Legislator Case Law & Legislation
1683/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of company's claim regarding director service contract validity.

Case Number 1683/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal filed by Panagrotiki A.E.B.E. against the Monomelous Court of Appeal's decision dismissing the company's lawsuit. The lower court incorrectly applied corporate law provisions regarding director service contracts, failing to recognize that a subsequent contract required shareholder approval due to the director's status. Consequently, the Supreme Court found the lower court's reasoning legally flawed and remanded the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 23a of Law 2190/1920; Articles 10 of Law 4237/1962 and 24 of Law 3604/2007: A service contract concluded with a board member without prior valid shareholder resolution is void if the member acquired that status after the initial agreement, rendering the lower court's dismissal of the appeal based on a misinterpretation of these provisions legally flawed.

Keywords

AI generated
corporate law service contract board member shareholder resolution void contract appeal admissibility legal error

Cited Legislation

AI generated
Article 23a of Law 2190/1920
Article 10 of Law 4237/1962
Article 24 of Law 3604/2007
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1683 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1683/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΑΝΑΓΡΟΤΙΚΗ Α.Ε.Β.Ε" που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Δημήτριο Γουβέτα και Βασιλική Οικονομοπούλου.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Ι. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καραΐσκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04-11-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 244/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 117/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 17-02-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 17.2.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 117/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, το οποίο έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 31.12.2020 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, με αριθμό 244/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, απέρριψε την από 4.11.2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Α. Το άρθρο 23α του Ν. 2190/1920, το οποίο προστέθηκε στο Ν. 2190/1920 με το άρθρο 4 του Ν. 5076/1931, αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του ν.δ. 4237/1962 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του π.δ. 409/1986, ακολούθως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 3604/2007 [και πριν την κατάργησή του, από 1-1-2019, με τα άρθρα 189 παρ. α' και 190 Ν.4548/2018 "Αναμόρφωση του δικαίου των ανωνύμων εταιρειών], και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης της επίδικης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων (27-6-2013), ορίζεται, ότι: "1.

Δάνεια της Εταιρείας προς ιδρυτάς, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, Γενικούς Διευθυντάς ή Διευθυντάς αυτής, συγγενείς αυτών μέχρι και του τρίτου βαθμού, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συμπεριλαμβανομένου ή συζύγου των ανωτέρω ως και παροχή πιστώσεων προς αυτούς καθ` οιονδήποτε τρόπον, η παροχή εγγυήσεως υπέρ αυτών προς τρίτους, απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα.

Επίσης δάνεια της Εταιρείας σε τρίτους, καθώς και η παροχή πιστώσεων σε αυτούς με οποιονδήποτε τρόπο ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών με σκοπό την απόκτηση από αυτούς μετοχών της εταιρείας απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα. 2. Οιαιδήποτε άλλαι συμβάσεις της Εταιρείας μετά των άνω προσώπων είναι άκυροι άνευ προηγουμένης ειδικής εγκρίσεως αυτών υπό της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων.

Η έγκρισις δεν παρέχεται, αν εις την απόφασιν αντετάχθησαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το 1/3 του εν τη συνελεύσει εκπροσωπουμένου μετοχικού κεφαλαίου. Η απαγόρευσις αύτη δεν ισχύει προκειμένου περί συμβάσεων μη εξερχομένων των ορίων της τρεχούσης συναλλαγής της εταιρείας μετά των πελατών της. 3.

Η απαγόρευσις της παραγράφου 1 ισχύει και προκειμένου για δάνεια ή πιστώσεις που χορηγούνται από θυγατρικές εταιρείες κατά την έννοια του άρθρου 42 παρ. 5, καθώς επίσης και από ομόρρυθμες εταιρείες, στις οποίες ομόρρυθμο μέλος είναι η ανώνυμη εταιρεία. 4. Η παράβασις των διατάξεων του παρόντος επάγεται, τας ποινάς του άρθρου 58α.

Στο άρθρο 24 του Ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 4237/1962, ορίζεται "1. Πάσα επί των κερδών χορηγουμένη εις μέλη του διοικητικού συμβουλίου αμοιβή, δέον να λαμβάνηται εκ του απομείναντος υπολοίπου των καθαρών κερδών μετά την αφαίρεσιν των κρατήσεων δια τακτικόν αποθεματικόν και του απαιτουμένου ποσού προς διανομήν του πρώτου μερίσματος υπέρ των κατόχων, ίσου τουλάχιστον προς 6% επί του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου. 2.

Πάσα ετέρα μη καθοριζομένη κατά ποσόν υπό του καταστατικού, χορηγουμένη δε εξ οιουδήποτε λόγου εις σύμβουλον αμοιβή ή αποζημίωσις θεωρείται βαρύνουσα την εταιρείαν, μόνον εάν εγκριθή δι` ειδικής αποφάσεως της τακτικής γενικής συνελεύσεως. Αύτη δύναται να μειωθή υπό του Δικαστηρίου, εάν κατ` αγαθήν κρίσιν είναι υπέρογκος και αντετάχθησαν μέτοχοι εκπροσωπούντες το 1/10 του εταιρικού κεφαλαίου. 3.

Η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου δεν εφαρμόζεται προκειμένου περί αμοιβών οφειλομένων εις μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δι` υπηρεσίας αυτών παρεχομένας εις την εταιρείαν επί τη βάσει ειδικής σχέσεως μισθώσεως (και) εργασίας ή εντολής". Οι διατάξεις αυτές θεσπίσθηκαν για την πρόληψη ενδεχομένων καταχρήσεων εκ μέρους των προσώπων αυτών, τα οποία, λόγω της ιδιότητας και της θέσης των, είναι δυνατόν να συντελέσουν αποφασιστικά στη σύναψη επιζήμιων για την εταιρεία συμβάσεων προς ίδιο όφελος (ΑΠ 84/2025, ΑΠ 927/2024, ΑΠ 810/2024, ΑΠ 131/2022, ΑΠ 1650/2022, ΑΠ 1245/2018, ΑΠ 1036/2017, ΑΠ 791/2015, ΑΠ 1512/2011, ΑΠ 1791/2006).

Από τη διατύπωση των ως άνω διατάξεων σε συνδυασμό με τον κατά τα άνω επιδιωκόμενο από αυτές σκοπό, συνάγεται ότι τον κανόνα αποτελεί η ακυρότητα των οιωνδήποτε συμβάσεων, επομένως και της σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, που συνάπτουν με την ανώνυμη εταιρεία τα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές πρόσωπα, στα οποία περιλαμβάνονται τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, και ότι κατ' εξαίρεση οι συμβάσεις αυτές είναι έγκυρες στις περιπτώσεις της χορήγησης ειδικής προς τούτο άδειας από τη γενική συνέλευση και υπό τον όρο ότι δεν θα αντιταχθούν μέτοχοι που συγκεντρώνουν ορισμένο ποσοστό του εκπροσωπουμένου στη γενική συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου ή στις περιπτώσεις της ένταξης των συμβάσεων αυτών εντός των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας (ΑΠ 810/2024, ΑΠ 1245/2018, ΑΠ 1036/2017, ΑΠ 791/2015).

Ως "τρέχουσα συναλλαγή" της εταιρείας με τρίτους, όρος που χρησιμοποιείται στο νόμο όχι κυριολεκτικά, αλλά προς δήλωση του συνήθως συμβαίνοντος, θεωρείται εκείνη που βάσει του αντικειμένου της εμπίπτει στις συμβάσεις που καταρτίζονται στο πλαίσιο της καθημερινής δράσης της εταιρίας, ήτοι αυτή που οι όροι της είναι οι συνήθεις όροι των συμβάσεων που η εταιρεία συνάπτει με τους λοιπούς συναλλασσομένους με αυτή.

Επομένως σύμβαση, το αντικείμενο της οποίας διαφέρει από εκείνο των συμβάσεων που καταρτίζονται στο πλαίσιο της καθημερινής δράσης της εταιρίας ή που κατά το περιεχόμενό του υπερβαίνει το συγκεκριμένο για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο, όπως αυτό προσδιορίζεται από τη δραστηριότητα της εταιρείας, την οικονομική της ευρωστία, τις ανάγκες της εταιρείας που ικανοποιούνται με τις συμβάσεις αυτές και τις συνήθειες που κρατούν στις συναλλαγές για συμβάσεις του αυτού είδους, εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής και επομένως είναι άκυρη, εάν δεν παρασχεθεί η από τις διατάξεις αυτές προβλεπόμενη ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης ( ΑΠ 810/2024, ΑΠ 232/2024, ΑΠ 1245/2018, ΑΠ 791/2015).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 23α παρ. 2 και 24 παρ. 3 του ως άνω ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιριών, όπως αυτά ίσχυαν πριν το άρθρο 23 αντικατασταθεί με το άρθρο 33 του ν. 3604/2007 και πριν το άρθρο 24 καταργηθεί με το άρθρο 189 του ν. 4548/2018, 68 και 713 επ. του ΑΚ, συνάγεται ότι το μέλος του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας συνδέεται με το νομικό πρόσωπο της εταιρίας με σχέση εντολής.

Αν για τις υπηρεσίες που προσφέρει λαμβάνει αμοιβή, η σχέση του χαρακτηρίζεται ως μίσθωση ανεξάρτητων υπηρεσιών, αφού λόγω της ως άνω ιδιότητάς του ασκεί εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, είναι όργανο της εταιρίας και υποβάλλεται στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο.

Δεν αποκλείεται, όμως, το μέλος του διοικητικού συμβουλίου, παράλληλα προς τα καθήκοντα που έχει από το νόμο ή το καταστατικό της εταιρίας, να παρέχει σ` αυτήν και υπηρεσίες με αμοιβή, τακτικώς καταβαλλόμενη, σε εκτέλεση ιδιαίτερης σύμβασης, για το κύρος της οποίας απαιτείται έγκριση της γενικής συνέλευσης των μετόχων (ΑΠ 810/2024, ΑΠ 131/2022, ΑΠ 1989/2017).

Η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 24 δεν εισάγει εξαίρεση στον κανόνα του άρθρου 23α του Ν. 2190/1920, αλλά αφορά συνήθως τους υπαλλήλους της εταιρείας, που είχαν προσληφθεί πριν από την εκλογή τους ως συμβούλους, ώστε να αξιοποιηθούν ικανά και με πείρα στελέχη της εταιρείας με τη συμμετοχή τους στο Διοικητικό Συμβούλιο ( ΑΠ 232/2024, ΑΠ 628/2023, ΑΠ 791/2015, ΑΠ 151/2005).

Β. Κατά το άρθρο 904 παρ.1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Επίσης, κατά το άρθρο 908 εδ.

α' ΑΚ, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ` αυτό. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης, είναι η ύπαρξη του πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου (ΑΠ 927/2024, ΑΠ 1879/2022, ΑΠ 702/2020).

Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια με αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 927/2024, ΑΠ 39/2022, ΑΠ 1351/2011, ΑΠ 1627/2010).

Συνεπώς αξίωση κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής, που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης, μπορεί να ασκηθεί μόνο αν η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη, ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιονδήποτε λόγο (ΑΠ 1879/2022, ΑΠ 702/2020, ΑΠ 2072/2017).

Πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη, η οποία μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του, είτε, αντιστρόφως, ως αποφυγή αύξησης του παθητικού της ή μείωσης του ενεργητικού της (ΟλΑΠ 6/1994, ΑΠ 1879/2022). Εφόσον η περιουσιακή μετακίνηση είχε το αποτέλεσμα τούτο, γεγονός το οποίο διαπιστώνεται με τη σύγκριση της περιουσίας του λήπτη πριν και μετά τη μετακίνηση, γεννάται υποχρέωση του τελευταίου να αποδώσει την ωφέλεια σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου προήλθε, εφόσον η διατήρησή της δεν δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αιτία.

Αντίθετα, η ζημία εκείνου, από την περιουσία του οποίου προήλθε η ωφέλεια του λήπτη, δεν ερευνάται, καθόσον στόχος της αγωγής από το άρθρο 904 ΑΚ δεν είναι η αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος αλλά η απόδοση του πλουτισμού του εναγομένου, ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ, πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής.

Από το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ο νόμος αρκείται μόνο στο στοιχείο της αδικαιολόγητης περιουσιακής μετακίνησης για τη θεμελίωση της ευθύνης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση της σχετικής αξίωσης τη ζημία του δότη αλλά ούτε και την υπαιτιότητα του λήπτη, διαφαίνεται καθαρά, ότι ο θεσμός αυτός αποβλέπει στην αποκατάσταση της χωρίς νόμιμη αιτία περιουσιακής μετακίνησης (ΑΠ 1879/2022).

Η ωφέλεια του λήπτη είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση με τις ειδικές συνθήκες της και όχι αφηρημένα με βάση γενικά αντικειμενικά κριτήρια (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 1879/2022).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Στη προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτή έγιναν δεκτά τα εξής, κατά το ενδιαφέρον τον εδώ αναιρετικό έλεγχο μέρος: " Με τη με αριθμό ....1978 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Δ., συστήθηκε η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΑΝΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΒΕ" με έδρα το 1ο χλμ.

της ΝΕΟ Λαμίας-Αθηνών. Το καταστατικό της εν λόγω εταιρείας καταχωρήθηκε νόμιμα στο ΜΑΕ της Νομαρχίας Φθιώτιδας και στη συνέχεια καταχωρήθηκε νομότυπα στο ΓΕΜΗ. Ως σκοπός της εταιρείας ορίστηκε αρχικά η εμπορία γεωργικών φαρμάκων, μηχανημάτων και εξαρτημάτων, εργαλείων, ζωοτροφών, λιπασμάτων και σπόρων...

Κατόπιν διαδοχικών αυξήσεων του μετοχικού κεφαλαίου με αποφάσεις της Γ.Σ. της εταιρείας με την τελευταία εξ αυτών να λαμβάνει χώρα στις 30.6.2010, νομίμως δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ 11088/24.9.2010 (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) αυτό ανήλθε σε 412.283,23 ευρώ διαιρούμενο σε 140.711 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης 2,93 ευρώ.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος από το έτος 2003 έως και το έτος 2014 συνήπτε κάθε έτος με την ενάγουσα σύμβαση παροχής υπηρεσιών ετήσιας διάρκειας στην οποία οριζόταν και η αμοιβή του, καθοριζόμενη αρχικά μηνιαίως και μετέπειτα ετησίως, ενώ όπως προκύπτει από τη συγκριτική αντιπαραβολή των προσκομιζομένων εκ μέρους του εναγομένου συμβάσεων, κάθε έτος η αμοιβή του οριζόταν σε διαφορετικό ύψος.

Από την επισκόπηση της αρχικής σύμβασης που συνήψε με την ενάγουσα στις 1.11.2003 προκύπτει ότι ο εναγόμενος με την ανωτέρω σύμβαση αναλάμβανε επ' αμοιβή ως γεωπόνος -ελεύθερος επαγγελματίας να εκτελέσει τα εξής: 1) Προώθηση φυτοπροστατευτικών προϊόντων-λιπασμάτων-σπόρων εντός του καταστήματος, 2) επίσκεψη σε χωριά για προώθηση προϊόντων, 3) επίσκεψη σε συνεργάτες-καταστήματα για προώθηση προϊόντων, 4) επίσκεψη στα χωράφια για επιτόπια λύση προβλημάτων καλλιεργειών, 5) κάλυψη τμήματος απολυμάνσεων ως υπεύθυνος εφαρμογών, 6) δημόσιες σχέσεις με γεωπόνους εταιρειών και 7) υποστήριξη σελίδας της ενάγουσας στο διαδίκτυο, ενώ στις μεταγενέστερες από το έτος 2010 συμβάσεις οριζόταν ως επιπλέον καθήκον του η επίβλεψη σε εκτέλεση έργων πρασίνου σε ιδιωτικά και δημόσια έργα , ως και η στελέχωση των έργων αυτών.

Στη δε τελευταία σύμβαση που συνήψε με την ενάγουσα στις 27.6.2013 και για την οποία η ενάγουσα επικαλείται ακυρότητα, τα καθήκοντα του εναγομένου αυξήθηκαν σημαντικά, καθότι πέραν των ήδη αναφερομένων, του ανατέθηκαν η πώληση-τεχνική υποστήριξη φυτοπροστατευτικών προϊόντων-λιπασμάτων-σπόρων εντός και εκτός καταστήματος, η υποστήριξη χονδρικής πώλησης, η παροχή υπηρεσιών, σύνταξη μελετών σε προγράμματα γεωργικής φύσης και βιολογικής καλλιέργειας, η παροχή υπηρεσιών σε συστήματα ολοκληρωμένης διαχείρισης καλλιεργειών και πιστοποίηση γεωργικών προϊόντων και η κάλυψη τμήματος απεντομώσεων-μυοκτονιών.

Σε όλες δε, τις ανωτέρω συμβάσεις, γίνεται σαφής μνεία ότι ο εναγόμενος θα φέρει την ευθύνη της επιτυχίας του έργου και πως θα ευθύνεται σε αποζημίωση της ενάγουσας για οποιαδήποτε ζημία υποστεί η τελευταία από τις ενέργειές του. Αναφορικά δε, με την αμοιβή του εναγομένου, το έτος 2003 ορίστηκε στο ποσό των 1.590 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2005 στο ποσό των 2.220 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2006 ομοίως, στο ποσό των 2.220 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2007 στο ποσό των 2.500 ευρώ μηνιαίως, τα έτη 2008 και 2009 ορίστηκε κυμαινόμενο από 30.000 ευρώ έως 50.000 ευρώ ετησίως, το έτος 2010 από 25.000 έως 50.000 ευρώ ετησίως, το έτος 2011 στο ποσό των 30.000 ευρώ ετησίως, το έτος 2012 στο ποσό των 30.000 ευρώ ετησίως, και το έτος 2013 στο ποσό των 48.000 ευρώ.

Άλλωστε, για κάθε καταβολή αμοιβής από την ενάγουσα, αυτός εξέδιδε στο όνομά της αντίστοιχη απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Επιπλέον, από τις προσκομιζόμενες καταστάσεις συμφωνητικών προκύπτει ότι τέτοια συμφωνητικά, δηλαδή συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, συνήπτε η ενάγουσα μόνο με τον Πρόεδρο και ορισμένα εκ των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου και συγκεκριμένα με τον Γ.

Ι. Πρόεδρο του ΔΣ, τον Ε. Σ., τον Γ. Σ., την Π. Κ., τον Κ. Α., τον εναγόμενο και τη Δ. Σ. και όχι με τα υπόλοιπα μέλη του ΔΣ, πολύ δε περισσότερο με τους μισθωτούς της εταιρείας. Προσέτι για κάθε νέα ετήσια σύμβαση, όπως και για τον καθορισμό της αμοιβής, προηγούνταν αντίστοιχη απόφαση της ΓΣ της εταιρείας. Εκ των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η σχέση που συνέδεε τον εναγόμενο με την ενάγουσα ήτα αυτή της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας, όπως ο ίδιος αβασίμως ισχυρίζεται.

Τούτο διότι με αυτές καθίσταται σαφές ότι ο εναγόμενος καθόριζε ο ίδιος τους όρους, τον χρόνο και τον τρόπο της εργασίας του, μη υποκείμενος σε εντολές ή οδηγίες από το διοικητικό συμβούλιο και μη έχων υπηρεσιακή ή νομική εξάρτηση σε σχέση με την διοίκηση της ενάγουσας, την οποίας μέλος ήταν ο ίδιος από την 1.7.2004, σχετικά με τις συνθήκες παροχής των υπηρεσιών του.

Άλλωστε, ο ίδιος ήταν αρμόδιος για την παροχή υπηρεσιών σε συστήματα ολοκληρωμένης διαχείρισης καλλιεργειών και υπεύθυνος για τη στελέχωση της εταιρείας και την επίβλεψη σε εκτέλεση έργων πρασίνου, ιδιωτικά και δημόσια, τη σύνταξη μελετών σε προγράμματα γεωργικής φύσεως και βιολογικής καλλιέργειας, λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, ασκώντας εξουσία διοίκησης στον εν λόγω γεωπονικό τομέα, με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, αφού, κατά τα οριζόμενα στις συμβάσεις, ήταν υπόχρεος προς αποζημίωση της εταιρείας σε περίπτωση επέλευσης ζημίας ένεκα του τρόπου δράσης του.

Επίσης ο εναγόμενος, παρείχε τις υπηρεσίες του στα γραφεία της τελευταίας, αλλά και οπουδήποτε αλλού ήταν αναγκαίο, ενεργούσε αυτοβούλως και κατά την εκτίμησή του περί του συμφέροντος της εταιρείας, καθορίζοντας ο ίδιος εντελώς αυτόνομα, τον τόπο, τρόπο και χρόνο της απασχόλησής του, μη υποκείμενος ως προς αυτά στη νομική εξάρτηση της ενάγουσας, αφού λόγω της ως άνω ιδιότητάς του, ασκούσε εξουσία διοικητική και διαχειριστική, με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, υποβαλλόμενος ως όργανο της εταιρείας, στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό της συμβούλιο , στο οποίο όλοι οι συμμετέχοντες συναποφάσιζαν για τα γενικότερης σημασίας ζητήματα της εταιρείας.

Όσον αφορά δε στις αρμοδιότητες που του είχαν ανατεθεί από το ΔΣ, ή σε εκείνες που προβλέπονταν στις συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών που κατήρτιζε με την ενάγουσα, αυτές ήσαν αρμοδιότητες που απλώς εξειδίκευαν τις εξουσίες που ανέλαβε ως υπεύθυνος του ανωτέρω τομέα (υπεύθυνος προώθησης φυτοπροστατευτικών προϊόντων, λιπασμάτων, σπόρων κλπ) λόγω της εμπειρίας και της γνώσης από μέρους του, των ανωτέρω αντικειμένων, εξαιτίας της πολυετούς ενασχόλησής του στην εταιρεία.

Συνεπώς, οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών που καταρτίστηκαν μεταξύ του εναγομένου και της εταιρείας, όχι μόνο δεν υπέκρυπταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά, όπως και ο ίδιος έχει συνομολογήσει, αποτελούσαν τον επιλεγέντα, μεταξύ των εταίρων-μελών του ΔΣ τρόπο διανομής των κερδών της εταιρείας στα μέλη του ΔΣ.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι στις 27.6.2013 έλαβε χώρα τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας, με θέματα ημερήσιας διάταξης, μεταξύ άλλων, την έγκριση των αμοιβών των μελών του ΔΣ , για παρεχόμενες εκ μέρους τους υπηρεσίες από την 1.7.2013 μέχρι την επόμενη τακτική γενική συνέλευση. Από το προσκομιζόμενο με αριθμό ....2013 πρακτικό τακτικής γενικής συνέλευσης προκύπτει ότι με απόφασή της, εγκρίθηκε η σύμβαση παροχής υπηρεσιών της ενάγουσας με τον εναγόμενο και ορίστηκε ως αποζημίωση-αμοιβή για τις υπηρεσίες του το ποσό των 48.000 ευρώ και στη συνέχεια η γενική συνέλευση έδωσε εντολή στο διοικητικό συμβούλιο για την υπογραφή και τη νομιμοποίηση των συμβάσεων συνεργασίας της ενάγουσας με τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της που αναφέρονται στο πρακτικό, διά της κατάθεσής τους στη ΔΟΥ Λαμίας.

Ωστόσο, επειδή στην εν λόγω τακτική ΓΣ δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες διατυπώσεις πληροφόρησης των μελών και του ότι αποκλείστηκαν από τη συμμετοχή τους σε αυτή, μέτοχοι που είχαν το 58,04% του μετοχικού κεφαλαίου, κατόπιν ασκήσεως, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, από ορισμένα μέλη του ΔΣ κατά της ενάγουσας, αγωγής αναγνώρισης της ακυρότητας της απόφασης της ως άνω ΓΣ, εκδόθηκε η με αριθμό 51/2015 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η απόφαση της ΓΣ της ενάγουσας που λήφθηκε κατά τη συνεδρίαση της 27ης.6.2013 και για την οποία συντάχθηκε το με αριθμό 45/2013 πρακτικό, είναι άκυρη ως προς όλα τα θέματα της ημερήσιας διάταξης.

Η ανωτέρω απόφαση επικυρώθηκε με τη με αριθμό 13/2019 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, το οποίο αφού δέχθηκε τυπικά την ασκηθείσα κατά της με αριθμό 51/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας έφεση, απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν, κρίνοντας και αυτό το δικαστήριο ότι η απόφασης της γενικής συνέλευσης ήταν άκυρη.

Πλην όμως, η ακυρότητα της απόφασης της ΓΣ που προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να ασκεί έννομη επιρροή στην εγκυρότητα και ισχύ της από 27.6.2013 σύμβασης ανάθεσης υπηρεσιών του εναγομένου, διότι αυτός είχε καταρτίσει για πρώτη φορά εργασιακή σύμβαση με την ενάγουσα στις 1.11.2003, δηλαδή πριν αυτός εκλεγεί και οριστεί μέλος του διοικητικού συμβουλίου της, την 1.7.2004 και σε κάθε περίπτωση πολύ πριν εκλεγεί μέλος του διοικητικού συμβουλίου της στη ΓΣ της 24.6.2011 και οριστεί με το με αριθμό ....2011 πρακτικό του ΔΣ της μέλος του, οπότε απέκτησε διπλή ιδιότητα εργαζομένου και συμβούλου διοίκησης.

Συνεπώς, η σύμβαση εργασίας του εναγομένου προϋπήρχε του διορισμού του ως μέλους του ΔΣ της ενάγουσας και επομένως, δεν απαιτείτο έγκριση αυτής με απόφαση της γενικής συνέλευσης, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η οποία (απόφαση της ΓΣ) δεν παράγει έννομα αποτελέσματα όσον αφορά την εγκυρότητα και ισχύ της από 27.6.2013 σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών του εναγομένου.

Κι' αυτό διότι δεν καταστρατηγήθηκε η θέση του ως μέλους του ΔΣ της ενάγουσας εταιρείας με την σύναψη σύμβασης ανάθεσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών μεταγενέστερη της ανάληψης των καθηκόντων αυτών, για την οποία θα χρειαζόταν να ακολουθηθεί η αυστηρή διαδικασία του άρθρου 23α παρ. 2 του ν. 2190/1920 που προστατεύει ουσιαστικά την περιουσία των ανωνύμων εταιρειών.

Επιπλέον, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος παρείχε τις ως άνω υπηρεσίες του στην εταιρεία ως μέλος του ΔΣ από την 1.7.2004 και εξής, με βάση τις αντίστοιχες συμβάσεις ανεξαρτήτων υπηρεσιών που είχε υπογράψει για τις οποίες είχε αξίωση για αντίστοιχη αμοιβή. Ως εκ τούτου, η ως άνω σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών του εναγομένου δεν έχει χάσει την ισχύ της, ανεξαρτήτως του γεγονότος της αναγνώρισης της ακυρότητας της απόφασης της από 27.6.2013 τακτικής γενικής συνέλευσης που αποφάσισε το ύψος της αμοιβής του, δυνάμει της με αριθμό 51/2015 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία δεν παράγει δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 324 ΚΠολΔ, καθόσον εκδόθηκε επί αγωγής μετόχων της ενάγουσας εναντίον της τελευταίας ως κυρίων διαδίκων, ενώ ο εναγόμενος είχε συμμετάσχει ως προσθέτως παρεμβαίνων.

Περαιτέρω, μετά την έκδοση της με αριθμό 13/2019 απόφασης του παρόντος δικαστηρίου, η οποία απέρριψε έφεση (κατά της με αριθμό 51/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας) μετόχων εναντίον της ενάγουσα ανώνυμης εταιρείας επαναλήφθηκε η ανωτέρω γενική συνέλευση την 21.6.2019 , με συμμετοχή μετόχων εκπροσωπούντων το 100% του μετοχικού κεφαλαίου και αποφασίστηκε με πλειοψηφία 50,46% ότι η αμοιβή του εναγομένου θα ανερχόταν για το χρονικό διάστημα από 1.7.2013 έως 12.6.2014 στο ποσό των 24.000 ευρώ. Εκ της ανωτέρω απόφασης της ΓΣ προκύπτει ότι η αμοιβή του εναγομένου, εγκρίθηκε σιωπηρώς και κατά την επαναληφθείσα γενική συνέλευση, ωστόσο, δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα ως προς το ύψος της αμοιβής του, για την οποία υπήρξε διαφοροποίηση από την αρχική σύμβαση της γενικής συνέλευσης, διότι η σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών του εναγομένου ήταν έγκυρη και ισχυρή, μη εμπίπτουσα στην απαγορευτική ρύθμιση τόσο του άρθρου 23 α παρ. 2 όσο και του άρθρου 24 παρ. 3 σε συνδυασμό με την παρ. 2 του ν. 2190/1920, όπως ίσχυαν κατά την κατάρτισή της.

Εξ άλλου σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης ο εναγόμενος παρείχε προσηκόντως και επιμελώς τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες προς την εργοδότρια ενάγουσα εταιρεία και η τελευταία όφειλε να του καταβάλει την συμφωνηθείσα αμοιβή του ύψους 48.000 ευρώ, όπως και έπραξε. Έτσι κατέστη πλουσιότερος από την περιουσία της ενάγουσας, όχι χωρίς νόμιμη αιτία, διότι ο εναγόμενος παρείχε τις υπηρεσίες του σύμφωνα με όσα προέβλεπε η ως άνω έγκυρη σύμβαση, την οποία είχε νομίμως καταρτίσει νομίμως με νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας.

Συνεπώς, δεν γεννάται αξίωση προς απόδοση του πλουτισμού (αμοιβής) του λήπτη εναγόμενου, διότι στη περίπτωση αυτή ο πλουτισμός του και η μείωση της περιουσίας της ενάγουσας δότριας δεν είναι αδικαιολόγητη, δηλαδή χωρίς νόμιμη αιτία, αφού υπήρχε η νόμιμη αιτία της έγκυρης και ισχυρής σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών με αμοιβή ύψους 48.000 ευρώ.

Μετά ταύτα έπρεπε η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί κατ' ουσίαν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που την δέχθηκε κατ' ουσίαν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό και θα πρέπει, δεκτής γενομένης της έφεσης να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί κατ' ουσίαν και να απορριφθεί η αγωγή...".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 23 α' παρ. 2-5 με μη εφαρμογή τους αν και ήσαν εφαρμοστέες, και αυτές του άρθρου 24 του ν. 2190/1920, με εσφαλμένη εφαρμογή τους, αν και δεν ήσαν εφαρμοστέες εν προκειμένω.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης, το Εφετείο δέχθηκε: (α) ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ. της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας την 1.7.2004, και συνήπτε με την αναιρεσείουσα, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2003 έως 2014, κάθε έτος και συνεχώς, διαδοχικές ετήσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών εξερχομένων των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών με την αναιρεσείουσα, ως γεωπόνος-ελεύθερος επαγγελματίας επ' αμοιβή, διαφορετική κατ' έτος, μετά από προηγούμενη σχετική απόφαση της γενικής συνέλευσης της αναιρεσείουσας, και (β) ότι η απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της αναιρεσείουσας, της 27ης Ιουνίου 2013, στα θέματα της ημερήσιας διάταξης της οποίας περιλαμβανόταν και η έγκριση των αμοιβών των μελών του Δ.Σ.

αυτής, για παρεχόμενες εκ μέρους τους υπηρεσίες του χρονικού διαστήματος από 1.7.2013 μέχρι την επόμενη τακτική γενική συνέλευση, μεταξύ των οποίων (αμοιβών) και η αμοιβή ύψους 48.000 ευρώ του αναιρεσιβλήτου για τη παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών του, ως γεωπόνου με ειδικά καθήκοντα, βάσει της τελευταίας κατά σειρά από 27.6.2013 σύμβασης που αυτός κατήρτισε με την αναιρεσείουσα, αναγνωρίστηκε τελεσιδίκως ως άκυρη, δυνάμει της με αριθμό 51/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, εξ αιτίας μη τήρησης των διατυπώσεων ενημέρωσης των μετόχων και αποκλεισμού μετόχων που κατείχαν ποσοστό 58,04% του μετοχικού κεφαλαίου.

Ακολούθως όμως, ερμηνεύοντας εσφαλμένως τις διατάξεις, του άρθρου 23 α' του ν. 2190/1920 , τις οποίες ως εκ τούτου δεν εφήρμοσε, έκρινε ότι η ακυρότητα της παραπάνω από 27.6.2013 απόφασης της γενικής συνέλευσης της αναιρεσείουσας, δεν καταλάμβανε το επί μέρους ζήτημα της κατάρτισης στις 27.6.2013 σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου, με ετήσια αμοιβή το ποσό των 48.000 ευρώ, για το λόγο ότι ο τελευταίος είχε καταρτίσει για πρώτη φορά σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών με την αναιρεσείουσα στις 1.11.2003, δηλαδή πριν αποκτήσει την ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ.

της τελευταίας (στις 1.7.2004 ως προεκτέθηκε), με συνέπεια να μην ήταν αναγκαίο να προηγηθεί έγκυρη απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευση, και τούτο παρόλο που δεν προέβη σε χαρακτηρισμό της αρχικής από 1.11.2003 σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ως αόριστης διάρκειας, ώστε να ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 24 του άνω νόμου, αλλά δέχθηκε αναιρετικώς ανελέγκτως ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίζονταν διαδοχικές συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ετήσιας διάρκειας εκάστης, και με διαφορετική ετήσια αμοιβή, της τελευταίας δε εξ αυτών (27.6.2013) καταρτισθείσας χωρίς έγκριση της ΓΣ των μετόχων ενόψει της ακυρότητας της απόφασης της τελευταίας.

Συνεπώς, και ενόψει του ότι υφίσταται νομική ανακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από την προσβαλλομένη και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλομένη η πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (αρθ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας αυτού, παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση του λόγου αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού τυχόν παραδοχή του θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα. Στη συνέχεια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος απ' αυτήν παραβόλου. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 117/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ