Legislator Case Law & Legislation
1684/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding court costs allocation under Article 178 of Civil Procedure Code.

Case Number 1684/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's decision on court costs. The appellants argued that the court erred in allocating costs under Article 178 of the Civil Procedure Code, but the court found this argument inadmissible. The court ruled that determining the extent of costs in cases of partial victory and defeat falls within the substantive court's exclusive authority and cannot be reviewed on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 178 § 1, 179 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the substantive court's determination of court costs allocation in cases of partial victory and defeat, as this is a matter of substantive judicial discretion.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Court Costs Allocation Partial Victory and Defeat Appeal Admissibility Substantive Court Authority Article 178 KPolD Judicial Discretion

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 178 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 559 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 346 of the Civil Code
Article 931 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1684 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1684/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Η. Τ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Σ. Τ. του Χ., κατοίκου ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Β. συζ. Φ. Τ., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ..., ως δικαστικής συμπαραστάτριας, δυνάμει της 3660/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, της θυγατέρας της Ν. - Μ. Τ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ματθαίο Παπαδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-3-2014 και 21-7-2014 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η 2752/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο κατά τόπο και παρέπεμψε τις ένδικες αγωγές για εκδίκαση στο αρμόδιο κατά τόπο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Τις ως άνω αγωγές επανέφερε για συζήτηση η ενάγουσα με την από 6-6-2016 κλήση της και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 803/2017 εν μέρει οριστική και 93/2018 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 6499/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-9-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτή (495, 552, 553 § 1β, 556, 558, 564, 566 παρ 1 και 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 1546/2014, Α.Π. 1513/2014).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό, την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1591/2014).

Ακολούθως, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε.

Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.5 του ΚΟΚ: "Η χρήση των ζωνών ασφαλείας είναι υποχρεωτική τόσο για τους οδηγούς, όσο και για τους επιβάτες των οχημάτων". Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., "αναίρεση επιτρέπεται μόνο 1)αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών..".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο (Α.Π. 849/2007). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π 278/2018, ΑΠ 391/2018, ΑΠ 271/ 2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη 6499/2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπησή της, δέχθηκε ανέλεγκτα, ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η αναιρεσίβλητη Ν.-Μ. Τ., της οποίας οριστική δικαστική συμπαραστάτης έχει οριστεί η μητέρα της Β.

Κ., τραυματίστηκε, από το ιδιοκτησίας του δευτέρου αναιρεσείοντος, οδηγούμενο από την πρώτη αναιρεσείουσα Η. Τ. Ι.Χ. αυτοκίνητο, στο οποίο αυτή (Ν.-Μ. Τ.) επέβαινε ως συνεπιβάτης, που ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 19-8-2013 και περί ώρα 13.15', η ενάγουσα Ν.-Μ.

Τ., επέβαινε στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάτκας ΤΟΥΟΤΑ τύπου ΑVENSIS, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, το οποίο οδηγούσε η πρώτη εναγόμενη Η. Τ., ως προστηθείσα στην οδήγησή του και ήταν ασφαλισμένο για ζημίες που θα προκαλούσε κατά την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία.

Συγκεκριμένα αυτή (ενάγουσα) καθόταν στο πίσω δεξιό κάθισμα του αυτοκινήτου, πίσω από τον συνοδηγό. Το αυτοκίνητο εκινείτο στη νήσο Λήμνο, επί της επαρχιακής οδού Μύρινας-Μούνδρου, με κατεύθυνση από Μούνδρο προς Μύρινα. Όταν έφθασε στο 16ο χλμ της εν λόγω οδού, η οδηγός του, πρώτη εναγομένη, από έλλειψη της προσοχής, πού όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, και κακό χειρισμό κατά την οδήγησή του, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός της με αποτέλεσμα αυτό να εκτραπεί της πορείας του προς τα αριστερά και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, να συγκρουσθεί πλαγιομετωπικά με το ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, κατά τον ίδιο χρόνο στην οδό με αντίθετη (ως προς το προαναφερόμενο όχημα), και το οποίο οδηγούσε ο Γ. Κ., συγκεκριμένα δε οι επιφάνειες των οχημάτων που επλήγησαν είναι η δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε η ενάγουσα και η εμπρόσθια πλευρά του αυτοκινήτου του Κ.. Αποκλειστικά υπαίτια για την εν λόγω σύγκρουση των οχημάτων είναι η πρώτη εναγόμενη, οδηγός του ...

ΙΧΕ, η οποία δεν κατέβαλε την απαιτούμενη προσοχή, που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει. Άλλωστε την αποκλειστική της υπαιτιότητα ομολογούν και οι ίδιοι οι εναγόμενοι. Από το ατύχημα αυτό τραυματίσθηκε βαρύτατα η ενάγουσα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, καθόταν στη θέση πίσω από τον συνοδηγό, δηλαδή στο σημείο που το αυτοκίνητο των εναγομένων δέχθηκε το μεγαλύτερο πλήγμα, με αποτέλεσμα να καταστεί δυνατός ο απεγκλωβισμός της μετά από δίωρη περίπου προσπάθεια της ομάδας της πυροσβεστικής που κλήθηκε και κατέφθασε για βοήθεια στον τόπο του ατυχήματος.

Μετά τον απεγκλωβισμό της η ενάγουσα διακομίσθηκε στο Γ.Ν.Κ.Υ. Λήμνου σε κωματώδη κατάσταση όπου της παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες, ήτοι διασωληνώθηκε, της τοποθετήθηκε θωρακοσωλήνας παροχέτευσης, λόγω πνευμοθώρακα και αιμοθώρακα, καθαρίστηκαν χειρουργικά τα θλαστικά τραύματα που έφερε, ακινητοποιήθηκαν πολλαπλά κατάγματά της και έλαβε χώρα μετάγγιση αίματος.

Ωστόσο, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας της, μεταφέρθηκε αυθημερόν με ειδικό, αεροπλάνο της ασφαλιστικής εταιρείας Ι.... στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "ΑΧΕΠΑ", εν συνεχεία δε, επειδή και το νοσοομείο αυτό δήλωσε αδυναμία να αντιμετωπιστεί ξ κατάσταση της υγείας της μεταφέρθηκε εκ νέου, επίσης αυθημερόν, στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Παπαγεωργίου", όπου εισήχθη στις 19-8-2013 απευθείας στη μονάδα εντατικής θεραπείας.

Εκεί, κατόπιν ολοκληρωμένου κλινικοεργαστηριακού και νευροακτινολογικού ελέγχου, διαπιστώθηκε ότι η ενάγουσα υπέστη εκ του ενδίκου ατυχήματος: α) βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, διάχυτο εγκεφαλικό οίδημα, μετατραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία, θλάσεις, δηλαδή αιμοραγικές βλάβες της εγκεφαλικής ουσίας, στους μετωπιαίους λοβούς άμφω και στην περιοχή των βασικών γαγγλίων και της έσω κάψας αριστερά, β) κάταγμα οδόντος στον δεύτερο αυχενικό σπόνδυλο (Α2) και κάταγμα του τόξου του αυχενικού (Α5), γ) πολλαπλά κατάγματα πλευρών και οπισθίων τόξων αυτών και αιμοθώρακα δεξιά, δ) συντριπτικό κάταγμα αριστερής κοτύλης, λαγονίου, ηβοϊσχιακών κλάδων άμφω, οπίσθιο εξάρθρημα ισχύου και ιερού δεξιά, ε) κατάγματα σωμάτων των θωρακικών σπονδύλων Θ3, Θ7, Θ10 και κάταγμα της δεξιάς εγκάρσιας απόφυσης του πρώτου οσφυικού σπονδύλου (01).

Για την αντιμετώπιση της υπαραχνοειδούς αιμορραγίας η ενάγουσα υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, κατά την οποία της ανοίχθηκαν κρανιοαναρτήσεις και στη συνέχεια τέθηκε σε συνεχή έλεγχο της ενδοκράνιας πίεσης και αποιδηματική και το εγκεφαλικό οίδημα. Παράλληλα, τέθηκε σε συνεχή μηχανική υποστήριξη και τραχειοστομήθηκε.

Για την αντιμετώπιση του κατάγματος οδόντος του σπονδύλου Α2 και του κατάγματος αυχένα και τόξου σπονδύλου Α5 τέθηκε σκληρός αυχενικός κηδεμόνας ενώ για την αντιμετώπιση των πολλαπλών καταγμάτων πλευρών και αιμοθώρακα τοποθετήθηκε με παρακέντηση σωλήνας θωρακικής παροχέτευσης. Περαιτέρω, η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της υπεβλήθη σε ολική λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή, καθώς και σε επέμβαση ανοιχτής ανάταξης και εσωτερικής οστεοσύνθεσης με πλάκα ανακατασκευής και κοχλίες για την αποκατάσταση του συντριπτικού κατάγματος τοιχώματος και οπίσθιας κολώνας αριστερής κοτύλης.

Εξάλλου η ενάγουσα ήταν διασωληνομένη, η αναπνοή της υποστηριζόταν με τεχνικά μέσα και διαπιστώθηκε δυσκινησία των φωνητικών χορδών και διαταραχές κατάποσης, με συνέπεια να σιτίζεται με ρινογαστρικό σωλήνα. Από νευρολογικής απόψεως διαπιστώθηκε, ότι βρισκόταν σε κατάσταση ελάχιστης συνείδησης, λόγω μετωπιαίου συνδρόμου από τις θλάσεις μετωπιαία άμφω και έχει υποστεί βαρύτατη βλάβη του αριστερού οσφυικού και ιερού πλέγματος, ήτοι όλων των νεύρων του αριστερού κάτω άκρου, με πτωχή πρόγνωση.

Επιπλέον εμφάνιζε μυοπάθεια βαρείας μορφής, δεξιά πυραμιδική συνδρομή στο πλαίσιο των βλαβών στη περιοχή των βασικών γαγγλίων και της έσω κάψας αριστερά. Η ενάγουσα παρέμεινε στη ΜΕΘ του ΓΝΘ "Παπαγεωργίου" για 4 και πλέον μήνεες, και εφόσον το επέτρεψε κατάστασή της διακομίσθηκε στις 2-1-2014 στο ιδιωτικό κέντρο αποκατάστασης και αποθεραπείας "Ευεξία", για περαιτέρω κλειστή νοσηλεία, ενώ η κατάσταση της υγείας της εμφανιζόταν στάσιμη.

Ειδικότερα η ενάγουσα εξήλθε από τη ΜΕΘ του ΓΝΘ "Παπαγεωργίου" με αυτόματη πλέον αναπνοή με καλή ανταλλαγή αερίων, αιμοδυναμικά σταθερή και από νευρολογικής απόψεως ήταν σε θέση να εκτελεί απλές εντολές, εξακολουθούσε να παρουσιάζει εικόνα μετωπιαίου συνδρόμου με αβουλία και έπασχε από δεξιά βαριά ημιπάρεση κεντρικής αιτιολογίας και περιφερική βαριά πάρεση αριστερού κάτω άκρου.

Σιτιζόταν μέσω ρινογαστρικού σωλήνα και έφερε κατακλίσεις φτερνών άμφω. Στο ως άνω κέντρο αποκατάστασης η ενάγουσα παρέμεινε έως τις 23-5-2014, ακολουθώντας πρόγραμμα αποκατάστασης, ήτοι φυσικοθεραπείες, εργοθεραπείες, αυτοεξυπηρέτηση στην καθημερινή ζωή και ψυχολογική υποστήριξη, η κατάστασή της όμως κατά την έξοδο από αυτό ήταν αμετάβλητη.

Περαιτέρω, η ενάγουσα υπεβλήθη στις 28-4-2015 εκ νέου σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση των νεκρών τμημάτων των οστών από τη λεκάνη και το ισχίο, κατά την οποία (επέμβαση) αποκόπηκε μεγάλο τμήμα του οστού, μαζί με το οποίο αφαιρέθηκαν αναγκαστικά οι απαγωγείς και ο μέσος γλουτιαίος μυς, ο οποίος είχε οστεοποιηθεί.

Από την επέμβαση αυτή εμφανίσθηκαν επιπλοκές, καθώς επισυνέβησαν οπίσθια εξαρθρήματα του χειρουργηθέντος ισχίου της κατά τον κλινοστατισμό. Απευθείας διενεργήθηκε κλειστή ανάταξη, τοποθετήθηκε οσφυομηρικός κηδεμόνας και κρίθηκε επιβεβλημένο η ενάγουσα να παραμείνει σε πλήρη ακινησία και να επιστρέψει εκ νέου στο κέντρο αποκατάστασης "ΕΥΕΞΙΑ" για περαιτέρω κλειστή νοσηλεία και για καθημερινή υποβολή της σε φυσικοθεραπείες, υδροθεραπείες και εργοθεραπείες και λογοθεραπείες, εξαιτίας των προβλημάτων που αντιμετωπίζει στο λόγο και την άρθρωση.

Έτσι, πράγματι, η ενάγουσα εισήχθη εκ νέου στο εν λόγω κέντρο αποκατάστασης στις 4-5-2015 και νοσηλεύθηκε σε αυτό έως τις 8-7-2015, οπότε μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στην κλινική "ΙΑΤΡΙΚΟ ΔΙΑΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", όπου υποβλήθηκε σε νέα επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής αριστερού ισχύου, ήτοι ακρωτηριακή επέμβαση, καθώς κόπηκε και αφαιρέθηκε το οστό του ισχύου και τοποθετήθηκε τεχνητό.

Μετά την έξοδό της από το ως άνω νοσοκομείο στις 9-7-2015 μεταφέρθηκε εκ νέου στο κέντρο αποκατάστασης "ΕΥΕΞΙΑ" προκειμένου να συνεχίσει την νοσηλεία της, εξήλθε σε από αυτό στις 24-7-2015. Η κατάστασή της (κατά το χρόνο συζήτησης των αγωγών) παραμένει στάσιμη και σοβαρή, ενώ έχει διαγνωσθεί και κριθεί η αναπηρία της σε ποσοστό 82% από την αρμόδια επιτροπή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ότι εμπίπτει στις διατάξεις περί παραπληγίας, ως πάσχουσα από "βαρειά σπαστική ημιπάρεση και χαλαρή πάρεση αριστερού κάτω άκρου συνεπεία βαρειάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης και βλάβης του οσφυοτέρου πλέγματος αριστερά" (βλ.

την από 3-3-2015 "Γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Υγειονομικής Επιτροπής ΚΕΠΑ"). Σημειώνεται δε ότι, όπως φαίνεται από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, στο ως άνω ποσοστό αναπηρίας της δεν υπολογίζεται και η νοητική της κατάσταση, η οποία, επίσης, παραμένει στάσιμη. Εξάλλου, με την 3660/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η ενάγουσα Ν.-Μ.

Τ., έχει τεθεί σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, καθόσον λόγω της παραπάνω κατάστασης της υγείας της αδυνατεί να επιμεληθεί του εαυτού και της περιουσίας της, ενώ διορίστηκε με την ίδια απόφαση ως δικαστική συμπαραστάτρια η μητέρα της, η οποία με την ιδιότητά της αυτή άσκησε τις ένδικες αγωγές και παρίσταται στις ανοιγείσες με αυτά δίκες (και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου).

Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ιατρικές γνωματεύσεις ιατρών κρατικών νοσοκομείων, όπου η ενάγουσα νοσηλεύθηκε και την παρακολουθούν σε τακτά χρονικά διαστήματα, μεταξύ των οποίων και πρόσφατες, αποδεικνύονται οι σοβαρές σωματικές της βλάβες και γενικά η κατάσταση της υγείας της.

Τα προσκομιζόμενα, ως άνω, στοιχεία κρίνονται και κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου επαρκή ώστε να μορφώσει δικανική κρίση όσον αφορά τον τραυματισμό της ενάγουσας και την μονιμότητα των σωματικής και διανοητικής της αναπηρίας και δεν απαιτούνται ιδιάζουσες περί αυτών γνώσεις επιστήμης ή τέχνης....

Απορριπτέος, επίσης. Κρίνεται και ο ισχυρισμός των εναγομένων - εκκαλούντων περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας για τον τραυματισμό της, και μάλιστα κατά ποσοστό 95%, επικαλούμενοι το γεγονός ότι αυτή, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, από αμέλειά της, δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, όπως όφειλε, πράγμα που και η ίδια ομολογεί, και τούτο διότι ο τραυματισμός της ενάγουσας θα επερχόταν ακόμα και αν αυτή δεν φορούσε τη ζώνη ασφαλείας και μάλιστα ενδεχομένως αυτός να ήταν βαρύτερος και πιθανώς θανάσιμος.

Στην κρίση αυτή οδηγείται και το Δικαστήριο τούτο, δεχόμενο ότι το γεγονός αυτό δεν συνδέεται με τον τραυματισμό της ενάγουσας και την έκτασή του, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας και ιδίως τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του αυτοκινήτου σε συνδυασμό με την τεχνική έκθεση του γιατρού νευροχειρουργού Ι.

Α., που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, καθώς και από τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά το χρόνο του ατυχήματος βρισκόταν ξαπλωμένη στο πίσω κάθισμα με το κεφάλι της ακουμπισμένο στην δεξιά πόρτα, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι και κατέθεσε πειστικά η μάρτυρας των εναγομένων, συνεπιβάτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου και καθήμενη στη θέση του συνοδηγού, χωρίς η κατάθεσή της να βεβαιώνεται από άλλα στοιχεία, άλλωστε και το γεγονός αυτό δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό της για τους ίδιους παραπάνω λόγους.

Επομένως, αποκλειστικά υπαίτια τόσο για το ατύχημα όσο και για τον από αυτό τραυματισμό της ενάγουσας και την έκτασή του είναι η πρώτη εναγομένη, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών λόγων των κρινομένων εφέσεων των εναγομένων". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, που δίκασε με την ειδική διαδικασία του άρθρου 614 περ.6 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την έναρξη ισχύος του Ν.4335/2015, απέρριψε τις εφέσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 803/2017 εν μέρει οριστικής και 93/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες είχαν δεχθεί εν μέρει τις από 11-3-2-14 και 21-7-2014 αγωγές ως βάσιμες κατ'ουσία, κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτια του ατυχήματος την οδηγό του προαναφερομένου ζημιογόνου αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε η ενάγουσα, όπως ομοίως -ως προς την υπαιτιότητα- έκρινε και το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, διακρατώντας την υπόθεση και συνεκδικάζοντας επί των ενδίκων αγωγών δέχθηκε αυτές επίσης εν μέρει και επιδίκασε τα επακριβώς αναφερόμενα χρηματικά ποσά.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, ούτε εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΑΚ, ούτε αυτές του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 300, 330 του ΑΚ, και 12 παρ.5 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) καθώς και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες όσον αφορά αφενός την αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε η ενάγουσα και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτής και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, αφετέρου δε την μη ύπαρξη πταίσματος της ζημιωθείσης ενάγουσας στην έκταση του τραυματισμού της, από το γεγονός ότι, αυτή κατά τον χρόνο του ατυχήματος, από αμέλειά της, δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας.

Πλέον συγκεκριμένα, όσον αφορά τον ανωτέρω, απορριφθέντα ισχυρισμό των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων περί συνυπαιτιότητος της ενάγουσας και μάλιστα σε ποσοστό 95%, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι ο τραυματισμός θα επερχόταν ακόμη και αν αυτή φορούσε τη ζώνη ασφαλείας και μάλιστα ενδεχομένως αυτός να ήταν βαρύτερος και πιθανώς θανάσιμος και ότι η μη χρήση ζώνης ασφαλείας, στην προκειμένη περίπτωση δεν συνδέεται με τον τραυματισμό της ενάγουσας και την έκτασή του, αιτιολογεί δε την ανωτέρω παραδοχή, βασιζόμενο στις φωτογραφίες της δικογραφίας και δη αυτές του αυτοκινήτου καθώς και στην τεχνική έκθεση του ιατρού-νευροχειρουργού, ενώ κρίνει μη πειστική την κατάθεση της μάρτυρος των εναγομένων, σχετικά με τον τρόπο στάσης της παθούσας-ενάγουσας στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, τον οποίο εξάλλου (τρόπο στάσης) σε κάθε περίπτωση θεωρεί ως μη συνδεόμενο αιτιωδώς με τον τραυματισμό της.

Οι αιτιάσεις των αναιρεσειουσών για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι: α) αν και δέχεται ότι η ενάγουσα ευρισκόμενη ως συνεπιβάτης στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, όπως όφειλε και μπορούσε, πλην όμως ο τραυματισμός της θα επερχόταν ακόμα και αν φορούσε ζώνη ασφαλείας και ενδεχομένως να ήταν βαρύτερος και ίσως θανάσιμος, εν τούτοις παρέλειψε να διαλάβει:

α) με ποιό τρόπο θα επερχόταν ο σοβαρός τραυματισμός της στο κεφάλι, με δεδομένο ότι το κτύπημα που δέχθηκε το ΙΧΕ αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε, έγινε στο μέσον περίπου του ύψους της πίσω πόρτας, δηλαδή σε σημείο πολύ χαμηλότερο από το σημείο στο οποίο βρισκόταν το κεφάλι της παθούσας, εφόσον βεβαίως αυτή καθόταν σε ορθή και κάθετη θέση στο πίσω κάθισμα και ταυτόχρονα φορούσε ζώνη ασφαλείας, β) με ποιό τρόπο δεν θα επερχόταν ο σοβαρός τραυματισμός της παθούσας στην αριστερή πλευρά του σώματός της (συντριπτικό κάταγμα αριστερής κοτύλης κλπ), ακόμα και αν φορούσε ζώνη ασφαλείας, δεδομένου ότι σε μια τέτοια περίπτωση, με βάση τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής θα αποκλειόταν και θα αποτρεπόταν με βεβαιότητα ο εκσφενδονισμός προς την αριστερή εσωτερική πλευρά της καμπίνας, η οποία δεν επλήγη καθόλου, γ) για ποιό λόγο, εφόσον κατά την παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως επλήγη όλη η δεξιά πλευρά του ΙΧΕ αυτοκινήτου και δη όχι μόνο η πίσω δεξιά πόρτα, αλλά και η μπροστινή δεξιά πόρτα του συνοδηγού, όπου καθόταν η Κ.

Κ., η τελευταία, η οποία φορούσε ζώνη ασφαλείας, δεν τραυματίσθηκε τόσο σοβαρά, όπως η παθούσα που δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, αλλά τραυματίσθηκε ελαφρά στο δεξί της χέρι και, δ) τέλος, ενώ δεν γίνεται μνεία στο σκεπτικό της αποφάσεως, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που οφείλει να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως, τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, εν τούτοις στη συνέχεια δεν διευκρινίζεται ποιος έβγαλε τις φωτογραφίες που μνημονεύονται, ούτε αν αυτές είναι γνήσιες, ούτε ότι δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους και επιπλέον πως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας η προαναφερόμενη παραδοχή της.

Οι παραπάνω αιτιάσεις όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις και αντιφάσεις, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες προβάλλονται απαράδεκτα, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη κατά την άποψη τους ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, και, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Όσα αναφέρουν οι αναιρεσείοντες παραπάνω, στον λόγο αυτό, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειάζεται ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση. Επιπλέον, οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 εδ.

α' και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Ας σημειωθεί εδώ ότι ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος και ως αόριστος, εφόσον οι αναιρεσείοντες, εκτός από τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που ισχυρίζονται ότι παραβιάστηκαν, καθώς και τις νομικές τους απόψεις γι' αυτές, δεν εξειδικεύουν και το, κατά την εκδοχή τους, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και στην τελευταία περίπτωση, που ακριβώς έγκειται το σφάλμα, αρκούμενοι μόνο σε ανάλυση των πραγματικών παραδοχών της αποφάσεως και των επιχειρημάτων κατ' αυτών, που, όμως, όπως προαναφέρθηκε, πλήττουν την άνω ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου.

Κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει, τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ προκύπτει ότι "...η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προκλήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, σύμφωνα με τις απόψεις της ιατρικής αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Ως "μέλλον" εξάλλου, νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Στον επαγγελματικό και οικονομικό τομέα, η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του και οι σχετικές δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας, καθ' όσον οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν έναντι των υγιών συναδέλφων τους.

Η 931 ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το Δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφ' όσον βεβαίως αυτές είναι μόνιμες και διαρκείς κι επηρεάζει το μέλλον του. Η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931 που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποίαν προβλέπεται από την διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί.

Το ποσόν του επιδικαζόμενου κατά την ΑΚ 931 ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται βάσει του είδους και των συνεπειών της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως αλλά και της ηλικίας του παθόντος. Είναι πρόδηλον ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική τόσον από την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, όσον και από την κατ' άρθρο 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση εκάστης εξ αυτών δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μίας των υπολοίπων (ΑΠ 158/2016, ΑΠ 774/2007, ΑΠ 765/2007, ΑΠ 514/2007, ΑΠ 154/2007). Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη, ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων, για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα, πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και αναλογικά, υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας, πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.

το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνους του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1398/2018, ΑΠ 464/2017).

Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 929/2020). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 349/2014).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 περ. α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να καθορίσει το ύψος της δικαιούμενης από την αναιρεσίβλητη χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, από τον τραυματισμό της, όσο και την πρόσθετη χρηματική παροχή κατά το άρθρο 931 ΑΚ, κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, που προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε η αναιρεσίβλητη, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος, ασφαλισμένου στην τρίτη εναγομένη και ήδη τρίτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία, στα ποσά των 150.000 και 200.000 ευρώ, αντίστοιχα, δηλαδή ποσά τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα υπολείπονται δυσανάλογα των ποσών, που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος παραβίασε ευθέως την αρχή της αναλογικότητος (άρθρ. 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος), κατά την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, των άρθρ. 25 παρ.1 εδ.

δ' του Συντάγματος και 932 και 931 ΑΚ και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη 6499/2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπησή της, δέχθηκε όσον αφορά το ενδιαφέρον εν προκειμένω θέμα, αφού παρέθεσε τα όσα ήδη έχουν αναφερθεί σχετικά με τις συνθήκες, την υπαιτιότητα και τον τραυματισμό της αναιρεσίβλητης τα κάτωθι:

"Η ενάγουσα κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν 23 ετών, σπούδαζε στο ... του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και ήταν επαγγελματίας ..., αγωνιζόμενη σε ομάδες πρώτης κατηγορίας του πρωταθλήματος Ελλάδος και στην Εθνική Ομάδα Γυναικών ενώ επιθυμούσε να ακολουθήσει καριέρα στο χώρο του αθλητισμού. Εξαιτίας, όμως, του παραπάνω ατυχήματος κατέστη μόνιμα ανάπηρη (ποσοστό 82%), αφού έχει υποστεί παραμορφώσεις στο σώμα και στο πρόσωπο, έχει υποβληθεί ακρωτηριακές επεμβάσεις, κατά τις οποίες της αφαιρέθηκε οστά και μύες, εμφανίζει βαριά σπαστική ημιπάρεση δεξιά και χαλαρή πάρεση αριστερού κάτω άκρου, εμφανίζει πλήρη αδυναμία ισορροπίας και στήριξης του κορμού της σε όρθια θέση και αδυναμία βάδισης χωρίς υποβοήθηση, δεν μπορεί να αρθρώσει σωστά και εμφανίζει μετωπιαίο σύνδρομο, ενώ ως προς τη νοητική της κατάσταση αυτή βρίσκεται σε επίπεδο ανήλικου παιδιού.

Συνεπεία της ως άνω περιγραφείσας μόνιμης αναπηρίας της επηρεάζεται δυσμενώς στη μελλοντική, οικονομική και επαγγελματική της εξέλιξη, καθόσον, εξ αιτίας της έλλειψης κινητικής αυτονομίας και της πλήρους αδυναμίας βάδισης, είναι αδύνατη και η εκτέλεση από αυτήν εργασιών και γενικά η ενασχόλησή της με δραστηριότητες που απαιτούν καταβολή οιασδήποτε σωματικής δύναμης, όπως η αθλητική της δραστηριότητα.

Ακόμη η αναπηρία της αυτή έχει δυσμενείς συνέπειες στις κοινωνικές και οικογενειακές συναναστροφές της, επίσης στην κοινωνική της ένταξη και ζωή και γενικά αδυνατεί να συμμετέχει σε κάθε μορφή κοινωνικής και οικονομικής ζωής.

Για την αντιμετώπιση των δυσμενών αυτών επιπτώσεων στην κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική της κατάσταση και εξέλιξη πρέπει να της επιδικαστεί ως πρόσθετη χρηματική παροχή, κατ' άρθ. 931 ΑΚ, το ποσό των 200.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που επιδίκασε στην ενάγουσα για την αιτία αυτή το ποσό των 150.000 ευρώ έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο σχετικός λόγος της έφεσης της ενάγουσας πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός, και να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων των εναγομένων. Περαιτέρω, εκτός από την ανωτέρω αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα, ως χρηματική της ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ένδικο ατύχημα, το ποσό των 150.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών κάτω από τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας της εναγόμενης οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, του είδους και της φύσης του τραυματισμού της ενάγουσας, της σοβαρότητας της σωματικής της βλάβης, της μόνιμης αναπηρίας που παρουσιάζει και της ταλαιπωρίας της εφόρου ζωής, της κοινωνικής θέσης και οικονομικής κατάστασης των μερών (φυσικών προσώπων)".

Καθορίζοντας το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, τα παραπάνω ποσά, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, που ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 9/2015), ούτε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε, αφού τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται - και μάλιστα - καταφανώς από τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσά, ούτε αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας.

Ακόμη, το Εφετείο καθόρισε τα ποσά της κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογης χρηματικής ικανοποίησης και της πρόσθετης κατά το άρθρο 931 ΑΚ χρηματικής παροχής της αναιρεσίβλητης, αφού συνεκτίμησε, τα πλέον πρόσφορα, για το σχηματισμό τους κατά τα ανωτέρω άρθρα κρίσης του, σχετικά με το ύψος των επιδικαστέων στην αναιρεσίβλητη χρηματικών ποσών, στοιχεία, που επικαλέστηκε, όπως αυτά δέχτηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν και συγκεκριμένα τις λεπτομερώς περιγραφόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση συνθήκες του ατυχήματος, από το οποίο προκλήθηκε ο τραυματισμός της, το είδος αυτού, την αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς περιγράφονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, του είδους και της φύσης του τραυματισμού της αναιρεσίβλητης, της σοβαρότητας της σωματικής της βλάβης, της μόνιμης αναπηρίας που παρουσιάζει και της ταλαιπωρίας της εφ'όρου ζωής, την ένταση του ψυχικού άλγους που προκάλεσε σ'αυτήν ο τραυματισμός της, την ηλικία του και τέλος την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (φυσικών προσώπων).

Συνεπώς, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος, από τον αριθμ. 1 και 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, λόγος της υπό κρίσιν αναιρέσεως.

Περαιτέρω, από το άρθρο 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, συνάγεται ότι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο αυξημένος τόκος επιδικίας, ο οποίος αφορά σε κάθε αγόμενη με αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου και εντόκως επιδικαζόμενη χρηματική απαίτηση, είτε ζητείται η καταψήφισή της είτε η αναγνώριση της οφειλής της, ενώ για την κατ' εξαίρεση επιδίκαση τόκων υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής απαιτείται ρητό αίτημα του εναγομένου και εύλογη αντιδικία (ΑΠ 1465/2019, ΑΠ 1114/2018, ΑΠ 1207/2017).

Ειδικότερα, το άρθρο 346 ΑΚ, που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, κι αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 νόμου 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 2.4.2012, κατά το οποίο: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).

Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.

Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.

Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως.

Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, για αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.

ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοσή της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ' αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ' εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.

Με βάση αυτά, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την κατ' εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, ο οποίος, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 1207/2017).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την επίκληση ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις του άρθρου 346 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και με εσφαλμένη εφαρμογή, άλλως παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, δεδομένου ότι αναγνώρισε ότι οι αναιρεσείοντες οφείλουν να καταβάλουν (εις ολόκληρο καθένας) στην αναιρεσίβλητη τα αναγραφόμενα στο διατακτικό της απόφασης χρηματικά ποσά με τον τόκο επιδικίας, κατ' άρθρο 346 ΑΚ, και όχι με τον τόκο υπερημερίας, αν και στην συγκεκριμένη περίπτωση είχε, σύμφωνα με το περιεχόμενο του αναιρετικού τους λόγου, εφαρμογή η εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας, αφού οι ασκούμενες αξιώσεις, με την ένδικη από 11-3-2014 αγωγή της αναιρεσίβλητης, αφορούσαν μόνο απαιτήσεις για πλασματική δαπάνη παροχής υπηρεσιών, για χρηματική ικανοποίηση κατά το 932 ΑΚ και αποζημίωση κατά το 931 ΑΚ, ήτοι αφορούσαν χρηματικές απαιτήσεις που επιδικάζονται κατ'εύλογη κρίση του Δικαστηρίου και εντεύθεν συνιστούσαν τις (ιδία) ιδιαίτερες περιπτώσεις που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την ως άνω τροποποίησή του, αφού το ύψος των χρηματικών απαιτήσεων των δανειστών εναντίον του οφειλέτη προσδιορίζεται κατ'εύλογη κρίση του Δικαστηρίου και όχι όταν υπάρχει εύλογη αντιδικία και ασυμφωνία του οφειλέτη ως προς το ύψος της χρηματικής απαίτησης εκ μέρους του δανειστή που ασκείται με την ένδικη αγωγή.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, σε κάθε περίπτωση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το να επιδικάσει τόκους επιδικίας, κατά το άρθρο 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την εν λόγω αντικατάστασή του, που ορθά εφάρμοσε, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, δεχόμενο ότι έπρεπε να καταβληθούν τόκοι από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, ενώ δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 931 ΑΚ, αφού μόνο για την περίπτωση της επιδικάσεως τόκων υπερημερίας θα απαιτείτο ρητή μνεία στην απόφαση της προαναφερόμενης περιπτώσεως εξαιρέσεως και όχι στην προκειμένη περίπτωση.

Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης, κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ ή η επιβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης λόγω μερικής νίκης και μερικής ήττας, κατ' άρθρο 178 § 1 ΚΠολΔ, απόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 979/2021, ΑΠ 2147/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 4ο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια αληθώς εκ του άρθρου 559 αρ. 1 (και όχι 19), ότι κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 178 ΚΠολΔ καθόρισε το ύψος των δικαστικών του εξόδων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας. Ενόψει του ότι επιβλήθηκε μέρος της δικαστικής δαπάνης λόγω μερικής νίκης και μερικής ήττας κατ' άρθρο 178 § 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β' β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-9-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 887/2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6499/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ