1683/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΔιαδικασία αμοιβών για την παροχή εργασίας. Αμοιβή συμβολαιογράφου. Παραπομπή στη τακτική ολομέλεια του Αρείου Πάγου του νομικού ζητήματος αν ο περιορισμός στην αμοιβή συμβολαιογράφου που συνέταξε το συμβόλαιο για συγχώνευση ανωνύμων εταιρειών με απορόφηση αντίκειται στο Σύνταγμα ( άρθρα 5 παρ 1,25)
Legislator headnote
AI generated1683/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από το άρθρο 40 παρ. 1 και 2 του ν.2830/2000 "Κώδικας συμβολαιογράφων", ο συμβολαιογράφος για κάθε πράξη που καταρτίζει και για κάθε παροχή υπηρεσίας που προσφέρει, αν σχετίζεται με την αρμοδιότητά του ή επιβάλλεται από το νόμο, όπως και για την έκδοση αντιγράφων και περιλήψεων, δικαιούται πάγια αμοιβή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1683 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Διαδικασία αμοιβών για την παροχή εργασίας. Αμοιβή συμβολαιογράφου. Παραπομπή στη τακτική ολομέλεια του Αρείου Πάγου του νομικού ζητήματος αν ο περιορισμός στην αμοιβή συμβολαιογράφου που συνέταξε το συμβόλαιο για συγχώνευση ανωνύμων εταιρειών με απορόφηση αντίκειται στο Σύνταγμα ( άρθρα 5 παρ 1,25)
Αριθμός 1683/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE (ΚΟΜΜΕΡΣΙΑΛ ΒΑΛΙΟΥ) ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδώρου. Του αναιρεσίβλητου: Σ. Κ. του Α., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσεβρένη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 215/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 6120/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-3-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 23-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και ο καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Eπειδή, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "καθένας έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη", σκοπείται δε με αυτή η κατοχύρωση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ανθρώπου, που αποτελεί το κύριο περιεχόμενο της αξιοπρέπειάς του και πραγματώνεται με την ελευθερία του ατόμου για την αδέσμευτη, μέσα στα όρια που ορίζονται με τη διάταξη, επιχείρηση ενεργειών που αναφέρονται στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική δραστηριότητα του (Ολ.ΑΠ 2/1997).Η με τη διάταξη αυτή καθιερούμενη προστασία της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας δεν είναι απόλυτη και είναι δυνατόν να επιβάλλονται νομοθετικοί περιορισμοί, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος.
Όρος παραδοχής των περιορισμών αυτών αποτελεί και ο υπό τούτων σεβασμός της αρχής της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, αναγνωριζόμενη παγίως, ως ισχύουσα, από τη νομολογία των δικαστηρίων και πριν από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια με την αναθεώρηση του Συντάγματος από τη Ζ' Αναθεωρητική Βουλή την 18. 4.2001(άρθρο 25 παρ.1εδ.β)και κατά το χρόνο δημοσιεύσεως του ν.2830/2000 <<κώδικας συμβολαιογράφων>>, και της 74084/22-10-1996 απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας Δικαιοσύνης και Οικονομικών, που ίσχυσε από 16-11-1996 μέχρι 15-5-2005,που επέβαλε σύμφωνα με τις παρακάτω σκέψεις εισάγει περιορισμό ατομικού δικαιώματος συνταγματικά προστατευομένου, απαιτεί όπως οι από το νομοθέτη ή τη διοίκηση επιβαλλόμενοι περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων οριοθετούνται με βάση τα εννοιολογικά στοιχεία της προσφορότητας και της αναγκαιότητας του λαμβανόμενου μέτρου και της αναλογίας του προς τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό.
Εξάλλου, από το άρθρο 40 παρ. 1 και 2 του ν.2830/2000 "Κώδικας συμβολαιογράφων", ο συμβολαιογράφος για κάθε πράξη που καταρτίζει και για κάθε παροχή υπηρεσίας που προσφέρει, αν σχετίζεται με την αρμοδιότητά του ή επιβάλλεται από το νόμο, όπως και για την έκδοση αντιγράφων και περιλήψεων, δικαιούται πάγια αμοιβή.
Επιπλέον της αμοιβής αυτής και προκειμένου για πράξεις που το αντικείμενο τους είναι αποτιμητό σε χρήμα, δικαιούται να λάβει και αναλογική αμοιβή, που υπολογίζεται με βάση τη συνολική δηλούμενη αξία στο συμβόλαιο ή στη μεγαλύτερη αξία που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή προσωρινά ή οριστικά. Τέλη και δικαίωμα τα που εισπράχθηκαν από το συμβολαιογράφο νόμιμα κατά τη σύνταξη του συμβολαίου ουδέποτε επιστρέφονται Οι αμοιβές αυτές καθορίζονται τουλάχιστον κάθε τρία χρόνια με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας Δικαιοσύνης και Οικονομικών, μετά γνώμη της Συντονιστικής Επιτροπής Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδας....Ειδικοί νόμοι ή διατάγματα ή αποφάσεις που καθορίζουν μειωμένα δικαιώματα συμβολαιογράφων διατηρούνται σε ισχύ μετά τη δημοσίευση του Κώδικα, μπορούν όμως και εντός έτους από τη δημοσίευση της Συντονιστικής Επιτροπής Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδος προς τους αρμοδίους Υπουργούς.
Τέλος, από το άρθρο 2 παρ.1εδ.ζ της 74084/22-10-1996 απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Δικαιοσύνης και Οικονομικών, που ίσχυσε από 16-11-1996 μέχρι 15-5-2005 συνάγεται ότι κατ' εξαίρεση του ορισμού του άρθρου 1 της παρούσας τα δικαιώματα των συμβολαιογράφων επί των κατωτέρω αναφερομένων πράξεων καθορίζονται ως εξής:α)....β)...γ)...δ)....ε)....στ)....ζ) επί καταστατικών ανωνύμων εταιρειών πάγιο δικαίωμα πέντε χιλιάδες δραχμές (5.000) και αναλογικό δικαίωμα σε ποσοστό ένα και είκοσι τοις εκατό (1,20%) επί του μετοχικού κεφαλαίου μη δυναμένου να υπερβεί τις εκατό είκοσι χιλιάδες (120.000) δραχμές.. ..Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο περιορισμός της αμοιβής του συμβολαιογράφου για τα καταστατικά ανωνύμων εταιρειών με πάγιο δικαίωμα πέντε χιλιάδων δραχμών και με αναλογικό δικαίωμα σε ποσοστό ένα και είκοσι τοις εκατό (1,20%) επί του μετοχικού κεφαλαίου μη δυναμένου να υπερβεί τοις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) δραχμές δικαιολογείται, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, είναι δε ευλόγως αναγκαίος και πρόσφορος για τη σύσταση ή τη συγχώνευση ανωνύμων εταιρειών, είτε με απορρόφηση, είτε με τη σύσταση νέας εταιρείας.
Και τούτο γιατί διαφορετικά η ανωτέρω σύσταση ή συγχώνευση των ανωνύμων εταιρειών, είτε με απορρόφηση είτε με σύσταση νέας, θα είχε δυσβάστακτο κόστος και δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να πραγματοποιηθεί ο στόχος του νομοθέτη για τον περιορισμό των δαπανών για τη σύσταση και επέκταση των μεγάλων κεφαλαιουχικών εταιρειών, και ο απώτερος στόχος του που είναι η οικονομική ανάπτυξη της χώρας και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Δεν είναι δε δυσανάλογος ο περιορισμός του δικαιώματος του συμβολαιογράφου, ιδίως ενόψει του ότι πρόκειται για περιορισμένη κατηγορία εκ των ευρείας εκτάσεως αντικειμένων της αρμοδιότητας του συμβολαιογράφου. Εντεύθεν ο προαναφερόμενος περιορισμός της αμοιβής των συμβολαιογράφων επί των καταστατικών των ανωνύμων εταιρειών, σύμφωνα με το άρθρο 40 παρ. 1,2 του ν.2830/2000 σε συνδυασμό και προς το άρθρο 2 παρ.2εδ.ζ της 74084/22-1 Ο-Ι 996 αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Δικαιοσύνης και Οικονομικών, υπαγορευόμενος από γενικότερο δημόσιο συμφέρον, και μη όντας αντίθετος προς την αρχή της αναλογικότητας, αποτελεί επιτρεπτό περιορισμό της κατοχυρουμένης με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας των συμβολαιογράφων.
Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 εδ.α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη εφαρμογή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με νομικές σκέψεις του τα εξής:".. .
Συνεπώς ο εν λόγω περιορισμός της αμοιβής αυτής, όπως προσδιορίζεται βάση αντικειμένων κριτηρίων κατά τον Κώδικα των δικηγόρων Συμβολαιογράφων, δεν είναι σύμφωνος και με την αρχή της αναλογικότητας ως μη αναγκαίος, απρόσφορος και δυσανάλογος, ενόψει του επιδιωκομένου σκοπού. Άλλωστε ο συμβολαιογράφος συμμετέχει στην οικονομική ζωή της χώρας, αποβλέποντας στην διευκόλυνση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, έτσι ο περιορισμός της αμοιβής του επί σύνταξης συμβολαίων συγχώνευσης εταιρειών με απορρόφηση είναι και αντίθετος με την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας...".Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως και τα εξής:"Ο ενάγων που είναι συμβολαιογράφος Αθηνών, συνέταξε εξ ολοκλήρου το υπ'αριθμ. ...
συμβόλαιο του με το οποίο συγχωνεύθηκαν η εταιρεία COMMERCIAL UNI ON LIFE ΑΕΑΖ με την εταιρεία με την επωνυμία "ΣΚΟΠΛΑΙΦ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ" με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, η νέα δε επωνυμία αυτής είναι αυτή με την οποία ενάγεται πρώτη. Σύμφωνα με το άνω συμβόλαιο η εναγομένη με την νέα επωνυμία ως απορροφούσα εταιρεία, υποκαταστάθηκε, λόγω οιονεί καθολικής διαδοχής, σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των απορροφουμένων εταιρειών.
Το συμβόλαιο αυτό καταχωρήθηκε στις ... στο μητρώο Ανωνύμων Ασφαλιστικών Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης. Ο ενάγων κατά τη σύνταξη που εισέπραξε από τη απορροφούσα εταιρεία σαν αμοιβή το ποσό των 365.000 δραχμών ή 1071ευρώ,εκ των οποίων 120.000 δραχμές αντιστοιχούσαν στο αναλογικό δικαίωμα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση ζ' της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της υπ'αριθμ.74084/23-10-1996 ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Δικαιοσύνης και Οικονομικών.
Για την αμοιβή του αυτή εξέδωσε την με αριθμό 16/27-12-2001 διπλότυπη απόδειξη παροχής υπηρεσιών επ' ονόματι της εντολέως του ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας. Το άνω μειωμένο ποσό ζήτησε και εισέπραξε, όπως προέκυψε, από πελάτη (βλ. κατάθεση μάρτυρα του) σχετικά με το πραγματικό δικαιούμενο απ' αυτόν ποσό αμοιβής του, αφού σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στην μείζονα σκέψη, αυτός έπρεπε να εισπράξει πλήρη αναλογικά δικαιώματα γεγονός που αγνοούσε αφού υπήρχε σχετική διχογνωμία ως προς αυτό, δε δομένου ότι επρόκειτο περί συγχωνεύσεως ανωνύμων ασφαλιστικών εταιρειών με απορρόφηση του και δεν επρόκειτο περί απλά συγχωνεύσεως αυτών με σύνταξη σχετικού καταστατικού.
Δεν συνέτρεχαν δε για το άνω γεγονός γενικότεροι λόγοι δημοσίου, οικονομικού και κοινωνικού συμφέροντος, λόγω της φύσεως των εργασιών των εταιρειών αυτής (ασφαλίσεις ζωής). Πλήρη μάλιστα τα αναλογικά δικαιώματα του εισέπραξε στην ένδικη υπόθεση ο μεταγραφοφύλακας Αμαρουσίου, αλλά και άλλοι συμ/φοι σε όμοιες περιπτώσεις (βλ.
σχετ. προσκομ. υπ'αριθ. ... συμβόλαια της συμ/φου Αθηνών Αδριανής Ζαφειροπούλου)....". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου. Έτσι που έκρινε το ως άνω δικαστήριο παρεβίασε, κατά την προλεχθείσα πλειοψηφούσα άποψη, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος, εφόσον δέχθηκε ότι ο περιορισμός της αμοιβής του αναιρεσίβλητου συμβολαιογράφου στη σύνταξη του συμβολαίου συγχώνευσης με απορρόφηση, των ανωτέρω ανωνύμων εταιρειών, είναι αντίθετος με τις δια τάξεις του Συντάγματος για την ανάπτυξη της προσωπικότητας και την αρχή της αναλογικότητας, και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως προς το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.
Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του δικαστηρίου αυτού και ειδικότερα των Αρεοπαγιτών Αντωνίου Αθηναίου και Σαράντη Δρινέα,ο παραπάνω λόγος αναίρεσης και κατά το εκτεθέν μέρος του, έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο περιορισμός της αμοιβής του συμβολαιογράφου σε πάγιο ποσό πέντε χιλιάδων δραχμών και σε αναλογικό δικαίωμα σε ποσοστό ένα και είκοσι τοις εκατό (1,20%) επί του μετοχικού κεφαλαίου μη δυναμένου να υπερβεί τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) δραχμές επί καταστατικών ανωνύμων εταιρειών, δεν δικαιολογείται από λόγους δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος.
Αντιθέτως ο περιορισμός της αμοιβής, με την οποία προσδιορισμένη γενικώς και με βάση αντικειμενικά κριτήρια σε αναλογικό ποσοστό επί του αντικειμένου κάθε πράξεως - ο δημόσιος λειτουργός συμβολαιογράφος συμμετέχει στην οικονομική ζωή της χώρας, αποβλέπει στη διευκόλυνση της σύστασης και επέκτασης μεγάλων κεφαλαιουχικών ανωνύμων εταιρειών, που δυνητικώς κατά το οικονομικό τους συμφέρον θα αναλάμβαναν οι εταιρείες αυτές.
Πλέον αυτού, ενόψει της σημασίας των δυνατοτήτων που παρέχονται στις μεγάλες κεφαλαιουχικές εταιρείες να συνιστώνται και να επεκτείνονται, το ισχύον τότε αναλογικό ποσοστό 1,20% επί του μετοχικού κεφαλαίου, χωρίς τον περιορισμό της μη υπέρβασης του ποσού των 120.000 δραχμών, αποτελεί ασήμαντο παράγοντα στις επιχειρηματικές επιλογές των ως άνω εταιρειών.
Ο ως άνω δε περιορισμός της αμοιβής του συμβολαιογράφου, ενόψει και του αντικειμένου της επιχειρηματικής δραστηριότητας της αναιρεσείουσας (ασφαλίσεις ζωής), αποτελεί δυσανάλογη συμμετοχή του για την πραγματοποίηση του στόχου της δημιουργίας, δια της συστάσεως και συγχωνεύσεως, μεγάλων κεφαλαιουχικών εταιρειών.
Συνεπώς ο κατά τα ανωτέρω περιορισμός της αμοιβής του συμβολαιογράφου, προσδιοριζόμενος με βάση την προεκτεθείσα ΚΥΑ δεν είναι σύμφωνος και με την αρχή της αναλογικότητας, ως μη αναγκαίος, απρόσφορος και δυσανάλογος ενόψει του επιδιωκόμενου με αυτόν σκοπού (βλ. ΟλΑΠ 16/2003). Μετά από αυτά και σύμφωνα με τη μειοψηφούσα άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, το Εφετείο, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν παρεβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε Κατόπιν των ανωτέρω, αφού η απόφαση σε σχέση με τον ως άνω λόγο και κατά το λεχθέν μέρος του, λαμβάνεται με διαφορά μιας ψήφου, πρέπει να παραπεμφθεί αυτός στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 563 παρ.2 εδ.β Κ.Πολ.Δικ. Το Τμήμα επιφυλάσσεται να αποφασίσει για τους λοιπούς λόγους της αίτησης αναίρεσης που δεν ερευνήθηκαν, για την περίπτωση που η Ολομέλεια ήθελε απορρίψει τον παραπεμπόμενο σ' αυτήν λόγο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο αιτιολογικό πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το εκτεθέν δεύτερο μέρος του.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ