1684/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/9/2009 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1684/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2738/1999 η συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση των όρων και των συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν υπάγονται στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως, τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λ.π.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Full text
Απόφαση 1684 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1684/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Γαλάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Τ. του Λ., κατοίκου ..., 2) Ά. Δ. του Α., κατοίκου ..., 3) Σ. Τ. του Β., κατοίκου ..., 4) Ε. Π. του Α., κατοίκου ... και 5) Ι. Δ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ντάλλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/9/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 10/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 84/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για την άσκηση της αναιρέσεως, όπως και κάθε κατ' ιδίαν λόγου αυτής ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον. Τούτο κρίνεται με βάση την από την προβαλλόμενη πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκαλούμενη στον αναιρεσείοντα βλάβη.
Στην προκειμένη περίπτωση το πολυμελές πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή της τρίτης αναιρεσίβλητης περί καταβολής της μηνιαίας μισθολογικής αμοιβής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ως μη νόμιμη. Επομένως η αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τη διάδικο αυτή είναι απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος από το αναιρεσείον κατ' άρθρο 556 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2738/1999 η συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση των όρων και των συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν υπάγονται στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως, τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λ.π.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ, είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης.
Στο άρθρο 14 του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά στο προσωπικό των ΟΤΑ και στο προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες.
Λ. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους ...
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002 "Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με ορισμένους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν ΚΥΑ, με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω ειδική παροχή ύψους 88 ευρώ μηνιαίως, από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7- 2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονταν από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", ανεξάρτητα από το αν οι κλάδοι των υπαλλήλων αυτών είχαν εκπροσωπηθεί ή όχι στις προηγηθείσες συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Κατόπιν τούτου, έγινε δεκτό ότι η ως άνω ειδική χρηματική παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους μόνιμους ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997. Ενώ δηλαδή, η χορήγηση της ειδικής μηνιαίας παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, είχε προβλεφθεί προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν ελάμβαναν πρόσθετες παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις επεκτάθηκε η χορήγηση της ειδικής παροχής χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η μη λήψη πρόσθετων μισθολογικών παροχών.
Έτσι, με τη χορήγηση της ειδικής παροχής σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφενός μεν δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου απασχολούνταν με τελείως διαφορετικές συνθήκες από κλάδο σε κλάδο, αυτή απέκτησε το χαρακτήρα αμοιβής που προσαυξάνει το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, οι οποίοι αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.
Στη συνέχεια με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν.3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", από την έναρξη της ισχύος του (1-1-2004) καταργήθηκε το άρθρο 14 του ν.3016/2002 και όλες οι ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση αυτού, δηλαδή όλες οι διατάξεις με τις οποίες προβλεπόταν η χορήγηση της ως άνω ειδικής παροχής και η επέκτασή της σε διαφόρους κλάδους υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.
Για να μη γίνει, όμως, χειρότερη η μισθολογική θέση των υπαλλήλων στους οποίους είχε χορηγηθεί η ειδική παροχή μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, με το άρθρο 24 παρ. 2 του ν. 3205/2003 ορίσθηκε ότι, "ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η γενόμενη ρύθμιση έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των ως άνω καταβαλλόμενων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος.
Συνεπώς προϋπόθεση της διατηρήσεως της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, ως προσωπικής διαφοράς του δικαιούχου υπαλλήλου και μετά την 1-1-2004, είναι είτε η πραγματικά λήψη, είτε η ύπαρξη ενεργού αξιώσεως για τη λήψη της ειδικής αυτής παροχής κατά την 31-12-2003. Και τούτο διότι, εάν δεν είχε ενεργό αξίωση ο υπάλληλος συγκεκριμένου κλάδου κατά του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ κατά την 31-12-2003, καμία χειροτέρευση της μισθολογικής θέσης αυτού δεν θα μπορούσε να επέλθει την 1-1-2004, αφού η κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, όλων των ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του και, κατ' αποτέλεσμα της ερμηνείας αυτών, που δικαιολογούσε τη χορήγηση της ειδικής παροχής σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, δεν μπορούσε να έχει βλαπτικές συνέπειες για την οικονομική του θέση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας που δίκασε ως Εφετείο αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και όπως από αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες, εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, είναι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος εναγομένου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, υπαγόμενοι στο μισθολογικό καθεστώς του ν. 2470/1997 και γενικά του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, και εργάσθηκαν προσληφθέντες απ' αυτό, ως αναπληρωτές εκπαιδευτικοί κατά τα χρονικά διαστήματα η 1η από 1.9.2006 έως 31.12.2006, η 2η από 23.9.2002 έως 21.6.2003 στο δημοτικό σχολείο Ηγουμενίτσας και από 1.9.2003 έως 21.6.2004 στο δημοτικό σχολείο Αγίου Βλασίου Καστρίου, η 4η από 14.9.2004 έως 21.6.2005 στο νηπιαγωγείο Παραποτάμου και ο 5ος καθηγητής φυσικής αγωγής, από 11.1.2002 έως 30.6.2002, από 19.9.2002 έως 30.6.2003,από 11.9.2003 έως 30.6.2004 και από 13.9.2004 έως 30.6.2005 στο 1ο Τ.Ε.Ε.
Παραμυθιάς, ότι η παροχή του άρθρου 14 ν. 3016/2002 χορηγήθηκε με πληθώρα υπουργικών αποφάσεων. Ότι το εναγόμενο δεν τους χορηγεί τη μισθολογική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε την έφεση του εναγομένου και αφού εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την τρίτη ενάγουσα και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, ως προς τους πρώτη, δεύτερη και πέμπτο των εναγόντων και εν όλω ως προς την τέταρτη ενάγουσα.
Κρίνοντας έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας που δίκασε ως Εφετείο, καθόσον αφορά τους δεύτερη και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως οι αντίθετοι λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά τα οικεία μέρη τους πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Με το να δεχθεί όμως ότι οι λοιποί αναιρεσίβλητοι (πρώτη και τέταρτη) δικαιούνται την ένδικη αξίωση για τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα που απασχολήθηκαν στο αναιρεσείον ήτοι: 1) η μεν πρώτη από 1.9.2006 έως 31.12.2006 και 2) η δε τέταρτη από 14.9.2004 έως 21.6.2005, παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, καθόσον δεν είχαν ενεργό αξίωση κατά του αναιρεσείοντος, για την ειδική παροχή των 176 ευρώ, υπό την ισχύ του άρθρου του ν. 3016/2002, δηλαδή μέχρι 31.12.2003, η δε μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του ν. 2305/2003 δεν τους καταλαμβάνει για τον ανωτέρω λόγο, δηλαδή γιατί δεν είχαν ενεργό αξίωση κατά του αναιρεσείοντος μέχρι την ισχύ του νόμου αυτού.
Επιπλέον, εφόσον μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου 3205/2003 οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν λάβει την ειδική ως άνω παροχή, καμία χειροτέρευση της μισθολογικής τους θέσης δεν θα μπορούσε να επέλθει μετά την 1.1.2004. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, κατά τα οικεία μέρη, είναι βάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 30.9.2009 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου ως προς την αναιρεσίβλητη Σ. Τ. του Β..
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης Σ. Τ., τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Απορρίπτει την από 30.9.2009 αίτηση για αναίρεση της 84/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο, καθόσον στρέφεται κατά των δεύτερης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αμέσως πιο πάνω αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Αναιρεί την 84/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε ως εφετείο, καθόσον, η ως άνω αίτηση αναιρέσεως, στρέφεται κατά των πρώτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες (πρώτη και τέταρτη) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ