1684/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/12/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 301/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8138/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/6/2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 4/5/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1684/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα εξής: Η αναιρεσίβλητη ιδρύθηκε τον Ιούλιο του έτους 2002 και έχει ως αντικείμενο, κυρίως τη διενέργεια ερευνών σε διάφορα θέματα, εμπορικά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά. Για την υλοποίηση των σκοπών της απασχολεί μόνιμο προσωπικό, δηλ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1684 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1684/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1........., 2........, 3..........., 4.........., 5.........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "TAYLOR NELSON SOFRES ICAP ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΑΓΟΡΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Σμυρνιού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/12/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 301/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8138/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/6/2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 4/5/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ. 6 του ν. 765/43, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ.Ν.ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (Ολ.
ΑΠ 28/2005). Περαιτέρω, η ασφάλιση του εργαζομένου στο ΙΚΑ δεν αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο για το χαρακτηρισμό μιας συμβάσεως ως τέτοιας εξαρτημένης εργασίας, πολύ δε περισσότερο αν η ασφάλιση αυτή έγινε κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 22 του ν. 1902/1990 κατά την παράγραφο 1 της οποίας, στην ασφάλιση του ΙΚΑ, του ΟΑΕΔ, του ΟΕΚ και του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια οι ραπτεργάτες και γενικά τα πρόσωπα που απασχολούνται αυτοπροσώπως και κατά κύρια απασχόληση στις διαδικασίες παραγωγής και συσκευασίας προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, αμείβονται με το κομμάτι (φασόν) και εργάζονται στο σπίτι τους ή σε εργαστήρια που βρίσκονται εκτός του χώρου λειτουργίας των επιχειρήσεων του εργοδότη, έστω και αν χρησιμοποιούν δικά τους εργαλεία Και τούτο, διότι η εν λόγω διάταξη αναφέρεται σε μια κατηγορία προσώπων τα οποία μέχρι τότε δεν ασφαλίζονταν στο ΙΚΑ με βάση τις κοινές διατάξεις, οι οποίες προϋποθέτουν την ύπαρξη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά στο ΤΕΒΕ (παρ.2) όπου ασφαλίζονται οι ελεύθεροι επαγγελματίες.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, προκύπτει ότι, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της συμβάσεως μισθώσεως έργου είναι ότι με αυτήν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και όχι σ' αυτή καθ' εαυτή την εργασία, που θα απαιτηθεί για την εκτέλεση του έργου η ολοκλήρωση και παράδοση του οποίου επιφέρει τη λύση της συμβάσεως.
Αντικείμενο δε της συμβάσεως αυτής μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια. Σε κάθε, όμως, περίπτωση τη μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξαρτήσεως από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτελέσεώς του μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις εντολές και οδηγίες του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα εξής: Η αναιρεσίβλητη ιδρύθηκε τον Ιούλιο του έτους 2002 και έχει ως αντικείμενο, κυρίως τη διενέργεια ερευνών σε διάφορα θέματα, εμπορικά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά. Για την υλοποίηση των σκοπών της απασχολεί μόνιμο προσωπικό, δηλ.
υπαλλήλους που απασχολούνται με ωράριο και έχουν ως αντικείμενο εργασίας τη διεκπεραίωση διοικητικών υποθέσεων της αναιρεσίβλητης, την προσέλκυση πελατών, την κατάρτιση συμβάσεων με αυτούς, την επεξεργασία δεδομένων αγοράς και έρευνας, την στατιστική ανάλυση και τέλος τη σύνταξη και παρουσίαση των αποτελεσμάτων της έρευνας σε κάθε πελάτη.
Πέραν του μόνιμου αυτού προσωπικού της η αναιρεσίβλητη απασχολεί και έναν αριθμό " συνεργατών". Αυτοί συμπληρώνουν ερωτηματολόγια που έχει ετοιμάσει η αναιρεσίβλητη από κοινού με τον εκάστοτε πελάτη ανάλογα με τη σχετική έρευνα-δημοσκόπηση της προτιμήσεώς του, λαμβάνοντας συνεντεύξεις από το υπό έρευνα κοινό είτε με προσωπική επαφή είτε με τηλεφωνικές συνεντεύξεις.
Στη συνέχεια παραδίδουν τα συμπληρωμένα ερωτηματολόγια στους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, οι οποίοι τα επεξεργάζονται περαιτέρω. Οι ως άνω ερευνητές μπορεί να απασχοληθούν και σε άλλα στάδια της αγοράς, όπως ομαδοποίηση, κωδικοποίηση στοιχείων, εισαγωγή σε αρχείο δεδομένων κ. α. Κατά τον ως άνω αναφερόμενο τρόπο οι αναιρεσείοντες απασχολήθηκαν στην αναιρεσίβλητη τον Αύγουστο του έτους 2002 και κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα στην ICAM, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους με την πιο πάνω ιδιότητα του συνεργάτη και απασχοληθέντες κυρίως με τη συμπλήρωση ερωτηματολογίων και περιορισμένα με την ομαδοποίηση των απαντήσεων, κωδικοποίηση και εισαγωγή στοιχείων.
Κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα η πρώτη αναιρεσείουσα απασχολήθηκε στην εταιρία ICAM ( μέτοχο της αναιρεσίβλητης) από τον Ιούνιο του 1991 έως τον Ιούνιο του 2002, η δεύτερη από το Μάϊο του 1999 έως τον Ιούλιο του 2002, η τρίτη από τον Οκτώβριο του1999 έως τον Ιούλιο του 2002 , η τέταρτη από το Μάϊο του1999 έως τον Ιούνιο του 2002 και ο πέμπτος από τo Μάϊο του 1999 έως τον Ιούλιο του 2002.
Σε όλη τη διάρκεια της απασχολήσεώς τους οι αναιρεσείοντες δεν ήταν υποχρεωμένοι να τηρούν ορισμένο ωράριο ημερήσιας ή εβδομαδιαίας απασχολήσεως, εκτός από το πλαίσιο ορισμένης, ρητά τασσομένης, προθεσμίας, που ήταν ανάλογη με το χρόνο παραδόσεως της έρευνας από την αναιρεσίβλητη στον πελάτη. Η τελευταία και προηγουμένως η ICAM τους ανέθετε κάθε φορά και σε ακαθόριστα εκ των προτέρων χρονικά διαστήματα την εκτέλεση συγκεκριμένου έργου-έρευνας με αμοιβή που καθοριζόταν ανάλογα με το έργο και καταβαλλόταν με το "κομμάτι", δηλαδή, ελάμβαναν αμοιβή για κάθε ερωτηματολόγιο μετά την ολοκλήρωση της έρευνας.
Aρχικά αμείβονταν με αποδείξεις επαγγελματικών δαπανών. Από το Σεπτέμβριο, όμως, του 2002 για την πρώτη αναιρεσείουσα και από το Φεβρουάριο και Μάρτιο για τους λοιπούς, κατόπιν αιτήματός τους, εντάχθηκε η πληρωμή τους στη μισθοδοσία του προσωπικού της ICAM, προκειμένου να ασφαλιστούν στο Ι.Κ.Α., κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 22 του ν. 1902/1990.
Ως προς τον τρόπο διεκπεραιώσεως της έρευνας οι αναιρεσείοντες ανέπτυσσαν δική τους πρωτοβουλία καθόσον ανεύρισκαν από τον τηλεφωνικό κατάλογο τα άτομα ,σε περίπτωση διεξαγωγής της έρευνας σε τυχαίο δείγμα εκτός εάν επρόκειτο για συγκεκριμένα άτομα τα στοιχεία των οποίων έδινε η αναιρεσίβλητη. Επίσης, δεν υπόκειντο σε έλεγχο ως προς τον τρόπο που ελάμβαναν τις συνεντεύξεις και συμπλήρωναν τα ερωτηματολόγια.
Το γεγονός δε ότι όφειλαν να ακολουθούν τη γενική μεθοδολογία διεξαγωγής της έρευνας αγοράς, που τους είχαν υποδείξει τα αρμόδια όργανα της αναιρεσίβλητης κατά τη διάρκεια σεμιναρίων δεν αναιρεί το στοιχείο της ανεξαρτησίας τους ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της έρευνας. Οσάκις επρόκειτο να διεκπεραιώσουν τηλεφωνικές συνεντεύξεις ή να ασχοληθούν με την ομαδοποίηση-κωδικοποίηση ή την εισαγωγή των στοιχείων ή των έλεγχο της εγκυρότητας των συνεντεύξεων, οι ως άνω εργασίες διεκπεραιώνονταν στους χώρους της αναιρεσίβλητης και τούτο για λόγους προστασίας και διασφαλίσεως των ερωτηματολογίων.
Με βάση αυτά τα περιστατικά το Εφετείο έκρινε ότι η συνδέουσα τους διαδίκους έννομη σχέση είναι αυτή της μισθώσεως έργου και όχι της εξαρτημένης εργασίας, επί της οποίας θεμελίωναν οι αναιρεσείοντες τις αγωγικές τους αξιώσεις, απορρίπτοντας ακολούθως την έφεσή τους. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, στην απόφαση του οποίου περιέχονται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από τις αποδείξεις χαρακτηριστικά στοιχεία της επίμαχης συμβάσεως, βάσει των οποίων ορθά προσέδωσε σ' αυτήν το χαρακτήρα της συμβάσεως μισθώσεως έργου, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Έτσι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ο δεύτερος λόγος από το άρθρο 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν αξιολόγησε ορθά τα περιστατικά της ασφαλίσεως των αναιρεσειόντων στο Ι.Κ.Α, της αναγραφής τους στις μισθοδοτικές καταστάσεις και της καταβολής επιδομάτων εορτών και αδείας από την ICAM AE, στην οποία ανήκε πριν από το 2002 η επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, όμως, όπως προαναφέρθηκε, είναι διατυπωμένο με σαφήνεια.
Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού μέσου κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Σε περίπτωση δε που πρόκειται για δικαστική ομολογία, ναι μεν αυτή περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, πλην όμως, για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως, πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται και να αποδεικνύει, προσκομίζοντας τις προτάσεις του, ότι την επικαλέστηκε. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, που υπάγεται στον αριθμό 11 και όχι 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη της την περιεχόμενη στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης δικαστική ομολογία περιστατικών από τα οποία αποδεικνύεται η νομική και προσωπική εξάρτηση των αναιρεσειόντων απ' αυτήν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου από τους αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ,προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τα εξής αποδεικτικά μέσα: α) τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που είχαν καταρτίσει οι αναιρεσείοντες με την προηγούμενη ιδιοκτήτρια της επιχειρήσεως ICAM AE, από τις οποίες προκύπτουν περιστατικά εξαρτήσεως αυτών από εκείνη , που προσέδιδαν στη συνδέουσα αυτούς έννομη σχέση χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας β) τις από 10-2-2003 και 31-1-2003 βεβαιώσεις αποδοχών της αναιρεσίβλητης από την αναφορά στις οποίες " Στοιχεία μισθωτών ή συνταξιούχων .....υπηρεσίες (μόνο για μισθωτούς) ",προκύπτει ο χαρακτήρας της επίμαχης συμβάσεως και γ) τις μισθοδοτικές καταστάσεις, στις οποίες γίνεται αναφορά σε καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την προσβαλλομένη απόφαση, στην οποία περιέχεται η διαβεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη " όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι",σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-6-2005 αίτηση των ......... κ.λ.π, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8138/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ