Legislator Case Law & Legislation
1683/2007 AI generated

Supreme Court annuls lower court judgment and orders restitution of funds paid under void decision.

Case Number 1683/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding a debt dispute between a bank and an individual. The appellant had voluntarily paid the disputed amount to comply with the lower court's ruling, which the Supreme Court found legally flawed. Consequently, the court ordered the restitution of the paid funds and awarded legal costs to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 and 2 of the Code of Civil Procedure; Article 579 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure: Civil courts may review the legality of administrative acts; if a final judgment is annulled and the losing party has voluntarily fulfilled the judgment, the Supreme Court must order restitution of the paid amount.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Annulment of Judgment Restitution of Funds Voluntary Performance Supreme Court Review Legal Costs Award Debt Dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 579 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 150 paragraphs 1, 2 and 3 of the Civil Servants Code
Article 58 paragraph 1 of Law 1943/1991
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1683 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1683/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεωργία Νικητιάδη και Ιωάννα Μανιάτη. Του αναιρεσίβλητου: Ψ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/1/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2847/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5895/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/6/2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 26/9/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου κατά το δεύτερο μέρος του, λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι τα πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν επί των ιδιωτικών διαφορών, που υπάγονται σ' αυτά, δικαιούνται, εφόσον τούτο δεν αποκλείσθηκε από το νόμο, να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων της διοικήσεως, ερευνώντας εάν τα όργανα της διοικήσεως ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους και εντός της ανήκουσας σ' αυτά εξουσίας, χωρίς να μπορούν να ελέγχουν και την ουσιαστική κρίση αυτών ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων.

Ελεγχο δε της νομιμότητας της διοικητικής πράξεως συνιστά και η έρευνα της υπάρξεως ή μη αιτιολογίας, όταν αυτή επιβάλλεται ειδικώς από το νόμο ή απαιτείται από τη φύση της πράξεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 150 παρ. 1, 2 και 3 του Υπαλληλικού Κώδικα (Π.Δ. 611/1977), όπως αντικ. με το άρθρο 58 παρ. 1 του Ν. 1943/1991, με απόφαση των οικείων υπουργών επιτρέπεται η απόσπαση υπαλλήλων υπουργείων, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ, επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, τραπεζών ελεγχομένων από το κράτος, καθώς και λοιπών εποπτευομένων από το κράτος ΝΠΙΔ ή επιχειρήσεων των ΟΤΑ σε άλλα υπουργεία ή ΝΠΔΔ για αντιμετώπιση υπηρεσιακών αναγκών, κατά παρέκκλιση τυχόν ειδικών διατάξεων, μετά από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου της υπηρεσίας, στην οποία αποσπάται ο υπάλληλος.

Οι αποσπάσεις είναι υποχρεωτικές για τους αποσπώμενους υπαλλήλους, καθώς και για τις υπηρεσίες, στις οποίες ανήκουν. Ο χρόνος της απόσπασης θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην οργανική τους θέση για κάθε συνέπεια. Η απόσπαση υπαλλήλων από τους ΟΤΑ, τη ΔΕΗ, τον ΟΤΕ και τις τράπεζες, που ελέγχονται από το κράτος, γίνεται μόνο με αίτηση των υπαλλήλων.

Η χρονική διάρκεια της απόσπασης ορίζεται σε ένα έτος με δυνατότητα παράτασης έως ένα έτος ακόμη, με τη συμπλήρωση των οποίων η απόσπαση λήγει αυτοδικαίως και ο υπάλληλος επανέρχεται στην υπηρεσία του, εκτός αν με αίτησή του παρατάθηκε η απόσπασή του. Η μισθοδοσία εν γένει των αποσπωμένων βαρύνει τις υπηρεσίες και τους φορείς, από τους οποίους αποσπώνται.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Ν. 2085/1992, αίρονται αυτοδικαίως μετά πάροδο δύο μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού οι αποσπάσεις στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ υπαλλήλων δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών ή άλλων κρατικών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου ή τραπεζών. Ο αριθμός των υπαλλήλων, που μπορεί να αποσπώνται εφεξής, όπου επιτρέπεται, από καθένα των ανωτέρω φορέων στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ποσοστό 5ο/οο, υπολογιζόμενο επί του συνόλου του υπηρετούντος με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού.

Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν υπολογίζεται ο αριθμός των υπαλλήλων που αποσπώνται για τη γραμματειακή εξυπηρέτηση των βουλευτών ή ελλήνων βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Ν. 2085/1992, όπως προστέθηκε με το άρθρο 32 παρ. 17 του Ν. 2190/1994, που ισχύει από 4-3-1994 (άρθρ. 44 αυτού), υπέρβαση του ποσοστού 5ο/οο μπορεί να γίνεται με σύμφωνη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου του οικείου φορέα.

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για την απόσπαση υπαλλήλου τράπεζας, που ελέγχεται από το κράτος, σε υπουργείο ή ΝΠΔΔ απαιτείται α) απόφαση του οικείου υπουργού, β) σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου της υπηρεσίας, στην οποία αποσπάται ο υπάλληλος και γ) αίτηση του αποσπώμενου τραπεζικού υπαλλήλου.

Η σύμφωνη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου της τράπεζας - εργοδότριας του υπαλλήλου, που ζητεί την απόσπαση - απαιτείται μόνο, εφόσον ο αριθμός των υπαλλήλων αυτής, που έχουν αποσπασθεί, υπερβαίνει το 5ο/οο του συνολικού αριθμού των υπαλλήλων της, πέραν εκείνων που έχουν αποσπασθεί για τη γραμματειακή υποστήριξη βουλευτών του Ελληνικού και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Η έρευνα της νομιμότητας της υπουργικής αποφάσεως περί αποσπάσεως των παραπάνω, από τα πολιτικά δικαστήρια δεν μπορεί να επεκταθεί στην ουσιαστική κρίση για τη συνδρομή ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων εφαρμογής του νόμου, αλλά περιορίζεται μόνο στην τήρηση κατά την έκδοση αυτής των όρων και των τύπων του νόμου εντός των ορίων της εξουσίας, που ανήκει στον οικείο υπουργό.

Στον έλεγχο αυτό της νομιμότητας της υπουργικής αποφάσεως περιλαμβάνεται και η έρευνα περί υπάρξεως ή μη αιτιολογίας, που απαιτείται από τη φύση αυτής, καθόσον η απόσπαση του εν λόγω υπαλλήλου επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του υπουργού, εφόσον υφίστανται οι ανωτέρω τυπικές προϋποθέσεις του νόμου, πλην όμως η διακριτική αυτή ευχέρεια δεν σημαίνει ότι αναγνωρίζεται στη Διοίκηση δικαίωμα αυθαιρεσίας στην ως άνω ενέργειά της και επιπλέον, η σχετική απόφαση, ενώ είναι κατά κανόνα επωφελής για τον αποσπώμενο υπάλληλο, θίγει τα συμφέροντα της τράπεζας κ.λ.π., από την οποία αποσπάται, αφού και κατά τη διάρκεια της αποσπάσεως αυτού η τελευταία βαρύνεται με την μισθοδοσία του, χωρίς να μπορεί να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη στις 4-4-1988 από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος, της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος έγινε τον Οκτώβριο του έτους 1998 μετά από συγχώνευσή τους με απορρόφηση η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δοκιμαστικά για ένα έτος, μετά την πάροδο του οποίου εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό αυτής ως υπάλληλος του οικονομικού κλάδου της.

Από της προσλήψεώς του σχεδόν στην ελεγχόμενη από το Κράτος ως άνω Τράπεζα υπέβαλε πολλές φορές αιτήσεις προς αυτή για τη μετάθεσή του στο γραφείο αντιπροσωπείας, που διατηρούσε τότε στην Ν. Υόρκη των ΗΠΑ, προκειμένου να συμβιώνει με την έγκυο αρχικά σύζυγό του, υπάλληλο του εκεί προξενικού Γραφείου της Ελλάδας.

Οι αιτήσεις του απορρίφθηκαν δικαιολογημένα από την τράπεζα και γι' αυτό στη συνέχεια ζήτησε και έλαβε γονική άδεια χωρίς αποδοχές μέχρι τις 25-11-1993. Ακολούθως, μετά από αίτησή του, τη σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου προσωπικού του ΕΟΤ και την υπ' αριθμ. 50170/15-6-1994 απόφαση των Υπουργών Εμπορίου και Τουρισμού αποσπάσθηκε για ένα χρόνο, ήτοι μέχρι 20-6-1995, στον ΕΟΤ - Διεύθυνση Τουρισμού ΗΠΑ - στη Ν.

Υόρκη. Η απόσπασή του εκεί παρατάθηκε αρχικά για ένα ακόμη έτος, ήτοι μέχρι 20-6-1996, με την υπ' αριθμ. 502954/2-11-1995 απόφαση των αυτών ως άνω Υπουργών και στη συνέχεια δύο ακόμη φορές, την πρώτη για έξι μήνες, ήτοι μέχρι 20-12-1996, με την υπ' αριθμ. 506144/20-11-1996 απόφαση της αρμόδιας τότε Υπουργού Ανάπτυξης και τη δεύτερη για άλλους έξι μήνες, ήτοι μέχρι 20-6-1997, με την υπ' αριθμ. 1248/4-4-1997 απόφαση της αυτής Υπουργού.

Η πρώτη από τις σχετικές με τις παρατάσεις της αποσπάσεως του αναιρεσιβλήτου υπουργική απόφαση εκδόθηκε χωρίς να ερωτηθεί η εργοδότρια αυτού τράπεζα για το αν με την εν λόγω απόσπαση γίνεται υπέρβαση του ποσοστού 5ο/οο του συνολικού αριθμού των υπαλλήλων της τράπεζας, ενώ οι δύο τελευταίες εκδόθηκαν παρά την αποστολή προς τον ΕΟΤ των από ......

και ...... εγγράφων της τράπεζας, με τα οποία του γνωστοποιούσε ότι με την απόσπαση του αναιρεσιβλήτου γίνεται υπέρβαση του προαναφερόμενου ποσοστού επί του συνολικού αριθμού των υπαλλήλων της και ότι δεν εγκρίνει την απόσπασή του καθ' υπέρβαση του ποσοστού αυτού. Ο έλεγχος όμως της νομιμότητας των ανωτέρω υπουργικών αποφάσεων, ως διοικητικών πράξεων, από το πολιτικό αυτό Δικαστήριο δεν επεκτείνεται και στον έλεγχο της κρίσεως του Υπουργού για το αν με τις παραστάσεις αυτές της αποσπάσεως του αναιρεσιβλήτου γινόταν υπέρβαση του ποσοστού 5ο/οο επί του συνολικού αριθμού των υπαλλήλων της εν λόγω τράπεζας, πέραν εκείνων που είχαν αποσπασθεί για τη γραμματειακή υποστήριξη βουλευτών του Ελληνικού και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οπότε και μόνο απαιτείτο η σύμφωνη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου της τράπεζας.

Κατά συνέπεια, οι παρατάσεις της αποσπάσεως του αναιρεσιβλήτου ήταν νόμιμες και ο χρόνος αυτών αποτελούσε κατά το νόμο χρόνο πραγματικής υπηρεσίας του στην ανωτέρω τράπεζα, που απορρίφθηκε από την αναιρεσείουσα, η οποία έχει και την υποχρέωση να του καταβάλει τις τακτικές ανά μήνα αποδοχές του επιδίκου χρονικού διαστήματος.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο, δέχθηκε την αγωγή αυτού, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 150 παρ. 1, 2 και 3 του Π.Δ. 611/1977, όπως αντικ. με το άρθρο 58 παρ. 1 του Ν. 1943/1991 και 28 παρ. 1 του Ν. 2085/1995, όπως το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 32 παρ. 17 του Ν. 2190/1994, διότι, ενόψει των ως άνω παραδοχών του, δεν προέβη, όπως είχε δικαίωμα, στον έλεγχο παρεμπιπτόντως της νομιμότητας των εν λόγω υπουργικών αποφάσεων και συγκεκριμένα, στην έρευνα περί της υπάρξεως ή μη αιτιολογίας σ' αυτές ως προς την τήρηση της ως άνω προϋποθέσεως της σύμφωνης γνώμης του διοικητικού συμβουλίου της τράπεζας επί υπερβάσεως του ποσοστού 5‰ του συνολικού αριθμού των υπαλλήλων αυτής, πέραν εκείνων που είχαν αποσπασθεί για τη γραμματειακή υποστήριξη των βουλευτών του Ελληνικού και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και, σε αποφατική περίπτωση, να μην εφαρμόσει αυτές ως εκδοθείσες παρά το νόμο.

Κατόπιν τούτου, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος στην ουσία του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.-

Επειδή, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως, που αναιρέθηκε, ο ΄Αρειος Πάγος αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο ΄Αρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, που κατέθεσε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 25-5-2007, προβάλλει παραδεκτώς ότι η ίδια, προς συμμόρφωση με την αναιρούμενη υπ΄ αριθ. 5895/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και προς ολοσχερή εξόφληση της οφειλής της, κατέβαλε στον αναιρεσίλβητο στις 10-10-2005 το ποσό των 41.162,37 ευρώ.

Ζητεί δε να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει σ΄ αυτή το εν λόγω χρηματικό ποσό. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.. Από τα επικαλούμενα δε και προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύεται ότι, κατόπιν της αναιρούμενης ως άνω αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 20.008,69 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τον αναφερόμενο σ΄ αυτή χρόνο για κάθε επί μέρους χρηματικό ποσό.

Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα, προς συμμόρφωση με την απόφαση αυτή, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο στις 10-10-2005 το ποσό των 41.162,37 ευρώ συνολικώς σε πλήρη εξόφληση του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων (βλ. την από ..... απόδειξη του αναιρεσιβλήτου, που υπογράφηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη και της οποίας η γνησιότητα δεν αμφισβητείται).

Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία της και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα το αναφερόμενο στο διατακτικό χρηματικό ποσό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ΄ αριθ. 5895/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-

-ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως.

-ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον αναιρεσίβλητο να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα το ποσό των σαράντα μιας χιλιάδων εκατόν εξήντα δύο ` και τριάντα επτά λεπτών (41.162,37).

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ