Legislator Case Law & Legislation
1683/2013 AI generated

Supreme Court orders joint retrial of two appeals to verify finality of prior judgment against absent co-defendant.

Case Number 1683/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court ordered the joinder and retrial of two separate appeals filed against a final judgment. The appellants argued that the lower court erred in declaring the parties necessary co-litigants and in rendering a decision without the presence of a co-appellant. The court ruled that while the appeals must be heard together to avoid contradictory rulings, the procedural defect regarding the absent party's finality requires further examination. Consequently, the court mandated a new hearing to verify if the contested judgment had become legally final regarding the absent co-appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 246 and 573(1) of the Code of Civil Procedure; Article 76(1a) of the Code of Civil Procedure: When necessary co-litigants are involved, appeals must be joined to prevent contradictory decisions, but procedural defects such as the lack of finality of a prior judgment against an absent party require a retrial to ensure proper adjudication.

Keywords

AI generated
necessary co-litigants joinder of appeals finality of judgment absence of party retrial of proceedings contradictory decisions Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 246 and 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 76(1a) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1683 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1683/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Δ. του Α. και 2. Π. Θ. του Σ., συζ. Χ. Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Βαρδάκα.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.

Των Α και Β αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Σ. του Ε., 2. Σ. Σ. του Ε. και 3. Μ. Σ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γουλιέλμο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 165/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2013/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν α)οι αναιρεσείοντες με την από 30-12-2009 αίτησή τους και β)η αναιρεσείουσα με την από 12-1-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε τις από 2-2-2012 έκθεσεις του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Χρυσοστόμου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες από 30-12-2009 και 12-1-2010 αιτήσεις αναιρέσεως με αίτημα αμφοτέρων την αναίρεση της 2013/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, επειδή είναι προδήλως συναφείς μεταξύ τους και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1α ΚΠολΔ; "Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους, ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους".

Η διάταξη αυτή προσδίδει ευρύτερα όρια στην έννοια της αναγκαστικής ομοδικίας, αφού αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, στις οποίες, αν και δεν υπάρχει κίνδυνος συγκρούσεως δεδικασμένου, δεν νοείται όμως η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, αλλά κατά τους κανόνες της λογικής και του δικαίου επιβάλλεται η έκδοση όμοιας αποφάσεως.

Έτσι, αναγκαστική ομοδικία υφίσταται και σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει πλήρης ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης κάθε ομοδίκου, καθόσον η λογική αναγκαιότητα επιβάλλει την έκδοση όμοιας αποφάσεως και, συνεπώς, δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων. Κατά δε την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου 76, η άσκηση ενδίκου μέσου από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους έχει αποτέλεσμα και για εκείνους που δεν το άσκησαν, δηλαδή, αν αναγκαίος ομόδικος ασκήσει ένδικο μέσο, θεωρείται από το νόμο ότι αυτό το ασκούν και οι υπόλοιποι ομόδικοι παρ' όλο ότι αδράνησαν, έστω και αν έχει παρέλθει ως προς αυτούς η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου.

Στην περίπτωση αυτή, οι ομόδικοι, που δεν άσκησαν το ένδικο μέσο, πρέπει να καλούνται στη συζήτηση αυτού (άρθρα 76 παρ. 3, 110 ΚΠολΔ) και, αν δεν κληθούν και δεν εμφανισθούν αυτόκλητα, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση του ενδίκου μέσου ως προς όλους τους διαδίκους, κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ (βλ.

ΑΠ 82/1981) Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύει το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.

Εξάλλου, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο ασκήσεως του ένδικου μέσου της αναιρέσεως, και συγκεκριμένα κατά το χρόνο καταθέσεως του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται η δυνατότητα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους του (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην αποφάσεως αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.

β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευση τους. Αντιθέτως δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση (ΑΠ Ολομ. 11/1998, 15/2001), καθιερώνεται δηλαδή η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.

Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση αποφάσεως (με την προσκομιδή των σχετικών αποδεικτικών επιδόσεως ή πιστοποιητικό του αρμόδιου γραμματέα κ.λ.π.), τότε η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 430/2009, 12/2011). Τέλος, κατά το άρθρο 254 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 9 ν. 2915/2001 και εφαρμόζεται και στη δίκη για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), "Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.

Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζητήσεως".

Στην προκειμένη περίπτωση με την 2013/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγινε δεκτή η έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της 165/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, που είχε απορρίψει ως καταχρηστική την από 25-4-2005 αγωγή τους. με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι: α) ο πρώτος εναγόμενος ακύρως εκποίησε με πώληση με το αναφερόμενο στην αγωγή συμβόλαιο στους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων διαμέρισμα του 4ου ορόφου στην υπό ανέγερση πολυκατοικία σε οικόπεδο ιδιοκτησίας τους, λόγω υπερβάσεως εκ μέρους του της πληρεξουσιότητας που του είχαν χορηγήσει οι ίδιοι ως οικοπεδούχοι, β) οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα του εν λόγω διαμερίσματος, παρά τη μεταγραφή του συμβολαίου στο οικείο Υποθηκοφυλακείο και γ)/ η τέταρτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ακύρως ενέγραψε προσημείωση υποθήκης στο εν λόγω ακίνητο για την εξασφάλιση στεγαστικού δανείου, που είχε χορηγήσει στους δεύτερο και τρίτη, ενόψει της εκ μέρους τους αγοράς του διαμερίσματος τούτου από τον πρώτο εναγόμενο.

Το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφαση του, η οποία εκδόθηκε ερήμην του Α. Κ. του Κ., υπό την ιδιότητα του ως εφεσίβλητου στην έφεση που άσκησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι, μεταξύ άλλων, και κατ' αυτού, αφού έκρινε ότι οι εναγόμενοι και εφεσίβλητοι τυγχάνουν μεταξύ τους αναγκαίοι ομόδικοι, (όπως και είναι, καθόσον δεν νοείται στην παρούσα υπόθεση η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, ενόψει του ότι υπάρχει ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης για τον κάθε ομόδικο και κατά τους κανόνες της λογικής του δικαίου επιβάλλεται η έκδοση όμοιας αποφάσεως) δέχθηκε την αγωγή στο σύνολο της ως ουσιαστικά βάσιμη.

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν τις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως οι δεύτερος, τρίτη και τετάρτη των εναγομένων - εφεσίβλητων, οι οποίοι και επισπεύδουν τη συζήτηση, επικαλούμενοι κλήτευση τόσο των αναιρεσίβλητων - εναγόντων, για τους οποίους και προσκομίζουν τις οικείες εκθέσεις επιδόσεως, καθώς και κλήτευση στη συζήτηση αυτή του απολειπομένου και συνεναγομένου με αυτούς τόσο στην ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης δίκη επί της αγωγής όσο και ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης δίκη επί της εφέσεως των εναγόντων - αναιρεσίβλητων .Α.

Κ. του Κ., κατοίκου ..., (βλ. την .../25-10-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Κατερίνης …) χωρίς ωστόσο να προκύπτει αν κατά το χρόνο ασκήσεως αυτής είχε καταστεί ή όχι τελεσίδικη η προσβαλλόμενη ερήμην αυτού εκδοθείσα απόφαση, μη υποκείμενη σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, κατά τη μελέτη και διάσκεψη της υποθέσεως παρουσιάστηκαν τα εν λόγω κενά και αμφίβολα σημεία, αναφορικά με τη συνδρομή ή όχι της απαιτούμενης κατά νόμο τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στοιχείο το οποίο εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως και το οποίο χρειάζεται συμπλήρωση και διευκρίνιση.

Επομένως, πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο ως προς αμφότερες τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις, προκειμένου να προσκομισθούν με επιμέλεια των αναιρεσειόντων τα προαναφερόμενα, από τα οποία να προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη ως προς τον Α. Κ. του Κ..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 30-12-2009 και 12-1-2010 αιτήσεις για αναίρεση της 2013/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο των αιτήσεων, προκειμένου να προσκομισθούν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό με επιμέλεια των αναιρεσειόντων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2013

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ