Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination, ruling abuse of right requires specific intent beyond mere retaliation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the labor court's decision regarding the termination of an indefinite-term employment contract. The appellant argued the lower court failed to consider critical documents proving the dismissal was retaliatory against her union activities rather than due to personal animosity. The court rejected this claim, finding the appellate court had properly evaluated all evidence and correctly determined the termination was not an abuse of right.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669 para. 2 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Articles 174 and 180 of the Civil Code; Articles 335, 338, 339 and 346 of the Code of Civil Procedure: Termination of an indefinite-term labor contract is a unilateral right not dependent on the validity of the cause, but its exercise is limited by good faith and social purpose; exceeding these limits renders the termination void as an abuse of right, which requires dismissal motivated by personal hatred or revenge rather than legitimate reasons.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1684 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Καταγγελία συμβάσεως εργασίας. Αναιτιώδης.Πότε καταχρηστική για λόγους εκδικήσεως.Λόγοι αναιρέσεως από τους αρ 19 και 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Αριθμός 1684/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ.Ψ. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μπιτσάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσειόντων: 1)Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "AUTOHELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (HERTZ), η οποία εδρεύει στην Κηφισσιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. 2)Θ.Β. και για τον ίδιο ατομικά και ως νόμιμο εκπρόσωπο της ως άνω εταιρίας. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Συγγενιώτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 27905/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 1766/2007 και 1379/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-7-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 1-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης, που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 1264/1982 "Είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση", στην οποία συμπεριλαμβάνεται η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, καθώς και κάθε νόμιμη δραστηριότητα που γίνεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Για να είναι δε άκυρη κατά το ως άνω άρθρο η καταγγελία δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απόλυσης, αλλά αρκεί ότι συντέλεσε απλώς στην απόφαση για την απόλυση, με την έννοια ότι χωρίς αυτή ο εργοδότης δεν θα προέβαινε στην καταγγελία. Η για τον λόγο αυτό, όπως και η αποκλειστικά από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το πρόσωπο του μισθωτού, καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, είναι άκυρη κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, διότι υπερβαίνει προφανώς το όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη, καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του συναφούς δικαιώματος του εργοδότη.
Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει για αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε για αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 του ΑΚ.
Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη υπόθεση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, εδρεύει στην Αθήνα, και έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την εκμίσθωση αυτοκινήτων και μηχανημάτων παντός τύπου, τη συντήρηση, λειτουργία και εκμετάλλευση στόλων αυτοκινήτων, ιδιοκτησίας της εταιρίας ή τρίτων.
Στα πλαίσια της δραστηριότητας αυτής διατηρεί υποκαταστήματα σε πολλές πόλεις της Ελλάδος. Κατά το έτος 2002 διατηρούσε στη Θεσσαλονίκη τρία υποκαταστήματα, το ένα στο κέντρο της πόλης (Λεωφόρου Νίκης και Βενιζέλου), το άλλο στον Εύοσμο και το τρίτο προς το αεροδρόμιο, στην οδό Γεωργικής Σχολής 130. Στις 21-06-2006, στη Θεσσαλονίκη, συνήψε, εγγράφως, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, με την αναιρεσείουσα, σε εκτέλεση της οποίας την προσέλαβε έκτοτε ως υπάλληλο γραφείου για το υποκατάστημα της Λ.Νίκης-Βενιζέλου.
Με τον 3° όρο της άνω σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι η εργοδότρια ΑΕ εδικαιούτο να μεταθέτει την αναιρεσείουσα από μία θέση σε άλλη, είτε σε άλλα γραφεία της στην ίδια πόλη, ανάλογα με τις εκάστοτε λειτουργικές ανάγκες της, χωρίς αυτό να συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας. Η αναιρεσείουσα απασχολήθηκε με την εν λόγω ιδιότητά της, παρέχοντας εργασία σχετική με τις κρατήσεις και εκμισθώσεις αυτοκινήτων, την παράδοση, παραλαβή και τον καθαρισμό των αυτοκινήτων, έως 08-10-2004.
Εργαζόταν επί εξαήμερο κάθε εβδομάδα, με εναλλασσόμενο κάθε εβδομάδα ημερήσιο ωράριο, από 08.00' έως 15.00' ώρας ή από 14.00' έως 21.00' ώρας, αντίστοιχα. Με το ίδιο ημερήσιο ωράριο εργάζονταν και οι υπόλοιποι στο άνω υποκατάστημα υπάλληλοι Ε.Χ., Κ..Ι και Π.Γ., όπως και η Δ.Τ., στο υποκατάστημα Εύοσμου. Κατά το φθινόπωρο του 2004, η αναιρεσείουσα ζήτησε και έλαβε από την αναιρεσίβλητη κανονική άδεια αναψυχής ένδεκα ημερών, από 20-09-2004 (Δευτέρα) έως 04-10-2004 (Παρασκευή).
Όταν επέστρεψε από την άδεια της, διαπίστωσε ότι κατά το Πρόγραμμα εργασίας των υπαλλήλων του άνω υποκαταστήματος, που είχε εκδοθεί για τον μήνα Οκτώβριο, μετά από συνεννόηση και με τους εργαζομένους, ώστε να μην υπάρχουν παράπονα και ευνοείται κάποιος σε βάρος άλλου, έπρεπε να εργασθεί το Σάββατο της 09-10-2004, από 14.00' έως 21.00' ώρας.
Όμως, η αναιρεσείουσα την ημέρα αυτή ήθελε να βρίσκεται στην Αθήνα, για να συμμετάσχει σε πανελλαδικό συλλαλητήριο του Κ.Κ.Ε. Γι' αυτό ζήτησε από τον Π.Γ., υπεύθυνο του γραφείου που εργαζόταν, άδεια χωρίς αποδοχές για την ημέρα εκείνη. Ο Γ. δεν έφερε αντίρρηση εφόσον αυτή έβρισκε άλλη υπάλληλο να την αντικαταστήσει το Σάββατο.
Η αναιρεσείουσα απευθύνθηκε στις συναδέλφους της Ε.Χ., Κ.Ι., που εργάζονταν στο υποκατάστημα της Λ.Νίκης-Βενιζέλου, αλλά καμία απ' αυτές δεν θέλησε να εργασθεί Σάββατο στη θέση της. Η αναιρεσείουσα επέμεινε να τις πιέζει να δεχθούν, αλλά αυτές ήταν ανένδοτες, γιατί είχαν ανειλημμένες υποχρεώσεις. Κατόπιν, η αναιρεσείουσα απευθύνθηκε στη Δ.Τ., που εργαζόταν στο υποκατάστημα Εύοσμου και πρόσφερε εκεί την ίδια εργασία που πρόσφερε η αναιρεσείουσα στη Λ.Νίκης.
Η Τ., που το Σάββατο της 09-10-2004 ήταν προγραμματισμένο να εργασθεί στο υποκατάστημα Εύοσμου από 08.00' έως 15.00' ώρας, προσφέρθηκε να αντικαταστήσει την αναιρεσείουσα στην απογευματινή της βάρδια (14.00'-21.00'), αλλά ο υπεύθυνος του γραφείου της Λ.Νίκης (Γ.) δεν δέχθηκε την αλλαγή αυτή, διότι η Τ. θα έπρεπε να εργαστεί εκείνη την ημέρα (Σάββατο) από τις 8 το πρωί έως τις 9 το βράδυ, με μία ώρα το μεσημέρι (2μμ-3μμ) μη καλυπτόμενη, αφού η Τ.
τελείωνε την εργασία της στον Εύοσμο στις 3 το μεσημέρι, ενώ θα έπρεπε να καλύψει την αναιρεσείουσα στο γραφείο της Λ. Νίκης από τις 2 το μεσημέρι. Η τελευταία απευθύνθηκε κατόπιν στον Μ.Κ., Υπεύθυνο Διευθυντή όλων των υποκαταστημάτων της Θεσσαλονίκης, ζητώντας την ίδια εξυπηρέτηση, αλλά και αυτός αρνήθηκε να της χορηγήσει άδεια απουσίας για το Σάββατο της 09-10-2004, κρίνοντας ότι η Τ.
δεν μπορούσε, εργαζόμενη από το πρωί (ώρα 8.00) έως το βράδυ (21.00') της ημέρας εκείνης, να αντικαταστήσει την αναιρεσείουσα στη βάρδια της, διότι θα επηρεαζόταν άμεσα και αρνητικά ο ρυθμός της εκτελούμενης εργασίας στο υποκατάστημα της Λ. Νίκης. Το επίδικο διάστημα, συνεχίζει το Εφετείο, η αναιρεσείουσα ασχολείτο με τον συνδικαλισμό.
Ήταν μέλος στο επαγγελματικό "Σωματείο Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ν. Θεσσαλονίκης", όπως άλλωστε και η συνάδελφος της Κ.Ι., που ψήφισε κατά τις εκλογές της 29-09-2003 για την ανάδειξη ΔΣ στο άνω σωματείο. Υπέβαλε, μάλιστα, και υποψηφιότητα για μέλος του ΔΣ του σωματείου αυτού, στις αρχαιρεσίες της 2-10-2001 και της 29-10-2003 και εξελέγη αναπληρωματικό μέλος.
Ως συνδικαλίστρια ενημέρωνε τους συναδέλφους της για όλα τα εργασιακά θέματα που τους αφορούσαν. Έπαιρνε μέρος σε απεργίες, συλλαλητήρια και κινητοποιήσεις, που γίνονταν με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων και δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Όμως εντός του εργα-σιακού της χώρου ουδέποτε, ένεκα της συνδικαλιστικής της αυτής δράσης, δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα, γι αυτό και οι υπεύθυνοι του υποκαταστήματος στο οποίο εργαζόταν δεν της δημιούργησαν ποτέ προσκόμματα στην ενάσκηση της συνδικαλιστικής της δράσης. Άλλωστε, ήταν τόσο αρμονική η εργασιακή σχέση της αναιρεσείουσας και των συναδέλφων της, μετά των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης, που δεν χρειάστηκε ποτέ η αναιρεσείουσα να διαμαρτυρηθεί στην τελευταία, προφορικά ή γραπτά για οποιοδήποτε εργασιακό θέμα.
Μικροπρόβλημα δημιουργήθηκε μόνο κατά το Μάρτιο του 2003, όταν η αναιρεσίβλητη μετακίνησε την αναιρεσείουσα, όπως είχε δικαίωμα από τον 3° όρο της σύμβασης εργασίας, για ένα μήνα στο υποκατάστημα της Γ. Σχολής, για να προσφέρει εκεί τις υπηρεσίες της, χωρίς όμως η αναιρεσείουσα να προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Την εκεί μετακίνησή της επέβαλαν οι λειτουργικές ανάγκες του υποκαταστήματος αυτού και κανένας άλλος λόγος. Γι' αυτό και μετά την επάνοδό της στο υποκατάστημα της Λ.Νίκης, η εργασιακή σχέση εξελίχθηκε ομαλά. Μετά την άρνηση του ενταύθα εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης να χορηγήσει, κατά τα προαναφερθέντα, στην αναιρεσείουσα άδεια χωρίς αποδοχές για το Σάββατο της 9ης Οκτωβρίου 2004, η τελευταία άλλαξε συμπεριφορά εντός του εργασιακού της χώρου απέναντι στις συναδέλφους της Ε.Χ., Κ.Ι., αλλά και Π.Γ., που είχαν αρνηθεί να την αντικαταστήσουν.
Έγινε για πρώτη φορά απέναντί τους εριστική και απότομη, δημιουργώντας εντάσεις και προστριβές, από τις οποίες, κατά τη χαρακτηριστική κατάθεση της κ. Ι. "δεν αντέχαμε άλλο". Για να μην προκληθεί περαιτέρω διατάραξη της εργασιακής ειρήνης και κλονισμός του κλίματος εμπιστοσύνης που μέχρι τότε υπήρχε, η αναιρεσίβλητη αποφάσισε να καταγγείλει, στις 08.10.2004, τη σύμβαση εργασίας της αναιρεσείουσας.
Από τα παραπάνω προκύψαντα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας στις 08-10-2007, όχι από εμπάθεια και μίσος κατ' αυτής συνεπεία της συνδικαλιστικής της δράσης, αλλά λόγω των εντάσεων και προστριβών που αυτή προκάλεσε, κατά τα ανωτέρω, σε βάρος των άνω συναδέλφων της, που αρνήθηκαν να την αντικαταστήσουν στην εργασία της κατά το Σάββατο της 09-10-2004 και προς αποκατάσταση του διαταραχθέντος, εξαιτίας της, κλίματος εργασιακής ειρήνης στον χώρο εργασίας και κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των εργαζομένων στον ίδιο χώρο.
Συνεπώς, κατέληξε το Εφετείο, η καταγγελία της εν λόγω σύμβασης εργασίας δεν είναι καταχρηστική, δηλαδή δεν έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, και αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφές, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καθόσον, με βάση τις παραδοχές του, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας δεν έπασχε οποιαδήποτε ακυρότητα, διότι δεν έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, δηλαδή για λόγους εκδίκηση ή εξ αιτίας εχθρότητας προς την αναιρεσείουσα λόγω της συνδικαλιστικής της δράσης.
Οι αιτιολογίες δε που έχει διαλάβει στην απόφασή του αναφορικά με το ότι η απόλυση της αναιρεσείουσας δεν έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ. Σημειωτέον ότι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών αφενός ότι η σχέση εργασίας της αναιρεσείουσας ήταν αρμονική με τους συναδέλφους της και τον εκπρόσωπο της εργοδότριας εταιρείας και μετά την επάνοδό της στο υποκατάστημα της Λεωφόρου Νίκης η εργασιακή σχέση εξελίχθηκε ομαλά και αφετέρου ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας λόγω εντάσεων και προστριβών που αυτή προκάλεσε σε βάρος των συναδέλφων της που αρνήθηκαν να την αντικαταστήσουν και ότι προς αποκατάσταση του διαταραχθέντος εξ αιτίας της κλίματος εργασιακής ειρήνης, καθόσον η πρώτη παραδοχή αναφέρεται στην κατά το μήνα Μάρτιο του 2003 μετακίνησή της για ένα μήνα στο υποκατάστημα της Γεωργικής Σχολής και στην επάνοδό της, μετά την πάροδο του μηνός, στο υποκατάστημα της Λεωφόρου Νίκης, ενώ η δεύτερη παραδοχή αναφέρεται στην εργασιακή κατάσταση που δημιουργήθηκε τις τελευταίες πριν από την απόλυσή της ημέρες (στην απόφαση μάλιστα αναφέρεται επί λέξει και ότι "(η αναιρεσείουσα) έγινε για πρώτη φορά απέναντι των (συναδέλφων της) εριστική και απότομη, δημιουργώντας ένταση και προστριβές από τις οποίες, κατά την χαρακτηριστική κατάθεση της κ.Ι. "δεν αντέχαμε άλλο").
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωρίς την αξιολόγηση του καθενός από αυτά ούτε να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της απόφασης ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του κρίσιμα έγγραφα που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αναφορικά με την καταχρηστικότητα της καταγγελίας της συμβάσεώς της και δη α) την από 16.12.2004 επιστολή - απάντηση της Γεν.
Διευθύντριας της αναιρεσίβλητης εταιρείας προς την Επιθεώρηση Εργασίας, β) τα προγράμματα ωρών εργασίας του μηνός Οκτωβρίου 2004 (αρχικό και τροποποιημένο) και γ) το 332/ 12.10.2004 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης Κεντρικού Τομέα Θεσσαλονίκης, από τα οποία έγγραφα προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας οφείλεται στη συνδικαλιστική της δράση και όχι σε διαταραχή των εργασιακών σχέσεων εξ αιτίας εχθρικής συμπεριφοράς προς τους συναδέλφους της.
Από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα πιο πάνω έγγραφα και συνεκτίμησε αυτά με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2009 αίτηση της Μ.Ψ. για αναίρεση της 1379/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ