Legislator Case Law & Legislation
1683/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision regarding shareholder agreement validity and legal interest.

Case Number 1683/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two shareholders against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellants argued that the lower court erred in finding no legal interest for their claim to compel the board to register a share transfer, asserting the sale was void due to a dissolution resolution. The court ruled that the appellate decision was based on two independent grounds: the invalidity of the sale under the company's articles and the subsequent dissolution of the contract. Since the first ground was already rejected as baseless, the second could not independently sustain the judgment, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) and 9 of the Code of Civil Procedure; The appellate court does not commit an error if a final judgment is supported by independent reasoning even when a specific appeal argument challenging one of the grounds is rejected as baseless.

Keywords

AI generated
appellate review legal interest independent grounds shareholder agreement dissolution resolution company articles

Cited Legislation

AI generated
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) and 9 of the Code of Civil Procedure
Article 4(2) of Law 2190/1920
Article 7β(11) of Law 2190/1920
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1683 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 1683/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Ν. Μ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μυταλούλη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Γ. του Λ., 2) Λ. - Ρ. Μ. του Κ., 3) Κ. - Μ. Μ. του Κ., 4) Ε. Μ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημήτριο Τσικρικά και Ιωάννη Αρχοντάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/12/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3276/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5383/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/12/2021 αίτησή τους και τους από 8/2/2023 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 17.12.2021 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 5383/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), καθώς και οι από 8.2.2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που συνεκδικάζονται είναι παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθούν , περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτών , κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Κατά το άρθρο 4 παρ.2 του κ.ν.2190/1920 "Το καταστατικό τροποποιείται με απόφαση της γενικής συνέλευσης που εγκρίνεται από τον Υπουργό Ανάπτυξης ή την κατά το νόμο εκάστοτε αρμόδια Αρχή, που ελέγχουν μόνο την τήρηση του νόμου. Για την τροποποίηση του καταστατικού δεν απαιτείται δημόσιο έγγραφο. Ολόκληρο το κείμενο του νέου καταστατικού, όπως διαμορφώνεται μετά από κάθε τροποποίησή του σύμφωνα με την παράγραφο 11 του άρθρου 7β του παρόντος νόμου, μπορεί να συντάσσεται με ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου, χωρίς απόφαση της γενικής συνέλευσης και έγκριση της αρμόδιας Αρχής.

Για τη σύνταξη του νέου κειμένου του καταστατικού δεν απαιτείται δημόσιο έγγραφο." Κατά το άρθρο 7β παρ.11 του κ.ν. 2190/1920 "Η τροποποίηση καταστατικού συντελείται με την καταχώρηση στο οικείο μητρώο ανωνύμων εταιρειών της σχετικής απόφασης του αρμόδιου εταιρικού οργάνου μαζί με ολόκληρο το νέο κείμενο του καταστατικού, και, όπου απαιτείται, τη διοικητική απόφαση για την έγκριση της τροποποίησης.

Το νέο κείμενο του καταστατικού υπογράφεται υποχρεωτικά πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου ή το νόμιμο αναπληρωτή του. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 7α παρ. 1 του Κ.Ν. 2190/1920 "Πράξεις και στοιχεία ημεδαπών Ανωνύμων Εταιρειών. Σε δημοσιότητα υποβάλλονται οι εξής πράξεις και στοιχεία: α. Οι ιδρυτικές πράξεις των ανωνύμων εταιρειών και το καταστατικό, με την εγκριτική απόφαση της Διοίκησης, όπου απαιτείται.

β. Οι αποφάσεις για τροποποίηση του καταστατικού, με την εγκριτική απόφαση της Διοίκησης, όπου απαιτείται, καθώς και ολόκληρο το νέο κείμενο του καταστατικού μαζί με τις γενόμενες τροποποιήσεις., γ .... έως ιδ. Κάθε πράξη ή στοιχείο του οποίου η δημοσιότητα επιβάλλεται από άλλες διατάξεις". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7β παρ. 1 του Κ.Ν. 2190/1920 " Η δημοσιότητα πραγματοποιείται:

α) Με την καταχώριση, ύστερα από έλεγχο, των πράξεων και στοιχείων στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, που τηρείται στην υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου της νομαρχίας όπου έχει την έδρα της η εταιρεία. Στην περίπτωση της παραγράφου 2α του άρθρου 4, η καταχώριση γίνεται αυθημερόν, εκτός εάν η αίτηση καταχώρισης δεν είναι ακριβής και πλήρης ως προς το περιεχόμενο της και τα συνυποβαλλόμενα δικαιολογητικά.

Σε κάθε άλλη περίπτωση, η καταχώριση πρέπει να , γίνεται εντός μηνός από την υποβολή εκ μέρους της εταιρείας των καταχωριστέων πράξεων και στοιχείων στην αρμόδια διοικητική Αρχή και επί εταιρειών με εισηγμένες μετοχές εντός δεκαπέντε (15) ημερών. β) Με τη δημοσίευση, με επιμέλεια της αρμόδιας υπηρεσίας και με δαπάνες της ενδιαφερόμενης εταιρείας, στο τεύχος Ανώνυμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβέρνησης, ανακοίνωσης για την καταχώριση στο οικείο Μητρώο Ανώνυμων Εταιρειών των Πράξεων και των στοιχείων που υποβάλλονται σε δημοσιότητα, τροποποιούμενης ανάλογα της παρ. 3 του άρθρου 21 του Ν. 1599/86 "Σχέσεις Κράτους - πολίτη, καθιέρωση νέου τύπου ταυτότητας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 75/1986).

Κατά το άρθρο 7β παρ.14 του ίδιου νόμου "Το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας είναι υπεύθυνο για την υποβολή στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου των πράξεων και στοιχείων για τα οποία απαιτείται δημοσιότητα. Σε περίπτωση ασυμφωνίας του κειμένου που δημοσιεύτηκε στο " Τεύχος Ανώνυμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης" της Εφημερίδας της Κυβέρνησης, με το περιεχόμενο της πράξης ή του στοιχείου που έχει καταχωρηθεί στο Μητρώο Ανώνυμων Εταιριών.

Η Εταιρεία δεν μπορεί να αντιτάξει το περιεχόμενο του κειμένου που δημοσιεύτηκε στους τρίτους. Οι τρίτοι μπορούν να το επικαλεστούν, εκτός αν η εταιρεία αποδείξει ότι γνώριζαν το κείμενο που έχει καταχωρηθεί στο μητρώο". Το άρθρο 7 β παράγραφος 15 ορίζει: " οι τρίτοι μπορούν να επικαλούνται πράξεις ή στοιχεία για τα οποία δεν ολοκληρώθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο ένα, εκτός εάν η έλλειψη δημοσιότητας τα καθιστά ανίσχυρα".

Κατά το άρθρο 7 β παράγραφος 13 κ.ν. 2190/1920 " η εταιρεία δεν μπορεί να αντιτάξει στους τρίτους τις πράξεις και στοιχεία για τα οποία δεν τηρήθηκε η δημοσίευση που προβλέπει 7β παρ. 1 του κ.ν. 2190/1920 , εκτός αν αποδείξει ότι οι τρίτοι τα γνώριζαν. Πράξεις ή στοιχεία που έχουν δημοσιευτεί δεν αντιτάσσονται στους τρίτους πριν περάσουν 15 ημέρες από τη δημοσίευση, εφόσον οι τρίτοι αποδεικνύουν ότι δεν ήταν δυνατόν να τα γνωρίζουν".

Το άρθρο 35α του Ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 3604/2007 ορίζει: "1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 35β και 35γ, απόφαση της γενικής συνέλευσης που λήφθηκε με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό, ακυρώνεται από το δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για αποφάσεις τις οποίες έλαβε γενική συνέλευση που δεν είχε νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί, 2, Ακυρώσιμη είναι και η απόφαση που λήφθηκε:

α) χωρίς να παρασχεθούν οφειλόμενες πληροφορίες που ζητήθηκαν κατά το άρθρο 39 στους μετόχους, οι οποίοι ζητούν την ακύρωση, σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο, ή β) κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας. υπό τους όρους του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα". Σύμφωνα με το άρθρο 35α του Ν. 2190/1920 οι αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως είναι ακυρώσιμες πρώτον όταν αυτές λήφθηκαν κατά τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό της εταιρείας.

Αυτό αφορά διαδικαστικές πλημμέλειες κατά τη λήψη των αποφάσεων, στην παράβαση οποιουδήποτε απαγορευτικού κανόνα δικαίου είτε αυτός περιλαμβάνεται στο νόμο 2190/920 είτε στον αστικό κώδικα, συμπεριλαμβανομένων και των γενικών ρητρών του. Δεύτερον, αναφορά ειδικότερα γίνεται σε αποφάσεις που λήφθηκαν από γενική συνέλευση που δεν είχε νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί.

Θεωρείται ότι δεν υπήρξε νόμιμη συγκρότηση της γενικής συνέλευσης και συνεπώς πρόκειται για ακυρώσιμη απόφαση της γενικής συνέλευσης , όταν μέτοχος αποκλείστηκε παράνομα από αυτή, ή όταν αντίθετα, επιτράπηκε η συμμετοχή σε πρόσωπο που δεν ήταν μέτοχος.

Τέλος ακυρώσιμη είναι μια απόφαση της γενικής συνέλευσης, όταν η πλειοψηφία των μετόχων έλαβε την απόφαση καταχρώμενη την εξουσία της, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα, δηλαδή όταν η απόφαση της γενικής συνέλευσης θίγει χωρίς αποχρώντα λόγο ή με αποχρώντα μεν λόγο, αλλά κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας νόμιμα συμφέροντα της πλειοψηφίας ή την αρχή της ίσης μεταχείρισης των μετόχων. Λόγος ακυρωσίας υφίσταται και στις περιπτώσεις που το περιεχόμενο της απόφασης αντιβαίνει και στο εταιρικό συμφέρον δηλαδή στο συμφέρον του νομικού προσώπου το οποίο διακρίνεται τόσο που το ατομικό συμφέρον κάθε μετόχου όσο και από το συμφέρον της πλειοψηφίας ή της μειοψηφίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 845/2019). Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1439/2022, Α.Π. 66/2022). Με τις διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ. εισάγονται γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, οι οποίοι, αλληλοσυμπληρούμενοι, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (Α.Π. 66/2022, Α.Π. 925/2015, Α.Π. 3/2015), διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εξαιρεί το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, όπως, όμως, αυτή εξωτερικεύθηκε και δεν παρέμεινε ενδόμυχη, ενώ η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη γενικώς των συναλλασσομένων και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Κατά την έννοια αυτή, καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται να υπάρχει στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, αντικειμενικά σκεπτόμενου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας, που προσιδιάζουν είτε σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών είτε σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο ή τοπική περιοχή.

Στο πλαίσιο αυτό, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά αυτών καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος (Α.Π. 1360/2017, Α.Π. 220/2016).

Αυτό σημαίνει ότι οι δηλώσεις βουλήσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με την έννοια που μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να γίνουν αντιληπτές κατά τη συναλλακτική ευθύτητα και από κάθε καλόπιστο τρίτο, μέσα δε διαπίστωσης της βουλήσεως ενδέχεται κατά περίπτωση να αποτελούν και οι διαπραγματεύσεις των μερών, μαρτυρίες τρίτων ή σχετικά έγγραφα.

Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων των δικαιοπραξιών υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (Α.Π. 355/2007, Α.Π. 1365/2005, Α.Π. 426/2010), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (Α.Π. 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.

Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (Α.Π. 1059/2018, Α.Π. 1164/2015, Α.Π. 115/2013). Προσφυγή πάντως στις ερμηνευτικές διατάξεις υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ..

Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά, αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (Α.Π. 3/2015, Α.Π. 1588/2013, Α.Π. 1345/2012).

Ιδίως, αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (Α.Π. 84/2020, Α.Π. 557/2004, Α.Π.1258/2004). Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών (Α.Π. 10/2015).

Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ. συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος (Α.Π. 875/2017, Α.Π. 1543/2004).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να επικαλείται ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική δήλωση των συμβαλλομένων, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης, που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή, με σωστή ερμηνεία, η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της, ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (Α.Π. 396/2018, Α.Π. 738/2018, Α.Π. 939/2015), ώστε να διακριβώνεται σε ποιας μορφής παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Επομένως η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρεται σε παραδοχές της απόφασης επί εκείνων των ζητημάτων που ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με το λόγο αναίρεσης ως αντιφατικά, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή την απόρριψή του κατά παραδοχή ενστάσεως και επομένως χωρίς να είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1008/2007).

Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Άλλωστε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ δεν ελέγχονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης για παραβιάσεις κανόνων του δικονομικού δικαίου, όπως ακριβώς και για το λόγο του αριθμού 1 (ΑΠ1908/2008, ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 1446/2007, ΑΠ 1140/2005).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).Τέλος, για να είναι ορισμένος, και, άρα, παραδεκτός ο ανωτέρω από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 68/2021, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 766/2017), καθώς, επίσης, και να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, με πληρότητα, χωρίς να αρκούν οι περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος "αποσπασματικές" και όχι "πλήρεις" παραδοχές (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 68/2021, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 739/2011).

Από την παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκοπούμενη προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Με την αρ. ... συμβολαιογραφική πράξη ιδρύσεως ανώνυμης εταιρίας, του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Ε. Δ., ο Λ. Γ. του Λ., η Ε. σύζυγος Λ. Γ. το γένος Α. Ζ. και ο Δ. Γ. του Λ., (αδελφός του πρώτου ως άνω ιδρυτή) ίδρυσαν την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα, με αντικείμενο δραστηριότητας, κατά το καταστατικό της, την ίδρυση και λειτουργία και εκμετάλλευση στην Ελλάδα τουριστικών επιχειρήσεων, ήτοι ξενοδοχείων, μπαγκαλόουζ κλπ. και η ίδρυση συναφών προς τον άνω σκοπό επιχειρήσεων, ήτοι εστιατορίων, ζαχαροπλαστείων, μπαρ, κέντρων ψυχαγωγίας κλπ.

Η διάρκεια της εταιρίας ορίστηκε σε πενήντα έτη. Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο ορίστηκε στο ποσό των 51.000.000 δραχμών, διαιρούμενο σε 51.000 ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας 1.000 δραχμών η καθεμία. Καθένας από τους ιδρυτές της εταιρίας αυτής συμμετείχε στο μετοχικό κεφάλαιο της με ποσοστό 33,3% περίπου. Με το άρθρο 6 του καταστατικού της εταιρίας, προβλεπόταν η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, και το δικαίωμα προτίμησης των παλαιών μετόχων να αναλάβουν τις νέες μετοχές, ήτοι όριζε "οι εκδιδόμενες νέες μετοχές τίθενται εν όλω κατά προτίμησιν εις την διάθεσιν των κατόχων των παλαιών μετοχών κατά λόγον συμμετοχής εκάστου εις το κατά την εποχήν της αυξήσεως κεφάλαιον της εταιρίας.

Ότι μετά την πάροδον της προθεσμίας της τασσομένης εκάστοτε δια την παρά των παλαιών μετόχων ανάληψιν των εις την διάθεσιν αυτών τεθεισών νέων μετοχών (ήτις προθεσμία δεν δύναται να είναι ελάσσων του μηνός, οι τυχόν μη αναληφθείσες υπό των δικαιούχων μετοχαί, διατίθενται ελευθέρως υπό του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας και εις μη μετόχους.".

Σύμφωνα με το άρθρο 7 του καταστατικού της εταιρίας το σύνολο των μετοχών της εταιρίας ήταν ονομαστικές, ενώ το 75% αυτών θα ήταν αμεταβίβαστες για μια πενταετία από τη δημοσίευση του καταστατικού στο Δελτίο Ανωνύμων Εταιριών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (βλ. το 119/1974 φύλλο του Δελτίου ΑΕ & ΕΠΕ της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως).

Επίσης με το ίδιο άρθρο οριζόταν ότι μετά την πάροδο της πενταετίας οι ονομαστικές και μη μεταβιβάσιμες μετοχές (ήτοι το 75%), καθίστανται αυτοδικαίως ανώνυμοι και μεταβιβάσιμοι εν τω συνόλω των. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας αυξήθηκε διαδοχικά με αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων την 24.6.1977, 1.11.1982, 15.12.1989.

Επίσης με την από 24.7.1991 απόφαση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης, όπως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό με αρ.21 αποφασίστηκε η μετατροπή όλων των ανωνύμων μετοχών σε ονομαστικές. Επίσης εξουσιοδοτήθηκε το Δ.Σ. της εταιρίας να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την υλοποίηση και εφαρμογή της αποφάσεως αυτής, σύμφωνα και με το καταστατικό της εταιρίας.

Περαιτέρω αποφασίστηκε η τροποποίηση του άρθρου 7 του καταστατικού σε συνδυασμό με το άρθρο 5. Ότι η ενέργεια αυτή ενόψει και του δευτέρου θέματος της ημερήσιας διάταξης, θα γίνει σε συνδυασμό με την τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας και την κωδικοποίηση του σε ενιαίο κείμενο. Περαιτέρω αποφασίστηκε η τροποποίηση όλων των άρθρων του καταστατικού της εναγομένης, η κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο σύμφωνα με το άρθρο 7β παρ.7 κ.ν.2190/1920 η εναρμόνισή του προς τις διατάξεις των π.δ.409/1986 και 498/1987, και αναδημοσίευσή του με απάλειψη διατάξεων μεταβατικού χαρακτήρα και η εναρμόνιση του κειμένου (του καταστατικού) στη σύγχρονη μορφή του γραπτού λόγου και τις ιδιομορφίες της εταιρίας".

Σύμφωνα με το αρ. ... πρακτικό της άνω Γενικής Συνέλευσης, αναγνώσθηκε το κείμενο του σχεδίου του νέου καταστατικού της εταιρίας σε αργό ρυθμό, έγινε διαλογική συζήτηση στις τροποποιούμενες διατάξεις, παρασχέθηκαν διευκρινήσεις, έγιναν διορθώσεις και προσθήκες και τελικά εγκρίθηκε παμψηφεί και ομόφωνα η τροποποίηση του καταστατικού με αναρίθμηση των άρθρων του, με την κατάργηση και απάλειψη ορισμένων από αυτά, και η κωδικοποίησή του σε ενιαίο κείμενο, που σύμφωνα με σχετική μνεία, επισυνάφθηκε στο εν λόγω πρακτικό το τελικό καθαρογεγραμμένο και δακτυλογραφημένο κείμενο.

Μετά την ως άνω τροποποίηση το άρθρο 6 παρ.1 του νέου - κωδικοποιημένου καταστατικού της πρώτης εναγομένης, πρόβλεπε τα εξής: "Οι μετοχές είναι ονομαστικές δυνάμενες να μετατραπούν σε ανώνυμες, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, που λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ.3 και το άρθρο 25 παρ.3 του καταστατικού.".

Στην παράγρ.3 του ίδιου άρθρου του νέου καταστατικού ορίζεται "Για τη μεταβίβαση εξ οιασδήποτε αιτίας, πλην θανάτου, ή για τη μετατροπή των μετοχών σε ονομαστικές ή των ονομαστικών σε ανώνυμες απαιτείται απόφασις της γενικής συνέλευσης των μετόχων κατά την απαρτία και πλειοψηφία των άρθρων 23 παρ.3 και 4 και 25 παρ.3 του καταστατικού"., δηλ.

με τα 2/3 των ψήφων. Το κωδικοποιημένο καταστατικό κατατέθηκε στην αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχίας Αττικής και εγκρίθηκε με την ... απόφαση του Νομάρχη Αθηνών και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 4807/16.12.91 τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ. Η από 9.12.1991 Ανακοίνωση καταχώρησης στο Μητρώο ΑΕ της τροποποίησης της εναγομένης εταιρίας, είχε ως εξής: "Ο ΝΟΜΑΡΧΗΣ ΑΘΗΝΩΝ Την 9.12.1991 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της Υπηρεσίας μας η με αριθμό ...

απόφαση μας με την οποία εγκρίθηκε η τροποποίηση των άρθρων 7 και 12 και όλων των άρθρων του καταστατικού, η κωδικοποίηση και εναρμόνιση του προς τα Π.Δ. 409/86 και 498/87 και η αναρίθμηση των άρθρων και κατάργηση ορισμένων από αυτά μετά το άρθρ.35, σύμφωνα με την από 24.7.91 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της.

Η τροποποίηση που εγκρίθηκε έχει ως εξής σε περίληψη: Άρθρο 12 Η εταιρία διοικείται από το Διοικητικό Συμβούλιο το οποίο αποτελείται από τρία (3) έως πέντε (5) μέλη. Αρθρο 7 Μετατροπή των ανωνύμων μετοχών της Εταιρείας σε ονομαστικές. Την ίδια ημερομηνία καταχωρήθηκε στο Μητρώο και ολόκληρο το νέο κείμενο του καταστατικού μαζί με τις τροποποιήσεις του.

Αθήνα, 9 Δεκεμβρίου 1991".

Από την αντιπαραβολή του ιδρυτικού (21.1.1974) και του νέου καταστατικού (24.7.1991) συνάγεται ότι το άρθρο 7 του ιδρυτικού καταστατικού τροποποιείται και αναριθμείται σε άρθρο 6 του νέου κωδικοποιημένου καταστατικού, με το ως άνω περιεχόμενο. Το δε δικαίωμα προτίμησης των παλαιών μετόχων σε περίπτωση αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου το οποίο προβλεπόταν στο άρθρο 6 του παλαιού καταστατικού, στο νέο καταστατικό, προβλέπεται στο άρθρο 5 που επιγράφεται "Μετοχικό Κεφάλαιο". Επομένως ορθά αναφέρεται στη δημοσίευση στο ΦΕΚ το τροποποιούμενο άρθρο 7 του καταστατικού, και όχι το άρθρο 6 του νέου κωδικοποιημένου καταστατικού.

Στη συνέχεια άλλαξε η μετοχική σύνθεση της ανώνυμης εταιρίας, αφού έλαβαν χώρα τα εξής γεγονότα: Στις 27.12.2000 απεβίωσε ο Δ. Γ., ο οποίος κατέλειπε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο του τον πρώτο ενάγοντα Λ. Γ., ο οποίος και κατέστη με τον τρόπο αυτό, μέτοχος της εναγομένης σε ποσοστό 33,3 % του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της, ήτοι 42.138 ονομαστικές μετοχές.

Επίσης, οι δύο εναπομείναντες εκ των ιδρυτών μετόχων της εναγομένης μεταβίβασαν σταδιακά τις μετοχές τους με πράξεις γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή, στη θυγατέρα τους Α. Μ. και τα εγγόνια τους Λ. - Ρ. Μ., Μ. - Κ. Μ. και Ε. Μ., χωρίς να έχει τεθεί ως θέμα στη γενική συνέλευση η έγκριση της εισόδου των νέων μετόχων στην πρώτη εναγόμενη εταιρία.

Συγκεκριμένα δυνάμει των με αρ.... πράξεων της συμβολαιογράφου Αχαρνών Ά. Β., ο Λ. Γ., μεταβίβασε 13.451,25 μετοχές στους εγγονούς του Ρ. - Λ. Μ. και Μ. - Κ. Μ. και 2.989,166 μετοχές στην εγγονή του Ε. συζ. Λ. Γ.. Τον ίδιο αριθμό μετοχών μεταβίβασε και η Ε. συζ. Λ. Γ. στους αυτούς ανωτέρω εγγονούς της με τις άνω πράξεις. Με την με αρ. ...

γονική παροχή της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Β. Γ. Α., η Ε. συζ. Λ. Γ. μεταβίβασε 5.000 μετοχές στη κόρη της Α. θυγατέρα Λ. Γ. και Ε. Γ.. Με την με αρ. ... δωρεά εν ζωή της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Β. Γ. - Α. ο Λ. Γ. μεταβίβασε 6.322 ονομαστικές μετοχές στην Ε. Μ.. Ωστόσο, καμία αντίρρηση δεν εκφράστηκε και ακολούθησε η εγγραφή τους στο ειδικό βιβλίο μετοχών, θεωρούμενης της μεταβίβασης αυτής ως σιωπηρώς εγκριθείσας.

Σημειωτέον ότι με αποφάσεις των Γενικών Συνελεύσεων των μετόχων της εταιρίας το αρχικό ιδρυτικό κεφάλαιο αυξήθηκε διαδοχικά, ήτοι την 1.11.1982, 15.12.1984, 30.6.1994, 30.12.1998, 23.6.2003. Στη συνέχεια, την 10.2.2004 αποφασίστηκε από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων, η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης εταιρίας κατά 195.461 ευρώ με την έκδοση 34.473 νέων ονομαστικών μετοχών, ονομαστικής αξίας 5,67 ευρώ καθεμιάς.

Ο πρώτος ενάγων συμμετείχε στην εν λόγω αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με το χρηματικό ποσό των 49.998,06 ευρώ, με αποτέλεσμα ο αριθμός των μετοχών του να ανέλθει συνολικά σε 50.956 (42.138 + 8.818), ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 5,67 ευρώ εκάστη, οι οποίες αντιστοιχούν σε ποσοστό 31,67% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης εταιρίας.

Το υπόλοιπο ποσοστό 68,33% επί του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, ανήκει στην οικογένεια Μ., ήτοι στους Α. Γ. του Λ. και στα τέκνα της Λ. - Ρ. Μ., Κ. - Μ. Μ. και Ε. Μ., που αποτελούν την πλειοψηφία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει της από ... σύμβασης πώλησης ο πρώτος ενάγων Λ. Γ. συμφώνησε να μεταβιβάσει λόγω πώλησης στον δεύτερο ενάγοντα Ν.

Μ., το σύνολο των πιο πάνω αναφερομένων μετοχών του, ήτοι 50.956 ονομαστικές μετοχές και όλων των δικαιωμάτων που ενσωματώνονται σε αυτές, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος λήψης των αναλογούντων νέων μετοχών σε περίπτωση εκ του νόμου υποχρεωτικής αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου από αναπροσαρμογή πάγιων περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας, οι οποίες μετοχές αντιπροσωπεύουν το 31,67% επί του καταβεβλημένου κεφαλαίου και αποτελούσαν το σύνολο της συμμετοχής και θέσης του μετόχου της εταιρίας, όπως αποτυπώνεται στο ειδικό βιβλίο που τηρεί η εναγομένη εταιρία, αντί τιμήματος 300.000 ευρώ, ο δε αγοραστής κατέβαλε 5.000 ευρώ και το υπόλοιπο με δύο τραπεζικές επιταγές.

Ο α' ενάγων ανέλαβε να καταβάλει για την άνω μεταβίβαση τον αναλογούντα φόρο, ποσού 54.624,83 ευρώ.

Σύμφωνα δε με τον όρο 10.3 της συμβάσεως πώλησης "Η παρούσα σύμβαση τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση του άρθρου 202 του ΑΚ, υπό την έννοια ότι εάν το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης εταιρίας αρνηθεί για οποιονδήποτε λόγο την καταχώρηση στο τηρούμενο από την εταιρία ειδικό βιβλίο της γενομένης σήμερα μεταβίβασης των προπεριγραφομένων μετοχών, ο "ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ" δύναται να υπαναχωρήσει από την παρούσα σύμβαση πωλήσεως, ο δε "ΠΩΛΗΤΗΣ" υποχρεούται να επιστρέψει στον "ΑΓΟΡΑΣΤΗ" στο ακέραιο το καταβληθέν από μέρους του τίμημα αγοράς των μετοχών καθώς επίσης και κάθε δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε συνεπεία της ως άνω μεταβιβάσεως, δεδομένου ότι αυτή ολοκληρώνεται με τη διενέργεια σχετικής εγγραφής στο ειδικό βιβλίο της εταιρίας και την έκδοση νέων τίτλων ή της επισημείωσης επί των υπαρχόντων της γενομένης μεταβιβάσεως σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8β' παρ.1 του κ.ν. 2190/1920", όπως αυτά αναπτύχθηκαν στην ως άνω σχετική νομική σκέψη.

Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι κατά τη Τακτική Γενική Συνέλευση της 26.6.2009 είχε εισαχθεί προς συζήτηση η τροποποίηση του Καταστατικού της εταιρίας, μεταξύ των οποίων και αυτή του άρθρου 6 παρ.3. Με αίτημα του α1 ενάγοντος αναβλήθηκε για 24.7.2009. Ο α' ενάγων δεν παραστάθηκε αλλά εμφανίστηκε ο δικηγόρος Σ. Α., ως εκπρόσωπος και πληρεξούσιος του αγοραστή Ν. Μ., επιδεικνύοντας την από ... σύμβαση πώλησης των μετοχών. Η Γενική Συνέλευση των μετόχων αρνήθηκε την παράσταση του αγοραστή διότι δεν είχε προηγηθεί η καταχώρηση της πράξης μεταβίβασης στο βιβλίο μετοχών και μετόχων της εταιρίας κατά το άρθρο 8 του Κ.Ν.2190/1920. Ακολούθως οι λοιποί μέτοχοι ενέκριναν με ψήφους 68,33% την προτεινόμενη τροποποίηση (6° θέμα της ημερήσιας διάταξης της τακτικής γενικής συνέλευσης της 26.6.2009, για το οποίο είχε αναβληθεί η λήψη απόφασης, με αίτημα του α' ενάγοντος) άρθρων του καταστατικού, μεταξύ των οποίων και του άρθρου 5 παρ.3 και άρθρου 6 περί του δικαιώματος προτίμησης των παλαιών μετόχων, η δέσμευση των μετοχών στο σύνολο τους, (με εξαίρεση τη μεταβίβαση μετοχών αιτία θανάτου) με την έννοια ότι η μεταβίβαση είναι ανεπίτρεπτη, αν δεν προηγηθεί η προσφορά των μετοχών υπέρ των λοιπών μετόχων, υπέρ των οποίων καθιερώνεται δικαίωμα προτίμησης στην απόκτηση τους κατά την αναλογία συμμετοχής τους στην εταιρία και όριζε τη διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί.

Εν συνεχεία οι ενάγοντες απέστειλαν στην πρώτη εναγομένη την από 24.7.2009 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία, με την οποία γνωστοποίησαν σε αυτήν την ως άνω μεταβίβαση των μετοχών του πρώτου στον δεύτερο ενάγοντα και ζήτησαν την εγγραφή του δευτέρου ενάγοντος στο ειδικό βιβλίο μετόχων της πρώτης εναγομένης.

Κρίσιμο είναι να σημειωθεί ότι με το από 4.9.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της σύμβασης καταργήθηκε - διαγράφηκε ο όρος 10.3 ως προς τη διαλυτική αίρεση υπό την οποία τελούσε η μεταβίβαση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ορίστηκε η σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της πρώτης εναγομένης για τις 6.10.2009 με θέμα "την παροχή ή μη αδείας στον μέτοχο Λ.

Γ. προς μεταβίβαση των μετοχών του". Ο πρώτος ενάγων Λ. Γ. με την από 29.9.2009 εξώδικη δήλωση - αίτησή του γνωστοποίησε στην πρώτη εναγομένη την πρόθεση του να παρασταθεί στην ως άνω έκτακτη Γενική Συνέλευση ιδίω ονόματι αλλά για λογαριασμό του δευτέρου ενάγοντος, κατέθεσε τις ονομαστικές μετοχές της πρώτης εναγομένης που κατείχε και ζήτησε την εγγραφή του στον πίνακα των δικαιουμένων να παραστούν στην εν λόγω Γενική Συνέλευση.

Ακολούθησε η από 1.10.2009 εξώδικη απάντηση της πρώτης εναγομένης μέσω της δεύτερης εναγομένης -Προέδρου της, με την οποία εκφράσθηκε η θέση της εταιρίας περί ακυρότητας της μεταβιβάσεως των μετοχών του πρώτου ενάγοντα στον δεύτερο με την αιτιολογία της μη εγκρίσεώς της από τη γενική συνέλευση της πρώτης εναγόμενης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6.3 του καταστατικού, ενώ επιπλέον δηλώθηκε ότι η παράσταση του πρώτου ενάγοντος ιδίω ονόματι αλλά για λογαριασμό του δεύτερου, σημαίνει ότι αυτός (ο πρώτος ενάγων) ενεργεί ως έμμεσος αντιπρόσωπος τρίτου προσώπου, το οποίο δεν έχει την ιδιότητα του μετόχου της ανώνυμης εταιρίας, στερουμένου για το λόγο αυτό της δυνατότητας συμμετοχής στη γενική συνέλευση των μετόχων της.

Τέλος, δηλώθηκε στον πρώτο ενάγοντα ότι μπορεί να παρασταθεί στην έκτακτη γενική συνέλευση με την ιδιότητα του μετόχου, δηλαδή στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό. Μετά ταύτα, ο πρώτος ενάγων, πράγματι δεν συμπεριλήφθηκε στον κατ' άρθρο 27 παρ.2 του ν. 2190/1920 πίνακα ως άνω, πλην όμως το δικαίωμα συμμετοχής του επιβεβαιώθηκε από την από 1.10.2009 εξώδικη απάντηση της εναγομένης, με την οποία δηλώθηκε ότι θα γινόταν δεκτή η παράστασή του, εφόσον αυτός ενεργούσε υπό την ιδιότητά του ως μετόχου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά την έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της 6.10.2009, αναβλήθηκε η συνεδρίαση για τις 30.10.2009. Η δε πρώτη εναγόμενη, με την από 16.10.2009 εξώδικη απάντηση της, κάλεσε εκ νέου τον πρώτο ενάγοντα να παρασταθεί στην έκτακτη γενική συνέλευση στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό.

Ο πρώτος ενάγων με την από 22.10.2009 εξώδικη δήλωση του επέμεινε στην αρχική του θέση. Τελικά κατά τη Γενική Συνέλευση της 30.10.2009, ο πρώτος ενάγων δεν παραστάθηκε και η δεύτερη εναγομένη -Πρόεδρος της ανωνύμου εταιρίας- εξέθεσε την πρόθεση των ιδρυτών της εταιρίας να παραμείνουν οι μετοχές και κατ' επέκταση η εταιρία υπό τον έλεγχο των μελών της οικογένειας Γκιόκα καθώς η πρόθεση αυτή είχε αποτυπωθεί στο άρθρο 6.3 του καταστατικού, με τον οποίο καθιερωνόταν η απαγόρευση μεταβίβασης μετοχών της πρώτης εναγομένης χωρίς την παροχή σχετικής αδείας εκ μέρους της γενικής συνέλευσης των μετόχων της πρώτης εναγομένης.

Έτι περαιτέρω, η Πρόεδρος της εταιρίας, (δεύτερη εναγομένη), εξέφρασε την άποψη ότι η είσοδος του δευτέρου ενάγοντος στην πρώτη εναγομένη εταιρία θα προσέβαλε τη μνήμη των ιδρυτών της εταιρίας και θα εξέθετε την τελευταία σε κινδύνους λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του δευτέρου ενάγοντος αλλά και της έλλειψης εμπειρίας του στον τομέα των τουριστικών και ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, στον οποίο δραστηριοποιείται η εταιρία.

Η έκτακτη γενική συνέλευση που είχε ορισθεί για την 30.10.2009 διακόπηκε για τις 2.11.2009, οπότε και αποφασίστηκε ομόφωνα η μη έγκριση της μεταβίβασης των μετοχών του πρώτου ενάγοντος προς τον δεύτερο ενάγοντα. Σημειωτέον ότι η πρώτη εναγομένη εταιρία αποτελεί οικογενειακή επιχείρηση, η οποία ιδρύθηκε από τους αδελφούς Δ.

και Λ. Γ. καθώς και τη σύζυγο του τελευταίου Ε. Ζ., τους οποίους διαδέχθηκαν ο πρώτος ενάγων, γιος του Δ. Γ. και η δεύτερη εναγομένη, Α. Γ., κόρη των έτερων δύο ιδρυτών και τα τέκνα αυτής, τρίτος, τέταρτος και πέμπτη των εναγομένων, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε παραπάνω. Η δε πρόθεση των ιδρυτών να διαφυλάξουν τον οικογενειακό χαρακτήρα της επιχείρησης διαφαίνεται και από το γεγονός ότι κατά την τροποποίηση που έγινε το έτος 1991 έθεσαν το άρθρο 6 παρ.3, σύμφωνα με το οποίο η μεταβίβαση των μετοχών επιτρεπόταν μόνο με την παροχή άδειας της γενικής συνέλευσης των μετόχων.

Ο όρος αυτός υπήρχε στο καταστατικό και άρα ήταν υποστατός. Και τούτο προκύπτει από τη ρητή διαβεβαίωση των μετόχων για την ανάγνωση και έγκριση καθενός και όλων των άρθρων του νέου καταστατικού. Από δε το από 24.7.1991 πρακτικό της γενικής συνέλευσης της πρώτης εναγομένης, στην οποία εκπροσωπήθηκε το 100% των μετόχων, προκύπτει ότι κατ1 αυτήν αποφασίστηκαν αλλαγές στο καταστατικό της εταιρίας, καθώς και η εκ νέου κωδικοποίησή του.

Στο τέλος του πρακτικού αυτού αναφέρεται: "Ακολουθεί ανάγνωσις του κειμένου του σχεδίου του νέου καταστατικού της εταιρίας σε αργό ρυθμό, γίνεται διαλογική συζήτηση στις τροποποιημένες διατάξεις παρέχοντας διευκρινήσεις, ενεργώντας διορθώσεις και προσθήκες και τελικά εγκρίνεται παμψηφεί και ομόφωνα η τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας με αναρίθμηση των άρθρων του με την κατάργηση και απάλειψη ορισμένων από αυτά, και η κωδικοποίησή του σε ενιαίο κείμενο που είναι το ακόλουθο (επισυνάπτεται στο παρόν πρακτικό το τελικό καθαρογραμμένο και δακτυλογραφημένο κείμενο)".

Σημειωτέον ότι στην τελευταία αυτή γενική συνέλευση εκπροσωπήθηκε το 100% των μετόχων. Άλλωστε, στο ΦΕΚ 4807/16.12.1991, στο οποίο είναι δημοσιευμένο το νέο καταστατικό αναφέρεται σε περίληψη η τροποποίηση του άρθρου 7 που αναριθμήθηκε σε άρθρο 6, καθώς και ότι "την ίδια ημερομηνία καταχωρήθηκε στο Μητρώο και ολόκληρο το νέο κείμενο του καταστατικού μαζί με τις τροποποιήσεις του".

Το γεγονός δε ότι α) στο με αρ. πρωτ. 14374/22.6.2011 έγγραφο Γενικής Διεύθυνσης Ανάπτυξης της Περιφέρειας Αττικής και β) στο 95653/4.1.2012 έγγραφο της νομικής υπηρεσίας της αρμόδιας περιφέρειας Αττικής αναφέρεται ότι δεν είχε επισυναφθεί το καταστατικό στο πρακτικό της γενικής συνέλευσης (ως ένα σώμα) αλλά ότι υποβλήθηκε σε ανεξάρτητο έγγραφο, (ως ακριβές αντίγραφο εκ του βιβλίου πρακτικού Γενικής συνέλευσης των μετόχων, αρ.21 "επικυρωμένο από τον Πρόεδρο του Δ.Σ.

Κ. Γ. Λ." δε σημαίνει ότι το καταστατικό δεν έχει ισχύ, ενώ σε κάθε περίπτωση αυτό θεωρείται ως πλημμέλεια της ίδιας της Υπηρεσίας, η οποία όφειλε αν το έκρινε αναγκαίο να ζητήσει να προσκομισθεί το καταστατικό, αφού επισυναφθεί στο αντίγραφο του πρακτικού και μετά να γίνει η δημοσίευσή του, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην υπό στοιχ.

Γ νομική σκέψη. Επομένως η εν λόγω τροποποποίηση έγινε με υποστατή απόφαση της Γ.Σ., αφού στο πρακτικό της Γ.Σ. οι μέτοχοι ρητά βεβαιώνουν για την ανάγνωση και έγκριση καθενός και όλων των άρθρων του νέου τροποποιημένου καταστατικού. Επίσης δεν συντρέχει περίπτωση ανυποστάτου αποφάσεως της ΓΣ σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ.2, τηρήθηκαν δε οι διατυπώσεις δημοσιότητας όπως προβλέπονται από το νόμο και εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Την ύπαρξη δε του όρου αυτού γνώριζαν οι ενάγοντες, όπως προκύπτει από τον όρο 10.3 που τέθηκε στην από ... σύμβαση πώλησης μετοχών, σύμφωνα με τον οποίο η σύμβαση τελούσε υπό την διαλυτική αίρεση της καταχώρισης από το διοικητικό συμβούλιο της πρώτης εναγομένης εταιρίας της μεταβίβασης στο ειδικό βιβλίο μετόχων της, ανεξάρτητα αν μετέπειτα απάλειψαν τον όρο αυτό.

Επίσης το γεγονός ότι για τη μεταβίβαση των μετοχών των Λ. Γ. και Ε. Γ., συζύγου αυτού, στη θυγατέρα τους και στα εγγόνια τους, δεν υπήρξε ρητή έγκριση από τη γενική συνέλευση, δεν σημαίνει ότι το άρθρο 6.3 δεν υπήρχε, εφόσον η έγκριση μπορεί να είναι και σιωπηρή, όπως εν προκειμένω, όπου αφενός δεν εκφράστηκαν αντιρρήσεις και αφετέρου οι νέοι μέτοχοι, εγγράφηκαν στο ειδικό βιβλίο των μετόχων.

Από όλα τα παραπάνω παρέπεται ότι ο όρος 6.3 του καταστατικού ήταν υποστατός, καθότι με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα, ελήφθη εγκύρως απόφαση της γενικής συνέλευσης περί δεσμεύσεως των μετοχών κι ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο το αίτημα των εναγόντων να αναγνωρισθεί από το Δικαστήριο το ανυπόστατο αυτού.

Ορθά επομένως έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι ο άνω όρος δεν είναι ανυπόστατος και ο περί αντιθέτου πρώτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος..." Με τον πρώτο κύριο λόγο και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παράγραφος 2, 7 α και 7 β , 31 και 32 του κ.ν 2190/1920.

Σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης οι διατυπώσεις δημοσιότητας τηρήθηκαν πλήρως στην περίπτωση της γενικής συνέλευσης της 24 ης Ιουλίου 1991 αφού με την υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ... Απόφαση του Νομάρχη Αθηνών εγκρίθηκε η τροποποίηση των άρθρων 7 και 12 και όλων των άρθρων του καταστατικού και καταχωρήθηκαν στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών την ίδια ημερομηνία, ήτοι στις 9 Νοεμβρίου 1991 τόσο η εγκριτική αυτή απόφαση όσο και ολόκληρο το νέο κείμενο του καταστατικού της εταιρείας που περιείχε όλες τις νέες διατάξεις του.

Περίληψη των τροποποιημένων άρθρων δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ, νομίμως, η έγκριση των τροποποιήσεων που αποφασίστηκαν από τη γενική συνέλευση της 24ης Ιουλίου 1991 καθώς και εν συνεχεία, η καταχώρησή της στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών μαζί με ολόκληρο το νέο κείμενο του καταστατικού περιείχε και τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 6, υποδηλώνει ότι η έγκριση χορηγήθηκε μετά από έλεγχο των προς δημοσίευση πράξεων.

Επομένως ο πρώτος κύριος λόγος και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Από τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων, αναφορικά με τη κρίση περί του υποστατού της από 24.7.1991 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης περί του κωδικοποιημένου καταστατικού της εταιρείας και επομένως δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 115/2013).

Συνεπώς, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σχετικός δεύτερος κύριος λόγος και τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως περί παράλειψης εφαρμογής των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι το Εφετείο διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη βούληση των μερών που καθιστούσε αναγκαία την προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. (ΑΠ 545/2019),ούτε περιγράφεται το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει το δικαστήριο στη δήλωση βούλησης των μετόχων που συμμετείχαν στη Γενική Συνέλευση της 24.7.1991 , η οποία ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε ούτε αναφέρεται το σφάλμα της απόφασης ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ .

Κατά δε το μέρος που αμφισβητείται η κρίση του Εφετείου, σχετικά με την ανάγκη ερμηνείας του περιεχομένου της Γενικής Συνέλευσης της 24.7.1991 , ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας , για το αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν κενά ή ασάφειες στη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών είναι ανέλεγκτη.

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο και δωδέκατο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται (α) ότι η αναιρεσιβαλλόμενη παρέθεσε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 361 του αστικού κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παράγραφος 2, 31 , 32 κ.ν. 2190/1920 σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην εφαρμογή των παραπάνω κανόνων δικαίου, ισχυριζόμενοι ότι το εφετείο δεχόμενο ότι επήλθε τροποποίηση του καταστατικού και ότι τροποποιήθηκε το καταστατικό κατά το άρθρο 6 παράγραφος 3 του νέου κωδικοποιημένου καταστατικού, παρέθεσε αντιφατική αιτιολογία διότι ενώ προηγουμένως δέχθηκε ότι η απόφαση της γενικής συνέλευσης ήταν αφενός η προσθήκη της μετατροπής μετοχών σε ονομαστικές και η ακόλουθη μετατροπή των άρθρων 5 και 7, αφετέρου η τροποποίηση των άρθρων αυτού με την απάλειψη των διατάξεων του μεταβατικού χαρακτήρα και εναρμόνιση του κειμένου στη σύγχρονη μορφή του γραπτού λόγου εν συνεχεία δέχθηκε πως η στο σύνολο τροποποίηση του καταστατικού αφορούσε μόνο την αναρίθμηση των άρθρων του και την κωδικοποίησή του σε ενιαίο κείμενο. (β) παρέθεσε αντιφατική αιτιολογία δεχόμενη στη σελίδα 33 ότι ο όρος του άρθρου 6 παράγραφος 3 υπήρχε στο καταστατικό και άρα ήταν υποστατός, ότι προκύπτει από τη ρητή διαβεβαίωση των μετόχων και την ανάγνωση και έγκριση καθενός και όλων των άρθρων του νέου καταστατικού, ενώ στη συνέχεια από την παράθεση του κειμένου των πρακτικών της γενικής συνέλευσης προκύπτει ότι η τροποποίηση αφορούσε την αναρίθμηση των άρθρων του καταστατικού με την κατάργηση και απάλειψη ορισμένων από αυτά και την κωδικοποίησή του σε ενιαίο κείμενο και (γ) παρέθεσε αντιφατική αιτιολογία δεχόμενη ότι το άρθρο 6 παρ. 1 του καταστατικού είχε τροποποιηθεί ώστε να εισάγει δεσμευμένες μετοχές επειδή είχε αναφερθεί στο ΦΕΚ ότι τροποποιήθηκε το άρθρο 7, ενώ η τροποποίηση του άρθρου 7 αφορούσε μόνο την ονομαστικοποίηση των μετοχών.

Από την επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλομένης προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη ουδεμία αντιφατική αιτιολογία παρέθεσε, ενώ δεν αναφέρεται στην απόφαση ότι η εις το σύνολο τροποποίηση του καταστατικού αφορούσε μόνο την αναρίθμηση των άρθρων του και την κωδικοποίησή του σε ενιαίο κείμενο . Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου προσθέτου λόγου καθώς και με το πέμπτο , έβδομο, δέκατο, δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο και δέκατο έκτο σκέλος του πρώτου πρόσθετου λόγου καθώς και με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το εφετείο παρέθεσε ασαφή αιτιολογία αναφορικά με την κρίση του, στο ενδέκατο φύλλο της προσβαλλομένης, ότι είχε αποφασιστεί η τροποποίηση του άρθρου 7 του καταστατικού σε συνδυασμό με το άρθρο 5 και ότι η ενέργεια αυτή ενόψει και του δεύτερου θέματος της ημερήσιας διάταξης θα γίνει σε συνδυασμό με την τροποποίηση του καταστατικού της εταιρείας και την κωδικοποίησή του σε ενιαίο κείμενο.

Και αυτό γιατί δεν αναφέρει σε τι συνίστατο η τροποποίηση των άρθρων 5 και 7 αλλά και όλων των άρθρων, έτσι ώστε να εξακριβωθεί ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των παραπάνω κανόνων δικαίου και ποια ήταν η βούληση της γενικής συνέλευσης αναφορικά με την τροποποίηση όλων των άρθρων, ποιο το περιεχόμενό τους το οποίο τροποποιήθηκε, ποια άρθρα θα καταργούνται, ποια θα αναριθμούνταν και δεν αναφέρει αν το τροποποιημένο καταστατικό που προσκομίστηκε στην Νομαρχία Αθηνών ταυτιζόταν κατά περιεχόμενο με το πρακτικό που αναγνώστηκε στην ΓΣ και επισυνάφθηκε στα πρακτικά της ΓΣ.

Σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης το Εφετείο ουδεμία ασαφή αιτιολογία παρέθεσε στην απόφασή του, αφού αναφέρεται σε αυτήν τόσο το σε τι συνίστατο η τροποποίηση του άρθρου 7 του καταστατικού όσο και σε τι συνίστατο η τροποποίηση του άρθρου 5 . Με το τρίτο και τέταρτο σκέλος του πρώτου προσθέτου λόγου οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση ότι παρέθεσε σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στη δίκη αντιφατική αιτιολογία αναφορικά με την τροποποίηση του άρθρου 6 του καταστατικού της πρώτης αναιρεσίβλητης, αφού, ενώ δέχεται ότι αυτό δακτυλογραφημένο έχει επισυναφθεί στα πρακτικά της γενικής συνέλευσης εν τούτοις δέχεται αναφερόμενη στο 95653/1/2012 έγγραφο της νομικής υπηρεσίας της Περιφέρειας Αττικής ότι δεν είχε επισυναφθεί το σώμα στο πρακτικό της γενικής συνέλευσης αλλά ότι προσκομίστηκε ένα τροποποιημένο καταστατικό το οποίο με βάση τη βεβαίωση του προέδρου του ΔΣ είναι ακριβές αντίγραφο του βιβλίου πρακτικού της γενικής συνέλευσης των μετόχων και ότι αναφορικά με το παραπάνω γεγονός το δικαστήριο παραθέτει ασαφή αιτιολογία αφού δεν αναφέρει και δεν αιτιολογεί βάσει ποιών σκέψεων και πραγματικών περιστατικών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πράγματι το παραπάνω καταστατικό ήταν το ίδιο το οποίο ανέγνωσε σε σχέδιο η ΓΣ της 24.7.1991 και επέφερε τροποποιήσεις και παρατηρήσεις.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η επισύναψη του νέου καταστατικού με τη μορφή του τελικού καθαρογραμμένου και δακτυλογραφημένου κειμένου στα πρακτικά της της από 24.7.1991 ΓΣ βεβαιώνεται από τους ίδιους τους μετόχους. Με το πέμπτο και ενδέκατο σκέλος του πρώτου προσθέτου λόγου οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη αντιφατικά ενώ δέχεται ότι αποφασίστηκε η τροποποίηση των άρθρων 5 και 7, εντούτοις στη συνέχεια δέχθηκε ότι η τροποποίηση αυτή αφορούσε και την αναρίθμηση 7 σε 6, χωρίς όμως να ληφθεί απόφαση και τροποποίηση του άρθρου 6 .

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον προκύπτει από την απόφαση ότι αυτή ουδέποτε δέχθηκε ότι η τροποποίηση του άρθρου 7 του καταστατικού αφορούσε και την αναρίθμηση του άρθρου 7 σε 6 και επίσης δεν λήφθηκε απόφαση για την τροποποίηση του άρθρου 6 και η παραδοχή της απόφασης ότι το άρθρο 7 του ιδρυτικού καταστατικού τροποποιείται και αναριθμείται σε άρθρο 6 του νέου κωδικοποιημένου καταστατικού με το ως άνω περιεχόμενο συνάγεται από την αντιπαραβολή του ιδρυτικού και του νέου καταστατικού .

Με το έκτο, όγδοο και ένατο σκέλος του πρώτου προσθέτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι παρατίθεται αντιφατική αιτιολογία για το λόγο ότι αναφέρεται ότι τροποποιήθηκαν τα άρθρα 5 και 7, όπως και ότι τροποποιήθηκε το άρθρο 6, ενώ προηγουμένως είχε γίνει δεκτό πως η τροποποίηση αφορούσε μόνο τα άρθρα 5, 12 και 7 και ότι η παραπάνω αντίφαση ενισχύεται και από την παράθεση της από 9.12.1991, ανακοίνωση της Νομαρχίας , όπου ρητά αναφέρονταν ότι η τροποποίηση του άρθρου 7 αφορούσε μόνο τη μετατροπή των μετοχών σε ονομαστικές και τίποτε άλλο.

Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αβάσιμος για το λόγο ότι κατά τις παραδοχές της απόφασης δεν αναφέρεται ότι τροποποιήθηκε το άρθρο 6 ούτε και ότι η ανακοίνωση της Νομαρχίας Αθηνών αναφερόταν μόνον η τροποποίηση του άρθρου 5 και 7 και αφορούσε μόνο τη μετατροπή των μετοχών σε ονομαστικές και τίποτε άλλο. Με το δέκατο πέμπτο σκέλος του πρώτου του λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι παρατίθεται ασαφής αιτιολογία ως προς την γενόμενη τροποποίηση και την δήλωση βουλήσεως των μελών της γενικής συνέλευσης, καθότι δεν αναφέρει αν τελικά το κείμενο του νέου καταστατικού επισυνάφθηκε ή όχι στα πρακτικά της από 24/07/1991 γενικής συνέλευσης της πρώτης αναιρεσίβλητης, έτσι ώστε να θεωρείται περιεχόμενο της απόφασης της γενικής συνέλευσης ή όχι, ούτε αναφέρει εάν το αντίγραφο που κατατέθηκε στην Νομαρχία για δημοσίευση ήταν το ίδιο με εκείνο που αναγνώστηκε.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις παραδοχές της, η επισύναψη του νέου καταστατικού με τη μορφή του τελικού και δακτυλογραφημένου κειμένου στα πρακτικά της από 24 ης Ιουλίου 1991 γενικής συνέλευσης βεβαιώνεται από τους ίδιους τους μετόχους. Με τον δέκατο έβδομο σκέλος του πρώτου προσθέτου λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ύπαρξης αντιφατικών αιτιολογιών αναφορικά με το περιεχόμενο της τροποποίησης του άρθρου 6 το άρθρο 3 του καταστατικού, ισχυριζόμενοι ότι στη σελίδα 24 της απόφασης δέχεται ότι την άδεια για την μεταβίβαση των μετοχών την δίδει η γενική συνέλευση, ενώ στη συνέχεια στη σελίδα 35 αναφέρει ότι την άδεια την δίδει το Διοικητικό Συμβούλιο.

Ο παραπάνω λόγος είναι αβάσιμος, διότι δεν υπάρχει παραδοχή ότι την άδεια την έδινε το Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης αναιρεσίβλητης. Περαιτέρω υπό τις ανωτέρω αιτιολογίες, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου .

Στις πιο πάνω παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση της (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ενώ δεν υπάρχει αντίφαση από την παραδοχή της εισαγωγής ονομαστικών μετοχών κατά το έτος 1991 και του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι μέχρι τότε οι μετοχές ήταν ανώνυμες, δεδομένου ότι με την υπ' αρ. 5276/1974 συμβολαιογραφική πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Π.

Δ. το αρχικό κεφάλαιο της πρώτης αναιρεσίβλητης ορίσθηκε σε 51.000 ονομαστικές μετοχές .

Συνεπώς είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, (σφάλμα αναγνώσεως), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 909/2008).

Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.Α.Π. 2/2008).

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του ( ΑΠ 189/2023, Α.Π. 917/2020, Α.Π. 1112/2020, Α.Π. 295/2018) .

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί υπάρξεως διαγνωστικού σφάλματος, (Α.Π. 917/2020, Α.Π. 1348/2017, Α.Π. 709/2017), δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της αποφάσεως, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου και στ) να εκτίθενται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 909/2008, ΑΠ 1573/2006).

Οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) σύμφωνα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, του από 24.7.1991 πρακτικού της γενικής συνέλευσης της 27.7.1991, διότι: σε κανένα σημείο του ως άνω πρακτικού δεν αναγράφεται ως θέμα της ημερήσιας διάταξης η εισαγωγή δεσμευμένων ονομαστικών μετοχών στην πρώτη εναγομένη - καθ'ης η αναίρεση , ενώ ελλείπει και η ψήφιση του σχετικού ζητήματος από το ανώτατο όργανο αυτής , β) σύμφωνα το πρώτο σκέλος του τέταρτου πρόσθετου λόγου εδέχθη το δικαστήριο ότι είχε επισυναφθεί το τροποποιημένο καταστατικό που προσκόμισαν σε ξεχωριστό έγγραφο, γ) σύμφωνα με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε ότι τροποιήθηκαν τα άρθρα 6 και 7 του καταστατικού με επιπλέον την μετατροπή των μετοχών σε ονομαστικές , δ) με το τρίτο σκέλος του τέταρτου πρόσθετου λόγου ότι δεν αποφασίστηκε η τροποποίηση όλων των άρθρων του καταστατικού, αλλά η τροποποίηση του ώστε να εναρμονιστεί με την εταιρική νομοθεσία .

Ο λόγοι αυτοί, ανεξάρτητα από το ότι είναι προεχόντως απαράδεκτοι, διότι υπό την ως άνω επίκληση πλημμέλειας εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ βάλλουν κατά της ουσίας της υπόθεσης, επικαλούμενοι εσφαλμένη εκτίμηση των πραγμάτων, είναι και αβάσιμοι εφόσον το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, διότι τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε και δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 99/2016, ΑΠ 379/2015).

Επιπρόσθετα με τον με τον όγδοο πρόσθετο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από ... σύμβασης πώλησης μετοχών κατά τον όρο 10.3 αυτής, επειδή δέχθηκε ότι είχε τεθεί στην από ...

σύμβαση διαλυτικής αίρεσης ενώ από τον όρο αυτόν αναφερόταν στην συνέχεια ότι (οι αναιρεσείοντες) είχαν δικαίωμα υπαναχώρησης, οπότε συνάγεται ότι δεν είχε τεθεί διαλυτική αίρεση, ακόμη δε και εάν γίνει δεκτό ότι είχε τεθεί, είχε τεθεί διπλή αίρεση , αφενός της έγκρισης του ΔΣ αφετέρου της άσκησης υπαναχώρησης εκ μέρους του δεύτερου εξ αυτών.

Η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε τα ακόλουθα : " Σύμφωνα δε με τον όρο 10. 3 της συμβάσεως πωλήσεως " Η παρούσα σύμβαση τελεί υπό την διαλυτική αίρεση του άρθρου 202 του αστικού κώδικα, υπό την έννοια ότι εάν το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης εταιρίας αρνηθεί για οποιονδήποτε λόγο την καταχώρηση στο τηρούμενο από την εταιρεία ειδικό βιβλίο της γενομένης σήμερα μεταβίβασης των προπεριγραφομένων μετοχών ο αγοραστής δύναται να υπαναχωρήσει από την παρούσα σύμβαση πωλήσεως ο δε "πωλητής" υποχρεούται να επιστρέψει στον "αγοραστή" στο ακέραιο το καταβληθέν από μέρους του τίμημα αγοράς των μετοχών καθώς επίσης και κάθε δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε συνεπεία της ως άνω μεταβιβάσεως, δεδομένου ότι αυτή ολοκληρώνεται με τη διενέργεια σχετικής εγγραφής στο ειδικό βιβλίο της εταιρείας και την έκδοση νέων τίτλων ή της επισημείωσης επί των υπαρχόντων της γενομένης μεταβιβάσεως σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8β παράγραφος 1 του κ.ν. 2190/1920" και " κρίσιμο είναι να σημειωθεί ότι με το από 04/09/2009 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της σύμβασης καταργήθηκε - διαγράφηκε ο όρος 10.3 ως προς τη διαλυτική αίρεση υπό την οποία τελούσε η μεταβίβαση" καθώς επίσης σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης που αποτελούν πλεοναστικές αιτιολογίες " την ύπαρξη δε του όρου αυτού γνώριζαν οι ενάγοντες, όπως προκύπτει από τον όρο 10.3 που τέθηκε στην από 22/07/2009 σύμβαση πώλησης μετοχών, σύμφωνα με τον οποίο η σύμβαση τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση της καταχώρησης από το διοικητικό συμβούλιο της πρώτης εναγομένης εταιρίας της μεταβίβασης στο ειδικό βιβλίο μετόχων της, ανεξάρτητα αν μετέπειτα απάλειψαν τον όρο αυτό." Συνεπώς η προσβαλλόμενη δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του όρου 10.3 της από ...

σύμβασης πώλησης μετοχών. Επιπλέον δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ εγγράφου, αλλά πρέπει επιπλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε , όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα όπως στην προκειμένη περίπτωση που το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο συνεκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

Επομένως ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται για παραμόρφωση εγγράφου με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά για ερμηνεία αυτού, η οποία δεν ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 498/ 2018, ΑΠ 757/2015,ΑΠ 156/2012).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 38/2019, ΑΠ 1349/2017,ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1078/2015, ΑΠ 1204/2008).

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη, να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου του αυτού είδους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας. β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ)η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 881/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, όσον αφορά στην ύπαρξη του άρθρου 6 παράγραφος 3, καθόσον αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι: "το γεγονός δε ότι α) στο με αριθμό πρωτοκόλλου 14374-22/06/2011 έγγραφο γενικής διεύθυνσης ανάπτυξης της περιφέρειας Αττικής και β) στο 95653/04/01/2012 έγγραφο της νομικής υπηρεσίας της αρμόδιας περιφέρειας Αττικής αναφέρεται ότι δεν είχε επισυναφθεί το καταστατικό στο πρακτικό της Γ.Σ. (ως ένα σώμα) αλλά ότι υποβλήθηκε σε ανεξάρτητο έγγραφο, (ως ακριβές αντίγραφο εκ του βιβλίου πρακτικού Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, αριθμός 21 "επικυρωμένο από τον πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου κύριο Γ.

Λ." δε σημαίνει ότι το καταστατικό δεν έχει ισχύ, ενώ σε κάθε περίπτωση αυτό θεωρείται ως πλημμέλεια της ίδιας της υπηρεσίας, η οποία όφειλε αν το έκρινε αναγκαίο να ζητήσει να προσκομιστεί το καταστατικό, αφού επισυναφθεί στο αντίγραφο του πρακτικού και μετά να γίνει δημοσίευση του, ..... Επομένως η εν λόγω τροποποίηση έγινε με υποστατή απόφαση της γενικής συνέλευσης, αφού στο πρακτικό της γενικής συνέλευσης οι μέτοχοι ρητά βεβαιώνουν για την ανάγνωση και έγκριση καθενός και όλων των άρθρων του νέου τροποποιημένου καταστατικού.

Επίσης δεν συντρέχει περίπτωση ανυποστάτου αποφάσεως της γενικής συνέλευσης σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 2 , τηρήθηκαν δε οι διατυπώσεις δημοσιότητας όπως προβλέπονται από το νόμο και εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη", λαμβάνοντας μεταξύ άλλων, και " ... τα έγγραφα που προσκομίζονται παραδεκτά και νόμιμα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους, τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ( ότι προσκομίζεται και το με αριθμό ...

πρακτικό της γενικής συνέλευσης των μετόχων)..". Με το αντίστοιχο δε τμήμα του έκτου πρόσθετου λόγου της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες πλήττουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι την εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή το Εφετείο ουδόλως έλαβε υπόψη του τα επικληθέντα και προσαχθέντα από αυτούς 1) το με αριθμό ...

πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου (και όχι η εσφαλμένα αναγραφείσα στην αίτηση αναίρεσης ημερομηνία 1/7/2021) 2) την από 26/07/1991 και με αριθμό πρωτοκόλλου ... αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης προς τη Nομαρχία Aθηνών, 3) το εισηγητικό έγγραφο της πλειοψηφίας της αναιρεσίβλητης του έτους 2009 και 4) το προσάρτημα του ισολογισμού της 31/12/1991.

Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του, επειδή δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα αυτά, καθώς και η επίδραση που είχαν αυτά στο διατακτικό της απόφασης, ενώ σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, αφού το δικαστήριο, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ειδικά δε για το με αριθμό ...

πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, γίνεται και ειδική μνεία όπως αναφέρθηκε .Η άποψη δε των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ` του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της και η οποία εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής ή της τριτανακοπής και των ενδίκων μέσων, ως προς τα διάφορα αιτήματα αυτών, όχι, όμως και οι επιμέρους λόγοι αυτών. Η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη ενστάσεις (πλην της ένστασης συμψηφισμού, που δημιουργεί εκκρεμοδικία) και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό αυτό λόγο (Α.Π. 455/2021, Α.Π. 11/2021, Α.Π. 19/2020).

Ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης και, ειδικότερα, από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ` ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 323/2017, Α.Π. 761/2017, Α.Π. 1434/2010), ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (Α.Π. 353/2020, Α.Π. 143/2017).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.

Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Ολ. Α.Π. 2/2001). Στο λόγο αυτό υπάγονται τόσον οι αυτεπαγγέλτως ερευνώμενες όσον και οι κατόπιν επικλήσεως βλάβης απαγγελλόμενες ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 Κ.Πολ.Δ., που αφορούν στην παράβαση διατάξεων, οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές), από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 478/2021, ΑΠ 753/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της αγωγής και της έφεσης των αναιρεσειόντων προκύπτει, ότι με την 3276/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι ο όρος του άρθρου 6 παράγραφος 3 του καταστατικού της πρώτης εναγόμενης - αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τον οποίο η μεταβίβαση των μετοχών ήταν δυνατή, μόνον εφόσον την επέτρεπε η απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων ήταν υποστατός και έγκυρος.

Περαιτέρω κρίθηκε ότι η καταδίκη της πρώτης εναγόμενης - αναιρεσίβλητης σε δήλωση βουλήσεως για την εγγραφή της συμβάσεως πωλήσεως των μετοχών στο βιβλίο μετοχών δεν ήταν δυνατή αφενός μεν διότι δεν είχε επιτραπεί από τη γενική συνέλευση των μετόχων κατά τους όρους του άρθρου 5 παράγραφος 3 του καταστατικού αφετέρου δε διότι εν τω μεταξύ πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση υπό την οποία τελούσε η σύμβαση πωλήσεως των μετοχών με συνέπεια να μην υφίσταται έννομο συμφέρον των εναγόντων να ζητήσουν την καταδίκη της πρώτης αναιρεσίβλητης σε δήλωση βουλήσεως.

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης επανέφεραν ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου το δεύτερο αίτημά τους περί καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης αναιρεσίβλητης , όπως εγγράψει την επίδικη μεταβίβαση στο βιβλίο των μετόχων. Το εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα εξής: "Με τον δεύτερο λόγο έφεσης η εκκαλούντες παραπονούνται ότι εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι ελλείπει το έννομο συμφέρον για το δεύτερο αίτημα της αγωγής περί καταδίκης σε δήλωση βούλησης του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης εταιρίας, περί της εγγραφής της συμβάσεως πωλήσεως των μετοχών στο βιβλίο μετοχών, διότι η διαλυτική αίρεση υπό την οποία τελούσε η σύμβαση πώλησης, πληρώθηκε με την έγκριση αυτής, από την πλειοψηφία των μετόχων, και ως εκ τούτου επήλθε η ανατροπή της σύμβασης πώλησης.

Ο λόγος αυτής της εφέσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής,....., διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει επάλληλη αιτιολογία και το διατακτικό αυτής στηρίζεται αυτοτελώς στην κύρια ως άνω αιτιολογία σύμφωνα με την οποία ο όρος 6 .3 του καταστατικού της εναγομένης εταιρείας που αποφασίστηκε από τη γενική συνέλευση των μετόχων της στις 24 Ιουλίου 1991 είναι υποστατός".

Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι η κρίση της πρωτόδικης απόφασης περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των εναγόντων προς υποβολή του αγωγικού αιτήματος καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως στηρίζεται σε δύο επάλληλες αιτιολογίες. Αφενός μεν δεν επετράπη η πώληση σύμφωνα με τον υποστατό και έγκυρο όρο του άρθρου 6.3 του καταστατικού, αφετέρου η σύμβαση πωλήσεως δεν υφίστατο πλέον έπειτα από την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης, δεδομένου δε ότι ο σχετικός λόγος έφεσης που αφορούσε την πρώτη αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης απερρίφθη ως αβάσιμος, συνέχιζε να στηρίζει αυτοτελώς την κρίση του διατακτικού της και δεν θα ήταν δυνατή η εξαφάνιση της διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως, ακόμη και αν γινόταν δεκτός ο δεύτερος λόγος της έφεσης ο οποίος έπληττε αποκλειστικά την δεύτερη επάλληλη αιτιολογία.

Συνεπώς το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 14 και 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ο έβδομος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17.12.2021 αίτηση για αναίρεση του Λ. Γ. και του Ν. Μ., της με αριθμό 5383/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει συνολικά στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ