Legislator Case Law & Legislation
1683/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lawyer fee contract interpretation and procedural inadmissibility grounds.

Case Number 1683/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a lawyer's fee contract dispute. The appellant argued that two separate fee agreements existed, but the court found the lower court correctly interpreted the contract as a single agreement based on the complaint's content. The appeal was rejected because the grounds raised were either factually unsupported or procedurally inadmissible since the lower court had already ruled the claim unlawful.

Legislator headnote

AI generated

Articles 39, 46, 49, 91, 92 of the Lawyers Code; Article 722 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A lawyer's fee contract is deemed a mandate where the client must reimburse expenses; a contingency fee exceeding 20% of the subject matter is void; appeals based on factual misinterpretation of the lower court's reasoning or procedural inadmissibility of the original claim are rejected.

Keywords

AI generated
lawyer fee contract contingency fee limit mandate relationship appeal inadmissibility contract interpretation legal expenses reimbursement void contract clause

Cited Legislation

AI generated
Articles 39, 46, 49, 91 paragraph 1 and 92 paragraph 1 of the Lawyers Code (Law 3026/1954)
Article 722 of the Civil Code
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 20 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1683 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Κ.Μ.

Αριθμός 1683/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ...., δικηγόρου, ...., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός της.

Της αναιρεσίβλητης: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξία Δεληγιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 7614/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-8-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 24-8-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 39, 46, 49, 91 παρ. 1 και 92 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) συνάγεται ότι η μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη αυτού σύμβαση προς διεξαγωγή υποθέσεως με αμοιβή, φέρει τον χαρακτήρα εντολής, επί της οποίας εφαρμόζεται και το άρθρο 722 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο ο εντολέας οφείλει να αποδώσει στον εντολοδόχο οτιδήποτε αυτός δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της εντολής.

Εξάλλου, κατά μεν την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή από το αποτέλεσμα της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, καθώς και συμφωνία με εκχώρηση της αμοιβής ή μεταβίβαση μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης, κατά δε την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία, που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτό ή άλλο βαθμό συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατός του.

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται και ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικώς τη διεξαγωγή της δίκης, μπορεί να συμφωνηθεί και σε ποσοστό, που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το 20% επί του αντικειμένου αυτής, άλλως η σύμβαση είναι άκυρη ως προς το επί πλέον και ότι ο δικηγόρος, εκτός από τη νόμιμη αμοιβή, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του τα ποσά που πράγματι δαπάνησε, εκτός αν αυτά περιλαμβάνονται στο συμφωνημένο ποσοστό της αμοιβής (ΑΠ 1358/2001).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση για την παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 3/1997 και 11/1996, ΑΠ 1121/1998).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, με βάση το περιεχόμενο της αγωγής, έκρινε ότι η επίδικη συμφωνία, με την οποία η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, Δικηγόρος Αθηνών, ανέλαβε εργολαβικώς τη μέχρι τελεσιδικίας διεξαγωγή δίκης επί αγωγής περί κλήρου των εναγομένων (από τις οποίες μόνη ήδη αναιρεσίβλητη είναι η δεύτερη) κατά τρίτου προσώπου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ήταν άκυρη κατά το -πέρα της συμφωνημένης αμοιβής (20% του κληρονομιαίου ακινήτου που θα επιδικαζόταν σ' αυτές) -επί πλέον ποσοστό 10% του ακινήτου αυτού για τα έξοδα που θα κατέβαλε η ενάγουσα στους υποκατάστατους αυτής δικηγόρους στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας και στο Εφετείο Ναυπλίου, ως αμοιβή τους, καθώς και για τα έξοδα του δικαστικού ενσήμου και εκείνα της μεταβάσεως και διαμονής της στις πόλεις αυτές για τη διεξαγωγή της δίκης.

Το Εφετείο έκρινε ειδικότερα ότι στο ποσοστό 10% του ακινήτου, για έξοδα της ενάγουσας, αφενός περιλαμβάνονταν οι αμοιβές των υποκατάστατων αυτής δικηγόρων, με αποτέλεσμα η συνολική αμοιβή αυτών και της ενάγουσας να υπερβαίνει το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, που ανερχόταν στο 20% του αντικειμένου της δίκης και αφετέρου δεν προσδιορίζονταν στην αγωγή τα έξοδα για την πληρωμή του δικαστικού ενσήμου και εκείνα της μεταβάσεως και διαμονής της ενάγουσας στις προαναφερόμενες πόλεις για τη διεξαγωγή της δίκης και συνακόλουθα απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το αίτημα καταδίκης της εκ των εναγομένων αναιρεσίβλητης σε δήλωση βουλήσεως μεταβιβάσεως προς την ενάγουσα του επί πλέον ποσοστού 10% του παραπάνω ακινήτου.

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η ενάγουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό της ότι με τις εναγόμενες συνήφθησαν δύο -και όχι μία- εργολαβικές συμφωνίες, η πρώτη με αμοιβή ποσοστό 20% του προαναφερόμενου ακινήτου για την περίπτωση της επιτυχούς διεξαγωγής της παραπάνω δίκης και η δεύτερη με αμοιβή επί πλέον ποσοστό 10% του ίδιου ακινήτου για τα έξοδα που θα κατέβαλε για δικαστικό ένσημο, καθώς και για τα έξοδα μεταβάσεως και διαμονής της στην Καλαμάτα και στο Ναύπλιο για τη διεξαγωγή της δίκης ενώπιον των εκεί Πρωτοδικείου και Εφετείου αντιστοίχως και το ποσό των οποίων θα λάμβανε από τις εναγόμενες, επίσης μόνο σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεως της δίκης.

Από το περιεχόμενο όμως της αγωγής προκύπτει ότι η επίδικη συμφωνία ήταν μία και είχε το -γενόμενο δεκτό και από το Εφετείο- περιεχόμενο που προεκτέθηκε και όχι αυτό που ισχυρίζεται η ενάγουσα και επομένως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως όταν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν απορρίπτει την αγωγή ως μη νόμιμη.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, που αφορά το προαναφερόμενο κεφάλαιο ως προς το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

O λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του επίδικου εργολαβικού δίκης, δεχόμενο ότι σ' αυτό περιεχόταν μία μόνο σύμβαση εργολαβίας δίκης, με αμοιβή ποσοστό 20% του παραπάνω ακινήτου, ενώ περιεχόταν και δεύτερη τέτοια σύμβαση, με αμοιβή επί πλέον ποσοστό 10% για τα προαναφερόμενα έξοδα της δίκης.

Εφόσον όμως το Εφετείο, ως προς το τελευταίο αυτό κεφάλαιο -με βάση το περιεχόμενο και μόνο της αγωγής- απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη και συνακόλουθα δεν μόρφωσε κρίση από το παραπάνω έγγραφο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-8-2005 αίτηση της Παρασκευής Ρουσσοπούλου για αναίρεση της 7614/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ