1683/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1683/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β', 556, 558 και 577 Κ.Πολ.Δ., είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1683 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1683/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Γ. του Χ. και 2) Κ. Κ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Ζώη - Τσιγάρα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΑΕ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 1-11-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2011 αγωγή προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με την από 15-2-2012 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 164/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1η-11-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζαμπέτα Στράτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 1/11/2016 (με αριθμό κατάθεσης 39/3-11-2016) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 164/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρ. 681Α' Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το νόμο 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της τριετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (Ολ.ΑΠ 10/2018), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρ. 564 § 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 3ο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015).
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β', 556, 558 και 577 Κ.Πολ.Δ., είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
II. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΑΠ 6/2017, 11/2017, 14/2007).
Εξάλλου κατά το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 1/1997, ΑΠ 1708/2009, ΑΠ 1177/2011, ΑΠ 1250/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με την παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, η αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του υπ' αριθ. ...76 ΙΧΕ αυτοκινήτου του πρώτου των παρεμπιπτόντως εναγόντων (δευτέρου εναγομένου της κύριας αγωγής), Κ.
Κ., είχε αναληφθεί αρχικώς από την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΑΑΕ" με το υπ αριθ. 1...25286/02-07-2002 ασφαλιστήριο συμβόλαιο με έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης από τις 11-07-2002. Δυνάμει του αρχικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η ασφαλιστική κάλυψη συμφωνήθηκε για το χρονικό διάστημα από τις 11-07-2002 ως τις 11-01-2003, ενώ έκτοτε ανανεωνόταν διαρκώς ανά εξάμηνο, εκδιδομένων των αντίστοιχων ανανεωτηρίων (βλ.
τα υπ' αριθ. …. ανανεωτήρια συμβόλαια). Το τελευταίο ανανεωτήριο συμβόλαιο, ήτοι το υπ' αριθ. ... ανανεωτήριο, εκδόθηκε την 01-01-2008 και με αυτό η ασφαλιστική κάλυψη ανανεώθηκε για το χρονικό διάστημα από 11-01-2008 έως τις 11-07-2008. Εν συνεχεία, όμως, κατόπιν εντολής του ασφαλισμένου, ήτοι του ανωτέρω παρεμπιπτόντως ενάγοντος, που δόθηκε στον οικείο ασφαλιστικό πράκτορα, Τ.
Μ., προκειμένου να διαβιβασθεί στην προμνησθείσα ασφαλιστική εταιρία και να ακυρωθεί το σχετικό ανανεωτήριο συμβόλαιο, όπως κατωτέρω αναλυτικότερα εκτίθεται, εξεδόθη από την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΑΑΕ" η υπ' αριθ. 2...62589/16-04-2008 πρόσθετη πράξη ακύρωσης συμβολαίου, με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη υπέλαβαν ότι λύθηκε η μεταξύ τους σύμβαση.
Ανεξαρτήτως, όμως, της λύσης ή μη της σύμβασης ασφάλισης στη μεταξύ των μερών (εσωτερική) σχέση, το εν λόγω γεγονός, σε κάθε περίπτωση, ουδέποτε κοινοποιήθηκε από την ανωτέρω ημερομηνία και μέχρι την ημερομηνία επέλευσης του ατυχήματος στο Κέντρο Πληροφοριών του άρθρου 27β του π.δ/τος 237/1986, ούτε βέβαια παρήλθε η προθεσμία των 16 ημερών από την ούτως ή άλλως παραληφθείσα γνωστοποίηση (βλ.
την από 16-02-2012 βεβαίωση του Κέντρου Πληροφοριών, σύμφωνα με την οποία η ακύρωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του με αριθμό κυκλοφορίας ...76 ΙΧΕ αυτοκινήτου του Κ. Κ. δεν είχε γνωστοποιηθεί στην ανωτέρω Υπηρεσία μέχρι την ημερομηνία του ατυχήματος, ήτοι την 23-07-2010, από την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΑΑΕ"). Η εν λόγω γνωστοποίηση, όμως, όπως και η παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας των 16 ημερών, μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε στο π.δ. 237/1986 ο ν.3557/2007, είναι ο αναγκαίος όρος, προκειμένου η λύση της συμβάσεως ασφαλίσεως με νεώτερη έγγραφη αντισυμφωνία των μερών να είναι αντιτάξιμη στο ζημιωθέντα τρίτο, αλλά και να θεωρείται το όχημα ανασφάλιστο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη νομική σκέψη.
Καθώς, συνεπώς, οι ανωτέρω όροι δεν πληρούνται εν προκειμένω, το υπ' αριθ. ...76 ΙΧΕ αυτοκίνητο του πρώτου των παρεμπιπτόντως εναγόντων, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ανασφάλιστο έναντι των τρίτων. Ερευνητέο επομένως, αν η συμβατική σχέση ασφαλιστή - ασφαλισμένου στην εσωτερική σχέση όντως λύθηκε και, σε αρνητική περίπτωση, αν η επίκληση των εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως δικαιωμάτων είναι καταχρηστική, όπως κατ' ένσταση υποστηρίζει η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, στοιχεία τα οποία, αμφότερα, είναι προκριματικού χαρακτήρα για την απόφανση επί της βασιμότητας της παρεμπίπτουσας αγωγής.
Επί του θέματος αυτού, αποδείχθηκαν ειδικότερα τα ακόλουθα: Ο πρώτος παρεμπιπτόντως ενάγων, Κ. Κ., ιδιοκτήτης του υπ' αριθ. κυκλοφ. ...76 ΙΧΕ αυτοκινήτου, ενόψει και του ότι το εν λόγω όχημα είχε για την οικογένειά του δευτερεύουσα χρήση και δεν μετακινείτο ιδιαίτερα (βλ. τα όσα κατέθεσε σχετικώς ανωμοτί ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), τον Μάρτιο του 2008 αποφάσισε συνειδητά να επιδιώξει τη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως, η οποία δυνάμει του υπ' αριθ. .../01-01-2008 ανανεωτηρίου συμβολαίου είχε ανανεωθεί για το χρονικό διάστημα από 11-01-2008 έως 11-07-2008.
Στο πλαίσιο αυτό έδωσε προφορική εντολή προς τον πράκτορα της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας, Τ. Μ., ο οποίος χειριζόταν ζητήματα σχετικά με το εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, να διαβιβάσει προς την ασφαλιστική εταιρία πρόταση λύσης της σύμβασης. Πράγματι, ο ανωτέρω διαβίβασε προς την ασφαλιστική εταιρία, επιστολή με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Παρακαλώ να ακυρώσετε από έναρξη το ...76 (...) λόγω μη αποδοχής από τον πελάτη του συμβολαίου".
Το κείμενο αυτό παρελήφθη από την ασφαλιστική εταιρία, η οποία για το λόγο αυτό προέβη στις 16-04-2008 στην έκδοση της υπ' αριθ. 2...62589 πρόσθετης πράξης, με την οποία "ακυρωνόταν" το εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Οι παρεμπιπτόντως ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι ουδόλως τελούσαν σε γνώση των αμέσως ως άνω προαναφερθέντων, ότι ο πρώτος εξ αυτών είχε αναθέσει ζητήματα ασφάλισης των πλειόνων αυτοκινήτων της οικογενείας του σε κάποιο θείο του, ασχολούμενο με ασφάλειες και ότι όταν, μετά το ατύχημα, πληροφορήθηκαν την ακύρωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου εξεπλάγησαν.
Ο εν λόγω ισχυρισμός τους δεν κρίνεται αληθής. Αντιθέτως, καταρρίπτεται από σειρά γεγονότων, όπως, κατά πρώτον, ότι αμέσως μετά την επέλευση του ατυχήματος, κατά τη σύνταξη της οικείας έκθεσης αυτοψίας από τους αστυνομικούς του Τ.Τ. Ιωαννίνων, το εν λόγω όχημα δηλώθηκε ως ανασφάλιστο, ενώ η τυχόν πλάνη του δηλούντος είναι πλέον ή βέβαιον ότι θα τον είχε οδηγήσει στο να δηλώσει το ζημιογόνο όχημα ως ασφαλισμένο στην εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΑΑΕ", όπερ, όμως, δεν συνέβη. Είναι, άλλωστε, δυσχερές να καταστεί αντιληπτό το πώς από τη μία πλευρά οι παρεμπιπτόντως ενάγοντες θεωρούσαν την ασφαλιστική σύμβαση του εν λόγω οχήματός τους ως διαρκώς ανανεούμενη, καθ' όν χρόνο εις ουδεμία δαπάνη προέβαιναν για την εν λόγω ανανέωση. Η έμμεση μετακύλιση της ευθύνης στο θείο του παρεμπιπτόντως ενάγοντος, ο οποίος φέρεται, κατά τους ισχυρισμούς του τελευταίου, πως διαχειριζόταν το σύνολο των ασφαλιστηρίων συμβολαίων για όλα τα οχήματα του ανωτέρω και ο οποίος ήταν και ο μόνος που γνώριζε το ζήτημα της ακυρώσεως του συμβολαίου, δεν κρίνεται πειστική.
Άλλωστε, τυχόν ακύρωση, θα απέφερε ένα άμεσο οικονομικό όφελος στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα λόγω της μη καταβολής ασφαλίστρων, το οποίο είναι αδύνατο να μην έγινε αντιληπτό από αυτόν. Ενισχυτικό δε της κρίσης αυτής είναι και το γεγονός ότι ο ανωτέρω, ως ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου και υπεύθυνος για την κυκλοφορία του, θα είχε αναζητήσει και παραλάβει το ειδικό σήμα ασφάλισης, το οποίο πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε περίπτωση τροχονομικού ελέγχου, κάτι το οποίο δεν έπραξε.
Αποδεικνύεται, συνεπώς, πως ο ως άνω παρεμπιπτόντως ενάγων προέβη σε σχετική δήλωση βούλησης "ακύρωσης του συμβολαίου", η οποία, μάλιστα, έγινε αποδεκτή από την παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την έκδοση της προμνησθείσας πρόσθετης πράξης ακύρωσης. Η ως άνω, από 31-03-2008, δήλωση βούλησης ακύρωσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που διαβιβάστηκε στην ασφαλιστική εταιρία δι' αντιπροσώπου, δε δύναται να ερμηνευθεί ως δήλωση εναντίωσης στην ανανέωση του συμβολαίου κατ' άρθρο 11Α παρ. 4 του π.δ/τος 237/1986, καθόσον δεν έλαβε χώρα πριν από 30 ημέρες από την ανανέωση του συμβολαίου, στις 11-01-2008, ούτε γνωστοποιήθηκε προς την ασφαλιστική εταιρία με συστημένη επιστολή ή επί αποδείξει, ήτοι με απόδειξη παραλαβής υπογεγραμμένη από τον εκπρόσωπο της ασφαλιστικής εταιρίας και επιστραφείσα στον αποστολέα της.
Επιπλέον, δε δύναται να θεωρηθεί και ως καταγγελία της σύμβασης από τον ασφαλισμένο, η οποία είναι μεν δυνατή κατά πάντα χρόνο και χωρίς επίκληση οιουδήποτε λόγου από τον τελευταίο, πρέπει, όμως, η σχετική γραπτή δήλωση να επιδοθεί στην ασφαλιστική εταιρία, προκειμένου να επέλθουν τα έννομα αποτελέσματα στην εσωτερική σχέση και δη χωρίς τη δημιουργία οιασδήποτε αμφισβήτησης αναφορικά με τον ακριβή χρόνο επιδόσεως, από τον οποίο και μόνο αφετηριάζεται η προθεσμία των τριάντα ημερών για την ενεργοποίηση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας στην εσωτερική σχέση, σύμφωνα με το άρθρο 11Α παρ. 2 του π.δ/τος 237/1986.
Τέτοια επίδοση καταγγελίας επί αποδείξει δεν έλαβε χώρα, αφού απλώς διαβιβάστηκε η από 31-03-2008 δήλωση βούλησης ακύρωσης της σύμβασης σε μη επακριβώς διευκρινισθείσα ημερομηνία. Αλλά ούτε και νεώτερη αντίθετη και έγκυρη, καταργητική της συμβάσεως ασφαλίσεως συμφωνία έλαβε χώρα μεταξύ των μερών, καθόσον δεν τηρήθηκε ο συστατικός έγγραφος τύπος που θεσπίστηκε για πρώτη φορά με το άρθρ. 11Α του πδ/τος 237/1986 το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 9 του ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α' 100/14.5.2007), σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα πρόταση της παρούσας.
Τέτοια έγγραφη σύμβαση δεν καταρτίστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση και, συνεπώς, η σύμβαση δε δύναται, κατ αρχάς, να θεωρηθεί ότι έχει λυθεί στην εσωτερική σχέση. Εντούτοις, η επίκληση των εκ της μη λυθείσας κατά τα ως άνω σύμβασης, δικαιωμάτων, από την πλευρά των παρεμπιπτόντως εναγόντων πληροί το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ και αποτελεί καταχρηστική άσκηση του οικείου δικαιώματός τους κατ' αποδοχή του σχετικώς προταθέντος από την παρεμπιπτόντως εναγομένη ισχυρισμού.
Ειδικότερα, οι παρεμπιπτόντως ενάγοντες, με πληθώρα σαφών και θετικών ενεργειών και παραλείψεων και εν γένει με καταλογιστή σε αυτούς συμπεριφορά, δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση στην παρεμπιπτόντως εναγομένη ότι ουδέποτε πρόκειται να επικαλεστούν δικαιώματα εκ της συγκεκριμένης συμβάσεως. Δεν έπαψαν απλώς να καταβάλλουν ασφάλιστρα, οπότε και η ασφαλιστική εταιρία θα μπορούσε να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης για το λόγο αυτό ή να επιδιώξει την είσπραξη των ασφαλίστρων, αλλά προέβησαν σε θετικές ενέργειες σαφούς περιεχομένου, από τις οποίες κατά τρόπο αναντίρρητο, συναγόταν η πρόθεση αποδέσμευσης από τη σύμβαση.
Απέστειλαν την από 31-03-2008 δήλωση βούλησης "ακύρωσης" του συμβολαίου και έκτοτε έπαψαν να καταβάλουν ασφάλιστρα, μη αιτηθέντες καθ' οιονδήποτε χρόνο την ανανέωση της σύμβασης. Με τα ως τότε κρατούντα, μάλιστα, ήτοι με βάση το προ του ν. 3557/2007 παγιωμένο νομοθετικό καθεστώς, τούτες οι ενέργειες αρκούσαν για τη λύση της σύμβασης, αφού πληρούσαν τον όρο της νεότερης και κατ' άρθρο 361 ΑΚ έγκυρης προφορικής αντισυμφωνίας κατάργησης της ασφαλιστικής σύμβασης.
Αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη υπελάμβαναν, μάλιστα, ευλόγως τη σύμβαση ως λυθείσα, αφού η μεν ασφαλιστική εταιρία ουδέποτε ήγειρε αξιώσεις εκ της συμβάσεως, οι δε ασφαλισμένοι είχαν τη σχετική συνείδηση, όπως αποτυπώνεται εναργώς στην προς τους αστυνομικούς δήλωσή τους κατά την ημέρα του ατυχήματος ότι το όχημα ήταν ανασφάλιστο.
Επιβεβαιώνεται δε η κρίση αυτή και από το γεγονός ότι ο πρώτος των παρεμπιπτόντως εναγόντων, ιδιοκτήτης του οχήματος, όχι μόνο δεν κατέβαλε ασφάλιστρα για ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα, άνω των δύο ετών, αλλά προσέτι καθ' όλο το μεγάλο αυτό διάστημα δεν ανεζήτησε και δεν παρέλαβε το ειδικό σήμα ασφάλισης, η απουσία του οποίου θα εξέθετε τον ίδιο και όποιον άλλο κυκλοφορούσε το όχημα και σε ποινικές ευθύνες.
Διαμορφώθηκε, συνεπώς, μία κατάσταση, η ανατροπή της οποίας ουδόλως δικαιολογείται από την καλή πίστη, λαμβανομένης υπόψη της έντονα αντιφατικής συμπεριφοράς των παρεμπιπτόντως εναγόντων, η δε άσκηση των εκ της ασφαλιστικής σύμβασης δικαιωμάτων υπερβαίνει τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό, για τον οποίο αυτά χορηγήθηκαν.
Η συμπεριφορά, δηλαδή, των δικαιούχων που προηγήθηκε, αλλά και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, όπως και οι εν γένει περιστάσεις, χωρίς κατά νόμο να επάγονται την απόσβεση του εκ της σύμβασης δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 8/2001 Ελλ Δνη 42.382, ΟλΑΠ 33/2005 ΕλλΔνη 46.1033, Ολ.ΑΠ 7/2002 ΝοΒ 2003.648, ΑΠ 701/2009, ΑΠ 466/2008, ΑΠ 263/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1618/2006 ΕλλΔνη 47.1644).
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε, ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν, την προβληθείσα από την παρεμπιπτόντως εναγομένη, ήδη τρίτη εφεσίβλητη, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος των εκκαλούντων και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή τους, ορθώς εφήρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, ο δε δεύτερος και τελευταίος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος".
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, στις οποίες στήριξε την παραδοχή της προβληθείσας από την εναγομένη νομοτύπως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφερθείσας στη δευτεροβάθμια δίκη ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος των εναγόντων και την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημιώσεως, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., απορριπτόμενων, ως αβάσιμων, των ειδικότερων αιτιάσεων των αναιρεσειόντων α) ότι το Εφετείο απαίτησε λιγότερα στοιχεία των πράγματι αναγκαίων για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως και β) ότι η μακρά καθυστέρηση πληρωμής των ασφαλίστρων σε συνδυασμό με τη μη παραλαβή του ειδικού σήματος ασφάλισης δεν συγκροτούν καταχρηστική συμπεριφορά των εναγόντων, που να αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 9 του νόμου 3.557/2007.
Επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που περιέχονται στον ως άνω λόγο αναίρεσης περί μη λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης, λόγω μη τήρησης των υπό του νόμου τασσομένων προϋποθέσεων, προτείνονται αλυσιτελώς και δεν ασκούν έννομη επιρροή αφού το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε την κρίση του για την απόρριψη της ένδικης αγωγής στην καταχρηστική άσκηση του δι' αυτής ασκηθέντος δικαιώματος και όχι στην λύση της ασφαλιστικής σύμβασης, για την οποία δέχθηκε ότι δεν δύναται να θεωρηθεί ότι έχει λυθεί.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ' ουσία, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 176, 183 και 495 § 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1η-11-2016 (με αριθμό καταθέσεως 39/3-11-2016) αίτηση για αναίρεση της 164/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ