Legislator Case Law & Legislation
1684/2017 AI generated

1684/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1684/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1684/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
safety regulations violation endangerment offence agricultural disaster drift matter dangerous overtaking driving whilst disqualified
AI generated
526/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 354/ΑΥ/27/26-1-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:27/ΑΥ/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1948/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσας με την από 1-2-2011 αίτησή της και τους από 11-4-2011 πρόσθετους λόγους.
1749/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22 Ιουνίου 2001 και 9 Νοεμβρίου 2001 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 383/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 85/2004 οριστική του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29 Ιουλίου 2004 αίτησή τους.
610/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
990/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/3/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2297/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6297/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/2/2008 αίτησή του και τους από 19/1/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.
524/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1684 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1684/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 5-4-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Ο. του Κ., χας Α. Α., 2) Ε. Α. του Α., 3) Γ. Α. του Α. και 4) Π. Ο. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σαμαρτζή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Θ. Ο. του Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 210/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2016 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-6-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τα άρθρα 5 παρ. 1, 6 παρ. 3α και 10 παρ. 1 του Ν. 480/ 1976, όπως έχει κωδικοποιηθεί με το Π.Δ. 276/86, ορίζονται τα εξής: "Άρθρο 5 παρ. 1: Επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 3, απαγορεύεται η κυκλοφορία αυτοκινήτου στην Ελλάδα, αν δεν υπάρχει κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 ασφαλιστική κάλυψη", "Άρθρο 6 παρ. 3α: Ο ασφαλιστής ευθύνεται έναντι των τρίτων που ζημιώθηκαν από την κυκλοφορία αυτοκινήτου...", "Άρθρο 10 παρ. 1:

Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 2 εδ. α' και 4 εδ. α' Ν. ΓΠΝ/1911 κατά τα οποία "Αυτοκίνητον κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου είναι το διά μηχανικής δυνάμεως και ουχί επί τροχιών κινούμενον όχημα ή τροχήλατον" (Άρθρον 2 εδ.

α') και "Διά πάσαν από του αυτοκινήτου κατά την λειτουργίαν του ζημίαν προς τρίτους ενέχεται εις αποζημίωσιν ο τε οδηγός και ο κατά το άρθρον 2 κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης..." (άρθρο 4 εδ. α') συνάγονται τα εξής: Η ενοχή από τον ειδικό νόμο (Ν. ΓΠΝ/1911) υπάρχει μόνο για ζημιές από αυτοκίνητο σε λειτουργία. Το αυτοκίνητο είναι σε λειτουργία και όταν είναι ακίνητο, αλλά λειτουργεί η μηχανή του, καθώς και όταν κινείται χωρίς να λειτουργεί η μηχανή.

Η ασφάλιση είναι υποχρεωτική για τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν επί οδού ή επί γηπέδου προσιτού στο κοινό ή σε αριθμό προσώπων που δικαιούνται να συχνάζουν σε αυτό. Για την ευθύνη του ασφαλιστή έναντι του τρίτου δεν είναι αναγκαίο να εκινείτο το αυτοκίνητο κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά αρκεί να ήταν σε λειτουργία με την ανωτέρω έννοια.

Οι όροι "κυκλοφορία" του αυτοκινήτου και "γήπεδο προσιτό σε κάποιο αριθμό προσώπων" ερμηνεύονται ευρέως από τη νομολογία του Αρείου Πάγου, ώστε να αντιμετωπίζονται όλες, σχεδόν, οι περιπτώσεις προκλήσεως ζημιών σε τρίτους. Έτσι αυξάνεται η προστασία των τρίτων και ικανοποιείται η κοινωνική προστατευτική λειτουργία του Ν. 489/1976 (βλ.

Ολ.ΑΠ 23/1989, ΑΠ 1322/2013 και ΑΠ 526/2012). Και ναι μεν ο ασφαλιστής, εναγόμενος μπορεί να προβάλλει, κατ' ένσταση, τον ισχυρισμό ότι το ατύχημα συνέβη σε χώρο όχι προσιτό στο κοινό, αλλά σε ιδιωτικό χώρο, αφού δεν έχει υποχρέωση να ασφαλίσει το αυτοκίνητο σε παρόμοιο χώρο, πλην όμως, η κυκλοφορία σε αύλειο χώρο, που χρησιμοποιείται για τη στάθμευση οχημάτων και είναι προσιτός σε κάποιον αριθμό προσώπων, που δικαιούνται να συχνάζουν σ' αυτό και εντός του οποίου τα σταθμεύοντα οχήματα μπορούν να τίθενται σε λειτουργία και να κινούνται, εξομοιώνεται με την κυκλοφορία επί της οδού κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρ. 2 παρ. 1 εδ.

β' Ν. 489/1976. Το αυτοκίνητο όχημα είναι σε κυκλοφορία, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ανεξάρτητα αν η απόσταση που διανύει είναι μικρή ή μεγάλη. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "...Τo ένδικο ατύχημα έγινε στα Τρίκαλα στις 5.4.2010 και περί ώρα 19.00. Κατά τον χρόνο αυτόν ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε τον με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης γεωργικό ελκυστήρα, ιδιοκτησίας του, και ο οποίος ήταν ασφαλισμένος για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, και εκτελούσε εργασίες άρωσης σε αγρόκτημα που βρίσκεται στη θέση "..." του Δημοτικού Διαμερίσματος ...

του Δήμου ... του Νομού Τρικάλων, και του οποίου αυτός ήταν επικαρπωτής και ψιλός κύριος ο υιός του Α. Α.. Στο οπίσθιο μέρος του ως άνω ελκυστήρα ήταν διαδοχικά συνδεδεμένες φρέζα αρώσεως κλειστού τύπου και ξύλινη σβάρνα. Στον ως άνω - χώρο ευρίσκετο και ο υιός του Α. Α.. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι κατά τον ως άνω χρόνο ο πρώτος εναγόμενος ακινητοποίησε τον αγροτικό ελκυστήρα του, με τον κινητήρα αυτού σε λειτουργία, προκειμένου να προμηθευτεί νερό από τον υιό του.

Ο τελευταίος ευρισκόμενος εκτός και στη δεξιά πλευρά του ελκυστήρα, έδωσε ένα παγούρι με νερό στον πρώτο εναγόμενο και έκλεισε τη δεξιά πόρτα του ελκυστήρα. Τότε ο πρώτος εναγόμενος έθεσε σε έμπροσθεν κίνηση τον ελκυστήρα, χωρίς όμως προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι ο Α. Α. είχε απομακρυνθεί από αυτόν, με αποτέλεσμα, κατά την εμπρόσθια, κίνηση του ελκυστήρα, η φρέζα αυτού, το πλάτος της οποίας υπερέβαινε το πλάτος του ελκυστήρα, να παρασύρει και να ρίξει στο έδαφος τον Α.

Α. και να τον τραυματίσει θανάσιμα, καθόσον του προκάλεσε πολλαπλές κακώσεις σώματος, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός του. Υπό τα περιστατικά αυτά, το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και την επιμέλεια που θα κατέβαλε κάθε συνετός οδηγός υπό ανάλογες περιστάσεις.

Ειδικότερα, κατά παράβαση του άρθρου 12 του ν. 2696/1999, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή και έθεσε σε κίνηση τον ελκυστήρα χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δεν θα εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα και συγκεκριμένα δεν ήλεγξε αν ο ευρισκόμενος πλησίον της δεξιάς θύρας του ελκυστήρα Α.

Α. είχε απομακρυνθεί σε ασφαλή απόσταση από αυτόν, με συνέπεια κατά την κίνηση του ελκυστήρα η φρέζα αυτού να παρασύρει τον τελευταίο και να τον τραυματίσει θανάσιμα. Βαθμός υπαιτιότητας που να βαρύνει και τον θανόντα δεν αποδείχθηκε. Οι ισχυρισμοί της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος άλλως συνυπαιτιότητας στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του, για το λόγο ότι ο θάνατος του Α.

Α. προκλήθηκε από την ενέργεια αυτού να σκύψει και να εισέλθει εντός του χώρου που μεσολαβεί ανάμεσα στον γεωργικό ελκυστήρα και στη φρέζα προκειμένου να καθαρίσει τα "μαχαίρια - δόντια" αυτής από τα ξένα σώματα που είχαν συσσωρευτεί, άλλως επειδή παραπάτησε στο οργωμένο χωράφι και επέπεσε πλησίον της φρέζας με συνέπεια η τελευταία να τον παρασύρει και να τον τραυματίσει θανάσιμα δεν αποδείχθηκαν.

Εξάλλου αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, λαμβανομένου υπόψη του ότι ο παθών, ο οποίος ήταν γεωπόνος και γνώστης του κινδύνου, δεν θα προέβαινε στην ανωτέρω παράτολμη ενέργεια, εν κινήσει του γεωργικού ελκυστήρα, δηλαδή να προβεί στον καθαρισμό της φρέζας. Ενώ αν πράγματι είχε σκοπό να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια, γνωρίζοντας τους κινδύνους δεν θα έλεγε στον πατέρα του "ξεκίνα" όπως κατέθεσε προανακριτικά ο τελευταίος.

Εξάλλου αν είχε προβεί στον καθαρισμό της φρέζας, όπως ισχυρίζεται η δεύτερη εναγομένη σε συνδυασμό με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης θα έφερε τραύματα κυρίως στην δεξιά πλευρά του, όμως από την έκθεση νεκροψίας προκύπτουν πολλαπλά κατάγματα στο κρανίο, στο λαιμό, στο στέρνο, αριστερής ωλένης και σύστοιχης κερκίδας, κ.λπ.

Συνεπώς οι ως άνω ισχυρισμοί της εναγομένης τους οποίους πρότεινε πρωτοδίκως και επαναφέρει με λόγους έφεσης περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος άλλως περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος κατά ποσοστό 95% αντίστοιχα στη πρόκληση του ατυχήματος και τον εξ αυτού θανάσιμο τραυματισμό του πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια με τις αυτές ως άνω αιτιολογίες, σχετικά με τον ισχυρισμό της εκκαλούσας περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας του θανόντος δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης της εκκαλούσας πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα......

Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι παράλληλα, με τον πρώτο εναγόμενο - οδηγό του ζημιογόνου ελκυστήρα ευθύνεται αλληλεγγύως και η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, λόγω της σύμβασης ασφαλίσεως του ζημιογόνου οχήματος για πρόκληση ζημιών σε τρίτους. Ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά και ότι δεν επέχει υποχρέωση προς αποζημίωση του ζημιωθέντος από το ατύχημα διότι, η αγωγική αξίωση εξαιρείται της ασφαλιστικής κάλυψης, καθόσον το ένδικο ατύχημα δεν έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια κυκλοφορίας του ελκυστήρα σε δημόσιο ή έστω ιδιωτικό χώρο μη προσιτό στο κοινό και μη πληρούντα τις προϋποθέσεις του άρθρ. 2 παρ. 1 εδ.

β' του Ν. 489/1976, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Και τούτο διότι όπως αποδείχθηκε ο γεωργικός ελκυστήρας ήταν σε λειτουργία και σε χώρο ιδιωτικό, καλλιεργήσιμο αγρό, και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής ο χώρος αυτός αν και ιδιωτικός, λόγω της χρήσης του αυτής και προς εξυπηρέτησή της, είναι προσιτός σε κάποιο αριθμό προσώπων, μετά από άδεια του ιδιοκτήτη, που δικαιούνται να συχνάζουν σε αυτόν, και να τον χρησιμοποιούν όπως είναι ο γεωπόνος, εργάτες γης, αγοραστές της παραγωγής κ.λπ.

και εντός του οποίου μπορούν, για τον ίδιο λόγο, να εισέρχονται και να κινούνται αυτοκίνητα οχήματα.

Συνεπώς εξομοιώνεται με την κυκλοφορία επί της οδού κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1β' του ν. 489/1976 (βλ. σχετ. ΑΠ 526/2012 ΝΟΜΟΣ, Α. Κρητικός ο.π. § 25 αριθμ. 59, σελ. 564). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κρίνοντας ότι ευθύνεται εις ολόκληρον με τον οδηγό του ελκυστήρα και η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία για τους αυτούς ως άνω αναφερόμενους λογούς ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο και οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης της εκκαλούσας πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι...".

Με την αιτιολογία αυτή το Εφετείο έκρινε ότι υπάρχει ευθύνη της ασφαλίζουσας το ζημιογόνο όχημα εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη αναιρεσείουσας για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων συγγενών του θανόντος και δέχθηκε εν μέρει την υπό κρίση αγωγή τους κατά το κεφάλαιο αυτό.

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως ο πρώτος λόγος κατά τα δύο πρώτα τμήματα, με τα οποία αποδίδεται η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για ευθεία παραβίαση των ως άνω διατάξεων εκ του ότι, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, η αγωγική αξίωση εξαιρείται της ασφαλιστικής κάλυψης, καθόσον το ένδικο ατύχημα αφενός δεν έλαβε χώρα κατά την διάρκεια κυκλοφορίας του γεωργικού ελκυστήρα σε δημόσιο ή έστω ιδιωτικό χώρο, προσιτό στο κοινό όπου δεν διεξάγεται δημόσια κυκλοφορία και αφετέρου ότι δεν προκλήθηκε από τον γεωργικό ελκυστήρα αλλά από την φρέζα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές: 1) το ένδικο ατύχημα συνέβη σε χώρο ιδιωτικό - καλλιεργήσιμο αγρό, ο οποίος κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αν και ιδιωτικός είναι προσιτός σε κάποιο αριθμό προσώπων όπως γεωπόνος, εργάτες γης, αγοραστές της παραγωγής, εντός του οποίου μπορούν να εισέρχονται και να κινούνται αυτοκίνητα - οχήματα.

Εξάλλου το στοιχείο της δημόσιας κυκλοφορίας αποτελεί στοιχείο τόσο της οδού, βάσει του εννοιολογικού ορισμού της τελευταίας από το άρθρο 2 ΚΟΚ, όσο και των χώρων του άρθρου 1 ΚΟΚ, όπου αναφέρεται ότι η δημόσια κυκλοφορία πρέπει να γίνεται από οχήματα, πεζούς και ζώα, χωρίς, ωστόσο, τα παραπάνω πρόσωπα ή αντικείμενα να συνδέονται εκ των προτέρων μεταξύ τους με οποιουδήποτε είδους προσωπικές σχέσεις, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Και 2) η ζημία που προκαλείται από ρυμουλκούμενο - φρέζα άρωσης καταλογίζεται στον οδηγό και τον ασφαλιστή του ρυμουλκού - γεωργικού ανελκυστήρα, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της α' περίπτωσης του άρθρου 1 του Ν. 489/ 1976 κατά το οποίο ως αυτοκίνητο θεωρείται και κάθε ρυμουλκούμενο όχημα, συζευγμένο μετά του κυρίως αυτοκινήτου ή μη, ως και ποδήλατο, εφοδιασμένο με βοηθητικό κινητήρα.

Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενού ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το Δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 3, 4/2017).

Με το τρίτο τμήμα του πρώτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, του άρθρου 25 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το Εφετείο επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 80.000,00 ευρώ σε καθένα από τους τρεις (3) πρώτους αναιρεσίβλητους, σύζυγο και τέκνα του θανόντος, αντιστοίχως, το οποίο είναι δυσανάλογο και υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.

Ο λόγος αυτός κατά το τρίτο τμήμα πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον με τις ανωτέρω κρίσεις και παραδοχές το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση δεν είναι υπέρμετρα (και μάλιστα καταφανώς) των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο Δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικό μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 1322/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε με επίκληση η αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα την από 15.4.2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Χ. Χ. η οποία διενεργήθηκε, κατόπιν παραγγελίας των προανακριτικών οργάνων, τις φωτογραφίες φρέζας, κλειστού τύπου, όμοιας με εκείνη που είχε προσαρμοστεί στον ασφαλισμένο γεωργικό ανελκυστήρα και δημοσιεύματα του ηλεκτρονικού τύπου είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς αμφιβολία, προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκούσε δε προς τούτο και η γενική αναφορά των αποδεικτικών μέσων, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης καθενός τούτων και χωρίς διάκριση από ποια μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Άλλωστε, στο προοίμιο της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα, στην κατηγορία των οποίων υπάγονται τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, καθώς και τα έγγραφα της ποινικής προδικασίας. Ο από το άρθρ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασής του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος είναι αποκλειστικά υπαίτιος και έκρινε ότι είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη κατ' ουσία η προταθείσα από την εναγομένη - νυν αναιρεσείουσα εταιρεία και επανεφερθείσα με λόγο έφεσης αυτής, ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντα ως προς την επέλευση του ατυχήματος και ως προς τον εξ αυτού προκληθέντα (θανάσιμο τραυματισμό) του (ΑΠ 526/ 2012).

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ανελκυστήρα και της ελλείψεως συνυπαιτιότητας του θανόντος στην επέλευση του θανατηφόρου αποτελέσματος, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αναφορικά με την εμπειρία και γνώση του κινδύνου από τον θανόντα, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εφαρμοσθεισών διατάξεων των άρθρων 914, 300, 297, 298 ΑΚ, χωρίς ωστόσο να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός του πλάτους της φρέζας, η απόσταση του θανόντα από την δεξιά πλευρά του ανελκυστήρα και ο μεσολαβήσας χρόνος από το κλείσιμο της πόρτας του γεωργικού ελκυστήρα και ότι παρά την προτροπή του θανόντος προς τον πατέρα του, οδηγό της φρέζας, εξακολούθησε να ίσταται πλησίον του ελκυστήρα και μάλιστα στην τροχιά της φρέζας, αφού την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος την απέδωσε στο γεγονός ότι έθεσε σε λειτουργία τον ελκυστήρα χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι είχε απομακρυνθεί σε ασφαλή απόσταση από αυτόν ο θανών.

Επομένως ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.

Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.6.2016 αίτηση για αναίρεση της 66/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800,00) ευρώ.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ