώνει με τη συμπεριφορά του την καταβολή της παροχής από τον υποσχεθέντα (ασφαλιστή), οι οποίες όμως προϋποθέσεις δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω, ώστε να καθίσταται νόμιμη η αξίωση αποζημίωσης των αναιρεσίβλητων -εναγόντων από την εργοδότρια-αναιρεσείουσα, στην κρινόμενη περίπτωση της ομαδικής ασφάλισης, που αποτελεί γνήσια υπέρ τρίτου σύμβαση.

Σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, στην περίπτωση ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη, ο οποίος συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, εφόσον αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών εργασιακής σύμβασης, έχει το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος εωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφάλισης για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού.

Στην περίπτωση δε ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, μπορεί ο τρίτος (μισθωτός) κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας, να στραφεί κατά του δέκτη της υπόσχεσης (εργοδότη), όταν ο τελευταίος με τη συμπεριφορά του ματαιώνει την καταβολή της παροχής, απ' αυτόν που υποσχέθηκε (ασφαλιστή) και να αξιώσει αποζημίωση.

Τέτοια δε περίπτωση είναι αυτή της λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης με καταγγελία της ασφαλιστικής επιχείρησης για το λόγο ότι ο αντισυμβαλλόμενος εργοδότης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του έναντι της ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλει τα συμφωνημένα ασφάλιστρα στο λογαριασμό κατάθεσης ασφαλίστρων.

Δηλαδή, στην υπό κρίση περίπτωση, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 410-411 ΑΚ περί σύμβασης υπέρ τρίτου, βάσει των οποίων ο δέκτης της υπόσχεσης εργοδότης έχει δευτερογενή υποχρέωση για καταβολή αποζημιωτικώς της παροχής μόνον σε περίπτωση που ματαίωσε υπαίτια την εκπλήρωση της παροχής του υποσχεθέντα ασφαλιστή.

Άλλως, σε περίπτωση που η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης είναι ενεργή και λειτουργούσα κατά το χρόνο που επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση και δεν έχει ματαιώσει ο εργοδότης καθ' οιονδήποτε τρόπο την παροχή, αποκλειστικά υπεύθυνος έναντι του μισθωτού είναι ο ασφαλιστής. Και εν προκειμένω, στην αγωγή εκτίθεται σαφώς ότι η επίδικη ασφαλιστική σύμβαση ήταν ισχυρή και ενεργή και δεν είχε καταγγελθεί, κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, ήτοι το έτος 2010 και κατά την αναφερόμενη στην αγωγή ειδικότερα για κάθε ενάγοντα ημερομηνία αποχώρησης ή συνταξιοδότησης, καθόσον ιστορείται ότι η ασφαλιστική εταιρεία (δεύτερη εναγόμενη και μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), κατέβαλε σε καθένα των εναγόντων πλην των 11ου και 14ου, το ποσό των 2.000 ευρώ, έναντι του ασφαλίσματος, που δεν αντιστοιχούσε όμως στο πλήρες ασφάλισμα.

Αντίθετα δεν εκτίθεται στην αγωγή ότι η επίδικη ασφαλιστική σύμβαση, έχει λυθεί, κατά το χρόνο που επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, δηλαδή κατά το χρόνο συνταξιοδότησης ή αποχώρησης των αναιρεσίβλητων με καταγγελία της ασφαλιστικής επιχείρησης, για το λόγο ότι η αναιρεσείουσα δεν εκπλήρωνε απέναντί της την υποχρέωσή της να καταβάλει τα συμφωνημένα ασφάλιστρα, ούτε ότι το μειωμένο ποσό που έλαβαν οι ενάγοντες, οφείλεται σε υπαίτια συμπεριφορά της πρώτης εναγόμενης επειδή αυτή κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης δεν κατέβαλε τα ασφάλιστρα ώστε να γεννάται υποχρέωση αυτής (αναιρεσείουσας) έναντι των αναιρεσίβλητων για αποζημίωση.

Άλλωστε αυτό προκύπτει σαφώς και από την έννοια του όρου ομαδική ασφάλιση, κατά την οποία ο εργοδότης αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός το ασφάλιστρο και ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλιστικού κινδύνου το ασφάλισμα στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο) και όχι ο εργοδότης να καλύπτει, άνευ ετέρου, και το ασφάλιστρο και το ασφάλισμα, οπότε θα ήταν περιττή η σύμβαση με την ασφαλιστική εταιρία.

Εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν γεννάται αξίωση της πρώτης εναγόμενης προς αποζημίωση των εναγόντων, η αγωγή ήταν μη νόμιμη και έπρεπε να απορριφθεί καθό μέρος στρεφόταν κατά της πρώτης εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η πρώτη εναγόμενη ευθύνεται προς αποζημίωση των εναγόντων, από τη σύμβαση υπέρ αυτών ομαδικής ασφάλισης με την δεύτερη εναγόμενη, διότι η ασφαλιστική σύμβαση καταγγέλθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία την 2-5-2013, επειδή η πρώτη εναγόμενη δεν κατέβαλε τα ασφάλιστρα, ενώ έπρεπε να απορρίψει την αγωγή κατά της αναιρεσείουσας και όσον αφορά την κύρια βάση αυτής από την εργασιακή σύμβαση, ως μη νόμιμη, δεδομένου ότι η επικουρική βάση της αγωγής, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως προεκτέθηκε, είχε ήδη απορριφθεί ως μη νόμιμη, παρότι, οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους επικαλούνται την ύπαρξη έγκυρης και ισχυρής σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, γι' αυτό άλλωστε απηύθυναν την ένδικη αγωγή τους και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας (δεύτερης εναγόμενης), χωρίς την επίκληση περιστατικών υπαίτιας αδυναμίας παροχής ή υπερημερίας της εργοδότριας (αναιρεσείουσας) σχετικά με την καταβολή των ασφαλίστρων στην υποσχεθείσα ασφαλιστική επιχείρηση (ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ) και εξ αυτού του λόγου λήξης με καταγγελία της ομαδικής ασφαλιστικής σύμβασης και συνεπώς, ματαίωσης του δικαιώματος προσδοκίας τους, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 335, 336, 338, 382, 410, 411, 648, 649, 653 ΑΚ, 3 § 2 Ν. 2112/1920, 5 § 1 Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, υπάγοντας σε αυτές τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά αλλά και περιστατικά μεταγενέστερα της άσκησης της αγωγής (καταγγελία ασφαλιστικής σύμβασης 2-5-2013- άσκηση αγωγής 2011).

Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Παρέλκει δε η έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου κατά το πρώτο και τρίτο σκέλη του και του δεύτερου αναιρετικού λόγου με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφορικά με την ουσιαστική κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, για την επιδίκαση και το ύψος της αποζημίωσης, εφόσον η απόφαση αναιρέθηκε επειδή η αξίωση των αναιρεσίβλητων είναι μη νόμιμη.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση ...".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι: "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 16/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αξίωση των εναγόντων-αναιρεσίβλητων είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης και γι' αυτό επιβάλλεται μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η από 20-12-2016 με αριθ.καταθ. 5043/2016 έφεση της πρώτης εναγόμενης-αναιρεσείουσας, να εξαφανισθεί η με αριθμό 1425/2016 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το κεφάλαιο που μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, να κρατηθεί και δικασθεί η ένδικη από 23-12-2011 με αριθ. καταθ. 229860/6453/2011 αγωγή κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της πρώτης εναγόμενης και να απορριφθεί η αγωγή από τον Άρειο Πάγο, ως μη νόμιμη. Τέλος, λόγω της δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς τους αναιρεσείοντες Α. Ζ., Δ. Κ., Δ. Π., Ε. Π. και Φ. Γ.

Κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση της από 7-9-2020 με αριθ. καταθ. 6383/764/7-9-2020 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 5309/20-9-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί την με αριθμό 5309/20-9-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους προσηκόντως παριστάμενους διαδίκους.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν ως προς αυτούς την από 20-12-2016 και με αριθ. καταθ. 5043/2016 έφεση της αναιρεσείουσας.

Δέχεται κατ' ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την με αριθμό 1425/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο που μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 23-12-2011 και με αριθ. κατάθ. 229860/6453/2011 αγωγή των προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσίβλητων, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της πρώτης εναγόμενης.

Απορρίπτει την αγωγή ως προς αυτούς.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡEYOYΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ