Legislator Case Law & Legislation
1683/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank's foreclosure ruling regarding partial occupancy of property.

Case Number 1683/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Housing and Loans Fund against a First Instance Court decision ordering the sale of a property. The court found the lower court correctly applied the law regarding the applicant's primary residence and lack of commercial interest in the remaining assets. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and no court costs were awarded due to specific statutory provisions.

Legislator headnote

AI generated

Art. 9(2) Law 3869/2010; Art. 8(6)(b) Law 3869/2010: The court may exclude a property from forced sale if it serves as the applicant's future primary residence or yields no commercial value, and no court costs are awarded in such proceedings.

Keywords

AI generated
forced sale exclusion primary residence definition commercial value assessment court costs waiver voluntary jurisdiction rules bankruptcy proceedings property liquidation

Cited Legislation

AI generated
Art. 9(2) Law 3869/2010
Art. 8(6)(b) Law 3869/2010
Art. 3 Law 3869/2010
Art. 746 Civil Procedure Code
Art. 3(2) Law 4161/2013

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1683 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1683/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Α. του Σ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" (καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ"), εκ των οποίων η 1η παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Μπατσούλη, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2013 αίτηση της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 302/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1η και 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 29-9-2020, αίτηση αναίρεσης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ, στρέφεται κατά της 1ης αναιρεσίβλητης, αιτούσας την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και κατά των λοιπών 2ης και 3ης των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, παραδεκτά, ως αναγκαίων ομοδίκων του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, λόγω της φύσης της υπόθεσης, που μπορεί να δημιουργήσει αντιδικία μεταξύ των αναγκαίων ομοδίκων (ΑΠ ολ. 15/1996) και προσβάλλει την υπ' αρ. 302/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010 σε συνδ. 739 επ.

ΚΠολΔ), ερήμην των εφεσιβλήτων ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών και ήδη 2η και 3ης των αναιρεσιβλήτων. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (αρ. 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ.1 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε ερήμην των ανωτέρω εφεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. 2ο φύλλο ) είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν στη δικάσιμο της 11-1-2018 ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (αρ. 764 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015,που ισχύει από 1-1-2016).

Πλην, όμως, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατά τελεσίδικης απόφασης (κατ' αρ. 553 παρ.1, σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ) και ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς αυτούς.

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 29-9-2020 (με αριθμό κατάθεσης 2/2020) αίτηση αναίρεσης κατά της 302/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", έχει προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 11, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, από την υπ' αρ. 3759/12-4-2021 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ε. Α., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα το αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ΝΠΔΔ, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου αυτού (αναιρεσειόντος), το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στον αρμόδιο για παραλαβή, υπάλληλο της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε η ανωτέρω αναιρεσίβλητη, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον το επισπεύδον τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείον και οι πρώτη και τρίτη αναιρεσίβλητες.

Επομένως, αφού η ανωτέρω (2η) των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία της.

Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 1-10-2018, η ένδικη αναίρεση ασκήθηκε στις 1-10-2020), πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από την επιτρεπτή, κατ' αρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει ότι η ήδη 1η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 19-11-2013 (αρ. κατ. 258/2013) αίτηση, με την οποία επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες τραπεζικές εταιρείες, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών της, σύμφωνα με το προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο διευθέτησης και αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή και περιουσιακή της κατάσταση, με σκοπό την απαλλαγή της από τα χρέη της.

Συγχρόνως, ζήτησε να εξαιρεθεί από την εκποίηση το δικαίωμα επικαρπίας επί του ακινήτου που αναφέρει και αποτελεί την κύρια και μοναδική κατοικία της και ειδικότερα, το δικαίωμα επικαρπίας ενός οικοπέδου κειμένου στην πόλη του Δήμου ..., μετά της επ'αυτού διώροφης οικίας, η οποία βρίσκεται στο στάδιο του σκελετού κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα σ'αυτήν.

Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 32/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θήβας, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση, ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας και ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, με μηνιαίες καταβολές κατά τα εκτιθέμενα στο διατακτικό της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Επίσης, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της αιτούσας, ήτοι το δικαίωμα επικαρπίας στο προαναφερόμενο ακίνητο, υποχρεώνοντας συγχρόνως αυτήν, για τη διάσωσή της, να καταβάλει στο ήδη αναιρεσείον νπδδ, ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας του ανωτέρω ακινήτου και ειδικότερα το ποσό και τις μηνιαίες καταβολές που αναλυτικά αναγράφονται, επί 15 έτη.

Στη συνέχεια, το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, άσκησε την από 9-6-2017 (αρ. κατ. 22/2017) έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Ειδικότερα, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, κατά συνοπτική παράθεση των παραδοχών του, δέχτηκε ότι η αιτούσα την υπαγωγή της στο Ν. 3869/2010, τότε 1η εφεσίβλητη, κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, δεν είχε πτωχευτική ικανότητα και ότι είχε περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών της, απορρίπτοντας τους σχετικούς 1ο και 2ο λόγους εφέσεως του εκκαλούντος ΝΠΔΔ, με τους οποίους το τότε εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον είχε επαναφέρει τους πρωτόδικους ισχυρισμούς του (δηλαδή την ένσταση αοριστίας της αίτησης και της δόλιας περιέλευσης της οφειλέτιδος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής).

Επίσης, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε τον 4ο λόγο της έφεσης, που σημειωτέον αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη, με τον οποίο το εκκαλούν ΝΠΔΔ - αναιρεσείον ισχυρίστηκε, ότι εσφαλμένα εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του Ν. 3869/2010 και εξαιρέθηκε από τη ρευστοποίηση η κύρια κατοικία της αιτούσας- 1ης αναιρεσίβλητης, ενώ θα έπρεπε να εξαιρεθεί μόνο το διαμέρισμα του ισογείου της οικοδομής επιφανείας 60 τ.μ.

που αποτελεί την κατοικία της, ανήκει δε στην επικαρπία της και να διαταχθεί η εκποίηση του δικαιώματος επικαρπίας επί των λοιπών οριζοντίων ιδιοκτησίων, ήτοι των δύο αποθηκών. Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε και τον 3ο λόγο της έφεσής του εκκαλούντος, που έπληττε το ύψος των καθορισθεισών μηνιαίων καταβολών.

Κατόπιν τούτου, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του επικύρωσε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2020, σύμφωνα με την αρχική έκδοση αυτής, ορίζεται ότι...<<2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα πέντε τοις εκατό της εμπορικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας, όπως αυτή αποτιμάται από το δικαστήριο...>>.... Με το άρθρο 17 παρ.1 του Ν.4161/2013,που ισχύει από 14-6-2013 (2η έκδοση του άρθρου 9 παρ.2) ΦΕΚ Α 143/14-6-2013, τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη και ορίζεται ότι....<< 2.

Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας."...Επίσης, με το ίδιο άρθρο 17 παρ.2 του Ν.4161/2013 αντικαταστάθηκε το έβδομο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του Ν.3869/2010 (που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη) και ορίζεται ότι...<< Η μη τήρηση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται κατ` εφαρμογή της παραγράφου αυτής, επιτρέπει στον πιστωτή να κινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη και της μοναδικής κατοικίας του.

Δεν επιτρέπεται η καταγγελία της ρύθμισης της παρούσας παραγράφου αν δεν υπάρχει καθυστέρηση τεσσάρων τουλάχιστον μηνιαίων δόσεων. Αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, τότε οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία.>>.....

Δηλαδή, με την διάταξη αυτή ορίζεται ως αρνητική ουσιαστική προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 ο σύζυγος του οφειλέτη να μην διαθέτει ακίνητο, που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία. Ακολούθησε ο νόμος 4336/2015 (3η έκδοση του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010), που ισχύει από 14-8-2015 (ΦΕΚ Α -94/14-8-2015), ο οποίος διατήρησε την διάταξη του άρθρου 9 παρ.2, όπως είχε τροποποιηθεί με τον Ν.4161/2013 (2η έκδοση).

Στη συνέχεια η διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010 τροποποιήθηκε εκ νέου με τον Ν.4346/2015 (4η έκδοση), που ισχύει από 1-1-2016 (ΦΕΚ Α- 152/1-1-2016). Ο τελευταίος αυτός νόμος (που είναι ευνοϊκότερος για τον οφειλέτη), με το άρθρο 14 παρ.10 αυτού ορίζει, ότι...<< στο εδάφιο γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του Ν.3869/2010 οι λέξεις..<< και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία >> διαγράφονται, ενώ η φράση..<<θα χρησιμοποιηθεί ως κατοικία>> αντικαθίσταται με τη φράση...<<θα χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία>>..

Η ισχύς της 4ης ως άνω έκδοσης του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010 αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.11 του Ν.4346/2015, από 1-1-2016 και δεν καταλαμβάνει εκκρεμείς υποθέσεις, καθώς και αιτήσεις που έχουν κατατεθεί έως και 31-12-2015. Περαιτέρω, από τη σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010,όπως ίσχυε κατά τη 2η έκδοση αυτού (αυστηρότερη),που σύμφωνα με το Ν.4161/2013 (ισχύς από 14-6-2013) αφορά την ένδικη υπόθεση, δεδομένου ότι η αίτηση περί υπαγωγής στον Ν.3869/2010 ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 20-11-2013 και συζητήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στις 13-1-2017, δηλαδή υπό την ισχύ του Ν.4161/2013 (αφού η αίτηση είχε ήδη κατατεθεί έως την 31-12-2015), ενώ η έφεση του αναιρεσείοντος ΤΠΔ απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και συνεπώς επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση και συνακόλουθα, το Εφετείο δεν μπορούσε να εφαρμόσει τον νεότερο ευμενέστερο νόμο (άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ), συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρυμένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται κατ` αρχήν από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε έκαστο υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής - συναλλακτικής κοινωνίας.

Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού, συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Από τη γραμματική και μόνο διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 9 παρ.2 του νόμου, όπως ίσχυε κατά τη 2η έκδοση αυτού, υπό την οποία δημοσιεύτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων, που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας, κατ' ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο.

Συμπερασματικά, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι με την διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του Ν.3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να υποβάλει πρόταση στο Δικαστήριο για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από την εκποίηση. Σημειώνεται ότι η εξαίρεση από την εκποίηση δυνατό να αφορά και άλλα ακίνητα του οφειλέτη, πλην της κύριας κατοικίας αυτού.

Τέλος, η έννοια της κατοικίας παρέχεται από το άρθρο 51 ΑΚ. Στοιχείο απαραίτητο για τη συγκρότηση της κατοικίας είναι η ύπαρξη κτίσματος, αφού μόνο έτσι εξασφαλίζεται η σταθερότητα της διαμονής. Αν υπάρξει αμφισβήτηση τότε ο χαρακτηρισμός της κατοικίας ως κύριας αποτελεί αντικείμενο απόδειξης. Ο νόμος όμως επιτρέπει τη διάσωση και της δυνητικής κατοικίας, παρότι δεν χρησιμοποιείται πράγματι για κάποιους σοβαρούς λόγους, αλλά μπορεί στο μέλλον να χρησιμοποιηθεί, αρκεί να αποτελεί το μοναδικό του ακίνητο, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία (ΑΠ 486/2021, ΑΠ 632/2019).

Κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).

Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει, όταν με αυτόν υποστηρίζεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ή δεν δέχτηκε κάτι, ενώ από τον έλεγχο αυτής, κατ' άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 58/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με το να απορρίψει τον 4ο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο τούτο είχε ισχυριστεί, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να εξαιρέσει μόνο το διαμέρισμα του ισογείου της οικοδομής, επιφανείας 60 τ.μ.

που αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, όπως αυτή η διάταξη ίσχυε τότε, με ανεπίτρεπτη διασταλτική ερμηνεία της διάταξης, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το ν. 4346/2015, η οποία όμως δεν ίσχυε στην ένδικη αίτηση, δέχθηκε το αίτημα για εξαίρεση από την εκποίηση της δυνητικής κύριας κατοικίας της αιτούσας, ενώ τέτοια δυνατότητα δεν δινόταν από το νόμο και δη από το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το Ν. 4161/2013, κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάθεσης της αίτησης, ήτοι την 20-11-2013.

Ειδικότερα, το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον, είχε ισχυρισθεί με τον 4ο λόγο της, από 14-6-2017, εφέσεως του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής (σελ. 6) επακριβώς τα εξής : "4. Όπως εκτίθεται στην αίτηση, η αντίδικος έχει την επικαρπία κατά ποσοστό 100/00 σε ένα οικόπεδο εκτάσεως 210,00 τ.μ. που βρίσκεται μέσα στην πόλη της …, στην οδό ...

και ότι επί του οικοπέδου αυτού ανήγειρε διώροφη οικοδομή έως το στάδιο του σκυροδέματος (μπετόν) για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των δύο θυγατέρων της με σκοπό να την τελειώσουν με δικές τους δαπάνες, για να μπορέσουν να κατοικήσουν. Επί της οικοδομής αυτής έγινε σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών με την υπ' αριθμ. 63901/2007 πράξη της συμβ/φου Θηβών Ασημίνας Γκόγκου, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Με την πράξη σύστασης η αιτούσα έλαβε κατ' επικαρπία τις οριζόντιες ιδιοκτησίες του υπογείου (αποθήκες) με τα στοιχεία Υ1 και Υ2 εμβαδού 45,725 τ.μ. εκάστης ως και την επικαρπία σε δύο διαμερίσματα του πρώτου και δευτέρου ορόφου αντίστοιχα, εμβαδού 106,42 τ.μ. το καθένα. Η ψιλή κυριότητα επί των οριζοντίων αυτών ιδιοκτησιών ανήκει στις δύο θυγατέρες της.

Στην αίτηση αναφέρεται ότι οι θυγατέρες της αδυνατούν λόγω οικονομικών δυσχερειών να ολοκληρώσουν την κατασκευή των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, που βρίσκεται στο στάδιο του σκελετού από μπετόν αρμέ, και ως εκ τούτου δεν μπορούν να καλύψουν καμία στεγαστική ανάγκη. Για την κάλυψη των στεγαστικών της αναγκών η αιτούσα έκτισε σε μέρος του ισογείου αυθαίρετα ένα διαμέρισμα 60 τ.μ.

περίπου, το οποίο στη συνέχεια τακτοποίησε πολεοδομικά σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Στο διαμέρισμα αυτό διαμένει η αιτούσα. Στην αίτηση αναφέρεται ψευδώς ότι το διαμέρισμα αυτό ανήκει στη συγκυριότητα των θυγατέρων της αιτούσας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία. Όμως, αφού η αιτούσα έχει στην επικαρπία της το οικόπεδο επί του οποίου κτίσθηκε το διαμέρισμα αυτό, τούτο ανήκει στην επικαρπία της αιτούσας και κατά ψιλή κυριότητα στις δύο θυγατέρες της, όπως συμβαίνει και με τις άλλες οριζόντιες ιδιοκτησίες που προβλέπονται με την πράξη σύστασης.

Τούτο και μόνο το διαμέρισμα αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας και όχι και οι άλλες οριζόντιες ιδιοκτησίες (δύο αποθήκης και δύο διαμερίσματα) επί των οποίων η αιτούσα έχει την επικαρπία. Περαιτέρω, η αιτούσα, όπως η ίδια υποστηρίζει, αδυνατεί να ολοκληρώσει την οικοδομή, όπως και οι θυγατέρες της.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο την αίτηση, έπρεπε να εξαιρέσει από την εκποίηση μόνο το διαμέρισμα του ισογείου της οικοδομής επιφανείας 60 τ.μ., που αποτελεί την κατοικία της αιτούσας και ανήκει στην επικαρπία της, και να διατάξει την εκποίηση του δικαιώματος επικαρπίας της αιτούσας επί των άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, ήτοι των με τα στοιχεία Υ1 και Υ2 αποθηκών του υπογείου, εμβαδού 45,725 τ.μ.

εκάστης, του με τα στοιχεία Α διαμερίσματος του πρώτου ορόφου και του με τα στοιχεία Β διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου, εμβαδού 106,42 τ.μ. του καθενός. Έσφαλε επομένως και ως προς τούτο η εκκαλουμένη απόφαση και πρέπει να εξαφανισθεί". Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στο δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, για ανεπαρκή, άλλως ελλιπή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, στην ως άνω κρίση του περί εξαίρεσης από τη ρευστοποίηση και της "δυνητικής" κύριας κατοικίας της αιτούσης, που καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 9 παρ. 2 εδ.

δ'ΚΠολΔ.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες των ερευνώμενων συναφών λόγων αναίρεσης (για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010, όπως ίσχυε υπό την 2η έκδοση, υπό την ισχύ του Ν.4161/2013), προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το ζήτημα της εξαίρεσης από την ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας της αιτούσας και ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, με...τον τέταρτο λόγο έφεσης το εκκαλουν ισχυρίζεται..ότι η εκκαλουμένη έπρεπε να εξαιρέσει από την εκποίηση μόνο το διαμέρισμα του ισογείου της οικοδομής, επιφανείας 60 τ.μ.

που αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας και ανήκει στην επικαρπία της και να διατάξει την εκποίηση του δικαιώματος επικαρπίας επί των λοιπών οριζοντίων ιδιοκτησιών.... Από την επανεκτίμηση...αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα, η οποία στερείται πτωχευτικής ικανότητας,...ηλικίας 70 ετών, διαζευγμένη από το 1999 έχει αποκτήσει από τον γάμο της δύο ενήλικα τέκνα.

Εργαζόταν ως νοσηλεύτρια στο νοσοκομείο Θηβών, ενώ από 1-10-2012 λύθηκε η υπαλληλική της σχέση με το νοσοκομείο λόγω συνταξιοδότησης. Λαμβάνει σύνταξη.....947,91 ευρώ κατόπιν παρακρατήσεων ποσού 65 ευρώ το μήνα από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης, η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη...Η αιτούσα έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής και εξυπηρέτησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών της...Το γεγονός της μείωσης των εισοδημάτων της δεν μπορούσε να το προβλέψει κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων...το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών της αφορά στεγαστικό και επισκευαστικό δάνειο.

Ως εκ τούτου δεν συντρέχει δόλια αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της αιτούσας...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα έχει το δικαίωμα επικαρπίας κατά ποσοστό 100/100 σ' ένα οικόπεδο κείμενο εντός του Δήμου ... στη συνοικία " ..." επί παρόδου ... εκτάσεως 210 τ.μ. κατά τον τίτλο κτήσεως άρτιο και κατά παρέκκλιση οικοδομήσιμο μετά της επ' αυτού διώροφης οικοδομής, η οποία βρίσκεται στο στάδιο του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα και αποτελείται από τις υπό στοιχεία Υ1 και Υ2 αποθήκες του υπογείου 45,725 τμ εκάστη εξ αυτών αντίστοιχα, το υπό στοιχεία Α διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, επιφάνειας 106,42 τ.μ., που ανήκει κατ' επικαρπία και εφόρου ζωής στην αιτούσα και κατά το δικαίωμα ψιλής κυριότητας στην κόρη της Γ.

Α. Μ., και το υπό στοιχεία Β διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου επιφάνειας 106,42 τμ που ανήκει κατ' επικαρπία και εφόρου ζωής στην αιτούσα και κατά το δικαίωμα ψιλής κυριότητας στην κόρη της Ι. συζ. Γ. Γ. που προορίζεται για κύρια κατοικία. Σε μέρος του ισόγειου κτίσματος έχει χτιστεί μια αυθαίρετη κατασκευή, διαμέρισμα 60 τμ στην οποία έχει παρακρατήσει το δικαίωμα επικαρπίας η αιτούσα και αποτελεί την κύρια κατοικία της.

Ωστόσο, η ανωτέρω οικοδομή δεν έχει αποπερατωθεί και δεν υπάρχει οικονομική δυνατότητα να αποπερατωθεί, γιαυτό, αφενός μεν λόγω του ημιτελούς σταδίου στο οποίο βρίσκεται ολόκληρη η οικοδομή, αφετέρου δε λόγω της χαμηλής εμπορικής και αντικειμενικής τους αξίας, δεν πρόκειται να προκαλέσουν κανένα απολύτως αγοραστικό ή μισθωτικό ενδιαφέρον, και αν ακόμη υποτεθεί ότι θα υπήρχε σχετικό ενδιαφέρον, τυχόν ρευστοποίησή τους δεν πρόκειται να αποφέρει αξιόλογο τίμημα στους πιστωτές της αιτούσας.

Για όλους τους ανωτέρω λόγους, και με δεδομένο ότι ο ν. 3869/2010 δίνει την δυνατότητα εξαίρεσης από την εκποίηση, όχι μόνο της πρώτης και κύριας κατοικίας, αλλά και οποιουδήποτε ακινήτου περιουσιακού στοιχείου α) δύναται να χρησιμεύσει μελλοντικά ως πρώτη κατοικία του αιτούντος και β) δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον ή δε πρόκειται να αποφέρει αξιόλογο τίμημα στους πιστωτές, ορθώς το Δικαστήριο εξαίρεσε το δικαίωμα της επικαρπίας της αιτούσας επί της ανωτέρω οικοδομής, καθόσον η αυθαίρετη κατοικία που έχει νομιμοποιηθεί αποτελεί την πρώτη και κύρια κατοικία της, οι δε υπόλοιπες οριζόντιες ιδιοκτησίες, αφενός μεν είναι ανολοκλήρωτες, γεγονός που επιδρά αρνητικά στην εκδήλωση αγοραστικού ενδιαφέροντος, αφετέρου δε η αιτούσα έχει το δικαίωμα της επικαρπίας επί των ανωτέρω ιδιοκτησιών και όχι την πλήρη κυριότητά τους, γεγονός που εκμηδενίζει πλήρως την ύπαρξη οποιουδήποτε ενδιαφέροντος γι'αυτές.

Επομένως, πρέπει ν'απορριφθεί ο σχετικός λόγος έφεσης ως ουσία αβάσιμος". Με τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως αυτή ίσχυε τροποποιηθείσα με τον Ν. 4161/2013, ο οποίος είχε εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση, την οποία δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον.

Ειδικότερα, το Εφετείο ερευνώντας τον τέταρτο λόγο έφεσης, όπως αυτός αναπτύχθηκε πιο πάνω, τον απέρριψε ως ουσία αβάσιμο επειδή: α) η οικοδομή δεν είχε αποπερατωθεί, β) δεν υπήρχε οικονομική δυνατότητα να αποπερατωθεί, γ) ολόκληρη η οικοδομή βρισκόταν σε ημιτελές στάδιο, δ) η αντικειμενική και εμπορική αξία του ακινήτου ήταν χαμηλή, ε) δεν υπήρχε πιθανότης αγοραστικού ή μισθωτικού ενδιαφέροντος και ε) τυχόν ρευστοποίηση δεν επρόκειτο να αποφέρει αξιόλογο τίμημα στους πιστωτές της αιτούσας.

Για τους λόγους αυτούς, δεχόμενο ότι ο Ν. 3869/2010 δίνει την δυνατότητα εξαίρεσης από την εκποίηση, όχι μόνο της πρώτης και κύριας κατοικίας, αλλά και οποιουδήποτε ακινήτου περιουσιακού στοιχείου α) μπορεί να χρησιμεύσει μελλοντικά ως πρώτη κατοικία του αιτούντος και β) δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον ή δεν πρόκειται να αποφέρει αξιόλογο τίμημα στους πιστωτές, έκρινε ότι το δικαίωμα επικαρπίας της της αιτούσας επί της αυθαίρετης κατοικίας που έχει νομιμοποιηθεί, αποτελεί την κύρια κατοικία της και ότι οι υπόλοιπες ιδιοκτησίες: α) είναι ανολοκλήρωτες, γεγονός που επιδρά στην εκδήλωση αγοραστικού ενδιαφέροντος και β) ότι η αιτούσα έχει μόνο δικαίωμα επικαρπίας και όχι πλήρους κυριότητας επί των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών, γεγονός που εκμηδενίζει πλήρως την ύπαρξη οποιουδήποτε ενδιαφέροντος γι'αυτές. Με αυτές τις παραδοχές απέρριψε ως αβάσιμο τον ανωτέρω λόγο έφεσης και όχι επειδή δεν συνέτρεχε η επικαλούμενη από το αναιρεσείον, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης (20-11-2013) προϋπόθεση, ήτοι μη υπάρξεως ακινήτου του συζύγου, ικανού να αποτελέσει την κύρια κατοικία αυτής, δεδομένου μάλιστα ότι ήδη από το έτος 1999 ήταν διαζευγμένη. Ως εκ τούτου και οι δύο λόγοι αναίρεσης στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 302/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ.3 εδάφ.β' του ν.3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του πιο πάνω ν.3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 426/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-9-2020 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 2/1-10-2020 αίτηση του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων για αναίρεση της 302/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, που δίκασε ως Εφετείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ