Appeal dismissed; retrial ordered to verify finality and service of third necessary co-litigant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal and ordered a retrial of the proceedings. The appellant challenged a final appellate judgment that had resolved a dispute involving three necessary co-litigants without the presence of the first plaintiff or the third bank. The court found that the judgment's finality regarding the absent plaintiff and the lack of service on the third party were unclear and required clarification. Consequently, the court mandated a new hearing to verify these procedural prerequisites before the appeal could be fully adjudicated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 577(2), 321, 495(1), 76(1), 501 of the Code of Civil Procedure; In cases of necessary co-litigation, an appeal is admissible only when the contested judgment has become final for all co-litigants, and the court must verify the finality and proper service of process on all necessary parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1684 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1684/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Σ. Β. Σ.,το γένος Θ. Γ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Βαρδάκα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Σ. του Ε., 2. Σ. Σ. του Ε. και 3. Μ. Σ. του Ε., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γουλιέλμο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2002/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τα 30-12-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 3-2-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου και την απόρριψη του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β`, 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Εξάλλου, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της πρώτης από τις διατάξεις αυτές προς εκείνη του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους.
Όπως δε προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα ν` ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, κατά της απόφασης που εκδόθηκε παρά την απουσία του έχει ο αναγκαίος ομόδικος που ήταν απών κατά τη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του και η απόφαση δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ).
Και τούτο διότι, σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513§1εδ.β'περ.β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, 15/2001), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.
Ούτε, τέλος, μπορεί εκ των προτέρων ν` αποκλεισθεί το έννομο συμφέρον του απόντος διαδίκου ν` ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας, τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της οποίας, όπως είναι και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος προς άσκησή της, κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της ανακοπής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Αρειος Πάγος, όταν εξετάζει εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001).
Εάν, συνεπώς, δικάστηκε ερήμην στο Εφετείο ο ένας από τους αναγκαίους ομοδίκους, πρέπει να έχει γίνει και ως προς αυτόν τελεσίδικη η απόφαση για να υπόκειται σε αναίρεση, είτε με την πάροδο της προθεσμίας άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, η οποία αποδεικνύεται με την σχετική έκθεση επίδοσης προς αυτόν της τελεσίδικης απόφασης ή με την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο αντίγραφο της απόφασης που του επιδόθηκε, είτε με την οριστική απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας που αυτός άσκησε κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του είτε κατ' άλλο νόμιμο τρόπο (ΟλΑΠ 11/1998, 15/2001).
Τέλος, κατά το άρθρο 254 παρ. 1 εδ. α` του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει μετά το άρθρο 9 του ν. 2915/2001 και εφαρμόζεται και στη δίκη για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), "Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.
Η απόφαση μνημονεύει απαραίτητως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης ". Στην προκειμένη περίπωση, όπως προκύπτει από την εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, το Εφετείο, δέχθηκε την ασκηθείσα εκ μέρους των ήδη αναιρεσιβλήτων - εναγόντων έφεση κατά της 166/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία είχε απορριφθεί ως καταχρηστική η αγωγή τους.
Μ' αυτή ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι: α) ότι, ο πρώτος εναγόμενος -εργολάβος ακύρως εξεποίησε δια πωλήσεως με το αναφερόμενο σ' αυτή συμβόλαιο, στη δεύτερη εναγομένη διαμέρισμα στην, υπό ανέγερση, με το σύστημα της αντιπαροχής, πολυκατοικία, σε οικόπεδο ιδιοκτησίας τους, λόγω υπερβάσεως εκ μέρους του της πληρεξουσιότητας που του είχαν χορηγήσει οι ίδιοι ως οικοπεδούχοι και κατά παράβαση των, εκ του εργολαβικού, συμβατικών του υποχρεώσεων και διατάξεων νόμου, β) η ακυρότητα του εν λόγω συμβολαίου, γ) ότι η δεύτερη εναγομένη δεν απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω διαμερίσματος, παρά τη μεταγραφή του συμβολαίου στο οικείο υποθηκοφυλακείο και γ) ότι το τρίτο εναγόμενο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ακύρως ενέγραψε υποθήκη στο εν λόγω ακίνητο για την εξασφάλιση δανείου που χορήγησε στη δεύτερη εναγομένη, λόγω ελλείψεως στο πρόσωπό της δικαιώματος να επιβαρύνει το ακίνητο με υποθήκη, συνεπεία ακυρότητας του μεταβιβαστικού συμβολαίου, λογιζομένου ως μη γενομένου.
Το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι και εφεσίβλητοι τυγχάνουν μεταξύ τους αναγκαίοι ομόδικοι καθόσον "δεν νοείται στην παρούσα υπόθεση η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, αφού υπάρχει σ' αυτήν ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης εκάστου ομοδίκου και κατά τους κανόνες της λογικής του δικαίου επιβάλλεται η έκδοση όμοιας αποφάσεως", εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δέχθηκε την αγωγή.
Κατά της αποφάσεως αυτής, που εκδόθηκε ερήμην του πρώτου εναγομένου - εφεσίβλητου, άσκησε την υπό κρίση αίτηση η δεύτερη εναγομένη, η οποία και επισπεύδει τη συζήτηση, χωρίς να προκύπτει αν κατά το χρόνο ασκήσεως αυτής, είχε καταστεί ή όχι τελεσίδικη η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον απόντα αναγκαίο ομόδικο -α' εφεσίβλητο- μη υποκειμένη σε ανακοπή ερημοδικίας.
Επίσης στην παρούσα υπόθεση, δεν προκύπτει αν κλητεύθηκε κατ' άρθρο 76 παρ. 3 Κ.ΠολΔ. το τρίτο εφεσίβλητο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ως αναγκαίος ομόδικος. Συνακόλουθα, κατά τη μελέτη και διάσκεψη της υπόθεσης παρουσιάστηκαν τα εν λόγω κενά και αμφίβολα σημεία, αναφορικά με τη συνδρομή ή όχι της απαιτούμενης κατά νόμον τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς τον πρώτο εναγόμενο και της κλητεύσεως του τρίτου εναγομένου Ταμείου, εξεταζομένων τούτων και αυτεπαγγέλτως, τα οποία χρειάζονται συμπλήρωση και διευκρίνιση.
Επομένως, πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη ως προς τον πρώτο εναγόμενο Α. Κ. και έχει κλητευθεί το τρίτο εναγόμενο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, της από 30-12-2009 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2002/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με σκοπό να προσκομισθούν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ