1683/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/11/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 248/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/11/2011 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1683/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η δημοσιότητα δεν είναι συστατικός τύπος, έχει όμως σημασία διότι μόνον αν τα στοιχεία αυτά υποβληθούν στις διατυπώσεις δημοσιότητας αντιτάσσονται στους τρίτους, ενώ σε αντίθετη περίπτωση μόνον οι τρίτοι και όχι η εταιρία μπορούν να τα επικαλεσθούν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28§1 του Συντάγματος, 1§1 και 3 εδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1683 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1683/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Ζ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίδημο Βεργούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/11/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 248/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/11/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 7/9/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15-11-2011 αιτήσεως του Ζ. Θ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 248/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του αρ. 281 ΑΚ, δηλ. της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τ" αρ. 174 και 180 ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιστάσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, εξαιτίας προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι η διεκδίκηση από τον μισθωτό των νομίμων δικαιωμάτων του από την εργασιακή σχέση.
Δεν θεωρείται, όμως, καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους του ή προς συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη του, εξαιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης ή πλήττεται σοβαρά το όνομα, η φήμη και η αξιοπιστία της προς τους συναλλασσομένους με αυτήν και γενικότερα προς τον κόσμο των συναλλαγών (Α.Π. 869/2009, 414/2008).
Εξάλλου, με το άρθρο 18 παρ.1 και 3 του κωδικοποιημένου Ν. 2190/1920 για τις ανώνυμες εταιρίες, ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας. Ειδικότερα, καθορίζεται, ότι το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρίας, ενεργώντας συλλογικά, εκπροσωπεί την εταιρία δικαστικώς και εξωδίκως και ότι το καταστατικό της μπορεί να ορίσει ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα τα οποία να εκπροσωπούν την εταιρία γενικώς ή σε ορισμένου είδους πράξεις.
Εξάλλου, με το άρθρο 22 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι το Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρίας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση, στη διαχείριση της περιουσίας της και στην επίτευξη των σκοπών της γενικά και ότι το καταστατικό της μπορεί να ορίζει θέματα πάνω στα οποία η εξουσία του Δ.Σ.
ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη του ή από τους διευθυντές της εταιρίας, με ανάλογο περιορισμό της παραγράφου 2 του άρθρου 18. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του Α.Κ., συνάγεται ότι το Δ.Σ. αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την Α.Ε. και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας, απέναντι στην εταιρία, πρόσωπο διαφορετικό από αυτή, αλλά όργανό της.
Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσωπήσεως της Α.Ε. και διαχειρίσεως της περιουσίας της επιτρέπεται κατά τις πιο πάνω διατάξεις να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει με το καταστατικό σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος στον οποίο μεταβιβάστηκε η εξουσία του Δ.Σ., είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρίας που εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό.
Για το λόγο αυτό ο δεσμός του με την εταιρία είναι ίδιος με το δεσμό του Δ.Σ. με την εταιρία και εντελώς διαφορετικός από εκείνο μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου. Τέλος, κατά το άρθρο 7α περ. γ' του ως άνω κωδικοποιημένου ν. 2190/1920 σε δημοσιότητα υποβάλλονται ο διορισμός και η για οποιοδήποτε λόγο παύση με τα στοιχεία ταυτότητας των προσώπων που ασκούν τη διαχείριση της εταιρίας ή έχουν την εξουσία να το εκπροσωπούν από κοινού ή μεμονωμένα.
Η δημοσιότητα δεν είναι συστατικός τύπος, έχει όμως σημασία διότι μόνον αν τα στοιχεία αυτά υποβληθούν στις διατυπώσεις δημοσιότητας αντιτάσσονται στους τρίτους, ενώ σε αντίθετη περίπτωση μόνον οι τρίτοι και όχι η εταιρία μπορούν να τα επικαλεσθούν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28§1 του Συντάγματος, 1§1 και 3 εδ.
β, 5 §1 του α.ν. 539/1945, 1§1 στοιχ. ε" της υπ' αρ. 52/1936 Διεθνούς Συμβάσεως "Περί κανονικών κατ' έτος αδειών μετ' αποδοχών" η οποία κυρώθηκε με το ν. 2081/1952, 3 του ν.δ. 3755/1957, με το οποίο προστέθηκε στην§1 του άρθρου 5 του α.ν. 539/1945, δεύτερο εδάφιο, προκύπτει ότι η εξαίρεση των εργαζομένων σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας από τις διατάξεις του α.ν. 539/1945, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικοί κανονισμοί των επιχειρήσεων αυτών δίνουν το δικαίωμα για ετήσια άδεια με αποδοχές, διάρκειας τουλάχιστον ίσης προς εκείνη της άδειας που προβλέπεται από τον α.ν. 539/1945, που αναφέρθηκε παραπάνω, δεν επεκτείνεται και στην αυτοτελή και ανεξάρτητη από τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού πρόβλεψη της κύρωσης που θεσπίζεται με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957, η οποία έχει τη μορφή αστικής ποινής και αφορά στην υποχρέωση του εργοδότη, ο οποίος αρνήθηκε την χορήγηση στον εργαζόμενο της νόμιμης κατ' έτος αδείας του, μέχρι τη λήξη του αντίστοιχου έτους, να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας, προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%.
Ακόμη, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τη διάταξη της§1 του άρθρου 4 του ίδιου ως άνω α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3§15 του Ν. 4504/1966, με την οποία ορίζεται ότι "Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως.
Πάντως, το ήμισυ τουλάχιστον των κατ' έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιώνται εντός του από 1ης Μαΐου μέχρι 30ης Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνο εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ' αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχει την άδειαν έστω και αν δεν εζητήθη αυτή υπό του μισθωτού", προκύπτει σαφώς, ότι δεν επιτρέπεται, ούτε με συμφωνία μεταξύ του εργαζόμενου και του εργοδότη, η μεταφορά των ημερών της προαναφερόμενης ετήσιας άδειας του τελευταίου, που δεν του χορηγήθηκαν από τον εργοδότη στο επόμενο- ή στα μεθεπόμενα έτη, με συνέπεια να είναι ανίσχυρη τέτοια συμφωνία και ο εργοδότης ο οποίος δεν χορήγησε πλήρη την κανονική άδεια στο μισθωτό του, κατά τη διάρκεια του έτους που αυτή αφορά, να είναι υποχρεωμένος, από το τέλος του αντίστοιχου έτους να καταβάλει σ' αυτόν τις αντίστοιχες προς τις ημέρες αυτές αποδοχές αδείας με προσαύξηση κατά 100%, μη δυνάμενος να εκπληρώσει τη συγκεκριμένη υποχρέωσή του προς το μισθωτό με τη χορήγηση σ" αυτόν των παραπάνω ημερών αδείας και το συμψηφισμό αυτών προς το ανύπαρκτο σύνολο συσσωρευμένων ημερών άδειας περασμένων ετών, που δεν του χορηγήθηκαν, ενώ η ως άνω προσαύξηση 100% αφορά μόνον στις αποδοχές και όχι και στο επίδομα αδείας, αφού ο νόμος αναφέρεται ρητά στις αποδοχές αδείας και όχι στο επίδομα (Ολ.ΑΠ 32/2005), η δε προβλεπόμενη στην §1 του άρθρου 4 του ανωτέρω α.ν 539/1945, όπως αυτός συμπληρώθηκε με το άρθρο 3§15 του ν. 4504/1966, υποβολή αίτησης του μισθωτού προς χορήγηση της αδείας του, το πολύ εντός διμήνου από την ημέρα υποβολής της, αποσκοπεί μόνο στον προσδιορισμό των χρονικών ορίων, μέσα στα οποία υπάρχει η υποχρέωση του εργοδότη να χορηγήσει αυτή και δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την άσκηση από τον εργαζόμενο του σχετικού δικαιώματος του λήψεως αυτής.
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 174, 680, 679 του ΑΚ, μ' εκείνες των άρθρων 8 του ν.2112/1920, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 του Α.Ν. 537/1936, 2§1, 3§1 και 25§2 του Ν. 3239/1955 και 5§5 του αναφερόμενου και παραπάνω α.ν. 539/1945, συνάγεται σαφώς ότι είναι ανίσχυρη η δήλωση του μισθωτού με την οποία παραιτείται από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του.
Η ακυρότητα αυτή αφορά στα ελάχιστα όρια των μισθών και αποζημιώσεων των εργαζομένων που προβλέπονται από το νόμο, τις ΕΣΣΕ ή άλλες κανονιστικές διατάξεις. Εξάλλου η υπ' αριθ. 93/104/ΕΚ Οδηγία εκδόθηκε με βάση το άρθρο 118 Α της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ έχουν αντικατασταθεί από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) και καθορίζει, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, τις στοιχειώδεις προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας, όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας.
Το τμήμα II της Οδηγίας προβλέπει τα μέτρα που υποχρεούνται να λαμβάνουν τα κράτη μέλη, ώστε κάθε εργαζόμενος να διαθέτει ελάχιστη περίοδο ημερήσιας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης, καθώς και ετήσια άδεια μετ" αποδοχών. Ρυθμίζει επίσης το χρόνο διαλείμματος και την ανώτατη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας. Όσον αφορά την ετήσια άδεια, το άρθρο 7 της οδηγίας ορίζει τα εξής "1 .Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζόμενους ετήσια άδεια μετ' αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας. 2.Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ" αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνο σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης".
Περαιτέρω, το άρθρο 17 της οδηγίας προβλέπει την ευχέρεια παρεκκλίσεων, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, από διάφορες διατάξεις της οδηγίας αυτής, χωρίς να αναφέρει σχετικώς το άρθρο 7. Η Οδηγία καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τις 2 Αυγούστου 2004 από την Οδηγία 2003/88/ΕΚ της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕΕ 299, σελ. 9).
Το άρθρο 7 της Οδηγίας παρέμεινε αμετάβλητο. Ταυτόσημη είναι και η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 7 παρ. 2 του Π.Δ. 88/1999, με το οποίο η άνω οδηγία ενσωματώθηκε στο εσωτερικό μας δίκαιο, σύμφωνα με την οποία η ελάχιστη περίοδος ετήσιας αδείας μετ' αποδοχών μπορεί να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση, μόνο σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.
Από τη σαφή γραμματική διατύπωση, αλλά και από το πνεύμα και το σκοπό των παραπάνω διατάξεων, δηλαδή τόσο του άρθρου 7 παρ.2 της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, όσο και του άρθρου 7 παρ.2 του Π.Δ 88/1999, συνάγεται ότι η απαγόρευση της αντικατάστασης της ετήσιας άδειας με χρηματική αποζημίωση που θεσπίζει η διάταξη αυτή, αναφέρεται στο ημερολογιακό έτος, εντός του οποίου υποχρεούται ο εργοδότης σε χορήγηση της άδειας και έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει στο μισθωτό την ανάπαυση και την ανανέωση των δυνάμεών του, κάθε έτος, για το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα, δεν μπορεί, δε, να συναχθεί από τη συγκεκριμένη διάταξη συμπέρασμα ότι στην περίπτωση που δεν χορηγηθεί η άδεια μέχρι τη λήξη του έτους στο οποίο αφορά, ο μισθωτός έχει υποχρέωση να δεχτεί την αυτούσια χορήγησή της σε επόμενο έτος, σωρευτικά με την άδεια του έτους εκείνου, μη δικαιούμενος να ζητήσει την προβλεπόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας αποζημίωση, λόγω μη χορηγήσεως της αδείας.
Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α)κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. (Ολ.ΑΠ 43/2005).
Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ" αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή (Ολ.Α.Π. 6/2009).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 περ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα, όταν ο δικαστής :
α) προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή, που έχει, β) εφάρμοσε μη εφαρμοστέο κανόνα, για τον οποίο δεν υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις και γ) παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις του. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους {(αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1 /1999)}.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Αν η ασάφεια, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα τω αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων ή την εκτίμηση εγγράφου ή παράβαση των δικονομικών διατάξεων, ο σχετικός λόγος απορρίπτεται, ως απαράδεκτος. Τα επιχειρήματα εξάλλου, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, τα εξής (μεταξύ άλλων) πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών προσλήφθηκε από την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία στις 19-10-1992 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εντάχθηκε στο διοικητικό -λογιστικό κλάδο με βαθμό τμηματάρχη Β' και τοποθετήθηκε σε θέση υποδιευθυντή στο κατάστημα της οδού ...
στη ... με μηνιαίες αποδοχές 550.000 δραχμές. Ο ενάγων είναι έγγαμος με ένα τέκνο, και γεννήθηκε το έτος 1951, απόφοιτος γυμνασίου, κατά το χρόνο προσλήψεώς του είχε προϋπηρεσία στην Τράπεζα "AMERICAN EXPRESS" από το έτος 1974. Στις 19-03-1996 υπεγράφη μεταξύ του προέδρου του Δ.Σ. της εναγομένης και του ενάγοντα νέα σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την οποία ανατέθηκαν στον ενάγοντα τα καθήκοντα του διευθυντή του καταστήματος του σιδηροδρομικού σταθμού Θεσσαλονίκης με μηνιαίες αποδοχές 750.000 δραχμές πλέον "BONUS" 15% των ετησίων αποδοχών του εφόσον επιτυγχάνονταν οι στόχοι της εναγομένης στον τομέα της αρμοδιότητάς του.
Ακολούθως, ο ενάγων στις 29-06-2000 τοποθετήθηκε ως διευθυντής της Β' περιφερειακής διεύθυνσης Θεσσαλονίκης με μηνιαίες αποδοχές που ανήλθαν από το έτος 2006 στο ποσό των 8.000 ευρώ. Η σύμβαση εργασίας του ενάγοντα καταγγέλθηκε, με την από 31-08-2007 καταγγελία συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, την οποία υπέγραψε για λογαριασμό της εναγομένης ο γενικός διευθυντής Κ.
Γ. και με την καταβολή ποσού αποζημιώσεως στον ενάγοντα ύψους 96.667 ευρώ. Από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από την εφεσίβλητη από 18-10-2006 πρακτικό του Δ.Σ. αυτής που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 12323/10-11-2006 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο αυτής αποφάσισε ομόφωνα και παρέσχε στον γενικό διευθυντή της εναγομένης Κ.
Γ. την εξουσιοδότηση, μεταξύ των άλλων, να συνάπτει και να καταγγέλλει στο όνομα και για λογαριασμό της συμβάσεις εργασίας και εντολής με το προσωπικό της. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, ο ως άνω γενικός διευθυντής της εναγομένης, κατέστη, με απόφαση του Δ.Σ. αυτής, πρόσωπο υποκατάστατο του Δ.Σ.
ως προς τις ως άνω εξουσίες και συνακόλουθα κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα, ενεργούσε ως όργανο εκπροσώπησης αυτής εκφράζοντας πρωτογενώς τη βούλησή της. Για το λόγο αυτό, εγκύρως υπογράφηκε από αυτόν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση.
Συνακόλουθα όσα αντίθετα ισχυρίστηκε ο εκκαλών με το δικόγραφο της αγωγής του περί ακυρότητας και ανυπόστατου της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, γιατί δεν αποφασίστηκε από το Δ.Σ. της εναγομένης και δεν υπογράφηκε από τον πρόεδρο του Δ.Σ. αυτής που επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεώς του, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από τις αρχές του έτους 2007 η εναγόμενη είχε αποφασίσει να λύσει την εργασιακή σχέση της με τον ενάγοντα, διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, αυτός δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις σύγχρονες απαιτήσεις της τραπεζικής αγοράς αλλά και στις αυξημένες απαιτήσεις που είχε από τα υψηλά αμειβόμενα στελέχη της, όπως ήταν ο ενάγων.
Για το λόγο αυτό, ο γενικός διευθυντής της εναγομένης με το από 22-01-2007 προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφό του γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι τίθεται στη διάθεση της γενικής διευθύνσεως δικτύου καταστημάτων Βορείου Ελλάδος της εναγομένης κάνοντας χρήση των δικαιουμένων ημερών κανονικής αδείας του.
Είχε προηγηθεί στις 19-01-2007 συνάντηση του ενάγοντα με τον Γενικό Διευθυντή Βόρειας Ελλάδος της εναγομένης Χ. Α., που ήταν προϊστάμενός του, ο οποίος του είχε ανακοινώσει ότι σκεπτόταν να προχωρήσει σε άλλο σχήμα, ότι δεν τον είχε στα πλάνα του και του πρότεινε από 22-01-2007 να κάνει χρήση της κανονικής του αδείας.
Με βάση τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από 22-01-2007 έκανε χρήση της κανονικής του αδείας του έτους 2007 που διήρκησε έως 22-02-2007. Επειδή, όμως αποδείχθηκε ότι στον ενάγοντα οφείλονταν ημέρες κανονικών αδειών από προηγούμενα έτη, τις οποίες ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του προσδιορίζει στον αριθμό των 181 ημερών, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ο ενάγων να κάνει χρήση αυτών το έτος 2007 και συνακόλουθα αυτός από 22-02-2007 έκανε χρήση αδειών παρελθόντων ετών.
Η συμφωνία αυτή μεταξύ των διαδίκων για λήψη από τον ενάγοντα της αδείας παρελθόντων ετών το έτος 2007 ήταν άκυρη, αφού, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, δεν επιτρέπεται η μεταφορά των ημερών της ετήσιας άδειας του εργαζομένου, που δεν του χορηγήθηκε από τον εργοδότη, στο επόμενο ή στα μεθεπόμενα έτη.
Επομένως, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα (31-08-2007), αυτός δεν τελούσε σε κανονική άδεια (του έτους 2007) αλλά έκανε χρήση, με άκυρη συμφωνία των διαδίκων, αδείας παρελθόντων ετών και συνακόλουθα δεν τυγχάνει εφαρμογής, στην προκειμένη περίπτωση, η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 6 του Ν. 539/1945 για απαγόρευση της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως, αφού αυτή αφορά μόνο την καταγγελία κατά τη διάρκεια της αδείας αναψυχής του έτους της καταγγελίας και όχι τις περιπτώσεις άλλων αδειών, όπως συμβατικής αδείας ή παρανόμου χορηγήσεως αδείας παρελθόντων ετών.
Επομένως, η εκκαλουμένη που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε και για το λόγο αυτό ο σχετικός λόγος της εφέσεως του εκκαλούντα, περί ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, γιατί έγινε κατά τη διάρκεια κανονικής αδείας του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω προέκυψε ότι ο ενάγων από το έτος 2000 ήταν ένας εκ των πέντε περιφερειακών διευθυντών της εναγομένης στη Βόρεια Ελλάδα και είχε υπό την εποπτεία του 25 καταστήματα αυτής που ανήκαν στην Β' περιφέρεια Θεσσαλονίκης, ενώ προϊστάμενος του ενάγοντα, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ο γενικός διευθυντής Βορείου Ελλάδος της εναγομένης Χ.
Α.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι παρόλο που ο ενάγων είχε προαχθεί και τοποθετηθεί στις προαναφερόμενες θέσεις με εισήγηση του ως άνω γενικού διευθυντή, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας της εναγομένης, στην πορεία δημιουργήθηκαν προβλήματα συνεργασίας στις σχέσεις του ενάγοντα με τον προϊστάμενό του. Ο ενάγων έχοντας αντιληφθεί ότι η εναγόμενη, σκόπευε να λύσει της σχέση συμβάσεως εργασίας με αυτόν απέστειλε στον Πρόεδρο του Δ.Σ.
της εναγομένης το από 16-04-2007 έγγραφο στο οποίο ανέφερε, μεταξύ των άλλων, ότι κύρια αιτία του "αποκεφαλισμού" του ήταν η προβληματική διοίκηση του γενικού διευθυντή Βορείου Ελλάδος που είχε δημιουργήσει "αυλή" στην οποία δεν ήθελε ο ενάγων να ενταχθεί και ο οποίος ασκούσε καταχρηστικά και με οφθαλμοφανή ανασφάλεια την εξουσία του, με κυρίαρχο μέσο στην όλη λειτουργία του τα διαχρονικά και κατά συρροή ψέματά του, που ενέσπειραν φοβία στους εργαζόμενους, "τρομοκρατία" και ανασφάλεια.
Είχε προηγηθεί στις αρχές Μαρτίου του έτους 2007 συνάντηση του ενάγοντα με τον αντιπρόεδρο του Δ.Σ. της εναγομένης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συναντήθηκε στα τέλη Απριλίου του έτους 2007 με το διευθυντή προσωπικού της εναγομένης που του πρότεινε τη λύση της συμβάσεως εργασίας, πρόταση που δεν αποδέχθηκε ο ενάγων και ακολούθως η εναγόμενη στις 31-08-2007 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του.
Ο μάρτυρας του ενάγοντα, που είναι συνάδελφός του, κατά την εξέτασή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι ο ενάγων ήλθε σε σύγκρουση με το γενικό διευθυντή Βορείου Ελλάδος για τα "project" και τα "budget", ενώ στις ένορκες βεβαιώσεις τους οι μάρτυρες του ενάγοντα που είναι συνάδελφοί του κατέθεσαν ότι ο ενάγων, ήταν ένας ευσυνείδητος, εργατικός και προσιτός στους υφισταμένους του περιφερειακός διευθυντής και θεωρούν ανεξήγητη και άδικη την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του.
Αντίθετα ο μάρτυρας της εναγόμενης που εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ο οποίος είναι διευθυντής αυτής, κατέθεσε ότι ο ενάγων είχε δείξει τα δύο προ της απολύσεως του έτη, μειωμένο ενδιαφέρον για την προσέλκυση πελατείας και δεν ανταποκρινόταν στα καθήκοντά του. Περαιτέρω, στις ένορκες βεβαιώσεις τους οι μάρτυρες της εναγομένης, που είναι στελέχη της, καταθέτουν ότι η συμπεριφορά του γενικού διευθυντή Βορείου Ελλάδος της εναγομένης ήταν ή ίδια για όλους τους υφισταμένους του, τους οποίους βοηθούσε και συντόνιζε και ότι ο ενάγων είχε μια άγονη αντιδικία με την εναγόμενη και διάθεση αντιπαράθεσης με τους προϊσταμένους του και ότι τον χαρακτήριζε έλλειψη πρωτοβουλίας.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγόμενη με τις προτάσεις της ισχυρίζεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα δεν έγινε για λόγους ανάρμοστης συμπεριφοράς αυτού προς τον προϊστάμενό του, διότι, πριν από την αποστολή της προαναφερθείσας επιστολής του προς τον Πρόεδρο του Δ.Σ. αυτής, είχε αποφασίσει τη λύση της εργασιακής σχέσης με τον ενάγοντα γιατί αυτός, με την ιδιότητα του στελέχους της, δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις σύγχρονες απαιτήσεις της τραπεζικής αγοράς αλλά και στις αυξημένες απαιτήσεις της ιδίας από υψηλά αμειβόμενο ανώτατο στέλεχός της.
Με βάση τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία και ανεξαρτήτως της βασιμότητας του πιο πάνω ισχυρισμού της εναγομένης, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η εναγομένη άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του και πιο συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε ότι έγινε για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του, λόγω της προαναφερθείσας επιστολής του προς τον Πρόεδρο του Δ.Σ.
αυτής, ούτε λόγω των θέσεων που διατύπωνε αυτός για την ορθολογική λειτουργία των υπηρεσιών της εναγομένης και τις οποίες άλλωστε δεν εξειδίκευσε εγγράφως προς τους νομίμους εκπροσώπους αυτής ή τους προϊσταμένους του. Και τούτο ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι οι προσβλητικές εκφράσεις του ενάγοντα, στην προαναφερθείσα επιστολή του, για τον προϊστάμενό του, θα μπορούσαν να αποτελέσουν λόγο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης, καθότι είναι προφανές ότι δημιουργούσαν προβλήματα στην ομαλή και αποδοτική συνεργασία του ενάγοντα με τον προϊστάμενό του, που αμφότεροι αποτελούσαν υψηλόβαθμα στελέχη αυτής και συνακόλουθα παρενέργειες στη λειτουργία της επιχείρησης της εναγομένης.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντα, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του έγινε για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του λόγω της αρνήσεώς του να δεχθεί να τεθεί σε διαθεσιμότητα. Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, αποδείχθηκε ότι με πρόταση της εναγομένης, που αποδέχθηκε ο ενάγων, αποφασίσθηκε να λάβει αυτός από 21-01-2007 την κανονική του άδεια και ακολούθως άδεια μετ' αποδοχών για οφειλόμενες ημέρες αδειών προηγουμένων ετών, ενώ δεν προέκυψε ότι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων που είχε ο ενάγων με τα στελέχη της εναγομένης, η εναγόμενη, μέσω αυτών, του πρότεινε, αντί της λύσεως της εργασιακής σχέσεως, να συνεχίσει να εργάζεται με συνθήκες που θα συνιστούσαν βλαπτική μεταβολή των εργασιακών του σχέσεων.
Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δεν τηρήθηκαν από την εναγομένη κοινωνικοοικονομικά κριτήρια κατά την άσκηση της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, ενόψει του ότι πλησίαζε ο χρόνος συνταξιοδοτήσεώς του, πλην όμως πέραν του γεγονότος ότι ο ενάγων δεν κατονομάζει άλλους ομοιοβάθμους συναδέλφους του, ώστε να μπορούσε να κριθεί αν η επιλογή του ενάγοντα πραγματοποιήθηκε με αντικειμενικά κριτήρια (βλ.
ΑΠ 827/2001, ΑΠ 63/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους και ειδικότερα για λόγους οικονομικών δυσκολιών ή περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας της εναγομένης. Άλλωστε, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έχοντας 33 χρόνια υπηρεσίας ως τραπεζικός υπάλληλος, είχε ήδη θεμελιώσει κατά το χρόνο της καταγγελίας δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως λαμβάνοντας από 01-09-2007 μηνιαία σύνταξη ύψους 2.745,68 ευρώ, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ' αριθ.
πρωτ. 3778/04-06-2008 έγγραφο του Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων. Εξάλλου ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ήταν καταχρηστική γιατί, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, μπορούσαν να ληφθούν άλλα μέτρα, όπως προειδοποίηση, επίπληξη, εφαρμογή διατάξεων πειθαρχικού δικαίου, στασιμότητα, δεν αποδείχθηκε βάσιμος καθότι δεν προέκυψε ότι η απόλυση του ενάγοντα έγινε για λόγους που συνιστούσαν πειθαρχικό παράπτωμα, που θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με μέτρα πειθαρχικού δικαίου που προβλέπονται από τον κανονισμό της εναγομένης, ούτε θα μπορούσαν να ληφθούν μέτρα, χωρίς τη συναίνεσή του, που θα συνιστούσαν βλαπτική μεταβολή της εργασιακής του σχέσεως και μάλιστα ως και εκ της θέσεώς του, ως υψηλόβαθμου στελέχους της εναγομένης.
Άλλωστε ο ίδιος ο ενάγων δεν εκθέτει, ούτε αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν, ότι αντιπρότεινε στους εκπροσώπους της εναγομένης, όταν αυτοί του πρότειναν τη λύση της εργασιακής του σχέσεως, να ληφθούν ηπιότερα, σε σχέση με την απόλυση, μέτρα. Κατόπιν των ανωτέρω αφού δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της συβάσεως εργασίας του ενάγοντα έγινε κατά κατάχρηση του δικαιώματος εκ μέρους της εναγομένης, όπως εκπροσωπείτο νόμιμα, πρέπει το αγώγιμο κονδύλιο για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμο.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 534 και 536 του ΚΠολΔ, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, που είχε απορρίψει ως αόριστο το αίτημα της αγωγής του ενάγοντα - εκκαλούντα να κηρυχθεί άκυρη, ως καταχρηστική, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, το παρόν Δικαστήριο αφού δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν, μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για αυτόν (εκκαλούντα) και χωρίς την άσκηση έφεσης ή αντέφεσης εκ μέρους της εφεσίβλητης, ήτοι να απορρίψει κατ' ουσία το ως άνω αίτημα του ενάγοντα (βλ.
ΑΠ 298/2010, ΑΠ 1349/2008). Περαιτέρω και εν όψει του ότι δεν αποδείχτηκε ότι ήταν άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα, ορθά η εκκαλουμένη απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμα τα κεφάλαια της αγωγής για υποχρέωση απασχολήσεως του ενάγοντα λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, για καταβολή μισθών υπερημερίας για το διάστημα από 01-09-2007 έως 31-03-2008 ποσού 68.000 ευρώ και για χρηματική ικανοποίηση λόγω προσβολής προσωπικότητας ποσού 100.000 ευρώ".
Με βάση τα ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές, οι οποίες επιτρέπουν να ελεγχθεί αναιρετικά η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε, ήτοι περί του αν η επίδικη καταγγελία έγινε σύννομα και δεν ενέχει καταχρηστικότητα, αφού με σαφήνεια και χωρίς ενδοιασμούς και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη σχετική κρίση της, δέχεται ότι η επίδικη καταγγελία δεν έγινε από λόγους εκδικητικότητας προς το πρόσωπο του αναιρεσείοντα, αλλά για λόγους υπηρεσιακούς, κατά τα ανωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα.
Περαιτέρω, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα αυτές των άρθρων 648, 669, 200, 281, 288, 361, 57 Α.Κ., 5 παρ. 1 και 6 Α.Ν. 539/1945, 5 Ν. 2112/1920, 7 Ν. 3198/1955, 18 και 22 Ν. 2190/1920 και 25 του Συντ/τος, καθόσον α) κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, δέχεται ότι η επίδικη καταγγελία δεν έγινε από λόγους εκδικήσεως ή οικονομοτεχνικούς, αλλά με καθαρά υπηρεσιακά κριτήρια, τα οποία αφορούσαν την εν γένει υπηρεσιακή απόδοση του αναιρεσείοντα και το συμφέρον της αναιρεσίβλητης, β) η άσκηση του δικαιώματος αυτού, ήτοι της καταγγελίας της επίδικης εργασιακής συμβάσεως έγινε σύννομα και από πρόσωπο, που είχε εξουσιοδοτηθεί προς τούτο από το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης, κατά τα ανωτέρω, γ) ότι η επίδικη καταγγελία δεν έγινε κατά την διάρκεια της ετήσιας, προς αναψυχή, άδειας του αναιρεσείοντος, αλλά σε χρονικό διάστημα, που κάλυπτε προηγούμενες, που δεν είχαν χορηγηθεί άδειες, πράγμα το οποίο δεν ήταν σύννομο και, συνεπώς, δεν έχει, στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 6 του Ν. 539/1945, σύμφωνα με την οποία "απαγορεύεται στον εργοδότη να απολύσει τον μισθωτό κατά τη διάρκεια της χορηγηθείσας σ' αυτόν άδειας"., δ) όσον αφορά την αρχή της αναλογικότητας, στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση ορθά γίνεται δεκτό ότι δεν επρόκειτο περί πειθαρχικού παραπτώματος του αναιρεσείοντος, ώστε να κριθεί εάν μπορούσε να ληφθεί εναντίον του κάποιο ηπιότερο μέτρο, με βάση την αρχή αυτή, αλλά για την κατά το νόμο άσκηση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως αυτής, το οποίου υπόκειται μόνο στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., πράγμα το οποίο, όμως, κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχε, κατά τα ανωτέρω.
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι έλαβε υπόψη της όλες τις μαρτυρικές καταθέσεις, μεταξύ των οποίων και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, που είχε προσαγάγει ο αναιρεσείων, δεν περιέχει αντιφάσεις, σχετικά με το ως άνω αποδεικτικό πόρισμά της, αφού αυτό είναι απόλυτα σαφές, τα δε αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα, ως "αντιφάσεις", καθόσον αφορά τις καταθέσεις των μαρτύρων και την εκτίμηση των ισχυρισμών των διαδίκων, αποτελούν απλή αξιολόγηση και στάθμιση της αποδεικτικής αξίας τους, η οποία έγινε κατά τρόπο διάφορο από αυτόν, που, κατά τον αναιρεσείοντα, έπρεπε να γίνει και όχι αποδεικτικό συμπέρασμα ούτε, τέλος, η διαφορετική αξιολόγηση από το δικαστήριο της αποδεικτικής αξίας εγγράφου, αποτελεί "παραμόρφωση" αυτού, κατά την έννοια του νόμου και συνεπώς οι περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς δε 1, 10, 11, 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., 1ος, 2ος και 5ος αναιρετικοί λόγοι, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Ειδικότερα, ο από τον αριθμό 10 λόγος, δεν ιδρύεται στην παρούσα διαδικασία, κατά την οποία το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη, όπως, περί του αντιθέτου, υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. 3ος λόγος αναίρεσης, για εκ πλαγίου παράβαση του νόμου, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών και ειδικότερα διότι, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση το εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε κριθεί ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, στη συνέχεια, δέχθηκε ότι "ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε ότι ήταν άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, ορθά η εκκαλούμενη απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμα τα κεφάλαια της αγωγής για υποχρέωση απασχολήσεως του ενάγοντος, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, για καταβολή μισθών υπερημερίας και για χρηματική ικανοποίηση".
Όμως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το εφετείο, κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα, ως αόριστη και ειδικότερα κατά τη βάση της, περί καταχρηστικής ασκήσεως της καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως, την οποία, στη συνέχεια ερεύνησε κατ' ουσίαν και κατά τούτο, κατά τα ανωτέρω, έκρινε δε, στη συνέχεια, ότι δεν συνέτρεχε λόγος ακυρότητας της επίδικης καταγγελίας, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ.
Εξάλλου, με την ένδικη αγωγή, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και για άλλους λόγους και ειδικότερα, διότι, α) αυτή δεν έγινε από το αρμόδιο όργανο της αναιρεσίβλητης και β) διότι η καταγγελία έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της ετήσιας αδείας του, που απορρίφθηκαν ως αβάσιμες από το πρωτοδικείο και κατά τούτο ο αναιρεσείων προέβαλε σχετικό παράπονο, με την έφεσή του.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δικ, η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Αν το δικαστήριο απέρριψε κάποιον ουσιώδη ισχυρισμό του διαδίκου, για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορεί να θεμελιωθεί από την αιτία αυτή ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, γιατί η απόρριψη σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Για να ιδρυθεί, εξάλλου, ο λόγος αυτός, θα πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 3ο λόγο της ένδικης αιτήσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559, αριθ. 8, ήτοι ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του: α) ισχυρισμό του, περί μονομερούς, βλαπτικής μεταβολής της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, η οποία είχε προηγηθεί της επίδικης καταγγελίας και β) ισχυρισμό του ότι η αναιρεσίβλητη καταχρηστικά άσκησε την εν λόγω καταγγελία.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως προς μεν το πρώτο αυτού σκέλος, καθόσον, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως, δεν προβάλλεται αυτοτελής σχετικός λόγος εφέσεως, αλλά διηγηματικά και προς στήριξη του λόγου, ότι η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή, κατά τον περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος καταγγελίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης λόγο της, αναφέρει ο (τότε) εκκαλών ότι "στο δικόγραφο της αγωγής παραθέτω την βιαία μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης".
Πέρα από αυτά, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, αυτοτελή λόγο, περί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής της συμβάσεώς του, ο αναιρεσείων δεν προβάλλει, αλλά επικαλείται ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας, 1) για τυπικούς λόγους (ότι δεν έγινε από το αρμόδιο όργανο), 2) διότι η καταγγελία έγινε, ενώ τελούσε σε κανονική άδεια και 3) διότι το δικαίωμα της καταγγελίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ασκήθηκε καταχρηστικά.
Περαιτέρω, ως προς το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο έλαβε αυτόν υπόψη του, πλην τον απέρριψε ως αβάσιμο. Εξάλλου, ο λόγος αυτός, κατά το από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.
σκέλος του, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος καθόσον δεν ιδρύεται στην παρούσα διαδικασία, κατά την οποία το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει απόδειξη. Επειδή το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε περαιτέρω, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα και τα εξής πραγματικά περιστατικά: " Ότι η εναγόμενη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 2190/1920 θέσπισε κατόπιν της από 16-05-2005 αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της, το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο 2ο πρόγραμμα δικαιωμάτων προαίρεσης αγοράς μετοχών "Stock Ortions", για τα μέλη του Δ.Σ.
και τα στελέχη αυτής, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν και οι περιφερειακοί διευθυντές της (όπως ο ενάγων), και στο οποίο ορίζετο, μεταξύ των άλλων, α) ότι το πρόγραμμα θα είχε τετραετή διάρκεια που θα έληγε στις 31-12-2008, β) ότι επιτρέπετο να εκδοθούν κατ' ανώτατο όριο 2.000.000 κοινές μετοχές, με τιμή διάθεσης 12,20 ευρώ κάθε μετοχή, που τροποποιήθηκε με την από 16-05-2006 απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της εναγομένης, σε αριθμό μετοχών 2.500.000 και με τιμή διάθεσης 9,76 ευρώ η μετοχή, γ) ότι οι περίοδοι ωρίμανσης του δικαιώματος προαίρεσης ήταν στις 30-11-2005, 30-11-2006, 30-11-2007 και 30-11-2008 για το 25% για κάθε περίοδο από το σύνολο των δικαιωμάτων, δ) ότι ο τρόπος άσκησης των δικαιωμάτων προαίρεσης που θα αποκτηθούν θα γινόταν με έγγραφη δήλωση των δικαιούχων για το 50% των χορηγηθέντων δικαιωμάτων από 01-12-2006 έως 10-12-2006, για το 25% από 01-12-2007 έως 10-12-2007 και για το υπόλοιπο 25% από 01-12-2008 έως 10-12-2008 και σε περίπτωση που δεν ασκήθηκαν δικαιώματα στην πρώτη και δεύτερη περίοδο μπορούσαν να ασκηθούν μεταγενέστερα το αργότερο έως 10-12-2008, ε) ότι σε περίπτωση που δεν ασκείτο το δικαίωμα έως 10-12-2008 επήρχετο απόσβεση αυτού, στ) ότι σε περίπτωση οικειοθελούς παραιτήσεως και καταγγελίας της συμβάσεως τα δικαιώματα προαίρεσης που δεν είχαν ασκηθεί μέχρι τη ημερομηνία παραίτησης ή καταγγελίας ακυρώνονται και αποσβένονται αυτοδικαίως και ότι δικαιώματα που είχαν προσηκόντως ασκηθεί και είχε πλήρως καταβληθεί το ποσό διάθεσης των αντιστοίχων μετοχών διάθεσης των αντιστοίχων μετοχών δεν θίγονται και ζ) ότι εντός του Δεκεμβρίου κάθε έτους το Δ.Σ.
της εναγομένης αποφασίζει την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά ποσό αντίστοιχο με τον αριθμό των δικαιωμάτων προαίρεσης και ορίζει την προθεσμία εντός της οποίας οι δικαιούχοι οφείλουν να καταβάλουν το ποσό και ότι μετά τη διαδικασία ολοκλήρωσης της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου διατίθενται οι μετοχές στα στελέχη που άσκησαν το δικαίωμά τους.
Αντίστοιχες με τις ανωτέρω διατάξεις περιελάμβανε και το 3ο πρόγραμμα δικαιωμάτων προαίρεσης για αγορά μετοχών που αποφασίστηκε με την από 15-06-2006 απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της εναγομένης πενταετούς διάρκειας και λήξεως έως την 30-12-2010, με το οποίο επιτρέπετο να εκδοθούν κατ' ανώτατο όριο 4.028.820 μετοχές με τιμή διάθεσης 17,25 ευρώ, με περιόδους ασκήσεως δικαιωμάτων μέχρι το 20% το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου 2006, σωρευτικά μέχρι το 40% το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου 2007, σωρευτικά μέχρι το 60% το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου 2008, σωρευτικά μέχρι 80% το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου 2009 και σωρευτικά μέχρι το 100% το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου 2010.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι χορηγήθηκε στον ενάγοντα βάσει του 2ου προγράμματος αριθμός δικαιωμάτων προαίρεσης 7.500 μετοχών (βλ. από 04-07-2006 έγγραφο του γενικού διευθυντή της εναγομένης) και βάσει του 3ου προγράμματος αριθμός δικαιωμάτων προαίρεσης 15.000 μετοχών (βλ. υπ' αριθ. 0070/22-05-2006 πιστοποιητικό της εναγομένης).
Όπως προκύπτει από το από 10-11-2006 έγγραφο του γενικού διευθυντή της εναγομένης γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα ότι το χρονικό διάστημα από 1-10 Δεκεμβρίου 2006 μπορούσε να ασκήσει ώριμα δικαιώματα α) από το 2° πρόγραμμα του έτους 2005 για τα 3.750 δικαιώματα για τα έτη 2005 και 2006 (50% του συνόλου των 7.500 δικαιωμάτων) προς 9,76 ευρώ το δικαίωμα και β) από το 3° πρόγραμμα του έτους 2006 για τα 3.000 δικαιώματα για το έτος 2006 (20% του συνόλου των 15.000 δικαιωμάτων) προς 17,25 ευρώ το δικαίωμα.
Ακολούθως, ο ενάγων υπέβαλε στην εναγόμενη στις 08-12-2006 δηλώσεις άσκησης δικαιωμάτων προαίρεσης α) βάσει του 2ου προγράμματος για αγορά 3.750 μετοχών (50% του συνόλου) αντί ποσού 36.600 ευρώ και β) βάσει του 3ου προγράμματος για αγορά 3.000 μετοχών (ποσοστό 20% του συνόλου) αντί ποσού 51.750 ευρώ. Στις ως άνω δηλώσεις ο ενάγων δήλωνε ότι δεσμευόταν να καταβάλει μετρητοίς και εμπρόθεσμα το τίμημα που αναλογούσε.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στην από 31-08-2007 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα η εναγόμενη δήλωνε στον ενάγοντα ότι "σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 7.1 του 2ου προγράμματος και το άρθρο 3.2.2. του 3ου προγράμματος έπαυσε η συμμετοχή σας στα παραπάνω προγράμματα και όλα τα δικαιώματα προαίρεσης που σας είχαν χορηγηθεί και δεν είχαν ασκηθεί μέχρι την παραπάνω ημερομηνία, έχουν αυτοδικαίως αποσβεστεί και επομένως ακυρώνονται".
Ο ενάγων με το δικόγραφο της αγωγής του ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι εξακολουθεί να είναι δικαιούχος δικαιωμάτων προαίρεσης αγοράς μετοχών 3.750 (7.500 - 3.750) και 12.000 (15.000 - 3.000) από τα προαναφερθέντα προγράμματα. Πλην όμως με την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα στις 31-08-2007, αποσβέστηκαν τα δικαιώματα προαίρεσης για αγορά από τον ενάγοντα των αναγραφομένων στην αγωγή 3.750 μετοχών από το 2° πρόγραμμα και 12.000 μετοχών από το 3° πρόγραμμα της εναγομένης, αφού, σύμφωνα με τους προαναφερθέντες όρους, τα δικαιώματα αυτά δεν είχαν ασκηθεί μέχρι την ημερομηνία καταγγελίας (31-08-2007), ούτε άλλωστε μπορούσαν να ασκηθούν και να καταβληθεί το τίμημα για την αγορά τους μέχρι τότε, αφού δεν αφορούσαν ώριμα δικαιώματα κατά το χρόνο της καταγγελίας.
Επομένως, η εκκαλουμένη που απέρριψε το αίτημα του ενάγοντα να αναγνωρισθεί ότι εξακολουθεί να είναι δικαιούχος των δικαιωμάτων προαίρεσης αγοράς 3.750 μετοχών αντί τιμήματος 9,76 ευρώ τη μετοχή και 12.000 μετοχών της εναγομένης αντί τιμήματος 17,25 ευρώ τη μετοχή, έστω και με ελλειπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας, δεν έσφαλε και συνακόλουθα ο σχετικός λόγος εφέσεως του εκκαλούντα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω με την από 16-01-2007 απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης θεσπίστηκε επενδυτικό πρόγραμμα κινήτρων παραμονής επιλεγμένων στελεχών, με τη μορφή οικειοθελούς εφάπαξ χρηματικής παροχής. Με βάση τον κανονισμό του επενδυτικού προγράμματος α) σκοπός ήταν να επιβραβεύονται για την επίδειξη πίστης και αφοσίωσης τα διακεκριμένα και αξιόλογα στελέχη της εναγομένης τράπεζας και παράλληλα να θωρακισθεί η τελευταία από τον κίνδυνο προσέλκυσης των στελεχών από τον ανταγωνισμό επιτυγχάνοντας την απερίσπαστη συγκέντρωσή τους στην επιδίωξη των στρατηγικών στόχων και του αναπτυξιακού της προγράμματος, β) αποτελούσε οικειοθελή, επιλεκτικού χαρακτήρα παροχή της εναγομένης μόνο στα ενταγμένα στο πρόγραμμα στελέχη, κατά την έξοδο του συμμετέχοντος στελέχους από το πρόγραμμα (αποζημίωση εξόδου), γ) είχε διάρκεια εικοσαετή με ημερομηνία ενάρξεως 01-01-2007 και λήξεως 31-12-2026, δ) δικαίωμα συμμετοχής είχαν τα στελέχη που εντάσσει σ' αυτό η εναγομένη με απόφαση του εκτελεστικού συμβουλίου μετά από εισήγηση της γενικής διεύθυνσης ανθρώπινου δυναμικού με κριτήρια ένταξης το κριτήριο βαθμού, το κριτήριο αναγκαιότητας και το κριτήριο ηλικίας (να μην είναι συνταξιούχος και να μην έχει συμπληρώσει το 55° έτος της ηλικίας κατά το χρόνο ένταξης στο πρόγραμμα), ε) ο υπολογισμός της αποζημίωσης εξόδου αφορούσε την αποζημίωση έναρξης που για τα συμμετέχοντα στελέχη που την 31-12-2006 είχαν κλείσει πενταετία στην εναγόμενη αντιστοιχούσε με δυο φορές τις συνολικές μέσες μεικτές ετήσιες αποδοχές του που δεν μπορούσαν να είναι μικρότερες από το διπλάσιο των μεικτών αποδοχών που έλαβε το συμμετέχον στέλεχος το έτος 2006 και την αποζημίωση παραμονής με ποσοστό αποζημίωσης ίσο με το 20% των μέσων ετησίων αποδοχών για κάθε έτος παραμονής από 01-01-2007 έως 01-01-2027 και στ) η θεμελίωση του δικαιώματος απόληψης της εφάπαξ παροχής επήρχετο αα) σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας μετά από κοινή συμφωνία ή συναίνεση της εναγομένης, ββ) σε περίπτωση 15ετούς παραμονής στο πρόγραμμα και συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας, γγ) σε περίπτωση συμπληρώσεως του 60ου έτους της ηλικίας, δδ) σε περίπτωση θανάτου, εε) σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους της εναγομένης για αίτια που δε συνιστά λόγο διακοπής της συμμετοχής του στελέχους (καταγγελία για βαρεία αμέλεια είτε άλλη σοβαρή υπαίτια παραβατική συμπεριφορά του στελέχους).
Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν ενέπιπτε στους δικαιούχους του προγράμματος, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ανήκε στα στελέχη που είχαν ενταχθεί σ' αυτό με απόφαση του εκτελεστικού συμβουλίου μετά από εισήγηση της γενικής διεύθυνσης ανθρώπινου δυναμικού της εναγομένης, πέραν του γεγονότος ότι δεν θα μπορούσε να ενταχθεί σ' αυτό λόγω ηλικίας, αφού αυτός είχε συμπληρώσει το 55° έτος της ηλικίας του στις 08-07-2006, ενώ στο πρόγραμμα ορίζετο σαφώς, όπως προαναφέρθηκε, ότι μπορούσαν να ενταχθούν μόνο στελέχη που δεν είχαν συμπληρώσει έως την 01-01-2007 το 55° έτος της ηλικίας, όρος που είχε τεθεί, προφανώς, ενόψει του σκοπού του προγράμματος για την παραμονή στην εναγομένη των νεωτέρων σε ηλικία στελεχών και όχι των στελεχών που έχοντας υπερβεί το 55° έτος της ηλικίας θα εργάζονταν για λίγο διάστημα στην εναγομένη καθότι πλησίαζαν την ηλικία συνταξιοδοτήσεως.
Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο το αίτημα του ενάγοντα για την καταβολή ποσού 233.600 ευρώ, που αντιστοιχεί στο διπλάσιο των ετησίων αποδοχών του έτους 2006, βάσει του ως άνω προγράμματος προστασίας στελεχών, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας, δεν έσφαλε αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως του εκκαλούντα.
Περαιτέρω ο ενάγων με το δικόγραφο της αγωγής του ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη δεν του κατέβαλε το ποσό των 30.000 ευρώ για το "BONUS" του έτους 2006 που κατέβαλε η εναγόμενη στους άλλους διευθυντές της στη Βόρειο Ελλάδα. Από την κατάθεση του μάρτυρος του αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν έλαβε το "BONUS" για το έτος 2006 που καταβλήθηκε σε άλλους περιφερειακούς διευθυντές.
Πλην όμως δεν αποδείχθηκε ούτε από τις καταθέσεις ή τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, ούτε από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, το ποσό που η εναγόμενη κατέβαλε για την ως άνω αιτία στους άλλους περιφερειακούς διευθυντές. Όπως όμως προαναφέρθηκε, στη από 19-03-1996 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντα είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων "BONUS" 15% των ετήσιων αποδοχών του ενάγοντα εφόσον επιτυγχάνονταν οι στόχοι της εναγομένης στον τομέα της αρμοδιότητάς του καθώς και οι γενικότεροι στόχοι αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων δικαιούται την ως άνω παροχή για το έτος 2006, αφού από τα προσκομιζόμενα από τον εκκαλούντα έγγραφα προκύπτει ότι η περιφερειακή διεύθυνση Β' Θεσσαλονίκης στα 25 καταστήματα της οποίας ήταν προϊστάμενος ο ενάγων, είχε επιτύχει τους στόχους της εναγομένης για το έτος 2006 (όπως στις χορηγήσεις στεγαστικών δανείων, δανείων σε ιδιώτες και σε επιχειρήσεις, ασφαλίσεων, αμοιβαίων κεφαλαίων), ενώ αποδείχθηκε ότι είχαν επιτευχθεί οι γενικότεροι στόχοι της εναγομένης, αφού χορηγήθηκε "BONUS" για το έτος 2006 σε περιφερειακούς διευθυντές της, που άλλωστε η εναγομένη δεν αρνείται με τις προτάσεις της.
Συνεπώς για την ως άνω αιτία ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των 16.800 ευρώ (8.000 μηνιαίος μισθός Χ 14 μήνες Χ 15%). Επομένως, η εκκαλουμένη που απέρριψε το αίτημα αυτό του ενάγοντα ως κατ' ουσία αβάσιμο, ενώ όφειλε να το κάνει εν μέρει δεκτό ως κατ' ουσία βάσιμο για το ποσό των 16.800 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και για το λόγο αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος εφέσεως του εκκαλούντα".
Σύμφωνα με αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με τις οποίες αιτιολογείται το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το οποίο: α) απορρίφθηκε το αίτημα του αναιρεσείοντος, σχετικά με την άσκηση εκ μέρους του, του δικαιώματος προαίρεσης αγοράς μετοχών της αναιρεσίβλητης, β) απορρίφθηκε το αγωγικό αίτημα, για καταβολή στον αναιρεσείοντα ποσού 233.600 ευρώ, βάσει του ως άνω προγράμματος προστασίας στελεχών, αφού, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά ουσιαστικές παραδοχές της, δέχεται σαφώς ότι ο αναιρεσείων δε συγκέντρωνε τις αναγκαίες προϋποθέσεις, αφενός μεν να ενταχθεί στο κατά τα άνω δικαίωμα προαίρεσης στην απόκτηση μετοχών της εναγομένης, καθόσον το σχετικό αυτού δικαίωμα αποσβέσθηκε και αφετέρου ότι αυτός δεν είχε δικαίωμα να ενταχθεί στο επενδυτικό πρόγραμμα κινήτρων, που είχε θεσπίσει η αναιρεσίβλητη, για τα στελέχη αυτής, κατά τα ανωτέρω.
Περαιτέρω με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, έκρινε ότι το ποσό που εδικαιούτο να λάβει ο αναιρεσείων, ως BONUS, για το έτος 2006 ανερχόταν σε 16.800, σύμφωνα με τις αποδοχές του και το σχετικό ποσοστό επ' αυτών, που είχε ορισθεί (αντί του αιτηθέντος ποσού των 30.000 ευρώ), το οποίο και του επιδικάσθηκε. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ, 5ος και κατά το τελευταίο αυτού σκέλος, αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-11-2011 αίτηση του Θ. Ζ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 248/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ